Τετάρτη, 01 Ιανουαρίου 2014

Ξαναγράφοντας την ιστορία της Κατοχής στη Θεσσαλονίκη

Κατηγορία Ιστορία
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 39

Σοφία Τάχου-Ηλιάδου, «Μέρες» της ΟΠΛΑ στη Θεσσαλονίκη. Τα χρώματα της βίας (1941-1945), Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2013, 322 σελ.

 

Η ιστορία της ΟΠΛΑ Θεσσαλονίκης μέσα από το αρχείο του Ν. Τσιρώνη, προσώπου που στρατεύθηκε στην ένοπλη τιμωρό των δωσιλόγων οργάνωση του ΚΚΕ. Μεγάλο μέρος της αφήγησης αφιερώνεται στους πρώτους και σημαντικότερους στόχους της οργάνωσης, τον Αθανάσιο Χρυσοχόου, ως εκπρόσωπο του κατοχικού κράτους στην πόλη, και τον Γεώργιο Πούλο, ως το βαρύ χαρτί του ελληνικού δωσιλογικού πάνθεου. Αλλά το βιβλίο έχει μεγαλύτερες φιλοδοξίες από το να αφηγηθεί ήδη συζητημένες ιστορίες.

Θυμάμαι ακόμη πολύ καθαρά τον Θανάση Καλλιανιώτη να μιλά σε κάποια από τα πολλά συνέδρια γύρω από τη δεκαετία του 1940 για την Οργάνωση Προστασίας Λαϊκού Αγώνα (τη γνωστή ως ΟΠΛΑ) και την αιματηρή δράση της στην περιοχή της Κοζάνης. Τότε, τέλη του 1990 με αρχές της δεκαετίας του 2000, συγκαταλεγόταν στους λίγους, αν όχι ήταν ο μόνος απ’ όσο γνωρίζω, που μπορούσε να ασχοληθεί με ένα τόσο δύσκολο και απαιτητικό θέμα για πολλούς λόγους: αφ’ ενός χρειαζόταν επιστημονικό θάρρος για να σπάσει ένα ταμπού, που λογιζόταν περίπου ως μια από τις πολλές «ιερές αγελάδες» της Ιστορίας της Κατοχής, αλλά κυρίως αυτή η ενασχόληση προϋπέθετε την εμπειρική έρευνα, το υλικό που θα τη στήριζε. Ο Καλλιανιώτης τότε για τη Μακεδονία και πρόσφατα ο Ιάσονας Χανδρινός για την Αθήνα, μέσα από το Τιμωρό Χέρι του Λαού, ανέσυραν την ΟΠΛΑ και τα στελέχη της από την ιστοριογραφική αφάνεια, κυριολεκτικά από τα αζήτητα της Ιστορίας, γιατί διέθεταν την επιστημονική σκευή, έχοντας ταυτόχρονα διεξάγει μια πολύχρονη και εξαντλητική έρευνα σε κάθε διαθέσιμο αρχείο και, κυρίως, συνομιλώντας με πρωταγωνιστές εκείνης της περιόδου, «Οπλατζήδες», όταν ακόμη αυτό ήταν δυνατόν να γίνει.

Το ίδιο καλά επίσης θυμάμαι πως το πρώτο πράγμα που αναρωτήθηκα μετά το τέλος μιας συνομιλίας μου με τον εκδότη Πέτρο Παπασαραντόπουλο ήταν αναφορικά με το υλικό που είχε στη διάθεσή της η Σοφία Τάχου για να υποστηρίξει την κυοφορούμενη δουλειά της. Αν επρόκειτο, με άλλα λόγια, σκέφτηκα, να στηριχθεί αποκλειστικά σε όσα είχαν ήδη γραφεί για το θέμα, τότε η συνολική προσπάθεια ήταν εκ των προτέρων καταδικασμένη να ανακυκλώσει γνωστά εν πολλοίς στοιχεία και να μην παραγάγει νέα γνώση. Ευτυχώς διαψεύστηκα γιατί η Τάχου είχε την τύχη να γίνει αποδέκτης του ανέκδοτου ιδιωτικού αρχείου ενός εκ των πρωταγωνιστών της ΟΠΛΑ Θεσσαλονίκης. Έτσι, χάρη στη δουλειά της Τάχου είμαστε σε θέση σήμερα να επανασυγκολλήσουμε πολλές από τις θεωρούμενες ως χαμένες ψηφίδες του θεσσαλονικιώτικου κατοχικού ψηφιδωτού και να ξαναδούμε τα γεγονότα της εποχής από άλλη οπτική, θέτοντας νέα ερωτήματα που μας βοηθούν να καταλήξουμε σε πληρέστερα συμπεράσματα.

ΕΝΑ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

Το έργο που ανέλαβε να φέρει σε πέρας η Τάχου δεν ήταν εύκολο γιατί, καθώς η ίδια αρέσκεται στην επίλυση σταυρόλεξων για δυνατούς λύτες, συνειδητά επέλεξε όχι τον βατό δρόμο αλλά τον δύσβατο. Με αυτό εννοώ πως θα μπορούσε κάλλιστα να δημοσιεύσει μέρος του αρχείου Ν. Τσιρώνη, με μια εκτενή εισαγωγή, έναν βασικό υπομνηματισμό και πλούσιο παράρτημα, αφήνοντας τους ίδιους τους αναγνώστες να το αξιολογήσουν σύμφωνα με τα δικά τους μέτρα. Αντίθετα, όπως θα διαπιστώσει από την πρώτη στιγμή ο αναγνώστης, η συγγραφέας ξαναγράφει την ιστορία της Κατοχής στη Θεσσαλονίκη, εντάσσοντας στη διήγησή της με τρόπο λειτουργικό αποσπάσματα του αυτοβιογραφικού υλικού του Τσιρώνη που έρχονται με τη σειρά τους να ρίξουν εκ των έσω φως σε άγνωστες έως τώρα πτυχές όσων συνέβησαν. Για να το κάνει αυτό, έχοντας και η ίδια πλήρη επίγνωση του απαιτητικού εγχειρήματος για τον επιπρόσθετο λόγο πως το πλούσιο συγγραφικό της έργο είναι επικεντρωμένο στην ιστορία της εκπαίδευσης στη Μακεδονία τον 19ο και τον 20ό αιώνα, ανατρέχει σε πλήθος πρωτογενών και δευτερογενών πηγών, γνωστών ως επί το πλείστον στον ερευνητή της περιόδου, αλλά σε κάθε περίπτωση απαραίτητων για τη διασταύρωση των στοιχείων που ο Τσιρώνης παραθέτει και, επομένως, για την επαλήθευση των πληροφοριών.

Μετά την περιγραφή του αρχείου και των μεθοδολογικών αρχών αξιολόγησης, επεξεργασίας και παρουσίασής του, η Τάχου μπαίνει στα βαθιά, ανασυνθέτοντας το χρονικό της Κατοχής στη Θεσσαλονίκη μέσα από την αφήγηση Τσιρώνη. Παρακολουθεί τον πρωταγωνιστή της μετά τη μύησή του στην ΟΠΛΑ και τον αφήνει να διηγηθεί την εμπλοκή του σε σημαντικές αποστολές που στόχο είχαν επιλεκτικές δολοφονίες πραγματικών συνεργατών των Γερμανών αλλά και ιδεολογικών εχθρών του ΚΚΕ. Αυτομάτως, οι πρώτοι και σημαντικότεροι στόχοι, με υψηλό ρίσκο και αυξημένο βαθμό επικινδυνότητας για την ευόδωση των καταδρομικών χτυπημάτων, κατέστησαν ο Αθανάσιος Χρυσοχόου, ως εκπρόσωπος του κατοχικού κράτους στην πόλη, και ο Γεώργιος Πούλος, ως το βαρύ χαρτί του ελληνικού δωσιλογικού πάνθεου. Οι δύο τους προέρχονταν ασφαλώς από διαφορετικές δεξαμενές ιδεών και δράσης, οι οποίες ωστόσο επικοινωνούσαν στο επίπεδο του σφοδρού αντικομμουνισμού τους, για να συγκροτήσουν στο τέλος το ευρύ και πολυσυλλεκτικό αντιεαμικό μπλοκ και να περιληφθούν άρδην από την πρώτη στιγμή στους καταλόγους προγραφών του Κόμματος και της Οργάνωσης.

Άρα, ένας από τους βασικούς άξονες πάνω στο οποίους δομείται το βιβλίο είναι το δίπολο ΕΑΜ-Τάγματα Ασφαλείας που, στην πράξη, μετεξελίσσεται σε Τάγματα Ασφαλείας-ΟΠΛΑ. Ο εκτελεστικός βραχίονας του ΕΑΜ/ΚΚΕ στην πόλη αναλαμβάνει μια σειρά από παράτολμες εκτελέσεις εναντίον της ηγεσίας και αντρών των Ταγμάτων Ασφαλείας, πολλές από τις οποίες προϋποθέτουν ώρες παρακολούθησης και παραμονής στην καρδιά της πόλης, κάτι ασφαλώς παρακινδυνευμένο για τις συνθήκες της εποχής, αν αναλογιστεί επιπλέον κανείς πως η Θεσσαλονίκη από τις αρχές του 1944 κατέστη το κέντρο του ένοπλου δωσιλογισμού. Σημειώνει ο Τσιρώνης σχετικά:

Η εξόντωση του σιχαμερού ερπετού που έχυνε άφθονο το δηλητήριό του ήταν μια πράξη ανάγκης, ΑΥΤΟΑΜΥΝΑΣ των Ελλήνων πατριωτών. Όλοι γνωρίζαμε πως όσο πιο γρήγορα ο Πούλος άφηνε τον μάταιο αυτό κόσμο, τόσο περισσότεροι Έλληνες θα γλίτωναν τις εκτελέσεις, τα βασανιστήρια, τους εξευτελισμούς […]. (σ. 70)

Και δεν είχε άδικο για τον βίο και την πολιτεία του Γεωργίου Πούλου και των Πουλικών του…

ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΠΛΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Ένας δεύτερος άξονας είναι η αντιπαράθεση μεταξύ ΕΑΜ και των εθνικιστικών οργανώσεων αλλά και, γενικότερα, όσων είχαν συστρατευτεί με την αντιεαμική πλευρά και απέφυγαν να συνεργαστούν με τον κατακτητή. Ο Χρυσοχόου αντιπροσωπεύει τον χώρο αυτό αλλά και, ως μέλος των κατοχικών κυβερνήσεων, συνδέεται θεσμικά με τα ανδρείκελα των Αθηνών. Δεν θα μείνουν στο απυρόβλητο οι πάσης φύσεως και προέλευσης «εχθροί του έθνους, εκμεταλλευτές του λαού, εγκληματίες πολέμου», καθώς με το τέλος της Κατοχής θα επιχειρηθεί η συλλήβδην ενοχοποίησή τους, η εξομοίωσή τους με τα Τάγματα Ασφαλείας και άλλες προδοτικές οργανώσεις και, ως εκ τούτου, η προετοιμασία για την «απαλλαγή» της κοινωνίας από τα «αντιδραστικά» αυτά στοιχεία, με δεδομένη πάντα την μακροημέρευση της Εαμοκρατίας και τη μετεξέλιξή της σε καθεστωτική εξουσία πανελλήνιας εμβέλειας.

Το «βαρύ πυροβολικό» στο πεδίο έρευνας η Τάχου το κατεβάζει στο δεύτερο μέρος του βιβλίου της, εκεί όπου παρακολουθεί την ΟΠΛΑ επί το έργον, απαριθμεί τους στόχους και τις εκτελέσεις, διασταυρώνει τις σημειώσεις του Τσιρώνη, ταυτοποιεί τους νεκρούς και δίνει ονοματεπώνυμα τόσο στους δράστες όσο και στα θύματα ανεξιχνίαστων έως σήμερα εγκλημάτων και αντίστοιχα «ορφανών» εκτελέσεων. Από τις πιο ενδιαφέρουσες στοιχειοθετημένες υποθέσεις αφορά το χρόνο εμφάνισης της ΟΠΛΑ· εδώ η συγγραφέας κάνει λόγο για την πρόδρομη ΟΠΛΑ των πρώτων μηνών της Κατοχής και εντάσσει τη δράση της στο πλαίσια των επίσης πρόδρομων οργανώσεων αντίστασης, όπως ήταν η «Ελευθερία». Κατά την Τάχου, η ιδιαιτερότητα της Θεσσαλονίκης –και της Μακεδονίας γενικότερα αυτή την περίοδο– συνίσταται στο γεγονός πως ο ένοπλος αγώνας προηγήθηκε των μαζικών λαϊκών αγώνων, σύμφωνα με τις κατευθύνσεις του Μακεδονικού Γραφείου (σσ. 105-6). Με τον ίδιο τρόπο, τοποθετεί αρκετούς μήνες νωρίτερα σε σχέση με την Αθήνα την επίσημη ίδρυση της ΟΠΛΑ Θεσσαλονίκης, τον Ιανουάριο του 1943, όπως αυτό προκύπτει μέσα από τις σημειώσεις Τσιρώνη (σσ. 121-3).

Με την εμφάνιση, λοιπόν, των πρώτων ένοπλων Ταγματασφαλιτών στη Θεσσαλονίκη, την άνοιξη του 1943, η ΟΠΛΑ περνά στην κύρια φάση της τιμωρητικής δράσης της, εκτελώντας κατά γράμμα τις εντολές του ΚΚΕ. Ενδιαφέρον έχει η ταυτόχρονη προσπάθεια να συντονιστεί η ΟΠΛΑ και να παρακολουθήσει τις γενικότερες ζυμώσεις εντός του ΕΑΜ/ΚΚΕ, προσαρμόζοντας κάθε φορά τη δράση της σύμφωνα με τις εξελίξεις και τη χρονική συγκυρία. Έτσι, έως το τέλος της Κατοχής, η Οργάνωση ευθυγραμμίζεται, όποτε αυτό κρίνεται απαραίτητο, με την Εθνική Πολιτοφυλακή, τον Εφεδρικό ΕΛΑΣ ή με τις τακτικές ανταρτικές ομάδες, τη στιγμή που, σταδιακά, από το καλοκαίρι του 1944, ο πόλεμος μεταφέρεται από το βουνό στις παρυφές της πόλης.

Το βιβλίο αυτό –με το πλούσιο παράρτημα στο τέλος και τις απόψεις Τσιρώνη για το Μακεδονικό Ζήτημα ως τμήμα ενός αρχείου που συνέχισε να εμπλουτίζει και μετά τη φυγή του στη Γιουγκοσλαβία– αναμφίβολα θα συζητηθεί πολύ, αλλά και οι τρόποι ανάγνωσής του θα είναι προφανώς ακόμα περισσότεροι. Μερικοί ίσως δουν στις σφαίρες που έπεσαν τις θεσσαλονικιώτικες ημέρες (και νύχτες) της Κατοχής κάποιες άλλες σφαίρες που έσκισαν τον ελληνικό αέρα μερικές δεκαετίες αργότερα. Θα πρόκειται για επικαιροποιήσεις αδόκιμες και για συγκρίσεις ανιστόρητες. Άλλοι πάλι, με αφορμή την ΟΠΛΑ του Τσιρώνη, ίσως ξιφουλκήσουν εναντίον του ΚΚΕ και των μηχανισμών του τη δεκαετία του 1940, διαβάζοντας το παρελθόν μέσα από ιδεολογικές παρωπίδες και χωρίς καμία διάθεση να κατανοήσουν τα κίνητρα και τις επιλογές των ιστορικών υποκειμένων και όχι να τα εγκαλέσουν για να καθίσουν τους πρωταίτιους στο εδώλιο του κατηγορουμένου.

Η Τάχου, ως επαγγελματίας ιστορικός, διαχειρίστηκε ένα καυτό ζήτημα με πλήρη συναίσθηση των εμποδίων που καλούνταν να υπερπηδήσει και επέδειξε έναντι των πηγών υψηλής στάθμης επιστημονική εντιμότητα. Και αυτή η εντιμότητά της δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, ανεξαρτήτως όσων θα είναι διατεθειμένος κανείς να ανακαλύψει πίσω από τις γραμμές του συγκεκριμένου βιβλίου.

 

Στράτος Ν. Δορδανάς

Ιστορικός, διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Βιβλία του: Έλληνες εναντίον Ελλήνων (2006), Το αίμα των αθώων, (2007), Η γερμανική στολή στη ναφθαλίνη (2011).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά