Σάββατο, 18 Απριλίου 2015

«Σαν ελευθερωθούν οι ελληνικές ψυχές και συνειδήσεις...»

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από  Ιωάννα Πετροπούλου Δημοσιεύθηκε στο Κριτικές
Η Πηνελόπη Δέλτα στο σπίτι της στην Κηφισιά, όπου έγραψε τις Ρωμιοπούλες. Η Πηνελόπη Δέλτα στο σπίτι της στην Κηφισιά, όπου έγραψε τις Ρωμιοπούλες. Μουσείο Μπενάκη

Πηνελόπη Σ. Δέλτα, Ρωμιοπούλες (τρεις τόμοι,  Α’: Το Ξύπνημα, Β’: Λάβρα, Γ’: Σούρουπο), επιμέλεια:  Αλ. Π. Ζάννας, Ερμής, Αθήνα 2014, 1434 σελ.

 

Καρπός αργής ωρίμανσης, Oι Ρωμιοπούλες αποτελούν το ύστατο δημιούργημα  της Πηνελόπης Δέλτα. Eδραιωμένη, προ πολλού, στο λογοτεχνικό στερέωμα, η αφιερωμένη στην παιδική λογοτεχνία συγγραφέας, επιχειρεί εδώ μια τομή. Αφήνει πίσω της τον επίγειο παράδεισο των άγουρων χρόνων, για να απευθυνθεί σε ένα άλλο κοινό, με ένα άλλο αφήγημα. Αφετηρία και τέρμα του καινοφανούς λογοτεχνικού της διαβήματος συνιστούν τώρα οι ενήλικες. Επιτελώντας τη διαβατήρια τελετή της στον «κόσμο των μεγάλων», ξεναγώντας τον μελλοντικό αποδέκτη του έργου της  στη νέα άγνωστη χώρα, επικυρώνει συγχρόνως τη δική της συγγραφική ενηλικίωση. Αναδημοσίευση από το Books' Journal 50, Δεκέμβριος 2014.

 

 

La parole n’a eté donnée a l’homme que pour deguiser la pensée (Ο λόγος δόθηκε στον άνθρωπο μόνο και μόνο για να μεταμφιέσει τη σκέψη του).

Ν. Boileau Despréaux (1636 -1711)

 

Η δράση  του αφηγήματος εκτυλίσσεται από τα τέλη του δεκάτου ενάτου έως και στις αρχές του εικοστού αιώνα, καλύπτοντας συνολικά το ένα τέταρτο, συγκεκριμένα από τον Ιανουάριο του 1895 ώς το Νοέμβριο του 1920. Η παρατεταμένη διαδικασία της γραφής ξεκίνησε στη δεκαετία του 1920, με τον πρώτο τόμο που φέρει τον τίτλο Το Ξύπνημα, συνέχισε στη δεκαετία του 1930 με τον δεύτερο τόμο, τη Λάβρα, για να ολοκληρωθεί σταδιακά, με Το Σούρουπο, τον τρίτο τόμο, και με καταληκτήρια χρονολογία τον Δεκέμβριο  του 1939. Ρητή υπόδειξη τηςδημιουργού ήταν η τριλογία  να δημοσιευτεί «σαν ελευθερωθούν οι ελληνικές ψυχές και συνειδήσεις».

Τελικά, οι Ρωμιοπούλες εκδόθηκαν εκατό σχεδόν χρόνια από την ημέρα που άρχισαν να συντάσσονται, και εβδομήντα πέντε χρόνια από τη χειρόγραφη απαρτίωσή τους. Κάτω από το μανδύα ενός romanfleuve, ενός μυθιστορήματος μακράς πνοής, η συγγραφέας αγγίζει την αβυσσαλέα σύγκρουση του παλαιού με το νέο. Παράλληλα, περιγράφοντας το κοινωνικό

πλαίσιο, την ιστορία στην καμπή του 20ού αιώνα, εντάσσει σε αυτό, με σοφή δοσολογία, το προσωπικό της δράμα.

Αφήγημα εκτατικό και πολυδιάστατο, Οι Ρωμιοπούλες θα μπορούσαν να ενταχθούν σε ποικίλαλογοτεχνικά είδη.

 

Α. Ένα πολυδιάστατο αφήγημα

1. Μια ιστορική τοιχογραφία

Το έργο πληροί πρώτα απ΄ όλα τις προϋποθέσεις μιας  ιστορικής τοιχογραφίας. Η συγγραφέας διακατέχεται και εδώ, από την έγνοια του ελληνισμού. Ωστόσο, στην συγκεκριμένη περίπτωση, εστιάζει στον 20ό αιώνα, σε  γεγονότα πρόσφατα. Η καίρια περίοδος του Μακεδονικού Αγώνα, η άνοδος και η πτώση του Βενιζέλου, ο Διχασμός, συνιστούν το ιστορικό πλαίσιο. Στο υφάδι της αφήγησης, ο πατριωτισμός της κόρης Μπενάκη, εδράζεται, στο όραμα του παροικιακού, έξω ελληνισμού, στην εξιδανικευτική ιδέα του έθνους.

Το ζήτημα  της πολιτικής της διαμόρφωσης, του εθνικισμού της  αλλά και της «αμφίλεκτης πίστης» της στη χριστιανική θρησκεία απαιτεί, σήμερα μια νέα επιστημονική διερεύνηση, με βάση το διευρυμένο σύνολο του έργου της, εκδομένου και ανέκδοτου. [i]

 

 

2. Η κριτική  των αστών

Πάνω πάνω στη μεγάλη  τοιχογραφία, στο ιστορικό φρέσκο, η  Δέλτα θέτει σε κίνηση τις ανθρώπινες φιγούρες που ενσαρκώνουν τον μύθο. Περιγράφει τον συλλογικό βίο της εποχής, σκιαγραφεί το πανόραμα μιας κοινωνίας σε εξέλιξη, στη φαντασμαγορική, εδώ, αστική εκδοχή της, γεγονός που  δίνει τον ζωντανό παλμό  στο αφήγημα. Κεντρικός πυλώνας του έργου είναι ο αθηναϊκός οίκος, η πυρηνική οικογένεια. Η επαναληπτικότητα, η υπνωτιστική δύναμη της καθημερινότητας, η τελετουργική τυποποίηση των συμπεριφορών και των διαλόγων, καθώς και τα εθιμοτυπικά τσάγια, οι δεξιώσεις, τα γεύματα και τα δείπνα, τελούνται κατά κανόνα σε κλειστό χώρο.

Η Δέλτα  περιγράφει αυτό που γνωρίζει: ο κοινωνικός περίγυρος είναι κατ’ ανάγκην μεγαλοαστικός. Αναμφισβήτητα, δεν σκοπεύει να προβεί σε  υμνητική ούτε να επιχειρήσει μια υπονομευτική ανατομία της «ανώτερης τάξης». Αυτό είναι έξω από τη συλλογιστική ή τις προθέσεις της. Ωστόσο, η συγγραφέας  δεν αρκείται  στην εξωτερική  αναπαράσταση  του αθηναϊκού αστικού κόσμου, στον απόηχο των γεγονότων του πρώτου πολέμου. Το εφήμερο σύμπαν της κοσμικότητας συνιστά απλώς ένα λογοτεχνικό πρόσχημα, ώστε να αποκαλυφθούν, σαν σε αξονική τομογραφία, οι δομές που ορίζουν την ιστορική μοίρα των γυναικών της εποχής της. Στις  σελίδες όπου με ενάργεια μνημονεύονται οι αγώνες του ελληνισμού για την πατρίδα, στους  τόπους των μαχών, στην άγρια φύση, οι άρρενες ζουν ηρωικά, στην κόψη του ξυραφιού, ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο. Ο εκτός της εστίαςελεύθερος βίος είναι ο κατ’ εξοχήν ζωτικός χώρος των ανδρών, σε αντιδιαστολή με τον εντός της οικογενειακής εστίας περιορισμό των γυναικών. 

 

3. Καταγγελία από τη σκοπιά των γυναικών

Το κείμενο,πέρα από προσωπική κατάθεση, αποτελεί μία συνειδητή κοινωνική καταγγελία. Ένα αμείλικτο κατηγορώ για τις πατριαρχικές νοοτροπίεςπου δεσπόζουν στις γαμήλιες στρατηγικές, στα ενδότερα της ελληνικής  οικογένειας αλλά και  έξω από αυτήν. Η Πηνελόπη Δέλτα, δεινή ανατόμος των ανάλγητων κανόνων που ορίζουν και περιορίζουν την ελευθερία των γυναικών στην ιδιωτική και δημόσια σφαίρα, θα επέμβει στο στρεβλωμένο  σώμα της ελληνικής  κοινωνίας με μόνο χειρουργικό εργαλείο τη γραφίδα της.  Απεικονίζει με μαεστρία τις παθογένειες μιας κοινωνίας  με δομές αρχαϊκές. Οι Ρωμιοπούλες δεν συγχρονίζονται ούτε  εκ-συγχρονίζονται. Παραμένουν καθηλωμένες στο χρυσό τους κλουβί. Η ζωή τους είναι, πράγματι, μια ζωή ασφυκτική, αφόρηταεπαρχιακή μέσα στο μεγαλοαστισμό της.

Όπως παρατηρεί ο επιμελητής Αλέκος Ζάννας στο Επίμετρο του βιβλίου, η Ευρώπη απουσιάζει παντελώς στο περιβάλλον των γυναικών του μυθιστορήματος.  Εσκεμμένα, οι κατακτήσεις των γυναικών καθώς  και τα κάθε λογής κινήματα αμφισβήτησης ή ανατροπής, εδώ ή εκεί, δεν συνιστούν πλαίσιο αναφοράς του αφηγήματος.

Η καταγγελία της κοινωνικής κατάστασης των γυναικών δεν περιορίζεται στον ορίζοντα του κλειστού αυτού κόσμου. Όπως η γεωγραφική εμβέλεια του έργου είναι υπερτοπική, καθώς οι  Ρωμιοπούλες είναι παρούσες από την Ελλάδα έως τις Ινδίες, έτσι και η κοινωνική του εμβέλεια επιδιώκει –με τη γραφή– να υπερβεί τον δεδομένο ταξικό περίγυρο, προσδίδοντάς του μια υπερταξική χροιά.

 

4. Μια καθαρόαιμη αυτοβιογραφία

Εν τούτοις, ας μη γελιόμαστε. Παρά το ότι το πρώτο ενικό πρόσωποδεν εμφανίζεται  πουθενά στις χίλιες τριακόσιες δώδεκα σελίδες του έργου, κρατάμε στα χέρια μας  μια μυθιστορηματική, καθαρόαιμη,  Αυτοβιογραφία.

Γενεσιουργό σπίθα του αφηγήματος συνιστά η οδύνη του έρωτα – του δίχως ανταπόκριση, απαγορευμένου έρωτα, εκείνου που  πυρπολεί την ύπαρξη έως τα έγκατα, εκείνου που κρύβει μέσα του το σπόρο του αφανισμού.

Η αυτοβιογραφούμενη,  πίσω από το προσωπείο της κεντρικής ηρωίδας, από τα σκόπιμα παραλλαγμένα ονόματα ανθρώπων και τόπων, καθώς και την oυδετερότητα του τρίτου ενικού προσώπου, ρηματοποιώντας τον  διάπλου στον ζοφερό κόσμο της Δέσποινας Κρινά- Δαπέργολα, έρχεται αντιμέτωπη με τα σκοτάδια της δικής της ψυχής. Ταυτόχρονα, παρά την εγωτική, ανάδρομη περιήγηση στον παρελθόντα  χρόνο, η συγγραφέας πάει μακριά και πέρα από την εξονυχιστική ανάλυση της μίας και μοναδικής περίπτωσης. Προβαίνει στην αναγωγή από τη μονάδα στο πλήθος, από το άτομο στο σύνολο. Επικεντρώνεται στις Ρωμιοπούλες. Με αργό ρυθμό, σοφή δοσολογία,  μεταποιεί το τραύμα σε τέχνη.  Αδράχνει το στιγμιαίο για να αποδώσει το διαρκές.

Η πραγματική ερωτική ζωή τής δημιουργού στάθηκε πλούσια σε  ονειροπόληση, άνισα φτωχή σε βιώματα. Το χρονικό εκτόπισμα των δύο μεγάλων παθών της, των δύο ανδρών που πολύ αγάπησε,  ισοδυναμεί με τη διά βίου στέρηση του έρωτα.  Στις Ρωμιοπούλες, ο σαρκικός έρωτας εγγράφεται στο πεδίο του απραγματοποίητου.

Όπως στην τέχνη, έτσι και στη ζωή.  Από την τρίτη δεκαετία του βίου της, τα άλγη της ψυχής θα φέρουν τα άλγη του σώματος και αντίστροφα. Με τα χρόνια, όλα θα επιδεινωθούν. Στην ηλικία των 50, η Δέλτα θα εμφανίσει τα πρώτα συμπτώματα παράλυσης. Η ιατρική διάγνωση ήταν: σκλήρυνση κατά πλάκας. Άλλωστε, το σώμα συνιστά, διαχρονικά, το «επίδικο αντικείμενο». Όπως μας διαφωτίζει και το ανέκδοτο ημερολόγιό της, τόσο στην πραγματική ζωή της δημιουργού, όσο και στην πλασματική ζωή της ηρωίδας της, η σάρκα πάσχει διαρκώς και αξεχώριστα μαζί με την ψυχή. Από την πρώτη στιγμή που θα συναπαντήσει τον ΄Ιωνα, πενθεί. Τον πενθεί παρόντα, αλλά και στο υπόλοιπο του βίου της, απόντα. Ένα μεστό νοημάτων, διόλου αθώο χρονικό postquem κόβει τη ζωή της, με τσεκούρι, στα δυό. Στο πριν από και στο μετά από.

Ο τεράστιος θυμός που εκλύεται στο γραπτό αφήγημα  έχει  τη ρίζα του στη ματαιωμένη ερωτική της ζωή. Ωστόσο, ο θυμός ενέχει και μια πολιτική εμπλοκή. Στην πραγματική ζωή, η συγγραφέας, ως θυγατέρα, ως κόρη Μπενάκη, ορθώνει το ανάστημά της εναντίον των τιμωρών του πατέρα της, που βρίσκονται στο αντίπαλο στρατόπεδο, το στρατόπεδο του οιονεί ερωμένου της, του ΄Ιωνα Δραγούμη. Από την άλλη, ως «ερωμένη»  τάσσεται εναντίον των φονιάδων εκείνου, φονιάδων που προέρχονται από το βενιζελικό πολιτικό στρατόπεδο - εκεί όπου ανήκει ο πατέρας της, καθώς και η ίδια, από ένα χρονικό σημείο και έπειτα. Τούτη το διπλό (ή μήπως τετραπλό;) ενοχικό σύνδρομο εγκαθιστά  την Ιστορία μέσα της. Η θυγατέρα-ερωμένη εγκιβωτίζει στην ψυχή της το Διχασμό, συγχρόνως και στις δυο του συνιστώσες. Βρίσκεται, λοιπόν, σαν θήραμα σε ενέδρα, παγιδευμένη διά βίου.  Υπερασπιζόμενη τον πατέρα της, προδίδει, αναγκαστικά, τον Ίωνα – και αντιστρόφως. Ας τοποθετήσουμε,  λοιπόν, το οιδιπόδειο αυτό σχήμα στο πολιτικό του πλαίσιο για να ερμηνεύσουμε μια πλευρά της έντονα θυμικής  διάστασης του πατριωτισμού της.

 

 

Β. Η μυστική ζωή της

Όσο για τη σχέση της  ματαιωμένης ερωτικής  ζωής με τη δημιουργία, με την τέχνη της γραφής, εύλογα μπορεί κανείς να αναρωτηθεί πώς έγινε αυτή η μεταστροφή, πώς η μυστική ζωή της, γυμνή, ολόκληρη, έστω και μεταμφιεσμένη υπό μορφή μυθιστορίας, πέρασε στο χαρτί με αυτή την ηφαιστειακή έκρηξη των 640 χιλιάδων λέξεων.

Αναμφισβήτητα, το συγκεκριμένο έργο, είναι έργο μεταιχμιακό, οριακό. Η ελληνική, γυναικεία λογοτεχνία, τουλάχιστον έως τον 20ό αιώνα, δεν διαθέτει κανένα ανάλογο παράδειγμα. Η δημιουργός έχει φτάσει εδώ στην ουδό, στο κατώφλι της  ψυχανάλυσης.

Εν όσω η καινοφανής ψυχαναλυτική μέθοδος ανέπτυσσε τη δυναμική της στον κεντροευρωπαϊκό χώρο, εν όσω οι σχετικές επιστημονικές έρευνες  βρίσκονταν στα σπάργανα, η Δέλτα διέθετε πρόσβαση στις νέες θεραπείες, όπως και οι ευάριθμες, αλλοδαπές, ομόφυλές της, ίδιας κοινωνικής προέλευσης. Είναι βεβαιωμένη η πολύχρονη επικοινωνία της –«διά ζώσης» και δι’ αλληλογραφίας– με ευρωπαίους νευρολόγους, όψιμους γνώστες  της  ψυχανάλυσης, καθώς και η νοσηλεία της σε κλινική της Βιέννης. Το αναπάντητο ερώτημα είναι εάν και κατά πόσον οι θεραπείες στις οποίες υποβλήθηκε ενεργοποίησαν εντός της τη διαδικασία γραφής. Άραγε,  ο λόγος, ως λειτουργία, χρησιμοποιήθηκε παραμυθητικά μόνον από τους θεράποντες προς την πάσχουσα, ή αποσκοπούσε στη ρηματική σύμπραξή της; Προκειμένου για την ήδη φτασμένη  συγγραφέα, σε ποιο βαθμό μπορούμε να συσχετίσουμε τη διαδικασία της προφορικής ψυχαναλυτικής μεθόδου με την εκρηκτική «αυτοβιογραφική απελευθέρωση», στο γραπτό, της δημιουργού; Στην πρωτοπρόσωπη εκδοχή της, όπως στις Ενθυμήσεις,ή στην τριτοπρόσωπη, όπως στις Ρωμιοπούλες, η οδυνηρή δοκιμασία της καταβύθισης στον αυτοαναφορικό λόγο, στον εαυτό, υπαγορεύτηκε «άνωθεν»  ως μέθοδος ίασης; Θέτουμε ερωτήματα στα οποία, προσώρας, δεν είμαστε σε θέση να απαντήσουμε.

Ωστόσο, η διερεύνηση της σφαίρας του ασυνειδήτου και όσα επακολούθησαν στο πεδίο της ψυχαναλυτικής ερμηνείας, ασφαλώς δεν συνιστούν τη μοναδική ατραπό χάρη στην οποία η δημιουργός της τριλογίας αποφασίζει να εκθέσει τον εσώτερο κόσμο της, γράφοντας. Ας μην πάμε μακριά. Στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα, στη συζυγική εστία, επωάζεται η επικείμενη αλλαγή. Ίσως το γεγονός ότι στα μέσα της δεκαετίας του 1920, που γράφονται οι Ρωμιοπούλες, ο Στέφανος Δέλτα μεταφράζει στα ελληνικά Τα εις Εαυτόν του Μάρκου Αυρηλίου, να ώθησε την Πηνελόπη στην κατάφαση του λογοτεχνικού της Εγώ. Η προτροπή του Ρωμαίου ένδον σκάπτε, δεν αποκλείεται να στάθηκε  ένα από τα «πολλαπλά αίτια» για τη στοχαστική ενηλικίωση της δικής της γραφής, και τη ρηξικέλευθη κίνηση, στην οποία προβαίνει, σχεδόν ανεπίγνωστα, η εξεγερμένη Δέλτα, για να σπάσει τις σφραγίδες και να ξαναβουτήξει στη λάβρα του καμινιού.

Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίοτο γεγονός ότι νέο περιεχόμενο εκφράζεται με νέο τρόπο γραφής. Η  αφήγηση κινείται με νεύρο, με μικρές, κοφτές φράσεις και κρατά τον αναγνώστη σε εγρήγορση. Ο κινηματογράφος μεσουρανεί στον Μεσοπόλεμο: το αφηγηματικό στυλ  είναι επηρεασμένο από τη νέα εφεύρεση που χαρακτήρισε τον 20ό αιώνα, από την έβδομη τέχνη, αλλά και την τέχνη της φωτογραφίας που χρησιμοποιεί το ενσταντανέ. Στο μυθιστόρημα, ο εξωτερικός χρόνος, με το  γοργό του τέμπο, είναι ο χρόνος  της δράσης που έρχεται σε αντίστιξη με τον εσωτερικό χρόνο, τον χρόνο των συναισθημάτων, τον  μακρόσυρτο και βαρύ σαν τραγούδι ανατολίτικο.

 

 

Γ. Αρχειακά κατάλοιπα και  νέες προσεγγίσεις

Σήμερα, βρισκόμαστε στην προνομιακή θέση να επανεξετάσουμε εποπτικά το έργο της μεγάλης δημιουργού, καθώς η διαδικασία δημοσίευσης των καταλοίπων της, που ξεκίνησε στη μεταπολίτευση, χάρη στον  Παύλο Ζάννα, και συνεχίζεται χάρη στον Αλέκο Ζάννα, συγκεφαλαιώνει τη γραπτή της παραγωγή και διευρύνει αισθητά τον γνωστικό μας ορίζοντα. Η στερεότυπη εικόνα τής  γυναίκας με τους ετεροχρονισμένους μαύρους ποδήρεις χιτώνες, της καλής κυρίας που έγραφε «γιά τα ελληνόπουλα»,  σήμερα ανασκευάζεται.

Με τα έως τώρα διαθέσιμα αρχειακά ευρήματα, διαπιστώνουμε ότι η περίπτωση της Δέλτα δεν μπορεί να ερμηνευθεί με προκατασκευασμένες και τετριμμένες ταξινομήσεις του τύπου πατρίς - θρησκεία - οικογένεια, αν θεωρήσουμε ότι το τρίπτυχο συνιστά τη λυδία λίθο του συντηρητισμού, και στο μέτρο που πρόθεσή μας είναι να κατανοήσουμε το έργο, τη δημιουργό  και την εποχή της, και όχι να προβάλλουμε τις εκ των υστέρων εμμονικές ιδέες μας, αγνοώντας επιδεικτικά τις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες της περιόδου.

Κάποιες σκέψεις της, φυλαγμένες στον Turis Eburnea, στον χρυσελεφάντινο πύργο της, στο ανέκδοτο προσωπικό της ημερολόγιο, αποδίδουν τη  θερμοκρασία του ψυχισμού της, δίνουν ένα στίγμα της όχι και τόσο προβλέψιμης ιδεολογικής της συγκρότησης. Αποσπώ, λόγου χάρη, μιαν εγγραφή της  18ης Σεπτεμβρίου 1925:

 

[…] ο Χριστιανισμός είναι υποχώρηση του πολιτισμού του μεγάλου και λεπτού που ήταν ο Ελληνισμός […]. Το έργο του Ιησού είναι μεγαλύτερο από εκείνο του Μάρκου Αυρηλίου.  […] Μα ο χριστιανισμός είναι βήμα πίσω…[ii]

 

Στο κύκνειο αυτό άσμα της αποτυπώνει την πληρέστερη ιστορική μαρτυρία μιας γυναίκας,εγκλωβισμένης μέσα στην κοινωνία, και στο ίδιο της το σαρκίο. Γι’ αυτό το λόγο, λοιπόν, μπορεί να θεωρηθεί, ιστορικά, «η τελευταία γυναίκα», ικανή να δώσει μαρτυρία για την κατάσταση της Ελληνίδας την εποχή που σβήνει ανάμεσα στις πολεμικές ιαχές των δυο μεγάλων παγκόσμιων συρράξεων του 20ού αιώνα. Το μεταπολεμικό τοπίο είναι ένα θεμελιακά  διαφορετικό τοπίο.

Στο συγκεκριμένο αφήγημα, που ρέει ποταμηδόν, διαπιστώνουμε ότι η συγγραφέας διέθετε  την οξυδέρκεια, αλλά και τους αισθητήρες εκείνους που της επέτρεψαν να συνειδητοποιήσει τους καταπιεστικούς θεσμούς οι οποίοι εξέθρεψαν  τις γυναίκες του καιρού της - και να τους πολεμήσει, ενστιγματικά, με δικό της τρόπο. Διέθετε ακόμα τη δύναμη να οραματιστεί την έλευση ενός άλλου κόσμου. Να τον οραματιστεί, ναι. Αλλά όχι να τον ζήσει η ίδια. 

Ριζοτόμος αλλά και καθηλωμένη, η μεγάλη αφηγήτρια ανήκει στην παλαιά τάξη πραγμάτων ενώ συνάμα καταγγέλλει ένα κομμάτι αυτού του κόσμου – ένα κομμάτι και όχι τον κόσμο στο σύνολό του.

Η Πηνελόπη Δέλτα, δεν θεωρήθηκε ποτέ, ούτε και έδρασε σαν μια «στρατευμένη φεμινίστρια» (με την κλασική έννοια του όρου).

Ωστόσο, σήμερα, είμαστε σε θέση να διατρέξουμε, αναδρομικά, την πορεία της και να αποφανθούμε με βεβαιότητα, ότι υπήρξε, αναμφισβήτητα, μια από τις πιο σπουδαίες ελληνίδες διανοούμενες του 20ού αιώνα – αν όχι η σπουδαιότερη.  Στάθηκε αλληλέγγυα  με το γυναικείο φύλο όχι μόνον με την ιδιότητα τής μυθιστοριογράφου, αλλά με την ευρύτερη διανοητική της συμβολή.[iii] Ιδιοφυής και μόνη, όπως αποκάλεσαν την επίσης αυτόχειρα, ομότεχνή της, Βιρτζίνια Γουλφ,[iv]  η Πηνελόπη Δέλτα, υπόφορη στον ρουν της ιστορίας, ταλαντεύτηκε, διχασμένη ανάμεσα στη συντήρηση και την πρόοδο, την παράδοση και την εξέγερση, εφ’ όρου ζωής, συντηρώντας μέσα της  το όνειρο μιας  συνολικής απελευθέρωσης.

Ακριβώς τον τέταρτο χρόνο της Δικτατορίας του Μεταξά, την άνοιξη του  1940, στις 13 Μαρτίου,  η συγγραφέας  σημειώνει:  

 

 

Όταν τελείωσα «το έργο μου» κατέθεσα τα όπλα, είπα πως μπορώ τώρα να πεθάνω, αρκεί να το δημοσιεύσουν τα παιδιά μου, σαν ελευθερωθούν οι ελληνικές ψυχές και συνειδήσεις. Αυτά τον περασμένο Δεκέμβριο. Τώρα θέλω να δω την ελευθερία αυτή των ψυχών και των συνειδήσεων. Μα θα την δώ άραγε;

 

Θα τη δει άραγε; Η μελλοντική αυτόχειρας  κατέχει καλά ότι η ερώτηση είναι ρητορική. Μέσα  από την τέχνη της –την τέχνη της γραφής– ο θάνατος έχει γίνει για εκείνην κάτι σαν μια καθημερινή άσκηση επί χάρτου. Ως δημιουργός έχει  πλέον ολοκληρώσει, στο χειρόγραφό της, τον φανταστικό θάνατο  της μυθιστορηματικής της περσόνας, της ηρωίδας της Δέσποινας Κρινά-Δαπέργολα. ΄Οσο για την πραγματική, τη δική της ζωή, δεν απομένει παρά η τελική  απόφαση για την εκτέλεση ενός άριστα προδιαγεγραμμένου σχεδίου.  Αυτοδηλητηριάζεται στις 27 Απριλίου 1941, με την είσοδο των  ναζιστικών στρατευμάτων  στην ελληνική πρωτεύουσα, αφήνοντας την τελευταία της πνοή την επαύριο της Πρωτομαγιάς. Κατά παράβαση  του εκκλησιαστικού τυπικού, στην ταφή της, ιερουργεί, μόνος, ο τότε αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Χρύσανθος, φίλος της στενός. Στην ταφόπετρα, σύμφωνα με την επιθυμία της, θα χαραχτεί μόνο μια λέξη: Σιωπή.

Παρά τη Σιωπή,[v]  λέξη με την οποία, εκείνη, «η ηγεμόνας των λέξεων», θέλησε να σφραγίσει την τελευταία πράξη του δράματος, αυτός ο τόσο πλούσιος κόσμος, διασώθηκε ατόφυος στα χαρτιά της. Εμείς, οι αποδέκτες του έργου της, αναγνώστες και αναγνώστριες του 21ου αιώνα, ως αντίδωρο, διαβάζοντάς το, τού δίνουμε, κάθε φορά, νέα πνοή.



[i]Προς το παρόν, βλέπε: Π.Σ. Δέλτα, Σύγχρονες προσεγγίσεις στο έργο της, Εισαγωγή- επιμέλεια: Α.Π. Ζάννας, Αθήνα 2006. Άρθρα των Aλέξη Δημαρά, Σπύρου Καράβα, Τόνιας Κιουσοπούλου, Marie-CecileNavet - Gremillet,  Ιωάννας Πετροπούλου και Θ.Σωτηρόπουλου. Επίσης, έκτοτε δημοσιεύθηκαν: Π.Σ. Δέλτα, Για την πατρίδα, νέα συμπληρωμένη [11η] έκδοση, επίμετρο: Τόνια  Κιουσοπούλου, χρονολόγιο: Α.Π. Ζάννας, Εστία, Αθήνα 2009.Τερέζα Πεσμαζόγλου, Η «Ζωή του Χριστού» της Π.Σ. Δέλτα και η ανέκδοτη Αλληλογραφία της με το Μητροπολίτη Χρύσανθο (1919-1936), Αθήνα, Εστία, 1909 (όπου περιλαμβάνεται η σχετική με τη Ζωή του Χριστού αλληλογραφία του Πέτρου Βλαστού με την Π.Σ. Δέλτα, υπομνηματισμένη από τον Π.Α. Ζάννα. Η Τ. Πεσμαζόγλου αναφέρεται στην αμφίλεκτη πίστη της [της Δέλτα] στη χριστιανική θρησκεία, στην Εισαγωγή της, στο ίδιο, σ. 17   

[ii]Ανέκδοτο δακτυλόγραφο του προσωπικού της ημερολογίου TurisEburnea. Η υπογράμμιση είναι της Π.Σ. Δέλτα. Ευχαριστώ τον Αλέκο Ζάννα που μου επέτρεψε να συμβουλευτώ το πολύτιμο έργο.

[iii]Για παράδειγμα, εκκρεμεί να επισημανθεί και να καταγραφεί λεπτομερώς η συμβολή της στον αγώνα της γυναίκας με ενυπόγραφα άρθρα στον φεμινιστικό περιοδικό Τύπο του μεσοπολέμου. Ευχαριστώ την ΄Εφη Αβδελά και την Αγγέλικα Ψαρρά για την επισήμανση.  

[iv]Βέρνερ Βάλντμαν, Βιρτζίνια Γούλφ, Ιδιοφυής και μόνη, Αθήνα, Μελάνι, 2006.

Σημειώνω εδώ την τυχαία συγκυρία: η Γουλφ, νεότερη οκτώ χρόνια από τη Δέλτα (1882 - 1941), τον Φεβρουάριο του 1941 ολοκληρώνει και εκείνη το τελευταίο της μυθιστόρημα Ανάμεσα στις πράξεις, ενώη υγεία της επιδεινώνεται ραγδαία. Στις 28 Μαρτίου 1941 αυτοκτονεί. Βλ. και AlexandraLemasson, Βιρτζίνια Γουλφ, μετάφραση: Ειρήνη Λεκκού - Δάντου, Κασταλία, Αθήνα 2005, σ. 292.  

[v] Για τη λέξη Σιωπή, βλ. Παύλος Ζάννας, «Σχετικά με τη λέξη “Σιωπή| στον τάφο της Π.Σ. Δέλτα,στο Π.Σ. Δέλτα, Σύγχρονες προσεγγίσεις στο έργο της, Εισαγωγή-επιμέλεια Αλ. Π. Ζάννας, Αθήνα 2006, σσ. 461-474

 

 

Ιωάννα Πετροπούλου. Ιστορικός, ερευνήτρια στο Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών - Ίδρυμα Μέλπως και Οκταβίου Μερλιέ. Έχει δημοσιεύσει εργασίες για τον πολιτισμό και τις ταυτότητες της ορθόδόξης ελληνόφωνης και τουρκόφωνης λογιοσύνης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ( 19ος - 20ός αιώνας). 

 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά