Τετάρτη, 01 Ιανουαρίου 2014

Η «τελική λύση»

Κατηγορία Ιστορία
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 39
Πτώματα Εβραίων της Ουκρανίας, μαζικά δολοφονηθέντες πολίτες από δυνάμεις των γερμανών ναζί, λίγο πριν σκεπαστούν με χώμα σε ομαδικό τάφο, πολύ κοντά στην πόλη Ζολόσιβ. Η φωτογραφία τραβήχτηκε από στρατιώτη της Γκεστάπο και βρέθηκε από Σοβιετικούς κατά την απελευθέρωση. Πτώματα Εβραίων της Ουκρανίας, μαζικά δολοφονηθέντες πολίτες από δυνάμεις των γερμανών ναζί, λίγο πριν σκεπαστούν με χώμα σε ομαδικό τάφο, πολύ κοντά στην πόλη Ζολόσιβ. Η φωτογραφία τραβήχτηκε από στρατιώτη της Γκεστάπο και βρέθηκε από Σοβιετικούς κατά την απελευθέρωση. Κρατικά Σοβιετικά Αρχεία

Saul Friedländer, Η ναζιστική Γερμανία και οι Εβραίοι (δύο τόμοι). Τόμος Α’: Τα χρόνια των διώξεων 1933-1939. Τόμος Β’: Τα χρόνια της εξόντωσης 1939-1945, μετάφραση από τα αγγλικά: Ήλια Ιατρού, επιμέλεια: Άννα Μαραγκάκη, επίμετρο: Ρίκα Μπενβενίστε, Πόλις, Αθήνα 2013, 1.378 σελ.

Κυκλοφορεί και στην Ελλάδα, με καθυστέρηση, το βιβλίο ορόσημο για την ιστοριογραφία της γενοκτονίας των Εβραίων, αλλά επίσης και για την ιστορία του ναζισμού, που τις βλέπει αξεδιάλυτα δεμένες. Μετά τον Φριντλέντερ κανείς δεν θα μπορέσει πια να υποστηρίξει σοβαρά πως η γενοκτονία αυτή κατείχε μια ήσσονα θέση στη ναζιστική πολιτική.

«Το γεγονός πως ένας αξιοσημείωτος αριθμός προσωπικοτήτων, είτε μεταξύ των Γερμανών είτε μεταξύ των Ευρωπαίων, δεν πήρε δημοσίως θέση ενάντια στην εξόντωση των Εβραίων (που ήταν ευρέως γνωστή, ας το υπενθυμίσουμε, από το τέλος του 1942, το αργότερο) είναι εύκολα κατανοητό. Το γεγονός πάλι ότι ούτε ένας μικρός αριθμός ξεχωριστών φωνών δεν κατήγγειλαν τη γενοκτονία, μοιάζει παράδοξο. Τέλος, το ότι ούτε μία προσωπικότητα κύρους δεν ύψωσε τη φωνή της, αυτό παραμένει ακατανόητο».

Από ομιλία του Σαούλ Φριντλέντερ, Παρίσι, 2008

Ενίοτε η κάπως αργοπορημένη υποδοχή ενός έργου μπορεί να έχει και κάποια πλεονεκτήματα: αυτή ήταν η πρώτη σκέψη μου παίρνοντας  στα χέρια μου την επίτομη έκδοση του Σαούλ Φριντλέντερ, με το ολοκληρωμένο πια έργο του στα ελληνικά. Τα δύο μέρη που συναπαρτίζουν το έργο εκδόθηκαν το πρώτο το 1997 και το δεύτερο το 2007. Είναι το πρώτο έργο που ο γαλλόφωνης παιδείας συγγραφέας έγραψε στην αγγλική γλώσσα. Στη γαλλική μετάφραση, που ακολούθησε από κοντά το πρωτότυπο, ο πρώτος τόμος εκδόθηκε το 1997 και ο δεύτερος το 2008. Στα ελληνικά, μπορούμε πλέον να έχουμε το σύνολο του έργου, χάρη στον μεταφραστικό μόχθο της ΄Ηλιας Ιατρού, και στο εκδοτικό κομψοτέχνημα των εκδόσεων Πόλις, που συστεγάζει χάρη στο ιδιαίτερα λεπτό χαρτί της έκδοσης και τα δύο μέρη, σ’ έναν μόνο τόμο 1.378 σελίδων, ο οποίος εν τούτοις  παραμένει χρηστικός. Δεν μπορούμε, λοιπόν, παρά να συγχαρούμε τους συντελεστές για την τόλμη τους σε δύσκολους από κάθε άποψη καιρούς, γιατί το έργο αυτό αποτελεί πράγματι μείζον εκδοτικό γεγονός.

Και η σχετική καθυστέρηση (πολύ μικρότερη σε σχέση με τη μετάφραση άλλων έργων) υπήρξε κυρίως ωφέλιμη, επειδή σήμερα ο ορίζοντας υποδοχής ενός τέτοιου έργου έχει σαφώς διευρυνθεί στην Ελλάδα. Διότι το βιβλίο είναι εξ ίσου πολύτιμο στα σεμινάρια των ειδικών, όσο και στον αναγνώστη ενός ευρύτερου κοινού. Ο Χόρχε Σεμπρούν, μιλώντας για τη δεκαετία του 1960 και την πρόσληψη της στρατοπεδικής λογοτεχνίας, αναφέρεται εύστοχα στην ικανότητα της ακοής που άρχιζε τότε να ωριμάζει [1]. Νομίζω πως, σήμερα πια, έχει επιτέλους ωριμάσει και στην Ελλάδα μια σχετική «ικανότητα ακοής» γύρω απ’ αυτά τα θέματα. Η γενικότερη κατάσταση (όξυνση ρατσισμού, άνοδος νεοναζιστικών μορφωμάτων, κρίση σε όλα τα επίπεδα) έχει αφυπνίσει το ενδιαφέρον ευρύτερων στρωμάτων που ενδιαφέρονται να μάθουν για τα φοβερά γεγονότα που έλαβαν χώρα στο μέσον του 20ού αιώνα σημαδεύοντας για πάντα την καρδιά της Ευρώπης. Δεν είναι δυνατόν πια να κατανοήσει κανείς τον μεταπολεμικό κόσμο, και κυρίως την ευρωπαϊκή μεταπολεμική ιστορία, δίχως τη δωδεκαετία της ανόδου και κυριαρχίας του ναζισμού στη Γερμανία και όσα αυτή επέσυρε.

ΤΟ ΜΕΙΖΟΝ ΕΡΓΟ ΑΝΑΦΟΡΑΣ

Aν ο Πιέρ Βιντάλ-Νακέ είχε γράψει στη δεκαετία του 1980 ότι το μόνο ιστορικό έργο γύρω από τη γενοκτονία που θα μπορούσε πραγματικά να επιζήσει στον χρόνο, δεν ήταν ένα βιβλίο αλλά μια ταινία, αναφερόμενος στη Shoahτου Κλωντ Λαντζμάν (οκτάωρο ντοκυμανταίρ, βασισμένο σε μαρτυρίες), σκέφτομαι πως αν είχε προλάβει την ολοκλήρωση του έργου του Φριντλέντερ, ίσως άλλαζε την αποτίμησή του. [2] Και διαφωνώ σ’ αυτό με τον Ζακ Μαντελμπάουμ, που, αφού θυμίσει τη ρήση του Βιντάλ-Νακέ, γράφει σε πρόσφατο άρθρο στη Monde: «Τέσσερις ταινίες αργότερα [3], μπορούμε μάλιστα να διαβεβαιώσουμε, πως με εξαίρεση την Καταστροφή των Εβραίων της Ευρώπης, το μείζον έργο του Ραούλ Χίλμπεργκ, το έργο του Κλωντ Λαντζμάν δεν έχει διεθνώς κανένα αντίστοιχο.» [4] Κατά τη γνώμη μου, το ομόλογο με την ταινία ιστορικό έργο δεν είναι σήμερα πια αυτό του Ραούλ Χίλμπεργκ [5], αλλά το έργο του Σαούλ Φριντλέντερ. Και το γραπτό έργο υπερβαίνει, επίσης κατά τη γνώμη μου, την ταινία κατά τούτο: πέρα από την ανθρώπινη φωνή, που κατέχει εξέχουσα θέση μέσα στο έργο, το βιβλίο προσφέρει και την εξονυχιστική τεκμηρίωση των γραπτών πηγών, αλλά και το βάθος της ανάλυσης και της ερμηνείας του μεγάλου ιστορικού. Στη Shoah του Λαντζμάν θα ανατρέχουμε, ίσως όλο και συχνότερα τώρα πια που και οι τελευταίοι μάρτυρες εκλείπουν, γι’ αυτό που μόνο η κινηματογραφική εμπειρία μπορεί να αποτυπώσει: τα ίδια τα πρόσωπα και τις εκφράσεις τους, τις σιωπές τους και το βλέμμα τους, τα οποία χάρη στον σκηνοθέτη δεν θα περιπέσουν σε οριστική λήθη. Ως προς αυτό θα παραμένει πάντοτε αναντικατάστατη. Όσο για το έργο του Σαούλ Φριντλέντερ έχει κατακτήσει μια ιδιαίτερη θέση στο διεθνές στερέωμα και δικαίως θεωρείται από πολλούς σήμερα το μείζον έργο για το ζήτημα, και αυτό που προτείνει την πιο εύστοχη ερμηνευτική θεωρία του ναζισμού.

ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΑΝΑΜΝΗΣΗ…

Ο βίος του Φριντλέντερ σφραγίστηκε ανεξίτηλα και καθορίστηκε από την εμπειρία του διωγμού των Εβραίων στην Ευρώπη. Το ειδικό βάρος της προσωπικής ιστορίας του κάθε ιστορικού όταν καταπιάνεται με μια περίοδο που τον έχει σημαδέψει είναι μεγάλο. Ξεκινώ λοιπόν με λίγα βιογραφικά. Tο αυτοβιογραφικό του έργο Όταν έρχεται η ανάμνησηξεκινά με την εξής φράση: «Γεννήθηκα στην Πράγα, τη χειρότερη στιγμή, τέσσερις μήνες πριν την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία».[6]  Ο Χίτλερ παραμονεύει ήδη από το λίκνο του, για να σημαδέψει για πάντα τη μοίρα της οικογένειας, μιας εβραϊκής οικογένειας που, αν και ζει στην Πράγα, νιώθει έντονη τη γερμανική της ταυτότητα. Ο εκ μητρός παππούς είχε κατορθώσει να αναπτύξει την υφαντουργική του επιχείρηση χάρη σε μια έξυπνη ιδέα. Όμως: «Η εβραϊκή ιδιοφυία δεν άλλαζε καθόλου το γεγονός πως σπίτι μας όλοι μας νιώθαμε Γερμανοί». [7]

Όταν ο Φριντλέντερ γράφει το αυτοβιογραφικό του κείμενο, είναι πια 46 χρόνων και καθιερωμένος ιστορικός της εποχής του ναζισμού. Μόνο τότε θα βρει το κουράγιο να επισκεφτεί ξανά τα τραύματα της παιδικής ηλικίας, τα τόσο καθοριστικά, και να μιλήσει για τους μεγάλους απόντες, τους γονείς που χάθηκαν στο Άουσβιτς. Τον πατέρα, που σημάδεψε τα πρώτα παιδικά του χρόνια περισσότερο από τη μητέρα, και για τον οποίο αναρωτιέται αργότερα πώς βίωνε άραγε την εβραϊκή του ταυτότητα, αφού «στο σπίτι μας, όσο δεν με ξεγελά η μνήμη μου, ο ιουδαϊσμός ως θρησκεία είχε εντελώς εξαφανιστεί»[8]  και δεν τηρούσαν κανέναν από τους κανόνες του ιουδαϊκού τρόπου ζωής. Ο μικρός Πάβελ δεν είχε καν επισκεφτεί την περίφημη συναγωγή της Πράγας, την παλιότερη, καθώς λένε της Ευρώπης, ενώ διατηρούσε αναμνήσεις επισκέψεων με την τσέχα γκουβερνάντα του από πολλές εκκλησίες της Πράγας. «Με δυο λόγια, ήμασταν τυπικοί εκπρόσωποι της αφομοιωμένης εβραϊκής αστικής τάξης της Κεντρικής Ευρώπης».[9] Και η τάξη αυτή μετρούσε πάρα πολλούς ανθρώπους στους κόλπους της, τη δεκαετία του 1930 πια. «Χειραφετημένοι Εβραίοι», όπως τους ήθελε η ορολογία (Juifs émancipés), πολίτες με πλήρη πολιτικά δικαιώματα πρώτα στη Γαλλία, όχι μόνο ακολουθούσαν τον δρόμο της νεωτερικότητας αλλά μάλιστα διέπρεπαν σ’ αυτόν. Εξ άλλου, μ’ αυτή τη νεωτερικότητα τους ταύτιζαν οι εχθροί της, θεωρώντας τους τους πλέον επικίνδυνους εκπροσώπους της. [10] Δεν μπορούσαν ποτέ να φανταστούν ότι κάποτε θα τους γύριζαν με τη βία σ’ αυτό από το οποίο οι ίδιοι είχαν απομακρυνθεί, τον ιουδαϊσμό της καταγωγής τους, για να αναγάγουν σ’ αυτό τους το χαρακτηριστικό την αποκλειστική τους ταυτότητα κι έτσι να μεταμορφωθούν σε «Εβραίους» και τίποτε άλλο, όπως κατασκευάστηκε η αφηρημένη έννοια του «Εβραίου» στο ναζιστικό φαντασιακό. Σ’ αυτό συγκλίνουν οι μαρτυρίες διαφόρων εβραϊκής καταγωγής διανοουμένων από διαφορετικές χώρες : ο Πρίμο Λέβι, ο Ζαν Αμερύ, ο Πιέρ Βιντάλ Νακέ, προέρχονταν όλοι από μη θρησκευόμενες οικογένειες, που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο είχαν απομακρυνθεί από τον ιουδαϊσμό. Το τραύμα όμως ήταν βαθύτερο για όσους είχαν μητρική τους γλώσσα τα γερμανικά (όπως ο Αμερύ, που το έχει αναλύσει εξαιρετικά στο έργο του[11]) και για όσους «ένιωθαν Γερμανοί» και ας ζούσαν αλλού, όπως η οικογένεια Φριντλέντερ.

Ο μοναχογιός Πάβελ ακολούθησε τους γονείς του στη Γαλλία λίγο πριν  η φυγή να είναι πια ανέφικτη, λίγο πριν καταληφθεί δηλαδή η Τσεχοσλοβακία, τον Μάρτιο του 1939. Ο ίδιος γράφει πως στο ταξίδι αυτό, επτά χρονών, στριμωγμένος στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου ανάμεσα στις βαλίτσες, ξέρει ότι φεύγουν γιατί οι Γερμανοί θα καταλάβουν τη χώρα, αλλά του διαφεύγει το βασικότερο που δεν του έχουν εξηγήσει: ότι φεύγουν γιατί είναι Εβραίοι.  

Σύντομα θα εμπιστευτούν τον Πάβελ σ’ ένα καθολικό σχολείο.Στην αρχή θα γίνουν κάποιες σπαραξικάρδιες για το παιδί κυριακάτικες επισκέψεις της μητέρας και μετά θα σταματήσουν. Αργότερα το παιδί θα μάθει πως οι γονείς του δεν γλίτωσαν την εκτόπιση και εξοντώθηκαν στα στρατόπεδα του θανάτου. Πωλ ονομάζεται πια ο μικρός Πάβελ, και μοιράζεται τη μοίρα των «κρυμμένων παιδιών», όλων εκείνων των παιδιών που οι γονείς εμπιστεύτηκαν σε οικογένειες ή ιδρύματα και επέζησαν του διωγμού, με αντίτιμο την αλλαγή της ταυτότητάς τους.  Όταν ο δεκαπεντάχρονος πια Πάβελ-Πωλ μαθαίνει τις προσπάθειες για την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, το σκάει το 1947 από το γαλλικό σχολείο όπου είναι εσωτερικός, αφήνοντας ένα γράμμα για τον κηδεμόνα του, και φεύγει με το πρώτο πλοίο για την Παλαιστίνη. Εκεί θα βρεθεί στην ίδρυση του κράτους το 1948 και θα ζήσει για κάποια καθοριστικά χρόνια που συμπίπτουν με τα πρώτα του κράτους. Άλλη μια φορά –και τελευταία– θ’ αλλάξει το μικρό του όνομα, και θα γίνει Σαούλ, αλλά θα κουβαλάει μέσα του πάντα και την ιστορία των αλλαγών του ονόματός του που είναι και η δική του ιστορία: Πάβελ-Πωλ-Σαούλ. Τα τραυματικά αλλά καίρια χρόνια της Γαλλίας, εκτός από τη διάσωσή του, του πρόσφεραν γερές βάσεις μιας γαλλικής παιδείας, που τον κατέστησε γαλλόφωνο συγγραφέα (στα γαλλικά θα γράψει όλα του τα βιβλία εκτός από το τελευταίο, που θα το γράψει αγγλικά). Για την εμπειρία της επιβίωσής του στην Κατοχή, θα μιλήσει μόνο στην ωριμότητά του, στο αυτοβιογραφικό μικρό βιβλίο Όταν έρχεται  η ανάμνηση.[12] 

Θα επιστρέψει για τις σπουδές του στην Ευρώπη, στο Παρίσι και στη Γενεύη. Μετά το πέρας τους, εγκαταστάθηκε στο Ισραήλ, όπου  διετέλεσε καθηγητής σύγχρονης ιστορίας για πολλά χρόνια στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ και στο Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ. Από το 1988 ως το τέλος της σταδιοδρομίας του υπήρξε καθηγητής στο περίφημο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, στο Λος ΄Αντζελες  (UCLA).

Η προσωπική του λοιπόν ιστορία τον ευαισθητοποιούσε στην εμβάθυνση του θέματος, στο οποίο αφιέρωσε όλη του τη ζωή, τη διδασκαλία και πολλά βιβλία. Η ιστορικοποίηση είναι εξάλλου ένας από τους τρόπους υπέρβασης του πένθους («οφείλουμε να βρούμε άλλους τρόπους να πενθούμε, δίχως τους οποίους οι επιζώντες και οι απόγονοί τους δεν θα βρουν ποτέ τη γαλήνη»), όπως έχει επισημάνει ο έτερος μεγάλος ιστορικός και συνομιλητής του Φριντλέντερ, Γιεχούντα Μπάουερ.

Στο έργο αυτό των 1.378 σελίδων, που τον απασχόλησε 16 χρόνια, ο Φριντλέντερ εξετάζει το διάστημα από την άνοδο του ναζιστικού κόμματος στην εξουσία μέχρι το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και την κατάρρευση της ναζιστικής Γερμανίας σε σχέση με την πολιτική του ναζιστικού καθεστώτος απέναντι στους Εβραίους (1933-1945). Το έργο χωρίζεται σε δύο μέρη. «Τα χρόνια των διώξεων» (1933-1939) καταλαμβάνουν μόνο τις πρώτες 370 σελίδες του έργου (στην ελλ. έκδ.), ενώ οι υπόλοιπες χίλιες αφορούν «Τα χρόνια της εξόντωσης» (1939-1945). Γίνεται έτσι κατανοητό γιατί εργάστηκε άλλη μία δεκαετία για να ολοκληρώσει το έργο. Τομή, η κατάληψη της Πολωνίας και η έναρξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου τον Σεπτέμβριο του 1939. Ο πρώτος λοιπόν τόμος τελειώνει τον Αύγουστο του 1939 με την υπογραφή του γερμανοσοβιετικού συμφώνου μη επίθεσης, ο δεύτερος ανοίγει την 1η Σεπτεμβρίου 1939 με την εισβολή της ναζιστικής Γερμανίας στην Πολωνία, που σηματοδότησε και την έναρξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Η εξόντωση λοιπόν των Εβραίων πραγματοποιήθηκε μεν κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου σε κάθε κατεχόμενη από τη Γερμανία χώρα, δίχως όμως και να αποτελεί μέρος του. Ο πόλεμος, όπως μας θυμίζει και ο Πρίμο Λέβι, είναι ένα θλιβερό γεγονός, αλλά είναι μέσα στην ανθρώπινη ιστορία, αποτελεί ένα αρχέτυπο. Το Άουσβιτς όμως δεν είναι ένα επεισόδιο αυτού του πολέμου.[13]

Στο έργο τεκμηριώνεται και αποδεικνύεται πως η εθνοπολιτισμική εξόντωση του εβραϊκού στοιχείου υπήρξε σημαντικότατος στόχος του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος του Χίτλερ. H γενοκτονική αυτή πολιτική των ναζί κατέληξε, ως γνωστόν, «στην εξόντωση 5.000.000 έως 600.000.000 Ευρωπαίων Εβραίων, εκ των οποίων 1.500.000 ήταν ακόμη παιδιά» (σ. 1080), με πρωτοφανείς μεθόδους, που ξεκίνησαν από ομαδικές εκτελέσεις χιλιάδων ατόμων, όπως στο Μπάμπι Γιάρ, όπου δολοφονήθηκαν με αυτόματο όπλο 34.000 Εβραίοι, και έφτασαν στη βιομηχανική εξόντωση με αέριο στα στρατόπεδα εξόντωσης (στο Χέλμνο, ήδη από τον Δεκέμβριο του 1941, και μετά κυρίως στο ΄Αουσβιτς-Μπιρκενάου, όπου εξοντώθηκαν 960.000 Εβραίοι, εκ των οποίων 60.000 Ελληνοεβραίοι, στην Τρεμπλίνκα, όπου κατέληξαν οι Εβραίοι του γκέττο της Βαρσοβίας, αλλά και της βουλγαροκρατούμενης ζώνης Κατοχής στην Ελλάδα, στο Μπέλζετς, στο Σομπιμπόρ.).

Μία από τις ιδιαιτερότητες του εγχειρήματος του Φριντλέντερ έγκειται στην τοποθέτηση της πολιτικής αυτής στον πυρήνα της ναζιστικής ιδεολογίας και πολιτικής. Το έγκλημα αυτό δεν ήταν απλώς άλλο ένα από τα ναζιστικά εγκλήματα, που ξεκίνησαν ήδη από το 1933 με την εκτόπιση των αντιφρονούντων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης (Νταχάου, Μπούχενβαλντ, Μαουτχάουζεν, Ράβενσμπρυκ για τις γυναίκες), τις διώξεις των ομοφυλόφιλων, και συνεχίστηκαν με τα κοινωνικοϊατρικά εγκλήματα, όπως η ευθανασία των διανοητικά ανάπηρων και των ψυχικά ασθενών (165.000 Γερμανοί εξοντώθηκαν, εκ των οποίων 5.000 παιδιά), αλλά ήρθε να κορυφώσει την κλίμακα και να τη διαφορoποιήσει ποιοτικά με την εξόντωση φυλετικά «άλλων» (Εβραίοι, Ρομ). Όπως σημειώνει ο Φριντλέντερ, οι ναζί αποφάσιζαν για το ποιος είχε δικαίωμα να ζει και ποιος όχι σ’ αυτόν τον πλανήτη. Στο έργο του απέδειξε, δαμάζοντας ένα απέραντο και πολύγλωσσο υλικό, πως η πολιτική διωγμών ειδικά των εβραϊκού θρησκεύματος ανθρώπων (που μετονομάζονταν σε «εβραϊκή φυλή»), η οποία κατέληξε στη γενοκτονία, ήταν συνυφασμένη εις βάθος με την ιδεολογία του ναζισμού, πως βρισκόταν κυριολεκτικά στον πυρήνα αυτού του συστήματος και πως η εμπλοκή του Χίτλερ, που καθοριζόταν από προσωπική εμμονή, υπήρξε καθοριστική.

Αλλά η ιδιαιτερότητα δεν σταματά εδώ. Ο φακός του Φριντλέντερ εστίασε με ιδιαίτερη προσοχή στις ενέργειες για την εξάλειψη ενός ολόκληρου πολιτισμού, και φυσικά των πρωτεργατών του, των διανοουμένων και των καλλιτεχνών. Έριξε το βάρος στην ιδεολογική και όχι στην οικονομική ανάλυση, όπως άλλοι  ιστορικοί. Ο ίδιος εξηγεί στην εισαγωγή του β’ τόμου: « Στον παρόντα τόμο, όπως και στον προηγούμενο, με τίτλο Τα χρόνια των διώξεων, επέλεξα να εστιάσω στον κεντρικό ρόλο που διαδραμάτισαν οι ιδεολογικοί και πολιτισμικοί παράγοντες στη διαμόρφωση της ναζιστικής πολιτικής όσον αφορά το Εβραϊκό ζήτημα […]»(σ. 385) Σε μια «αντιεβραϊκή φρενίτιδα» αποδίδει τον πυρήνα της εμμονής για εξόντωση των Εβραίων. Διαφωνεί λοιπόν με τον Ντάνιελ Γκολντχάγκεν (Οι πρόθυμοι δήμιοι του Χίτλερ), που θεωρούσε τον γερμανικό αντισημιτισμό ιστορικά μοναδικό, αλλά και με τον Κρίστοφερ Μπράουνιγκ, που τον θεωρούσε «αποτέλεσμα μιας ευρείας γκάμας κοινωνικών και ψυχολογικών περιορισμών, ενισχύσεων και διαδικασιών δυναμικής της ομάδας, ανεξάρτητων από ιδεολογικά κίνητρα» (σ. 388).[14]

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ ΔΙΩΞΕΩΝ

Ο πρώτος τόμος (Τα χρόνια των διώξεων,1933-1939) είναι αφιερωμένος στην ανάλυση του μηχανισμού που ξερίζωσε σταδιακά από τη γερμανική κοινωνία αυτό το συστατικό της μέρος, τους γερμανούς πολίτες εβραϊκής καταγωγής (θρησκευόμενους ή μη), ξεκινώντας από τους διανοούμενους και τους καλλιτέχνες. Γι’ αυτό και η μαζική έξοδος 450.000 γερμανοεβραίων διανοουμένων, επιστημόνων και καλλιτεχνών προς τις ΗΠΑ ώς το 1938. Η περίοδος αυτή του αποκλεισμού και του στιγματισμού ήταν το απαραίτητο πρελούδιο στη δεύτερη.  H«πυκνή περιγραφή» φτάνει εδώ στο αποκορύφωμά της, στην περιγραφή και αφήγηση άπειρων μικρών πτυχών που συνετέλεσαν σ’ αυτό το ξερίζωμα και σ’ αυτήν την περιθωριοποίηση των Εβραίων που ήσαν παντού μέσα στη γερμανική κοινωνία.

Το τρίτο κεφάλαιο του τόμου αυτού έχει τίτλο «Λυτρωτικός αντισημιτισμός» και αναλύει τις ιδιαιτερότητες του χιτλερικού αντισημιτισμού. Στην εισαγωγή του β΄ τόμου τον ορίζει ως εξής:

Με άλλα λόγια, πέρα από την άμεση ιδεολογική σύγκρουση με τον φιλελευθερισμό και τον κομμουνισμό (κοσμοθεωρίες που, κατά την άποψη του ηγέτη των ναζί, είχαν επινοηθεί από τους Εβραίους για να εξυπηρετήσουν τα εβραϊκά συμφέροντα), ο Χίτλερ αντιλαμβανόταν την αποστολή του ως ένα είδος σταυροφορίας που θα του επέτρεπε να σώσει τον κόσμο εξολοθρεύοντας τους Εβραίους. Ο ηγέτης των ναζί έβλεπε «τον Εβραίο» ως τη ρίζα του κακού στη δυτική ιστορία και κοινωνία. […] Αυτά τα διαφορετικά επίπεδα αντιεβραϊκής ιδεολογίας μπορούσαν να συνοψιστούν λακωνικά σε μια φράση: Ο Εβραίος αποτελεί θανάσιμη και ενεργή απειλή για όλα τα έθνη, για την αρία φυλή και τον γερμανικό λαό. (σ. 387)

Στη συνέχεια αναλύει τη σημασία του επιθετικού προσδιορισμού «ενεργή», καθώς οι άλλες στοχοποιημένες ομάδες (ομοφυλόφιλοι, διανοητικά ανάπηροι και ψυχικά πάσχοντες, Ρομ και Σλάβοι) ήσαν αδρανείς απειλές. Ενώ οι Εβραίοι, και βέβαια οι κομμουνιστές, αλλά συχνά αυτά τα δύο συνέπιπταν, απεργάζονταν την καταστροφή του κόσμου. Άρα αποτελούσαν και στόχο πρώτης γραμμής.

Η «αντιεβραϊκή φρενίτιδα», που ήδη αναφέραμε, είχε γερά θεμέλια: βασιζόταν σε μια «αντιεβραϊκή κουλτούρα» (οι όροι του Φριντλέντερ) που είχε μεν τις ρίζες της στον χριστιανικό αντισημιτισμό, αλλά που στη Γερμανία της δεκαετίας του 1930 οδηγήθηκε σε μια πρωτοφανή κορύφωση, κάνοντας και ένα ποιοτικό άλμα. Ο Φριντλέντερ θα έρθει να αναδείξει την ιδεολογία ως κύριο μοχλό, ως συνθήκη και αναγκαία και ικανή στην πραγματοποίηση του εγκλήματος. Πρώτον, λοιπόν, η εξόντωση των Εβραίων αποτελούσε μείζονα στόχο της ναζιστικής πολιτικής (και όχι ήσσονα, όπως μια ολόκληρη ιστοριογραφική τάση έχει υποστηρίξει). Δεύτερον, η θέση της ιδεολογίας είναι κεντρική (σε αντίθεση με άλλους ιστορικούς, που θεωρούν βασικότερα άλλα κίνητρα, όπως τα οικονομικά.) Και πάλι με τα δικά του λόγια:

[…]επέλεξα να εστιάσω στον κεντρικό ρόλο που διαδραμάτισαν οι ιδεολογικοί και πολιτισμικοί παράγοντες στη διαμόρφωση της ναζιστικής πολιτικής όσον αφορά το Εβραϊκό Ζήτημα […]. (σ. 385)

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΞΟΝΤΩΣΗΣ

Ο δεύτερος τόμος (Τα Χρόνια της εξόντωσης,1939-1945) αφηγείται την εκτόπιση κι εξόντωση σ’ όλη την κατεχόμενη Ευρώπη, από την πρώτη της φάση, που αρχίζει ήδη το 1939 με εκτοπίσεις και εκτελέσεις από τις πρώτες κατεχόμενες χώρες (Πολωνία, Αυστρία, Τσεχοσλοβακία), ώς την «τελική λύση» (1942-1945), τη βιομηχανοποιημένη πλέον εξόντωση στους θαλάμους αερίων των στρατοπέδων («τελική λύση», στο ναζιστικό λεξιλόγιο, γιατί θα έλυνε το άλυτο πρόβλημα που αποτελούσε η ύπαρξη Εβραίων στην Ευρώπη).

Το ειδικό βάρος λοιπόν του Φριντλέντερ στη σχετική βιβλιογραφία έχει να κάνει με την νέα οπτική του, που υποδηλώνεται ήδη από τον τίτλο του βιβλίου του: Η ναζιστική Γερμανία και οι Εβραίοι. Αυτή η «ολοκληρωμένη» πια ιστορία, όπως τη χαρακτηρίζουν στη διεθνή βιβλιογραφία (integrativehistory, histoireintegrée), αυτή η σφαιρική ιστορία (histoireglobale), είναι το καινούργιο που φέρνει ο Φριντλέντερ. Μ’ αυτήν την έννοια, το βιβλίο αυτό, αποτελεί οπωσδήποτε ορόσημο για την ιστοριογραφία της γενοκτονίας των Εβραίων (όπως επισημαίνει η Ρίκα Μπενβενίστε στο επίμετρο), αλλά επίσης και για την ιστορία του ναζισμού, που τις βλέπει αξεδιάλυτα δεμένες. Μετά τον Φριντλέντερ κανείς δεν θα μπορέσει πια να υποστηρίξει σοβαρά πως η γενοκτονία αυτή κατείχε μια ήσσονα θέση στη ναζιστική πολιτική.

Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΘΥΜΑΤΩΝ

Αν και ο ίδιος ο συγγραφέας είχε ασχοληθεί από τη δεκαετία του 1960 με συναφή θέματα, έπρεπε κι ο ίδιος να φτάσει στην πλήρη ωριμότητα για να ολοκληρώσει το magnumopus του, στην κορύφωση μιας λαμπρής σταδιοδρομίας. Και βέβαια έπρεπε να έχουν προϋπάρξει άλλα μείζονα έργα, που ανέλυσαν τους μηχανισμούς και αφηγήθηκαν τα γεγονότα, ανοίγοντας το δρόμο (όπως αυτό του Ραούλ Χίλμπεργκ το 1961),[15] καθώς και να έχει εξελιχθεί η έρευνα, θέτοντας νέα ερωτήματα και δίνοντας καίρια θέση πια όχι μόνο στον λόγο των θυτών, αλλά και σ’ εκείνον των θυμάτων.

Το βιβλίο αυτό, μέσα στα πολλά του πλεονεκτήματα, έχει και τούτο: ο τρόπος που είναι γραμμένο, και που αποτελεί μεθοδολογικό υπόδειγμα αξιοποίησης και συνδυασμού πηγών για τους ιστορικούς και τους κοινωνικούς επιστήμονες, το καθιστά συγχρόνως προσιτό και ελκυστικό για ένα σαφώς ευρύτερο κοινό. Και σ’ αυτό συντελεί η συστηματική ενσωμάτωση από τον συγγραφέα της μικροϊστορίας, των άπειρων προσωπικών ιστοριών, όλων εκείνων των ανθρώπων που ακούμε τη φωνή τους μέσα από ημερολόγια, γράμματα, μαρτυρίες που έγραψαν κατά τη διάρκεια του διωγμού ή, όσοι σώθηκαν, αμέσως μετά. Ο ίδιος χαρακτηρίζει ως εξής το εγχείρημά του στην Εισαγωγή του β΄ τόμου:

Πέρα από τη γενική ιστορική σημασία τους, αυτά τα προσωπικά χρονικά μοιάζουν με αστραπές που φωτίζουν σημεία ενός τοπίου. Επιβεβαιώνουν υποθέσεις, ενώ παράλληλα μας προειδοποιούν για την ευκολία των αόριστων γενικεύσεων. […] Από τη φύση της, την τόσο ανθρώπινη και ελεύθερη, η ατομική φωνή που υψώνεται ξαφνικά εν μέσω μιας συνηθισμένης ιστορικής αφήγησης μπορεί να κόψει το υφάδι της ερμηνείας και να διαλύσει τη (συνήθως αθέλητη) αυταρέσκεια της αποστασιοποίησης και της «αντικειμενικότητας». (σ. 394)

Το έργο του αποτελεί την καλύτερη έμπρακτη απόδειξη πως η αποδοχή της συναισθηματικής εμπλοκής του επαρκώς ώριμου συγγραφέα με το θέμα όχι μόνον δεν κάνει το έργο να υστερήσει σε επιστημονικότητα και «αντικειμενικότητα», αλλά αντίθετα αποτελεί τη γονιμότερη συνθήκη για την παραγωγή του.

Ποτέ οι αριθμοί ανθρώπων που εξοντώθηκαν, οι ακριβείς ημερομηνίες, οι αναλύσεις των μηχανισμών, δεν μπορούν να αποδώσουν τη φρίκη και τον τρόμο που ένιωσαν οι άνθρωποι μπροστά στις τελευταίες τους μέρες ή ώρες ή μπροστά στον θάνατο των οικείων τους. Πολλά από αυτά τα κείμενα προέρχονται από εφήβους κι από παιδιά. Δείγμα γραφής:

Στις 7 Ιανουαρίου ο Moshe γράφει: Χθες βράδυ οι γονείς μου κι εγώ καθόμασταν γύρω από το τραπέζι. Ήταν σχεδόν μεσάνυχτα. Ξαφνικά ακούμε να χτυπάει το κουδούνι: ανατριχιάσαμε όλοι. Νομίσαμε πως ήρθε η σειρά μας να εκτοπιστούμε. […] Η μητέρα μου είχε ήδη βάλει τα παπούτσια της για να πάει ν’ ανοίξει, αλλά ο πατέρας μου είπε να περιμένουμε να ξαναχτυπήσουν. Το κουδούνι όμως δεν ξαναχτύπησε. Δόξα τω Θεώ, πέρασε ήσυχα. Δεν έμεινε παρά ο φόβος, κι όλη μέρα οι γονείς μου ήταν πολύ νευρικοί. Δεν μπορούσαν ν’ αντέξουν τον παραμικρό θόρυβο, ακόμη και το πιο ασήμαντο πράγμα τους ενοχλεί. (σ. 855)

Ενήλικες συγγραφείς, καθώς προχωρούσε η εποχή των διωγμών, έγραφαν όλο και πιο συνειδητά με στόχο και ελπίδα τα γραπτά τους να διασώσουν τη φρικτή αλήθεια για τον ιστορικό του μέλλοντος. Με τα λόγια του Φριντλέντερ: «ήταν οι χρονικογράφοι και καταγραφείς της εποχής τους, οι ερμηνευτές και σχολιαστές της δικής τους, προσωπικής μοίρας. Σιγά σιγά, εκατοντάδες –ίσως και χιλιάδες– μάρτυρες άρχισαν να καταγράφουν μυστικά τις παρατηρήσεις τους στα ημερολόγιά τους» (σ. 393). Είχαν λοιπόν, στα ασφυκτικά περιθώρια της εποχής, μία ενεργητική και τολμηρή αντίδραση στα όσα συνέβαιναν και δεν τα υφίσταντο μόνο «παθητικά». Μ’ αυτή την έννοια, τη «φωνή των θυμάτων» δεν πρέπει να την αντιληφθούμε μόνο ως κραυγή, θρήνο και οικτιρμό, που φυσικά περιέχονται κι αυτά, αλλά και ως συνειδητή πράξη αντίστασης, για να διασωθεί το ίχνος του απίστευτου και του ακατονόμαστου.

Έτσι η ιστορία του είναι όχι μόνο πιο σπαρακτική, αλλά και πιο αληθινή, όπως έλεγε ο ιδρυτής της προφορικής ιστορίας Πωλ Τόμσον.  Κι όπως ο ίδιος γράφει στην κατακλείδα της εισαγωγής του β΄ μέρους:

Ο σκοπός της ιστορικής γνώσης είναι να εξημερώσει αυτό το αίσθημα δυσπιστίας μέσω της ιστορικής ερμηνείας. Με τον παρόντα τόμο, επιχειρώ να προσφέρω μια διεξοδική μελέτη της εξόντωσης των Εβραίων της Ευρώπης, χωρίς όμως να εξαλείψω ή να οικειοποιηθώ αυτό το αρχικό αίσθημα δυσπιστίας. (σ. 395)

Και θυμάμαι εδώ τον Πρίμο Λέβι, που έγραφε με αφορμή το έργο του Λεόν Πολιακόφ για το ΄Αουσβιτς:

[…] γιατί είναι αδύνατον να κατανοήσει κανείς αυτό που συνέβη στο ΄Αουσβιτς, ή ακόμη καλύτερα, ίσως δεν πρέπει να το κατανοήσουμε. Κι εξηγούμαι: στον βαθμό που «κατανοώ» μια απόφαση ή μια ανθρώπινη συμπεριφορά σημαίνει (κυρίως ετυμολογικά) ότι την περιέχω, ότι μπαίνω στη θέση του δράστη, ότι ταυτίζομαι μαζί του.[16]

Η απέραντη γνώση που προσφέρει το έργο του Φριντλέντερ, οι ερμηνείες του, δεν ισοπεδώνουν λοιπόν την αίσθηση του ανοίκειου, που δεν πρέπει ποτέ να εξαφανιστεί όταν προσεγγίζουμε αυτή την ιστορία, που ο σκληρός πυρήνας της θα παραμένει πάντα στην καρδιά του σκότους. Και είναι ιδιαίτερα σημαντικό που αυτό υπήρχε μέσα στην πρόθεση του συγγραφέα και διόλου δεν ακύρωνε το εγχείρημά του.            

Η ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ

Ο Φριντλέντερ εξετάζει εξονυχιστικά τη στάση όχι μόνο των συνεργαζόμενων κυβερνήσεων και των κοινωνιών των κατεχόμενων ευρωπαϊκών χωρών, αλλά και αυτήν των ΗΠΑ, της αμερικανοεβραϊκής κοινότητας καθώς και της σιωνιστικής ηγεσίας στην  Παλαιστίνη, που δεν έδειξε πάντοτε την αναμενόμενη προθυμία σχετικά με τη μετανάστευση Ευρωπαίων Εβραίων στην Παλαιστίνη. Όσο για την καίριας σημασίας στάση του Βατικανού και του πάπα Πίου του 12ουτον είχε απασχολήσει πολύ νωρίτερα, και του είχε αφιερώσει ένα από τα πρώτα του βιβλία.[17] Μπορεί οι πρωταγωνιστές του δράματος να ήσαν Γερμανοί και Ευρωπαίοι Εβραίοι, αλλά εμμέσως εμπλέκονταν και πολλές άλλες χώρες, παράγοντες και κοινωνίες. Τέλος, το έργο κατορθώνει να αναδείξει την οικουμενική εμβέλεια και σημασία του γεγονότος, ακριβώς γιατί δεν είναι εσωστρεφές και αυτοαναφορικό, αλλά προτρέπει τον αναγνώστη να διευρύνει τον κριτικό στοχασμό του.


 

Μία πρώτη, σύντομη εκδοχή αυτού του κειμένου δημοσιεύτηκε στο Βήμα, στα Βιβλία, στις 17 Νοεμβρίου 2013.

[1] . Χόρχε Σεμπρούν, Η γραφή ή η ζωή, μετάφραση: Βασίλης Τομανάς, Εξάντας, Αθήνα 1996.

[2]. Ο Πιέρ Βιντάλ Νακέ, πιο γνωστός σε μας ως λαμπρός ιστορικός της αρχαίας Ελλάδας, πέθανε το 2007. Ο β΄ τόμος του έργου του Φριντλέντερ εκδόθηκε στη Γαλλία το 2008.

[3] . Το άρθρο αναφέρεται σε τέσσερις ακόμη ταινίες που ο Λαντζμάν πραγματοποίησε από το υλικό των γυρισμάτων που είχε συγκεντρώσει και δεν είχε εντάξει στη Shoah.

[4] . Το άρθρο με αφορμή την τελευταία ταινία του Κλωντ Λαντζμάν, Ο τελευταίος των Αδίκων, 2013 (αντίστροφη αναφορά στην έννοια του «Δικαίου», που είναι ο άνθρωπος ο οποίος έσωσε Εβραίους από τον ναζιστικό διωγμό), δημοσιεύτηκε στις 13 Νοεμβρίου 2013: Jacques Mandelbaum, «Lanzmann, au cœur des ténèbres de la Shoah», Le Monde, Culture, σ. 11, με μία συνέντευξη του ίδιου του σκηνοθέτη.

[5]. Εξ άλλου ο Χίλμπεργκ συνέθεσε ένα παλαιότερου τύπου ιστοριογραφικό έργο, αναλύοντας τους μηχανισμούς και τους θεσμούς που κατέστησαν δυνατή την πραγματοποίηση της εξόντωσης, όπως ας πούμε η γραφειοκρατία, δίχως όμως να ανατρέξει καθόλου στις υποκειμενικές πηγές, που οι ιστορικοί άργησαν πολύ να αξιοποιήσουν.

[6]. S. Frieländer, Quand vient le souvenir…,éd. du Seuil, Παρίσι 1978, σ. 13.

[7]. S. Frieländer, Quand vient le souvenir…, σ. 14.

[8]. S. Frieländer, Quand vient le souvenir…, σ. 16.

[9]. S. Frieländer, Quand vient le souvenir…, σ. 16.

[10]. Βλ.σχετικάτοτελευταίοέργοτου Enzo Traverso, La fin de la modernité juive, Histoire d’un tournant conservateur, εκδ. La Découverte, Παρίσι  2013. Για την έννοια του «Εβραίου ως αφαίρεση» βλ. και το παλαιότερο έργο του Έντσο Τραβέρσο (2002), πρόσφατα μεταφρασμένο: Οι ρίζες της ναζιστικής βίας, Μια ευρωπαϊκή γενεαλογία, μετάφραση: Νίκος Κούρκουλος, εκδ. του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2013.   

[11] .  Jean Améry,  Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση, εκδ. Άγρα, μετάφραση: Γ. Καλιφατίδης, Αθήνα 2009.

[12]. Είναι γνωστή πια η δυσκολία και η καθυστέρηση με την οποία μίλησαν τα «κρυμμένα παιδιά», αυτά «που δεν είχαν τίποτε να αφηγηθούν», όπως, ειρωνικά είπε ένα από αυτά, ο νευροψυχίατρος Boris Cyrulnik. Βλ. σχετική αναφορά στο άρθρο μου για την ταινία του Βασίλη Λουλέ, τη βασισμένη σε μαρτυρίες κρυμμένων Εβραιόπουλων («Φιλιά εις τα παιδιά ή Ιστορίες φιλίας και ανυπακοής», πρώτη δημ. στο the books’ journal, τχ 28, Φεβρουάριος 2013, τώρα και στην Ανάδυση μιας δύσκολης  μνήμης, Κείμενα για τη γενοκτονία των Εβραίων, β΄ έκδ., εκδ. Εστία ,2013).  

[13] . Primo Levi, L’asymétrie et la vie, εκδ. Robert Laffont, Παρίσι 2004. 

[14] .  Ο αμερικανός ιστορικός Κρίστοφερ Μπράουνινγκ είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων, αλλά έγινε κυρίως γνωστός σ’ ένα ευρύτερο κοινό  για το  Ordinarymen: Reserve Police Bataillon 101 and the Final Solution in Poland, Νέα Υόρκη 1992.

[15] . Θα ήθελα εδώ να θυμίσω ότι κι ο ίδιος ο Χίλμπεργκ επανήλθε στη θεματική 30 χρόνια αργότερα από το The destruction of European Jews (1961), όταν εξέδωσε το έργο του Perpetrators, victims, bystanders (1992), αφιερωμένο στον Κλωντ Λαντζμάν, εστιάζοντας κι αυτός όχι πια στους μηχανισμούς και στους θεσμούς, αλλά στις τρεις βασικές κατηγορίες εμπλεκομένων προσώπων: θύτες, θύματα και μάρτυρες. Τα ζητούμενα  της έρευνας είχαν αλλάξει, αλλά το πρώτο του έργο άνοιξε τον δύσκολο δρόμο της ιστορικοποίησης αυτής της γενοκτονίας.

[16].  Η ετυμολογική αναφορά έχει να κάνει με το comprendere, το κατανοώ στα ιταλικά. Βλ. Primo Levi, L’asymétrie et la vie, εκδ. R. Laffont,  Παρίσι 2004, σ. 61.

[17] . S. Friedländer, Pie XII et le IIIe  Reich, εκδ. du Seuil, Παρίσι 1971.

Οντέτ Βαρών-Βασάρ

Iστορικός που ασχολείται ερευνητικά με τη δεκαετία του 1940, συγγραφέας των βιβλίων Ελληνικός νεανικός τύπος, Καταγραφή 1941-1945 (1987), Η ενηλικίωση μιας γενιάς. Νέοι και νέες στην Κατοχή και στην Αντίσταση (2009) και Η ανάδυση μιας δύσκολης μνήμης. Κείμενα για τη γενοκτονία των Εβραίων (2013). Διδάσκει Ιστορία στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο και κάνει ένα Σεμινάριο σχετικό με τη γενοκτονία των Εβραίων, τη μνήμη της και τις αναπαραστάσεις της  στο Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδος.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Το νόημα της Ιστορίας

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά