Τετάρτη, 01 Ιανουαρίου 2014

Το νόημα της Ιστορίας

Κατηγορία Ιστορία
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 39

Καρπός μιας δεκάχρονης διανοητικής προσπάθειας, το βιβλίο αυτό εστιάζει στο ιστορικό νόημα και στην παραγωγή του, στους τρόπους με τους οποίους η κάθε κοινωνία θυμάται διαχειριζόμενη το παρελθόν της, διαμορφώνει δημόσιες χρήσεις της ιστορίας και πολιτικές ελέγχου του πολιτικού λόγου, συγκροτεί θεσμούς και κοινότητες μνήμης, ιστοριογραφεί και αντιμετωπίζει τις διάφορες ετερότητες.

Τα μεγάλα θέματα της ιστοριογραφίας του 20ού αιώνα αποτελούν τους τόπους γύρω από τους οποίους στήνεται ο καμβάς του βιβλίου: το ολοκαύτωμα, το τραύμα, η ευγονική, η ιστορική σκέψη και η ιστοριογραφία, η ιστορική εκπαίδευση, η ελληνική σχολική ιστορία· θέματα τα οποία  απασχολούν τη δημόσια συζήτηση και την ιστοριογραφία σταθερά αλλά επανέρχονται πεισματικά στις συνθήκες της πολλαπλής κρίσης που βιώνουμε, κατά την οποία η ελληνική κοινωνία δοκιμάζει τις αντιστάσεις της και την ανεκτικότητά της.

Ο Γιώργος Κόκκινος, καθηγητής στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκδπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αιγαίου, διδάσκει Ελληνική και Ευρωπαϊκή Ιστορία και Διδακτική της Ιστορίας. Έχει συγγράψει εκτενώς σχετικά με το Ολοκαύτωμα ως επιτομή του ιστορικού τραύματος. Oι έννοιες γύρω από τις οποίες περιστρέφεται η θεματική των δεκαεπτά κειμένων που συγκεντρώνει ο τόμος είναι η ιστορία, το τραύμα και η μνήμη· έννοιες που διαπερνούν διαφορετικές ιστορικές εμπειρίες και εθνικές παραδόσεις. Περιοδολογώντας, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η βασική αναφορά του βιβλίου βρίσκεται στην μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ιστορική περίοδο, παρότι  το άνοιγμα σε έναν ευρύτερο αυτού χρονικό ορίζοντα καθίσταται  ενίοτε επιτακτικό για την τεκμηρίωση. Το καθεστώς ιστορικότητας που διαμορφώνεται στο τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα (βλ. το κεφάλαιο 1 του Α' Μέρους) γίνεται έτσι κατανοητό μόνο με την αντιπαράθεσή του προς εκείνο που διαπότιζε τα εθνικά αφηγήματα του 19ου αιώνα και εδραζόταν στην πίστη στην πρόοδο και στο μέλλον.

Με το τέλος του 20ού αιώνα, η ιστορία φαίνεται εξ άλλου ότι έχει περάσει από μια κατάσταση παντοδυναμίας σε μια θέση αδυναμίας.  Η σχέση μας με το χρόνο αλλάζει και το μέλλον δεν κατέχει πλέον τη μοναδική θέση που κατείχε στην μοντέρνα εννοιολόγηση της ιστορίας. Τον «αιώνα της ιστορίας» (Gabriel Monod), τη μείζονα στιγμή της ιστορικής γραφής  αλλά και της διδασκαλίας της ιστορίας, διαδέχεται η ιστορία που φτιάχνεται από «θερμές και διεκδικητικές μνήμες».  Οι «μεγάλες αφηγήσεις» –το τέλος των οποίων επισήμανε ο Γάλλος φιλόσοφος Φρανσουά Λυοτάρ– έβρισκαν τη νομιμοποίησή τους στο μέλλον, στην υλοποίηση μιας μεγάλης ιδέας, όπως η ελευθερία. Η ανάδυση της μνήμης ως διαδικασίας στη δεκαετία του 1980 υπήρξε μια ισχυρή ένδειξη όλων αυτών των αλλαγών. Την ιστορία-μνήμη που διεκδικούσε την καθολικότητα διαδέχεται η πολλαπλή μνήμη, η ιδιαίτερη μνήμη που διαγράφει μια νέα σχέση με την ιστορία. Το κύμα της μνήμης ήρθε έτσι να καλύψει το χώρο που καταλάμβανε η ιστορία, ενώ η έννοια κατέστη κεντρική στις δημόσιες και ιδιωτικές συζητήσεις. Τις μνήμες αυτές είναι σε θέση να μελετήσει ο συγγραφέας στο παρόν βιβλίο χάρη στην προνομιακή θέση που του προσδίδει η άριστη γνώση της μεταπολεμικής ιστορίας των ευρωπαϊκών κρατών.

ΕΥΓΟΝΙΚΗ, ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΕΣ, ΤΡΑΥΜΑ

Στο κεφάλαιο για την ευγονική (σσ.75-130), προνομιακή περίοδος μελέτης είναι ο μεσοπόλεμος και η δεκαετία του 1940, με έμφαση στο γερμανικό παράδειγμα ως το πρώτο «βιοκρατικό μόρφωμα» στην Ιστορία, όπου η έννοια της φυλής καθόριζε την κρατική ιδεολογία, τη σκέψη των κοινωνικών υποκειμένων και νοηματοδοτούσε τον ολοκληρωτικό πόλεμο εναντίον του φυλετικού εχθρού.  Αν όμως το πρόγραμμα ευθανασίας και ο εργαλειοποιημένος επιστημονικός λόγος στη ναζιστική Γερμανία συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον του μελετητή, οι πολιτισμικές ρίζες του φαινομένου αναζητώνται στον μακρύ 19ο αιώνα.

Ο Κόκκινος ανατρέχει στον 19ο αιώνα επισημαίνοντας εν παραλλήλω τις πολιτισμικές μεταφορές, τις μεταφορές νοήματος από την Αμερική στην Ευρώπη αλλά και αναδεικνύοντας τη σημασία των καταβολών του φαινομένου στον γενοκτονικό πόλεμο εναντίον των ιθαγενών στις αποικίες. Εν τούτοις, το εγχείρημα του Κόκκινου διαπνέεται από μια βαθιά και στοχαστική αντίληψη περί ιστορικού χρόνου,  γεγονός που τον αποτρέπει από μια γραμμική διαδρομή των ιδεών που θα στερούσε τις ευγονικές πρακτικές του ναζισμού από την ιστορικότητά τους.  Στο βιβλίο αυτό ως διανοητικό εγχείρημα  είναι συνεπώς εμφανής η διαλεκτική αίσθηση των χρονικοτήτων. Είναι επίσης ευδιάκριτες οι στέρεες θεωρητικές βάσεις των δοκιμίων που απαρτίζουν τον τόμο, καθώς και η τεκμηριωτική δύναμη αυτών.

Από τα δοκίμια αυτά επιλέγουμε να αναφερθούμε στο σχετικό με το Ολοκαύτωμα, μια λέξη με βιβλικές συμπαραδηλώσεις που σηματοδοτεί την καταστροφή των Εβραίων της Ευρώπης από το Γ' Ράιχ. Το συγκεκριμένο δοκίμιο είναι αντιπροσωπευτικό για τη μεθοδολογική σύνθεση των μεγάλων ζητημάτων της ιστορίας με τις επιμέρους επιχώριες εμπειρίες και ενίοτε τη μικροϊστορία. Έτσι, έχουμε κατ’ αρχήν τη διερώτηση σχετικά με το κατά πόσο μπορεί να αναμετρηθεί ο ιστορικός με την ακραία εμπειρία του Ολοκαυτώματος, ένα ζήτημα που έχει τεθεί με ποικίλους τρόπους, εφ’ όσον το Άουσβιτς κατέστη η μεταφορά ενός α-διανόητου εγκλήματος και έθεσε σε δοκιμασία τις έως τότε ισχύουσες κατηγορίες της εννοιολόγησης.

Στη συνέχεια ερευνώνται οι συνθήκες κάτω από τις οποίες το τραύμα μπορεί να επουλωθεί μέσω της αφήγησής του και της ιστορικοποίησής του. Ο αναγνώστης μαθαίνει έτσι για τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους οι κοινωνίες κυρίως που συνέπραξαν με τον ναζισμό, διαχειρίστηκαν την αρνητική κληρονομιά του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, για τις «πολλαπλές, ασύμμετρες και ενίοτε αντιθετικές μνήμες», την αναμέτρηση με το παρελθόν στο πεδίο της ιστοριογραφίας, της πολιτικής, της κοινωνίας, στο δικαστικό και πολιτισμικό επίπεδο.

Ο Κόκκινος συνομιλεί με μεγάλο μέρος της ξένης και της ελληνικής βιβλιογραφίας, την οποία γνωρίζει σε βάθος, όπως αποδεικνύουν άλλωστε οι αναλυτικές διευκρινιστικές παρατηρήσεις που λαμβάνουν τη θέση των υποσελίδιων σημειώσεων. Στο κεφάλαιο για τις εξελίξεις στο πεδίο της ιστορικής μάθησης είναι όπως κι αλλού διακριτή η αρετή αυτή. Ο διάχυτος παροντισμός της μετανεωτερικής κατάστασης θεωρείται εδώ ως δημιουργός μιας εργαλειακής λογικής που δεν είναι κατ’ ανάγκην ιδεολογικού χαρακτήρα, αλλά μπορεί να εξυπηρετεί τη λογική της οικονομίας της αγοράς και την οργανική διασύνδεση εκπαιδευτικού συστήματος και αγοράς εργασίας. Η ιδεολογική διάσταση έγκειται ωστόσο στη μεταφορά σχημάτων από το παρελθόν ως προνομιακό μηχανισμό «εγχάραξης της συλλογικής ταυτότητας και της κυρίαρχης ιδεολογίας». Η ανάλυση του Κόκκινου είναι όμως πολύ βαθύτερη αυτής της διαπίστωσης. Το νόημα που παράγεται στη σύγχρονη εποχή συμβαδίζει με τον γνωστικό σχετικισμό και την απροσδιοριστία του νοήματος που συχνά εκδηλώνεται ως αίσθηση βεβαιότητας για τη μοναδικότητα της αλήθειας και την ύπαρξη μιας αυστηρής αιτιοκρατίας. Η αμφιταλάντευση αυτή οδηγεί συχνά σε μια αδυναμία κατανόησης της πιθανότητας στην ιστορική εξέλιξη και της σημασίας της συγκυρίας αλλά και των συνεχειών σε αυτήν.

ΠΩΣ ΔΙΔΑΣΚΕΤΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ

Γράφοντας περί του πεδίου της διδακτικής της ιστορίας, ο Κόκκινος  μας ενημερώνει, μεταξύ άλλων, για την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση σχετικά με τον προσήκοντα τρόπο διδασκαλίας της σχολικής ιστορίας στα κράτη της Ευρώπης. Μεταφέροντας τις απόψεις του Levesque υπέρ της συμπόρευσης, στο μέτρο του δυνατού, της σχολικής ιστορίας με την επιστημονική ιστορία και της υποχρέωσης όσων διδάσκουν το μάθημα στα σχολεία να παροτρύνουν την κοινωνία να στοχάζεται κριτικά την ιστορία, παρατηρεί ότι οι συντηρητικοί και οι εθνικιστές ιστορικοί αλλά και όποιοι αριστεροί οπαδοί μιας αντι-παγκοσμιοποίησης και ενός εθνο-λαϊκισμού, υποστηρίζουν τον κομβικό ρόλο του «εθνικού και μονοπολιτισμικού περιεχομένου στο μάθημα της Ιστορίας» (σ. 381).

Με την εμφάνιση της Νέας Διδακτικής της Ιστορίας λαμβάνει χώρα, σύμφωνα με το συγγραφέα, η μεγαλύτερη τομή στην ιστορική εκπαίδευση στον δυτικό κόσμο. Το περιεχόμενο του μαθήματος της ιστορίας διαμορφώνεται προς όφελος της δομικής και ολικής Ιστορίας, στην οποία οι αναγνώσεις-οπτικές των ιστορικών φαινομένων είναι πολλαπλές, ενώ η κοινωνική ιστορία και η νέα πολιτισμική Ιστορία αποκτούν προνομιακή θέση.

Aναπτύσσεται επίσης το κρίσιμο ζήτημα της μερικής μετατόπισης του ενδιαφέροντος –τουλάχιστον στις ΗΠΑ– από την Ιστορία των εθνών-κρατών προς την Παγκόσμια Ιστορία. Η στροφή προς την Παγκόσμια Ιστορία αναπτύχθηκε παράλληλα με την Ιστορική Κοινωνιολογία, τη Συγκριτική Ιστορία και τις Μετα-αποικιακές Σπουδές, και ευνοήθηκε απ' αυτές.  Η αλληλεπίδραση των πεδίων καθίσταται σαφής, αν αναλογιστούμε ότι ο κλασικός τόπος των Μετα-αποικιακών Σπουδών είναι η κατάδειξη του ιμπεριαλισμού και της αποικιοκρατίας ως μέσων χειραγώγησης του Τρίτου Κόσμου από τη Δύση.

H ανάπτυξη της προβληματικής γύρω από τις θεωρητικές αναζητήσεις, τα πολιτικά διακυβεύματα και τις τυχόν στρατεύσεις των υποκειμένων –των σημαντικότερων μορφών κάθε είδους ιστορίας–, τις μεθοδολογικές αρχές που διέπουν τις διάφορες τάσεις στην ιστοριογραφία, συμπληρώνεται από τη συζήτηση σχετικά με την ένταξη ή όχι της Παγκόσμιας Ιστορίας στην εκπαίδευση· μια συζήτηση που επιμερίζεται με γνώμονα την εκπαιδευτική πολιτική των κρατών, του δημόσιου διαλόγου για την ιστορία  και το είδος της ιστορικής γνώσης στο οποίο θα πρέπει να ανταποκριθεί το εκάστοτε σχολικό σύστημα και η κοινωνία που το στηρίζει.

Το βιβλίο δεν μεταφέρει απλώς την επιστημονική διεθνή συζήτηση γύρω από τα παραπάνω ζητήματα αλλά συμβάλλει στην προώθησή της κατά γόνιμο τρόπο. Μέσα από την ανάγνωση των δοκιμίων, ο ιστορικός καθίσταται περισσότερο ευαίσθητος σχετικά με τους όρους της δικής του ιστορικής σύνθεσης και ο εγρήγορος αναγνώστης εμπλουτίζει τη γνώση του σχετικά με το πώς σκέπτονται ιστορικά οι κοινωνίες και το πώς θυμούνται.

Γιώργος Κόκκινος, Η Σκουριά και το πυρ. Προσεγγίζοντας τη σχέση ιστορίας, τραύματος και μνήμης, Gutenberg, Αθήνα 2012, 540 σελ.

Δέσποινα Ι. Παπαδημητρίου

Αναπληρώτρια καθηγήτρια ιστορίας στο τμήμα πολιτικής επιστήμης και ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Βιβλία της: Τα χρόνια της κρίσης στον μεσοπόλεμο (2012), Από τον λαό των νομιμοφρόνων στο έθνος των εθνικοφρόνων (2006).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά