Σάββατο, 23 Μαΐου 2015

Οι απεικονίσεις του Μωάμεθ και οι απαγορεύσεις της

Κατηγορία Κοινωνία
Γράφτηκε από  π. Αλέξανδρος Καριώτογλου Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 52 Je suis Charlie
Ο Προφήτης Μωάμεθ πάνω σε άλογο. Ζωγραφική αγνώστου που χρονολογείται τον 18ο αιώνα, γκουάς και φύλλα χρυσού σε χαρτί, 17,7 x 10,9 εκ. Ο Προφήτης Μωάμεθ πάνω σε άλογο. Ζωγραφική αγνώστου που χρονολογείται τον 18ο αιώνα, γκουάς και φύλλα χρυσού σε χαρτί, 17,7 x 10,9 εκ. Art Gallery of South Australia

Ο πρόσφατος σάλος γύρω από τη μορφή του προφήτη του Ισλάμ, Μωάμεθ, την οποία δημοσίευσε το γαλλικό σατιρικό περιοδικό Charlie Hebdo, έδωσε την αφορμή για να γραφεί το άρθρο αυτό. Δεν θα μείνουμε στο επεισόδιο αυτό καθ’ αυτό, του οποίου τα αποτελέσματα και ο απόηχος είναι τραγικά, αλλά θα προσεγγίσουμε με έναn άλλο τρόπο την αγανάκτηση του ισλαμικού κόσμου στις σαφώς καταδικαστέες προκλήσεις των Δυτικοευρωπαίων. Το ερώτημα που τίθεται είναι: γιατί ένας μουσουλμάνος δεν μπορεί να δεχτεί την απεικόνιση του προφήτη του Ισλάμ, σατιρική και μη;

Κατ’ αρχήν οφείλουμε να σημειώσουμε  δύο παραμέτρους, τις οποίες χρειάζεται να γνωρίζει κανείς πριν θελήσει να δώσει ευθεία απάντηση στο παραπάνω ερώτημα. Η μια είναι καθαρά θεωρητική. Σύμφωνα με το ιερό βιβλίο του Ισλάμ, το Κοράνιο, απαγορεύεται η χρήση εικόνων. Στο Κοράνιο αναφέρεται ότι «αυτός είναι ο Αλλάχ ο Δημιουργός, που έβγαλε τα πράγματα στην ύπαρξη και έδωσε τη μορφή τους» (59,24) και «έπλασε τους ουρανούς και τη γη δίκαια (σε κανονικές αναλογίες) και σας έπλασε σ’ ωραία μορφή» (64,3). Μόνο «με την άδεια του Αλλάχ» (3,49. 5,110) ο Ιησούς «έφτιαξε από πηλό τη μορφή ενός πουλιού, που μ’ ένα φύσημά του, έγινε –με την άδειά Μου– πουλί». Από τα παραπάνω συμπεραίνει κανείς ότι το Κοράνιο δεν περιέχει μια εχθρική προς τον εικονισμό διδασκαλία.

Η αμείλικτη απαγόρευση κατασκευής εικόνων απαντάται βασικά στις χαντίθ, δηλαδή στην ισλαμική παράδοση, και επηρέασε σοβαρά τη μουσουλμανική τέχνη.  Από τον 8ο αιώνα χρονολογούνται τα πρώτα κείμενα της παράδοσης, τα οποία απαγορεύουν ρητά τη χρήση εικόνων. Μια από τις πρώτες γραπτές παραδόσεις, η οποία μνημονεύεται στο έργο Muwatta του Μαλίκ ιμπν Ανάς, αναφέρει ότι ο Προφήτης είπε: «άνθρωποι οι οποίοι κατασκευάζουν εικόνες κατά την ημέρα της Ανάστασης θα είναι τα χειρότερα δημιουργήματα»[1]. Ο Αμπντάλλα (ιμπν Μασ' ουντ) βεβαίωνε ότι είχε ακούσει τον Προφήτη να λέει: « Εκείνοι τους οποίους θα τιμωρήσει αυστηρότερα ο Αλλάχ είναι όσοι κατασκευάζουν εικόνες», ενώ ο Αμπντάλλα ιμπν Ουμάρ αναφέρει ως λόγια του Μωάμεθ: « Όσοι κατασκευάζουν αυτές τις εικόνες θα τιμωρηθούν την ημέρα της κρίσεως. Θα τους πουν: δώσατε ζωή σ’αυτό, το οποίο δημιουργήσατε!». Ωστόσο, είναι σαφές ότι τέτοιου είδους  παραδόσεις δεν παρέχουν τις απαραίτητες αποδείξεις για μια απαγόρευση της κατασκευής εικόνων.

Επειδή λοιπόν ούτε το Κοράνιο ούτε και η παράδοση δίνουν σαφείς αποδείξεις για την απαγόρευση των εικόνων ανέλαβε, θα μπορούσε κανείς να πει, η νομική επιστήμη του Ισλάμ (fiqh) τη θέσπιση κανόνων επί του θέματος αυτού. Έτσι λοιπόν διαμορφώθηκαν τρεις βασικές νομικές παραλλαγές:

 

*Η πρώτη παραλλαγή-ερμηνεία αναφέρει ότι δεν απαγορεύονται (haram) αναπαραστάσεις, εφ' όσον δεν αποτελούν αντικείμενα θρησκευτικής λατρείας.

*Σύμφωνα με τη δεύτερη παραλλαγή δεν απαγορεύεται μεν, όμως είναι αξιοκατάκριτη και αποδοκιμαστέα (makruh) η αναπαράσταση αντικειμένων τα οποία ρίχνουν σκιά, όπως τα αγάλματα, και ακόμα τα σχέδια ή σκίτσα πάνω σε χαρτί, σε τοίχους και σε υφάσματα. Πάνω σ’ αυτή τη νομική ερμηνεία στηρίχτηκε η απαγόρευση του σκακιού, επειδή οι φιγούρες του ρίχνουν σκιά, και η απαγόρευση του σταυρού, επειδή ρίχνει σκιά και είναι χριστιανικό σύμβολο, βασικό σύμβολο των Βυζαντινών, των εχθρών του Ισλάμ.

*Κατά την τρίτη παραλλαγή, επιτρέπονται τα πρόσωπα ανθρώπων και τα ζώα, αλλά χωρίς το κεφάλι.

 

Η δεύτερη παράμετρος έχει σχέση με την πράξη. Αναπαραστάσεις της Θεότητας λείπουν εντελώς στο Ισλάμ. Ωστόσο, από τον 13ο και τον 14ο αιώνα παρουσιάστηκε μια πλούσια εικονογραφία με θέματα από τη ζωή του Προφήτη του Ισλάμ (ιδιαίτερα από το νυκτερινό ταξίδι του Προφήτη από τη Μέκκα στην Ιερουσαλήμ και από τη γέννησή του). Στο σιιτικό Ισλάμ, προσφιλές θέμα εικονογράφησης παραμένει η ιστορία του πάθους των ιμάμηδων. Η απαγόρευση εικονογράφησης είχε σημαντική επίδραση στην εκτός της θρησκευτικής εικονογράφησης πρακτική, όπως στην καλλιγραφία και τη διακόσμηση σε χειρόγραφα, στη ζωγραφική και τη γλυπτική. Παρ' όλα αυτά, δεν ήταν λίγοι οι ηγεμόνες οι οποίοι επέτρεπαν να γίνει χρήση της εικονογράφησης σε δημόσια κτίρια ή σε νομίσματα, και σε μωσαϊκά. 

Ως προς την εικονογράφηση του Μωάμεθ, πρέπει να δεχτούμε ότι και πάλι παρατηρείται μια διαφοροποίηση μεταξύ θεωρίας και πράξης. Βασικά, ο Μωάμεθ θεωρείται ο φορέας της Αποκάλυψης του Θεού και  αυτό οδήγησε στην αποφυγή αναπαράστασης του προσώπου του. Σπάνια αποτόλμησαν οι καλλιγράφοι και διακοσμητές χειρογράφων να αναπαραστήσουν το πρόσωπο του Προφήτη. Κυρίως στο χώρο της περσικής και οθωμανικής παράδοσης παρουσιάστηκε μια τέτοια εικονογράφηση. Στην περίπτωση αυτή, εμφανίστηκαν εικόνες του είδους αυτού από το δεύτερο ήμισυ του 13ου αιώνα στο βασίλειο της δυναστείας των Ιλχανέ, μιας μογγολικής δυναστείας που προσχώρησε στο Ισλάμ. Συχνά αναπαρίσταται το πρόσωπο του Μωάμεθ με φωτοστέφανο αγίου ή με ένα φωτοστέφανο από φλόγα. Από τον 16ο αιώνα, οι δημιουργοί αυτών των εικόνων, για λόγους ευσέβειας προς το πρόσωπο, πέρασαν στην εικονογράφηση του Μωάμεθ με το πρόσωπο κρυμμένο πίσω από ένα πέπλο ή, ακόμα, αντί του προσώπου, στην αναπαράσταση μιας φλόγας. Να σημειώσουμε εδώ ότι, συνήθως, τα εικονογραφημένα βιβλία δεν αποτελούσαν αντικείμενα προς δημόσια χρήση, αλλά χρησιμοποιούνταν ιδιωτικά από λογίους και ηγεμόνες. Στο Ιράν σήμερα μπορεί κανείς να συναντήσει εικόνες του Μωάμεθ με τη μορφή ταχυδρομικής κάρτας ή πόστερ.

Η γενική απαγόρευση του εικονισμού στο Ισλάμ δημιουργεί την αποστροφή προς καθέναν που θα αποτολμήσει την αναπαράσταση του προσώπου του Μωάμεθ, πολύ περισσότερο όταν υπάρχει διάθεση σατιρικής αναπαράστασης με ένα πνεύμα φιλελευθεριότητας.

Παρά την πρακτική σε ένα σημαντικό αριθμό χειρογράφων του παρελθόντος, κάθε μουσουλμάνος σέβεται τη θεωρία της παράδοσης που του απαγορεύει τον εικονισμό, βασικό χαρακτηριστικό όλων των σημιτικών λαών. Πολύ σωστά έχει γραφεί ότι «η ισλαμική τέχνη εδέχθη τους ερεθισμούς της αρχαίας ελληνικής, της βυζαντινής, της περσικής, αλλ’ ανέπτυξεν ιδίαν τεχνοτροπίαν, με την απάλειψιν του αντικειμενικού, της εξωτερικής εικόνος, με φοράν το σχηματικόν, το οποίον, ενώ προσέχει την λεπτομέρειαν, προσανατολίζεται εις την έκφρασιν μιας πολυμόρφου ενότητος»[2].

Το ανεικονικό, παρ' ότι φαίνεται σε έναν Έλληνα δυσερμήνευτο, είναι ώστόσο απόλυτα σεβαστό για να δικαιολογήσει τη δυσφορία του μουσουλμανικού κόσμου σε αναπαραστάσεις ιδίως σατιρικού χαρακτήρα, όχι όμως και την βιαιότητα στις αντιδράσεις απέναντι σ’ αυτές.

 

 


[1]Rudi Paret, “Die Entstehung des islamischen Bilderverbots”. στο: Kunst des Orients, XI 1/2 (1976-1977), σ. 162.

[2]Αναστασίου Γιαννουλάτου, Ισλάμ, Αθήναι 1975, σ. 231

 

 

π. Αλέξανδρος Καριώτογλου. Διδάκτωρ Θεολογίας – Θρησκειολογίας. Πρόσφατα βιβλία του: Ισλάμ και χριστιανική χρησμολογία (2000), Μαθητικό συναξάρι (2001), Σπουδή στη θρησκειολογία (2008), Το Ισλάμ στην οικουμένη (2012), Μαθητικό συναξάρι (2013).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά