Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

Μπορεί να αντιστραφεί η αύξηση της κοινωνικής ανισότητας;

Κατηγορία Κοινωνία
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Κοινωνία Οικονομία Πολιτική web only
O γάλλος καθηγητής δημόσιων οικονομικών, Τομά Πικεττύ. O γάλλος καθηγητής δημόσιων οικονομικών, Τομά Πικεττύ. Gobierno de Chile

Επιστήμη και Κοινωνία. Επιθεώρηση πολιτικής και ηθικής θεωρίας, Θεματικό αφιέρωμα: Ανισότητες, Τχ. 34, Χειμώνας 2015-2016

Το 34ο τεύχος του επιστημονικού περιοδικού Επιστήμη και Κοινωνία είναι αφιερωμένο θεματικά στις ανισότητες. Τα δύο εμπνευσμένα από τις θεωρητικές επεξεργασίες του Πικεττύ, το άλλο σε διάλογο με τις εξελίξεις στην ελληνική κοινωνία. [ΤΒJ]

Εκ των έξι άρθρων του περιοδικού, τα τρία πρώτα επικεντρώνονται στη μελέτη και την παρουσίαση επιμέρους πτυχών των ανισοτήτων μέσα από διαφορετικές προσεγγίσεις. Ασφαλώς, οι ανισότητες δεν αποτελούν μία έννοια καινούργια στην επιστημονική κοινότητα. Αντιθέτως, βρίσκονται κάτω από το μικροσκόπιο των οικονομικών και κοινωνικών επιστημών εδώ και πολλά χρόνια. Οι ανισότητες είναι παρούσες σε όλες τις διαστάσεις της ζωής μας. Στην οικονομία, στην κοινωνία, στην εκπαίδευση, στην υγεία κ.λπ. Σήμερα, ωστόσο, το ζήτημα των ανισοτήτων φαίνεται να επιστρέφει ακόμα πιο δυναμικά στη συζήτηση, ιδιαίτερα μετά την παγκόσμια αναγνώριση ότι αυτές δεν έχουν αμβλυνθεί, αλλά –τα τελευταία χρόνια– οξύνονται ολοένα και περισσότερο.

Στη θεματολογία του εν λόγω τεύχους, ο Τομά Πικεττύ φαίνεται να κατέχει δεσπόζουσα θέση, αφού η επιρροή του είναι εμφανής στα δύο πρώτα θεωρητικά κείμενα του αφιερώματος. Στα άρθρα τους, τόσο ο Ηλίας Κατσούλης, όσο και ο Μιχάλης Σκομβούλης, χρησιμοποιούν τον Πικεττύ και το τελευταίο βιβλίο του, Το κεφάλαιο τον 21ο αιώνα (ελλ. έκδοση: Πόλις) για να αναπτύξουν τις δικές τους θεωρητικές προσεγγίσεις και παραδοχές.

Ο Ηλίας Κατσούλης στο άρθρο του «Σε ποιον ανήκει ο 21ος αιώνας: patrimonialversusagencycapitalism» επιχειρεί να παράσχει μία διαφορετική ερμηνεία και να ανατρέψει την απαισιοδοξία του Πικεττύ αναφορικά με την προοπτική εξέλιξης των ανισοτήτων και την κυριαρχία του κεφαλαίου. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, η περαιτέρω διεύρυνση των ανισοτήτων και ο απόλυτος έλεγχος στο κεφάλαιο από μία μικρή μειοψηφία ανθρώπων μπορούν να μετριαστούν μέσω του agencycapitalism. Μέσω, δηλαδή, της αλλαγής στις εταιρικές μορφές οργάνωσης του καπιταλισμού και της μετεξέλιξης των θεσμικών επενδυτών σε «γνωσιογνώστες». Η νέα αυτή εξέλιξη που ήδη λαμβάνει χώρα στην αγορά των ΗΠΑ αναμένεται να οδηγήσει, κατά τον συγγραφέα, σε εξισορρόπηση των δυνάμεων  του κεφαλαίου και να συμβάλει, μεταξύ άλλων, στην άμβλυνση των ανισοτήτων.

Ο Μιχάλης Σκομβούλης, στο άρθρο του με τίτλο «Ανισότητες του Κεφαλαίου. Επίκαιρες Θεωρήσεις της Δυναμικής των Ανισοτήτων στην Πολιτική Οικονομία του Σύγχρονου Καπιταλισμού», επικεντρώνεται στην παρουσίαση και την κριτική ανάλυση τριών σχετικά πρόσφατων βιβλίων των J. Striglitz[1] (2012), W. Streeck[2] (2013) και T. Piketty[3](2014), τα οποία πραγματεύονται το φαινόμενο των κοινωνικών ανισοτήτων. Πρωταρχικός στόχος του συγγραφέα είναι η ανάδειξη των θεωρητικών τους αδυναμιών, τόσο ως προς την ένταση των ανισοτήτων, όσο και ως προς τη χρήση της έννοιας του κεφαλαίου.

Το τρίτο και τελευταίο άρθρο του αφιερώματος είναι της Γεωργίας Καπλάνογλου και έχει αντικείμενο την παρουσίαση της κατάστασης όσον αφορά τις ανισότητες και τη φτώχεια στην Ελλάδα κατά την περίοδο της κρίσης. Στο άρθρο της με τίτλο «Ανισότητα και Φτώχεια στην εποχή της κρίσης», η Καπλάνογλου χρησιμοποιεί στοιχεία από τις έρευνες Οικογενειακών Προϋπολογισμών (ΕΟΠ) 2008 και 2013 της ΕΛ.ΣΤΑΤ. προκειμένου να στοιχειοθετήσει την αύξηση της ανισότητας και της φτώχειας. Για τη μέτρηση της ανισότητας η Καπλάνογλου χρησιμοποιεί τον δείκτη Gini, τους τρεις δείκτες ανισότητας του Atkinson, καθώς και τον δείκτη S80/S20.  Όσον αφορά τη φτώχεια, το άρθρο κάνει ιδιαίτερη αναφορά στην αύξηση της παιδικής φτώχειας. Σύμφωνα με τη συγγραφέα, το 2008 ο παιδικός πληθυσμός απολάμβανε υψηλότερο επίπεδο διαβίωσης από αυτό του γενικού πληθυσμού, γεγονός που έχει αντιστραφεί πλήρως το 2013. Εδώ, ωστόσο, πρέπει να σημειώσουμε ότι, σε αντίθεση με τα στοιχεία των ΕΟΠ, τα οποία χρησιμοποιεί η Καπλάνογλου στο άρθρο της, τα αντίστοιχα στοιχεία της EU-SILC δείχνουν ότι το ποσοστό φτώχειας των παιδιών 0-17 ετών υπήρξε υψηλότερο από αυτό του γενικού πληθυσμού από το 2005 μέχρι και σήμερα. Η μεγαλύτερη διαφορά, πάντως, εμφανίζεται το 2013 (23,1% για το γενικό πληθυσμό έναντι 28,8% για τα παιδιά).

Η Καπλάνογλου εξετάζει τη φτώχεια και τις ανισότητες στην Ελλάδα, χωρίς να κάνει αναφορά σε κάποιες από τις πολυάριθμες μελέτες προηγούμενων ετών που έχουν ασχοληθεί με την ανισότητα και τη φτώχεια στην Ελλάδα, βασιζόμενες σε στοιχεία από τις ΕΟΠ. Για παράδειγμα, σημαντική είναι η συμβολή του Μητράκου[4] (2008) στην κατανόηση της παιδικής φτώχειας στην Ελλάδα και στη διερεύνηση των παραγόντων που συμβάλλουν σ’ αυτήν, δεδομένου ότι οι διαστάσεις του προβλήματος της παιδικής φτώχειας στην Ελλάδα διευρύνονται μετά το 2002. Οι Παπαθεοδώρου & Μισσός[5] (2013) διαβλέπουν στη μελέτη τους ότι η μείωση της συνολικής καταναλωτικής δαπάνης θα είναι πολύ πιο έντονη το 2012 και το 2013. Ακόμα πιο πρόσφατα, οι Κατσίκας κ.ά.[6] (2014) εξετάζοντας τον αντίκτυπο της κρίσης στην κατανάλωση, διαπιστώνουν ότι η μέση συνολική καταναλωτική δαπάνη μειώθηκε σημαντικά (περίπου κατά 28%) μεταξύ 2008 και 2013 (από 30.000 ευρώ το 2008 σε 21.668 ευρώ το 2013). Οι συγγραφείς, υπολογίζουν, επίσης, τη μέση συνολική δαπάνη για πέντε εισοδηματικές ομάδες για να δείξουν ότι η αθροιστική μείωση της μέσης συνολικής δαπάνης είναι πάνω από 30% για όλες τις εισοδηματικές ομάδες εκτός του πρώτου πεμπτημόριου, δηλαδή των φτωχότερων νοικοκυριών για τα οποία η αθροιστική μείωση είναι περίπου 15%.

Είναι γεγονός ότι ανεξάρτητα από το είδος των στοιχείων που χρησιμοποιούνται, οι ανισότητες στην Ελλάδα δείχνουν να έχουν αυξηθεί δραματικά τα τελευταία χρόνια, ενώ δεν διαφαίνεται κάποια διέξοδος από την υφιστάμενη κατάσταση. Υπ’ αυτό το πρίσμα, το κείμενο της Καπλάνογλου αποτελεί άλλη μία προειδοποίηση για την επικίνδυνη τροπή που λαμβάνει η αύξηση της φτώχειας και της ανισότητας στα νοικοκυριά στην Ελλάδα, ιδιαίτερα της μεσαίας τάξης, αλλά και των νοικοκυριών με παιδιά.

Συμπερασματικά, το θεματικό αφιέρωμα του περιοδικού Επιστήμη και Κοινωνία στις ανισότητες επιδιώκει να καλύψει ένα κενό στην ελληνική βιβλιογραφία. Και αυτό, δεν είναι άλλο από τη θεωρητική συνεισφορά στη συζήτηση που κυριαρχεί στην παγκόσμια επιστημονική κοινότητα για την όξυνση των ανισοτήτων και τους τρόπους αντιμετώπισης του φαινομένου. Υπ’ αυτή την έννοια, το αφιέρωμα εστιάζει περισσότερο στη θεωρητική προσέγγιση των ανισοτήτων, ενώ ρίχνει λιγότερο βάρος στην παρουσίαση, ανάλυση και ερμηνεία των ανισοτήτων στην Ελλάδα. Η έκταση του αφιερώματος (τρία άρθρα) για ένα τόσο δημοφιλές αντικείμενο θα μπορούσε, κατά την άποψή μου, να είναι μεγαλύτερη με τη συμπερίληψη επιπλέον άρθρων από συγγραφείς που ασχολούνται με το ζήτημα των ανισοτήτων. Παρ’ όλα αυτά, η πρωτοβουλία για την έκδοση του εν λόγω αφιερώματος είναι πολύ σημαντική και σίγουρα η προστιθέμενη αξία από την έκδοση του τεύχους είναι μεγάλη.


[1]Stiglitz, J., 2012. The price of inequality, Penguin UK.

[2]Streeck, W., 2013. Gekaufte Zeit: die vertagte Krise des demokratischen Kapitalismus, Suhrkamp Verlag.

[3]Piketty, T., 2014. Capital in the twenty-first century, Harvard University Press.

[4]Μητράκος Θ., 2008, «Παιδική φτώχεια: πρόσφατες εξελίξεις και προσδιοριστικοί παράγοντες», Οικονομικό Δελτίο  Τράπεζας της Ελλάδος, τεύχος 30ό, Μάιος 2008, Αθήνα.

[5] Παπαθεοδώρου Χ., Μισσός Β., 2013, «Ανισότητα, φτώχεια και οικονομική κρίση στην Ελλάδα και την ΕΕ», ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, Επιστημονικές Εκθέσεις (Reports) / 9, Νοέμβριος 2013, Αθήνα.

[6]Κατσίκας Δ, Καρακίτσιος Α, Φιλίνης, Πετραλιάς Α, 2014,  «Έκθεση για το κοινωνικό προφίλ της Ελλάδας σε σχέση με τη φτώχεια, τον κοινωνικό αποκλεισμό και την ανισότητα πριν και μετά από την εκδήλωση της κρίσης»,  Δεκέμβριος 2014, Αθήνα.

Ναταλία Σπυροπούλου

Κοινωνιολόγος, επιστημονική συνεργάτρια του ΕΚΚΕ.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά