Κυριακή, 17 Μαΐου 2015

Ο Γιώργος Κουμάντος και τα δικαιώματα

Κατηγορία Κοινωνία
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 43
Γιώργος Κουμάντος εν πλω. Γιώργος Κουμάντος εν πλω. Αρχείο Ευγενία Κουμάντου.

Ο Γιώργος Κουμάντος τιτλοφόρησε τη συλλογή άρθρων του που είχαν δημοσιευθεί στην Καθημερινή, κατά τη δεκαετία 1996-2006, Θητεία στην ελευθερία (εκδ. Πόλις, Απρίλιος 2007). «Τα στοιχεία που τα συνδέει μεταξύ τους είναι η αναγνώριση της ελευθερίας ως υπέρτατης αξίας» εξήγησε στον πρόλογο του βιβλίου προσθέτοντας πως «λογική συνέπεια της αρχής της ελευθερίας είναι το δημοκρατικό καθεστώς με τα ατομικά δικαιώματα». Ένας από τους κορυφαίους καθηγητές νομικής στην ελληνική ιστορία δεν ανέφερε καν τη λέξη «δίκαιο» στον πρόλογο. Ίσως γιατί δίκαιο υπάρχει και σε όλα τα ανελεύθερα καθεστώτα, ενώ ακόμα και στα τυπικά δημοκρατικά «κράτη δικαίου» στο όνομα του δικαίου συχνά περιορίζονται αν δεν καταπατώνται οι ελευθερίες.  Αναδημοσίευση από το Books' Journal 53, Mάρτιος 2015.

Χωρίς τυπική δημοκρατία ούτε ουσιαστική υπάρχει, έλεγε ο Γιώργος Κουμάντος (βλ. Καθημερινή,  συνέντευξη την 27η/5/2007), και υπενθύμισαν πολλοί που έγραψαν γι' αυτόν μετά το θάνατό του. Ο ενεργός πολίτης και ουσιαστικά (μη κομματικός) πολιτικός Γιώργος Κουμάντος αγωνίστηκε για τον εμπλουτισμό της «ουσιαστικής δημοκρατίας» μέσα, αλλά και –όσο λίγοι– πέρα και έξω, από το πανεπιστήμιο. Η αρθρογραφία του στην Καθημερινή –όπως και η παλιότερη σε άλλα ΜΜΕ– έθιξε με τον θαρραλέο και ευθύ ορθολογισμό του σχεδόν όλα τα θέματα «ταμπού». Ανέπτυξε για αυτά τεκμηριωμένες δικαιωματικές απόψεις για τις οποίες άλλοι έχουν αποκληθεί από σχεδόν όλα τα ΜΜΕ και τα πολιτικά κόμματα «ανθέλληνες» και άλλα συναφή. Το γεγονός πως ο Γιώργος Κουμάντος υποστήριξε όλες αυτές τις θέσεις, και μάλιστα από τις στήλες μιας συντηρητικής εφημερίδας, χωρίς να προκαλέσει ανάλογη αντίδραση αποδεικνύει το μεγάλο κύρος που είχε. Παράλληλα, σχεδόν κανένας/μία δεν θυμήθηκε πως ο Γιώργος Κουμάντος υπήρξε δικαιωματικός δικαστής, σε δύο υποθέσεις στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) που έγραψαν ιστορία. Αυτό το δικαιωματικό έργο του θα παρουσιαστεί συνοπτικά στη συνέχεια. Τα (σε εισαγωγικά) αποσπάσματα από τα άρθρα του στην Καθημερινή ακολουθούνται απλώς από την ημερομηνία δημοσίευσή τους. Ελάχιστα χρειάζεται να προστεθούν.  

Θρησκευτική ελευθερία και θρησκευτικές μειονότητες

«Η δημοκρατία κρίνεται στις μειονότητες. […] Βεβαίως, το πρώτο γνώρισμα της δημοκρατίας είναι η δύναμη της πλειοψηφίας. Αλλά, στα δημοκρατικά καθεστώτα, η δύναμη αυτή δεν σημαίνει παντοδυναμία. Κρίσιμους περιορισμούς στη δύναμη της πλειοψηφίας επιβάλλουν τα δικαιώματα της μειοψηφίας, τα δικαιώματα των μειονοτήτων (θρησκευτικών, σεξουαλικών ή άλλων) και τα δικαιώματα του κάθε ανθρώπου που θέλει μοναχικά να κινηθεί έξω από τα  καλούπια της όποιας πλειοψηφίας. Σ’ αυτά τα θέματα δίνει τις δύσκολες εξετάσεις της η δημοκρατία. Στον τόπο μας, προβλήματα παρουσιάζει η στάση των πολλών –και της Πολιτείας, που συνήθως τους εκφράζει– απέναντι στις θρησκευτικές, προ πάντων, μειονότητες. Αυτό ήταν γνωστό από καιρό κι ήρθε να το θυμίσει μια πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που αφορά μεν ένα ειδικό θέμα, επιβάλλει όμως γενικότερες σκέψεις» (1/2/1998).

«Η ταύτιση ελληνισμού και Ορθοδοξίας –ή όποιας άλλης θρησκείας– θα ήταν αντισυνταγματική. […] Θα έπρεπε να αποκλεισθούν από την ελληνική εθνική κοινότητα: όσοι είναι χριστιανοί αλλά ακολουθούν κάποιο άλλο δόγμα, όσοι πιστεύουν κάποια άλλη θρησκεία, όσοι δεν πιστεύουν καμιά θρησκεία γιατί αναζητούν κάποια αλήθεια ή γιατί δεν πιστεύουν ότι μπορούν να τη βρουν. Κι ακόμα όσοι χριστιανοί ορθόδοξοι δεν είναι πρόθυμοι να αναγνωρίσουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία αυτόν το ρόλο του εθνικού καθοδηγητή και του σωτήρα του έθνους. Ίσως και όσοι είναι κακοί ορθόδοξοι χριστιανοί, δεν πιστεύουν στα δόγματα ή δεν εκκλησιάζονται τακτικά ή τέλεσαν πολιτικό γάμο. Η απαρίθμηση δείχνει ότι ο αποκλεισμός θα κινδύνευε να αφορά πολύν κόσμο»  (8/6/1997).

Εθνικές μειονότητες και μειονότητα της Θράκης

«Όλα αυτά θεμελιώνουν, μεταξύ άλλων, και το δικαίωμα καθένας να “αυτοχαρακτηρίζεται” όπως θέλει. Αν εγώ αισθάνομαι και θέλω να αισθάνομαι ως Ινδός ή ως Κινέζος, τίποτα δεν με εμποδίζει να το εκφράζω δημόσια και παράλληλα να διατηρώ την ελληνική υπηκοότητα – εδώ εκδηλώνεται η ουσιαστική διάκριση μεταξύ υπηκοότητας (που καθορίζεται με νομικούς κανόνες) και εθνικότητας (που είναι ζήτημα συνείδησης). Και αυτό, βέβαια, ισχύει για όλους τους ανθρώπους, ως «φυσικό» δικαίωμα: αν κάποιοι Έλληνες πολίτες, μουσουλμάνοι ή μη, έχουν συνείδηση τουρκική δικαιούνται να το εκφράζουν ελεύθερα όπως δικαιούνται και να ιδρύουν σωματείο όσοι επιθυμούν συλλογική έκφραση αυτής της συνείδησης. Αυτό στηρίζεται στις αρχές του δικαίου μας, συνταγματικές και άλλες, και δεν χρειάζεται να στηριχθεί στις Συνθήκες της Λοζάννης. Άλλωστε, μια αντίθετη άποψη, εκτός του ότι θα ήταν νομικά σφαλερή, θα ήταν και ανόητη: δηλαδή προτιμάμε να λειτουργεί κρυφά η συνείδηση των Ελλήνων που δεν αισθάνονται να ανήκουν στο ελληνικό έθνος; Αυτή η διάκριση μεταξύ (νομικής) υπηκοότητας και (συνειδησιακής) εθνικότητας πρέπει να μας ενδιαφέρει πολύ εμάς τους Έλληνες και να την περιφρουρούμε “ως κόρην οφθαλμού”. Πώς θα μας φαινόταν αν η τουρκική κυβέρνηση απαγόρευε στους Έλληνες της Πόλης, Τούρκους υπηκόους βέβαια, να αισθάνονται και να εκδηλώνονται ως Έλληνες; Ή στους Έλληνες της Αμερικής, Αμερικανούς υπηκόους, να απαγορευόταν να παρελαύνουν ως Έλληνες στις 25 Μαρτίου, στην Πέμπτη Λεωφόρο;» (8/7/2007).

«Απόπειρα να καθορισθεί η εθνική συνείδηση με κανόνες δικαίου είναι αντίθετη προς τα ανθρώπινα δικαιώματα και, προπάντων, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Σ’ αυτό το θέμα κάθε προσπάθεια εξαναγκασμού γεννάει μόνο αντιδράσεις. […] Τι ακριβώς ενοχλεί στη στάση ορισμένων από τους μουσουλμάνους της Θράκης, ότι αισθάνονται Τούρκοι ή ότι το εκδηλώνουν; […] Εθνικά επικίνδυνες δεν είναι οι δηλώσεις του Υπουργού Εξωτερικών [Γιώργου Παπανδρέου, τον Ιούλιο 1999], εθνικά επικίνδυνη είναι η κατάσταση που αφήσαμε να δημιουργηθεί (ή προωθήσαμε) στη Θράκη. Πληρώνουμε τώρα –ή θα πληρώσουμε μελλοντικά– πολλές δεκαετίες μιας ανόητης (αλλά βεβαίως “πατριωτικής”) πολιτικής άνισης μεταχείρισης σε βάρος των μουσουλμάνων, μιας πολιτικής που, ενώ δεν μπορούσε να έχει ως στόχο την εξαφάνισή τους, είχε ως αποτέλεσμα την αδιάκοπη παρενόχλησή τους» (29/8/1999).

Το όνομα της Δημοκρατίας της Μακεδονίας και η μακεδονική μειονότητα

«Ο πόλεμος για το όνομα, που ποτέ δεν έπρεπε να γίνει, χάθηκε (και ένας από τους λόγους για τους οποίους δεν έπρεπε να γίνει ήταν ότι προβλεπόταν πως θα χαθεί). Τι νόημα έχει τώρα πια ένας μάταιος κλεφτοπόλεμος οπισθοφυλακών; […] Εκεί που έφθασαν τα πράγματα, χώρος για αμοιβαίες υποχωρήσεις δεν υπάρχει πια. Το ιδεολόγημα της μακεδονικής ταυτότητας […] είναι το μόνο στοιχείο που μπορεί να διατηρήσει την ενότητα αυτού του κράτους. Τώρα πια η κύρια υποχώρηση δεν μπορεί παρά να είναι ελληνική. Ένας εξωπραγματικός και άκριτος πατριωτισμός δηλητηρίασε τις σχέσεις της Αθήνας με τα Σκόπια […] Το αγκάθι στις σχέσεις μας με τα Σκόπια πρέπει να φύγει αμέσως τώρα. Ας κλείσουμε και από ελληνική πλευρά ένα θέμα που έχει ήδη κλείσει τελειωτικά στην παγκόσμια συνείδηση» (23/5/1999).

«Mπορεί κάποιοι να διεκδικήσουν μειονοτικά δικαιώματα; E, αυτά θα πρέπει να τα έχουν όχι γιατί κάποιος τρίτος τούς υποστηρίζει, αλλά γιατί μας το επιβάλλουν η δημοκρατική μας ευαισθησία και οι διεθνείς μας υποχρεώσεις» (12/12/2004).

Ελληνικός εθνικισμός και υστερικός φιλοσερβισμός

«Το κύριο γνώρισμα των ελληνικών αντιδράσεων [στην επιχείρηση του ΝΑΤΟ στη Σερβία το 1999] ήταν μια έκρηξη φιλοσερβισμού που […] φθάνει σε βαθμό παράνοιας […] Η εικόνα που παρέχει η ελληνική κοινή γνώμη […] είναι η εικόνα μιας μαζικής υστερίας που παραγνωρίζει τις πραγματικότητες και παραποιεί την ιστορία για να εμφανίσει τους πάντες ως δαίμονες και μόνο τη σερβική πλευρά ως άγιους και ήρωες. […] Μια ερμηνεία σ’ αυτή την παράξενη ομαδική παράνοια […] είναι ένας διάχυτος αντιαμερικανισμός» (25/4/1999).

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: Υπόθεση Θλιμμένου κατά Ελλάδας

Ο Ιάκωβος Θλιμμένος γεννήθηκε στην Καλαμάτα το 1955, είναι κάτοικος Αθηνών και Μάρτυρας του Ιεχωβά. Το 1983, η άρνησή του, λόγω θρησκευτικών πεποιθήσεων, να παρουσιαστεί στο στρατό και να παραλάβει στρατιωτικό ιματισμό είχε αποτέλεσμα την καταδίκη του από στρατοδικείο για ανυπακοή. Η καταδίκη αυτή –η οποία πέρασε και στο ποινικό του μητρώο–, το Φεβρουάριο 1989, κόστισε στον Ιάκωβο Θλιμμένο τη μη αναγνώρισή του από το σώμα ορκωτών λογιστών και το διορισμό του σε ανάλογη θέση παρά την επιτυχία του στις απαιτούμενες εξετάσεις. Η προσφυγή του κατά της απόφασης απορρίφθηκε στις 28/6/1996.

Η προσφυγή του (με αριθμό 34369/97) στην τότε ακόμα υπάρχουσα Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κατατέθηκε στις 18 Δεκεμβρίου 1996 και κρίθηκε παραδεκτή στις 4 Δεκεμβρίου 1998. Η Επιτροπή γνωμοδότησε πως υπήρξε παραβίαση των δικαιωμάτων της θρησκευτικής ελευθερίας (Άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου - ΕΣΔΑ) σε συνδυασμό με την απαγόρευση διάκρισης (Άρθρο 14), και της εγχώριας διαδικασίας σε εύλογο χρονικό διάστημα (Άρθρο 6 παράγραφος 1). Στη βάση αυτή, στις 22 Μαρτίου 1999 η υπόθεση πήρε το δρόμο της εκδίκασης από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ). Δεδομένου ότι στη σύνθεση της Επιτροπής το 1998 μετείχε ο Χρήστος Ροζάκης που το 1999 ήταν πια δικαστής του ενιαίου ΕΔΔΑ, είχε τυπικό κώλυμα συμμετοχής στην εκδίκαση και αντικαταστάθηκε από τον Γιώργο Κουμάντο.

Το ΕΔΔΑ αποφάνθηκε ότι «[τ]ο δικαίωμα να μην υφίσταται κανείς διάκριση [...] παραβιάζεται επίσης όταν τα κράτη χωρίς αντικειμενική και εύλογη αιτιολογία αποτυγχάνουν να αντιμετωπίσουν διαφορετικά άτομα των οποίων η κατάσταση είναι εμφανώς διαφορετική». Το έννομο συμφέρον των κρατών, να αποκλείουν άτομα με βεβαρημένο ποινικό μητρώο από την άσκηση ορισμένων επαγγελμάτων (μεταξύ αυτών και του ορκωτού λογιστή), οπωσδήποτε έχει βάση. Ωστόσο, η καταδίκη για σοβαρά αδικήματα και η καταδίκη για λόγους συνείδησης διαφέρουν κατά πολύ μεταξύ τους και η τελευταία, σε καμία περίπτωση, δεν συνεπάγεται ανεντιμότητα και ηθική εξαχρείωση τέτοια ώστε να επηρεάσει την άσκηση του εν λόγω επαγγέλματος. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος για τον οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο προσφεύγων δεν έπρεπε να τυγχάνει διαφορετικής αντιμετώπισης από τους κοινούς εγκληματίες. Προκειμένου άλλωστε να διασφαλίσουν το σεβασμό του Άρθρου 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 9, τα κράτη υποχρεούνται να προβλέπουν και να συμπεριλαμβάνουν εξαιρέσεις στον κανόνα που θέλει άτομα που έχουν καταδικαστεί για κακούργημα να αποκλείονται από ορισμένα επαγγέλματα. Έτσι, στις 6 Απριλίου 2000, το ΕΔΔΑ αποφάνθηκε ότι υπάρχει παραβίαση του άρθρου 14 (διακριτική μεταχείριση) σε συνδυασμό με το άρθρο 9 (θρησκευτική ελευθερία), καθώς και του Άρθρου 6 (υπερβολική διάρκεια της εγχώριας διαδικασίας). Η μέχρι σήμερα αδημοσίευτη στο Διαδίκτυο επίσημη ελληνική μετάφραση της απόφασης αυτής είναι πλέον διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του ΕΠΣΕ (http://cm.greekhelsinki.gr/uploads/2008_files/thlimmenos_v_greece.doc).

Η υπόθεση αυτή θεωρήθηκε κομβική για τον ορισμό της διάκρισης, ιδιαίτερα με την έννοια της ανάγκης διαφορετικής μεταχείρισης διαφορετικών καταστάσεων, στα πλαίσια του Άρθρου 14 της ΕΣΔΑ, όπως φαίνεται και από τις εκατοντάδες ιστοσελίδες που αναφέρονται σε αυτή. Ο Γιώργος Κουμάντος είχε συνταχθεί με όλους τους άλλους δικαστές στην ομόφωνη αυτή απόφαση του ΕΔΔΑ. Ας σημειωθεί πως στην Επιτροπή, ο Χρήστος Ροζάκης είχε συνταχθεί με τη μειοψηφούσα γνώμη (22 προς 6) πως το Δικαστήριο έπρεπε να αποφανθεί πως υπήρχε παραβίαση του Άρθρου 9 (θρησκευτική ελευθερία) αποκλειστικά και όχι σε συνδυασμό με το Άρθρο 14 (απαγόρευση διάκρισης).

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: Υπόθεση τέως Βασιλιά της Ελλάδας και Λοιπών κατά Ελλάδας

Σε αντίθεση με την ευρύτερα άγνωστη στην Ελλάδα αλλά σημαντικότατη διεθνώς Υπόθεση Θλιμμένου, ο Γιώργος Κουμάντος αντικατέστησε για δεύτερη φορά και για τον ίδιο λόγο κωλύματος τον Χρήστο Ροζάκη στην Υπόθεση τέως Βασιλιά της Ελλάδας και Λοιπών (της λεγόμενης βασιλικής περιουσίας σε Μον Ρεπό, Πολυδένδρι, Τατόι) που συζητήθηκε (ακόμα και με λοιδορία του ΕΔΔΑ) όσο καμιά άλλη στην Ελλάδα αλλά δεν έχει μεγάλη σημασία διεθνώς (μερικές δεκάδες αναφορές σε ιστοσελίδες στο διαδίκτυο). Ο χειρισμός της υπόθεσης από τον Γιώργο Κουμάντο είχε την ιδιαιτερότητα πως ως δικαστής εξέταζε την υπόθεση του τέως Βασιλιά, ο οποίος ήταν πια έκπτωτος μετά το δημοψήφισμα του 1974, στο οποίο ένας από τους βασικούς εκπροσώπους των υποστηρικτών της Προεδρικής Δημοκρατίας ήταν ο Γιώργος Κουμάντος.

Η υπόθεση ξεκίνησε με προσφυγή (με αριθ. 25701/94) κατά της Ελλάδας από τον τέως Βασιλέα της Ελλάδος και οκτώ μέλη της οικογενείας του στις 21.10.1994. Οι αιτούντες ισχυρίσθηκαν ότι ο Νόμος 2215/1994 ο οποίος ψηφίσθηκε στις 16/4/1994 και ετέθη σε ισχύ στις 11/5/1994 παραβίαζε τα δυνάμει της Συμβάσεως δικαιώματά τους. Η Επιτροπή ομόφωνα κήρυξε την αίτηση μερικώς παραδεκτή στις 21/4/1998 σε ό,τι αφορούσε τον τέως Βασιλέα της Ελλάδος, την αδελφή του Πριγκίπισσα Ειρήνη, και την θεία του Πριγκίπισσα Αικατερίνη. Στην έκθεσή της με ημερομηνία 21/10/1999, η Επιτροπή εξέφρασε την ομόφωνη γνώμη ότι είχε υπάρξει παραβίαση του Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου 1 της ΕΣΔΑ και ότι δεν υπήρχε ανάγκη να εξετάσει αν είχε υπάρξει παραβίαση του Άρθρου 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου 1. Στις 23 Νοεμβρίου 2000, το ΕΔΔΑ αποφάνθηκε, με πλειοψηφία 15 έναντι 2, ότι υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου 1. Ο Γιώργος Κουμάντος και ο σλοβένος δικαστής Μπόλτγιαν Ζούπαντσιτς είχαν μειοψηφήσει. Το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε να αποφασίσει αργότερα για την αποζημίωση. Στις 28 Νοεμβρίου 2002, το ΕΔΔΑ, πάλι με τον Γιώργο Κουμάντο στη σύνθεσή του, ομόφωνα επιδίκασε αποζημίωση 13.700.000 ευρώ στους τρεις προσφεύγοντες. Η επίσημη ελληνική μετάφραση των δύο αποφάσεων είναι διαθέσιμη στις ιστοσελίδες του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους http://www.nsk.gr/edad/ee87.pdf (2000) και http://www.nsk.gr/edad/ee55.pdf (2002) αντίστοιχα. Ο Γιώργος Κουμάντος δικαιολόγησε με λεπτομέρεια τη μειοψηφούσα γνώμη του στην πρώτη απόφαση. Το συνοπτικό σκεπτικό υπήρχε στην πρώτη παράγραφο: «Ψήφισα κατά της διαπιστώσεως της παραβιάσεως του Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου 1. Προορισμός του Άρθρου 1 είναι να προστατεύει την ιδιωτική περιουσία που ανήκει σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Δεν έχει εφαρμογή σε περιουσία που έχει δοθεί σε ορισμένα πρόσωπα στα πλαίσια των δημοσίων αξιωμάτων τους, έστω και εάν αυτή η περιουσία διατηρεί κάποια χαρακτηριστικά που ανήκουν στο ιδιωτικό δίκαιο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η περιουσία υπάγεται σε ένα καθεστώς sui generis, εν μέρει δημόσιο και εν μέρει ιδιωτικό, το οποίο αποκλείει την εφαρμογή του Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου 1.» Υπενθυμίζεται πως η Επιτροπή είχε αποφανθεί ομόφωνα πως υπήρχε παραβίαση του Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου 1. Ο Χρήστος Ροζάκης που είχε συνταχθεί με την άποψη αυτή είχε πάντως παρατηρήσει πως «ήταν ευθύνη της Επιτροπής πρώτα να προσδιορίσουμε ποια είναι τα περιουσιακά στοιχεία του τέως Βασιλιά –προϋπόθεση για να διαπιστωθεί παράβαση του Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου 1– και στη συνέχεια να εξετάσουμε αν υπήρχε παραβίαση».

*Το παραπάνω κείμενο διαβάστηκε στην εκδήλωση των Φίλων του Γιώργου Κουμάντου εις μνήμην του σημαντικού νομικού και αγωνιστή των δικαιωμάτων στο Αμφιθέατρο του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών στις 21 Ιανουαρίου 2008.

Παναγιώτης Δημητράς

Εκπρόσωπος του Ελληνικού Παρατηρητηρίου των Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ), μέλος της Γραμματείας της Ένωσης Ουμανιστών Ελλάδας (ΕΝΩ.ΟΥΜ.Ε.), μέλος του Εκτελεστικού Γραφείου της Ευρωπαϊκής Ουμανιστικής Ομοσπονδίας και μέλος της Συνέλευσης Εκπροσώπων της Παγκόσμιας Οργάνωσης Κατά των Βασανιστηρίων (OMCT). Συγγραφέας του βιβλίου Αναζητώντας τα χαμένα δικαιώματα στην Ελλάδα. Η σκοτεινή πλευρά της ελληνικής δημοκρατίας (2007).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά