Τρίτη, 17 Ιουνίου 2014

Μάνος Χατζιδάκις: ο ηττημένος

Κατηγορία Ιστορία
Γράφτηκε από  Πέτρος Μάρκαρης
O Μάνος Χατζιδάκις από τον Αλέκο Παπαδάτο. O Μάνος Χατζιδάκις από τον Αλέκο Παπαδάτο. Αλέκος Παπαδάτος

Το εγχείρημα της έκδοσης ενός «πολιτιστικού» περιοδικού στην Ελλάδα, τη σημαδιακή δεκαετία του ογδόντα, όταν κυβερνούσε το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου και ανερχόταν οικονομικά και κοινωνικά ο επιχειρηματίας Γιώργος Κοσκωτάς, ο οποίος στο τέλος της ίδιας εκείνης δεκαετίας συνέδεσε το όνομά του με το μεγαλύτερο πολιτικό και οικονομικό σκάνδαλο στην ιστορία της νεότερης Ελλάδας. Εμπνευστής και πρώτος διευθυντής του περιοδικού Το Τέταρτο, ιδιοκτησίας Κοσκωτά, ήταν ο συνθέτης Μάνος Χατζιδάκις – ο ηττημένος από τις νοοτροπίες που επικράτησαν και τα αποτελέσματά τους. Σε ποιο πεδίο ποιας μάχης ηττήθηκε, όμως, ο Χατζιδάκις; Και ποιο ήταν το τίμημα της ήττας του; [αναδημοσίευση από το τεύχος 26, Δεκέμβριος 2012]

Τάκης Θεοδωρόπουλος, Το τελευταίο Τέταρτο. Ένα ελληνικό χρονικό, Πόλις, Αθήνα 2012, 176 σελ.

 

1.

Φίλος του δεν έγινα ποτέ. Δεν τον είπα ποτέ Μάνο.

 

Έτσι αρχίζει Το τελευταίο Τέταρτο, του Τάκη Θεοδωρόπουλου. Ο συγγραφέας το ορίζει στον υπότιτλο ως «ένα ελληνικό χρονικό». Τοτελευταίο Τέταρτο, ωστόσο, δεν είναι ένα, αλλά τρία χρονικά μαζί: είναι το χρονικό του περιοδικού Το Τέταρτο, το οποίο εξέδιδε ο Μάνος Χατζιδάκις στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα, με αρχισυντάκτη τον Τάκη Θεοδωρόπουλο·είναι το χρονικό της σχέσης του Τάκη Θεοδωρόπουλου με τον Μάνο Χατζιδάκι· τέλος, είναι το χρονικό μιας εποχής που σημάδεψε την Ελλάδα ώς τις μέρες μας.

Ο συγγραφέας κινείται με μεγάλη άνεση, αλλά και με αξιοθαύμαστη ισορροπία μέσα σ’ αυτό το τρίπτυχο. Δεν χάνει ούτε στιγμή το σεβασμό του για τον Μάνο Χατζιδάκι, αλλά ο σεβασμός δεν τον εμποδίζει να βλέπει ενίοτε με κριτικό μάτι τον τρόπο σκέψης και ορισμένες αντιδράσεις του. Αγαπάει Το Τέταρτο, ωστόσο δε δημιουργεί πουθενά στον αναγνώστη την αίσθηση ότι το περιοδικό που διεύθυνε ως αρχισυντάκτης ήταν η μεγάλη «πολιτιστική παρέμβαση», για να χρησιμοποιήσω έναν όρο που ήταν πολύ του συρμού την εποχή εκείνη. Βλέπει με κριτική ματιά ίσως την πιο κρίσιμη δεκαετία της μεταπολίτευσης, τη δεκαετία του ογδόντα, και ιδιαίτερα την περίοδο πριν και μετά από τις εκλογές του 1985, αλλά η ειρωνεία, που επιστρατεύει, δεν είναι κακόπιστη, αντίθετα συχνά είναι πικρή και στοχαστική.

Ο Θεοδωρόπουλος επιλέγει τη στάση του ενδιάμεσου, τοποθετείται στον ενδιάμεσο χώρο, ανάμεσα στα πρόσωπα και στις καταστάσεις που περιγράφει. Δεν κρύβει ότι τα έζησε από μέσα, ότι έχει συμμετοχή και ευθύνη στη δημιουργία, το σχεδιασμό και την έκδοση του Τέταρτου. Ταυτόχρονα, όμως, δεν έχει και την ψευδαίσθηση ότι Το Τέταρτο άλλαξε τη ροή της σκέψης και του πολιτισμού στην Ελλάδα. Κρίνει, αξιολογεί, συνάμα όμως καταφέρνει να αποφύγει τις συναισθηματικές εξάρσεις και τις υπερβολές. Αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο, ιδιαίτερα όταν περιγράφεις μια εποχή όπου οι συναισθηματικές εξάρσεις και υπερβολές, αληθινές ή κατασκευασμένες, ήταν στην ημερήσια διάταξη.

Μπορεί ο ίδιος να είχε βαρεθεί να είναι ο ενδιάμεσος, όπως υποστηρίζει σε ένα σημείο του χρονικού του, αλλά αυτή η στάση του ενδιάμεσου έχει το πρόσθετο πλεονέκτημα να εντείνει τη ειρωνική ματιά του και να εμπλουτίζει το χιούμορ. Γιατί το χιούμορ, και μάλιστα στα όρια του αυτοσαρκασμού, είναι από τα βασικά συστατικά του βιβλίου.

 

2.

Το 1985 ο Κοσκωτάς δεν είχε γίνει ακόμα Κοσκωτάς.

 

Δύο είναι τα πρόσωπα που κυριαρχούν στο Τελευταίο Τέταρτο. Το πρώτο είναι ο Μάνος Χατζιδάκις. Το δεύτερο, ο Γιώργος Κοσκωτάς. Αν κάποιος –νεότερος– αναγνώστης απορεί πού και πώς κολλάνε ο Μάνος Χατζιδάκις με τον Γιώργο Κοσκωτά, να του θυμίσω ότι Το Τέταρτο ήταν ιδιοκτησία της εταιρείας Γραμμή Α.Ε., ιδιοκτήτης της οποίας ήταν ο Γιώργος Κοσκωτάς.

Όταν συναντήθηκαν, ο πρώτος κουβαλούσε στις πλάτες του ένα τεράστιο, και διεθνώς καταξιωμένο, έργο ενώ ο δεύτερος ήταν αυτό που δήλωνε. Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος τον περιγράφει λιτά και εύστοχα:

 

Το 1985 […] ο Κοσκωτάς δεν είχε γίνει ακόμα Κοσκωτάς. Ήταν ένας νέος επιχειρηματίας, τριάντα ενός ετών για την ακρίβεια, ο οποίος σου μιλούσε αμέσως στον ενικό με το μικρό σου, καθότι αμερικανοθρεμμένος, και ο οποίος, κατά τα λεγόμενά του, είχε κάνει λεφτά παίζοντας με τις μετοχές χαλκού της Χιλής στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης. Δεδομένου ότι ελάχιστοι γνώριζαν την πορεία της μετοχής του χαλκού της Χιλής και οι περισσότεροι θεωρούσαν ότι το χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης ήταν ένα μεγάλο καζίνο όπου, αν πόνταρες στον σωστό αριθμό, έμπαινες άπορος και έβγαινες εκατομμυριούχος, το «αφήγημα» αμφισβητήθηκε μόνο από τους άκρως μυημένους.

 

Όσο και αν ηχεί σήμερα παράξενο, το ισχυρό σκέλος στη σχέση μεταξύ Χατζιδάκι και Κοσκωτά ήταν ο Κοσκωτάς και όχι ο Χατζιδάκις. Πολλοί θα το θεωρήσουν αυτό απολύτως φυσικό, με το επιχείρημα ότι ο Κοσκωτάς είχε τα λεφτά, συνεπώς «όποιος έχει τα γένια έχει και τα χτένια».

Σωστά, αλλά υπήρχε κάτι που πήγαινε πιο πέρα από τη σχέση χρηματοδότη-χρηματοδοτούμενου. Ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν χρόνια στην Ελλάδα, ήταν μια προσωπικότητα με έντονη παρουσία, μοιραία όμως και με τη συνακόλουθη φθορά σε μια χώρα που όταν δεν τη φθείρεις καταφέρνει σχεδόν πάντα να σε φθείρει. Ο Χατζιδάκις δεν έφθειρε την Ελλάδα, τον έφθειρε όμως εκείνη. Τον έφθειρε γιατί τον θεωρούσε δεξιό, τον έφθειρε γιατί ήταν φίλος του Καραμανλή, τον έφθειρε γιατί ήταν ομοφυλόφιλος. Το ομολογεί ακόμα και ο Τάκης Θεοδωρόπουλος. «Πώς ήταν δυνατόν, εγώ, γνήσιο τέκνο της πολιτικοποιημένης μου γενιάς, να διασκεδάζω με την προσκόλληση του Χατζιδάκι στον Εθνάρχη;»

Αντίθετα, ο Γιώργος Κοσκωτάς ήταν φρέσκος και άφθαρτος. Επιπλέον ερχόταν και με την αύρα του νέου επιτυχημένου επιχειρηματία.

 

Ο Κοσκωτάς έπεσε με το αλεξίπτωτο σαν υπόσχεση στην κεντρική πλατεία μιας ανοχύρωτης κοινωνίας. Εμφανίστηκε στην αθηναϊκή πιάτσα όπως στην δεκαετία του πενήντα εμφανιζόταν στην κεντρική πλατεία του χωριού ο ομογενής με τη σεβρολέτα […].

 

Ας θυμηθούμε ότι η δεκαετία του ογδόντα ήταν η αρχή της τριακονταετίας του εικονικού πλούτου. Ήταν η περίοδος των αγροτικών επιδοτήσεων της ΕΟΚ και της μαγκιάς να θάβεις τα αγροτικά προϊόντα στις χωματερές και να τις εισπράττεις. Ήταν η εποχή των Μεσογειακών Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων και της μαγκιάς να κοροϊδεύεις τους κουτόφραγκους και να τσεπώνεις τα ΜΟΠ με εταιρείες-σφραγίδες που δεν παρήγαγαν τίποτα. Ήταν η εποχή που οι κλαδικές είχαν αρχίσει να κλαδεύουν τα ταμεία του κράτους.

«Τα αντανακλαστικά της ψωροκώσταινας ήταν ακόμα ολοζώντανα», παρατηρεί ο συγγραφέας.

Η πορεία της ψωροκώσταινας προς την πλουτοκώσταινα είναι η πορεία του Πειναλέοντα από τη φτώχεια στην αρπαχτή.

Ο Χατζιδάκις, με την προσήλωσή του στον Εθνάρχη, μόνο μαγκιά δεν πουλούσε. Αντίθετα,

 

[ο Κοσκωτάς] τότε είχε αγοράσει την Τράπεζα Κρήτης ερεθίζοντας ακόμα περισσότερο το ενδιαφέρον του φιλοθεάμονος κοινού. Ήταν ένας υπάλληλος της Τράπεζας τόσο άξιος ώστε να καταφέρει να αγοράσει την ίδια την Τράπεζα. Ο Κοσκωτάς είχε πραγματοποιήσει το όνειρο του κάθε υπαλλήλου που βλέπει μακριά, και δεν υπάρχει έλληνας υπάλληλος που να μη βλέπει μακριά και να μην αισθάνεται πως αδικείται στη θέση πίσω από το γκισέ.

 

Απέναντι στον Κοσκωτά βρέθηκε ο Μάνος Χατζιδάκις, των «τρελών» ιδεών και των μεγάλων οραμάτων. Ένας Χατζιδάκις ο οποίος, μέσα στον εμφύλιο του Λιβάνου, το 1985, βάζει στόχο να πάρει συνέντευξη από τον Αμίν Τζεμαγιέλ, τον πρόεδρο της χώρας που σπαράσσεται, είναι μάλιστα έτοιμος να ταξιδέψει γι’ αυτό από τη Λάρνακα στη Βηρυτό με καΐκι. Και όταν το σχέδιο αποτυχαίνει, φιλοδοξεί να πάρει συνέντευξη από τον στρατηγό Κενάν Εβρέν, τον δικτάτορα, ο οποίος επέβαλε την πιο στυγνή στρατιωτική δικτατορία που γνώρισε ποτέ η Τουρκία.

Πώς ήταν δυνατό να ταιριάξουν αυτοί οι τόσο διαφορετικοί άνθρωποι; Το μόνο κοινό σημείο τους ήταν η εμμονή τους στο ίδιο φαγητό. Ο Χατζιδάκις έτρωγε μονίμως κοτόπουλο με κάρυ, ενώ ο Κοσκωτάς έτρωγε σταθερά δυο φιλέτα και μια μηλόπιττα με παγωτό.

Ο Θεοδωρόπουλος περιγράφει τις εμμονές αυτές με σπαρταριστό τρόπο. Και για να περιγράψει τον τρόπο σκέψης και δράσης του Χατζιδάκι χρησιμοποιεί τη γαλλική λέξη désinvolture, που δανείζεται από τον Μαλρώ, η οποία σύμφωνα με το λεξικό του Ηπίτη σημαίνει «αφέλεια τρόπων, χειρονομιών, ευστροφία μετά χάριτος».

 

«Αφέλεια», τι ωραία λέξη, και πόσο ενοχοποιημένη στην χώρα που την κατοικούν οι εξυπνότεροι άνθρωποι του κόσμου, όπου ουδείς δικαιούται, εάν θέλει να επιβιώσει, να είναι αφελής. [...] Ποιο είναι το αντίθετο της αφέλειας: Η κουτοπονηριά; Η υποκρισία; Η αυτοσυνειδησία, self-consciousness, που σε κάνει να περπατάς σα να σε στενεύουν τα παπούτσια σου και να κάθεσαι σαν να φοβάσαι ότι θα τσακίσει η βάτα στο σακάκι σου;

 

Υπάρχει και μια άλλη λέξη, ελληνικότατη αυτή τη φορά, που χρησιμοποιούν πολλοί, όταν θέλουν να περιγράψουν άτομα με πρωτότυπες ιδέες και οράματα: «αιθεροβάμων». Σύμφωνα με το λεξικό του Δημητράκου, αιθεροβάμων είναι «ο οιονεί εν τω αιθέρι βαίνων – περι αιθερίων σκεπτόμενος».

Δεν γνώριζα προσωπικά τον Μάνο Χατζιδάκι, αλλά απ’ όσο μπορώ να κρίνω δεν ήταν ούτε αφελής και πολύ λιγότερο αιθεροβάμων. Ήταν ένας ιδιοφυής συνθέτης, που ήξερε να υλοποιεί άριστα τα μουσικά σχέδιά του. Για τις πρωτότυπες και ενίοτε ιδιοφυείς ιδέες που είχε εκτός μουσικής, χρειαζόταν, ωστόσο, κάποιον, που ήταν ικανός να τις υλοποιήσει. Στο Τέταρτο ήταν ο Τάκης Θεοδωρόπουλος. Στο Τρίτο Πρόγραμμα ήταν ο Γιώργος Κουρουπός. Το τελευταίο το ξέρω γιατί την εποχή που ο Χατζιδάκις ήταν διευθυντής του Τρίτου εγώ έτυχε να είμαι σύμβουλος προγράμματος στην τηλεόραση της ΕΡΤ, με διευθυντή τον Ροβήρο Μανθούλη.

Θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει ότι στάθηκε τυχερός και με τους δύο. Θα συμφωνήσω, αν τύχη σημαίνει να διαλέγεις τους κατάλληλους συνεργάτες.

 

3.

Το 1985 ο διανοούμενος είχε κατακτήσει το δικαίωμα να καλείται κουλτουριάρης.

 

Μια από τις μεγάλες αρετές που έχει να επιδείξει Το τελευταίο Τέταρτο είναι ότι δεν περιορίζεται στην περιπέτεια της έκδοσης του περιοδικού. Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος δίνει ταυτόχρονα μια εμπεριστατωμένη εικόνα της διανόησης και των διανοουμένων στα μέσα της δεκαετίες του ογδόντα.

Αν η δεκαετία του ογδόντα σημάδεψε την πορεία του Πειναλέοντα από τη φτώχεια στην αρπαχτή, σημάδεψε ταυτόχρονα και την πορεία του διανοούμενου προς τον κουλτουριάρη. Γράφει ο Τάκης Θεοδωρόπουλος:

 

Ένας διανοούμενος είχε την υποχρέωση να διαβάζει τις προκηρύξεις της 17 Νοέμβρη που τις δημοσίευε τότε πλήρεις και χωρίς συντομεύσεις η Ελευθεροτυπία κι ακόμη κι αν διαφωνούσε με «τέτοιες πρακτικές» –τι έκφραση κι αυτή!– να σχολιάζει τις κοινοτοπίες που αράδιαζαν οι συγγραφείς τους.

 

Και παρακάτω:

 

Δεν θυμάμαι ποιος λανσάρισε τον όρο [κουλτουριάρης] ο οποίος δεν ήταν τίποτε άλλο από την εκσυγχρονισμένη εκδοχή του σοφολογιότατου, του ανθρώπου δηλαδή που μιλάει για να μην τον καταλάβει κανείς, αφού είναι ζήτημα αν και ο ίδιος καταλαβαίνει τι λέει.

 

Πιστεύω ότι η τελευταία τριακονταετία σημαδεύτηκε από δυο πολύ σοβαρά λάθη. Το πρώτο λάθος ήταν η περίοδος που ονομάσαμε «μεταπολίτευση». Στην ουσία, η περίοδος αυτή είχε λήξει το ογδόντα με την είσοδο της Ελλάδας στην Ευρώπη μέσω της τότε ΕΟΚ. Η είσοδός μας στην ΕΟΚ έβαλε ουσιαστικά τη σφραγίδα λήξης στη μεταπολίτευση, γιατί η Ελλάδα έμπαινε σε μια νέα περίοδο της ιστορίας της. Η μεταπολίτευση είχε ολοκληρώσει τον κύκλο της. Εξ άλλου, η «μεταπολίτευση» οριοθετεί εκ των πραγμάτων μια μεταβατική περίοδο, που δεν θα μπορούσε να κρατήσει τριάντα ολόκληρα χρόνια. Εμείς την κρατήσαμε, με αποτέλεσμα να βρυκολακιάσει και να μας ρουφάει τώρα το αίμα.

Το δεύτερο ήταν μια μονολιθική αντίληψη για την ποιότητα, η οποία άρχισε την περίοδο της χούντας και συνεχίστηκε τις επόμενες δεκαετίες μετά την πτώση της, με επίσης μονολιθικούς όσο και χοντροκομμένους διαχωρισμούς, του τύπου: «ποιοτικό-εμπορικό», «σοβαρό-ελαφρύ». Ο τελευταίος διαχωρισμός έκανε θραύση στο θέατρο και στη μουσική. Λες και ό,τι ήταν ποιοτικό απαγορευόταν να έχει εμπορική επιτυχία και ό,τι ήταν σοβαρό αποκλειόταν να είναι και ανάλαφρο.

Και ας επαναλάμβανε κάθε τόσο ένας πολύ αξιόλογος συνθέτης και μουσικοκριτικός, ο Μάριος Βάρβογλης, ότι «δεν υπάρχει σοβαρή και ελαφρά μουσική. Υπάρχει καλή και κακή μουσική». Και ας είχαμε το παράδειγμα του Γιάννη Κωνσταντινίδη που έγραφε συμφωνική μουσική και μουσική δωματίου, ενώ ταυτόχρονα με το ψευδώνυμο Κώστας Γιαννίδης είχε μεγάλη επιτυχία στην «ελαφρά» μουσική. Το βαλσάκι του «Πάμε σαν άλλοτε», για παράδειγμα, τραγουδιέται ακόμα. Και ας υπήρχε η ρήση ενός από τους μεγαλύτερους συνθέτες του εικοστού αιώνα, του Ιγκόρ Στραβίνσκυ, που είχε πει κάποτε: «Μπορώ να συνθέσω μια συμφωνία, αλλά δεν μπορώ να συνθέσω ένα τανγκό. Το τανγκό είναι μια σπουδαία όσο και δύσκολη σύνθεση».

Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος περιγράφει με συντομία και ευκρίνεια αυτή την αντίληψη.

 

Αν ένα περιοδικό δηλώσει «πολιτιστικό» αυτομάτως θεωρείται πως είναι περιοδικό «ποιότητας». Η δε «ποιότητα» που μεταφέρει στις σελίδες του είναι επίσης δεδομένη μιας και το περιοδικό είναι «πολιτιστικό» και ως εκ τούτου, εξ ορισμού, δεν μπορεί παρά να είναι και «ποιοτικό» – η ίδια ταυτολογία ισχύει και για τη μουσική, και για τον κινηματογράφο, το θέατρο ή το βιβλίο. [...] Η αξία του ίδιου του έργου παραμερίζεται από την ένταξή του στην απέραντη φυλή των πολιτιστικών γεγονότων.

 

Η σταδιακή αποποίηση κάθε επεξεργασίας και η επικράτηση του άσπρου-μαύρου στην πολιτική πηγαίνει χέρι χέρι με την επικράτηση του άσπρου-μαύρου στον πολιτισμό. Αυτό το φαινόμενο οδήγησε βαθμιαία σε μια άλλη καταστροφική συνέπεια: στέρησε από τα κόμματα την πολιτιστική τους βάση. Να εξηγήσω: προχουντικά τα κόμματα, είτε ήταν της Αριστεράς, όπως η ΕΔΑ, είτε ήταν αστικά, είχαν μια πολύ ισχυρή πολιτιστική βάση, που τη συντηρούσαν διανοούμενοι, συγγραφείς και καλλιτέχνες εν γένει.

Αυτή η πολιτιστική βάση λειτουργούσε ελεγκτικά όσο και αναχαιτιστικά, ενώ ταυτόχρονα τροφοδοτούσε τα κόμματα με σκέψεις και ιδέες, όχι απαραίτητα μόνο στο επίπεδο του πολιτισμού. Η μετεξέλιξη του διανοούμενου σε κουλτουριάρη στέρησε από τα κόμματα την πολιτιστική τους βάση, κάτι που ενισχύθηκε και από τη μετατροπή της παιδείας σε χώρο κομματικής και κλαδικής δράσης.

Τα κόμματα του σήμερα στερούνται οποιασδήποτε βάσης πολιτισμού και παιδείας, και αυτό δεν είναι δυστυχώς αμιγώς ελληνικό, αλλά ευρωπαϊκό φαινόμενο.

Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος επιχειρεί να δώσει μια εμπεριστατωμένη εξήγηση για τη σύγχυση που επικρατεί ανάμεσα στον «πολιτισμό» και στην «κουλτούρα» στην Ελλάδα.

Διότι εκεί που ο Γάλλος, ο Γερμανός ή ο Ιταλός κάνουν τη διάκριση ανάμεσα στην culture και τη civilization, η δική μας γλώσσα αδυνατεί να τους παρακολουθήσει και έτσι προσπαθούμε να καλύψουμε το κενό χρησιμοποιώντας και στις δύο περιπτώσεις τον όρο «πολιτιστικός». [...] [Μ]ουγκρίζοντας είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε τη διάκριση ανάμεσα στον «πολιτισμό» και στην «κουλτούρα».

Λέξη με ιδεολογική φόρτιση, μια και εισήχθη στην γλώσσα μας από τη δημοτική της Αριστεράς, η «κουλτούρα» επιτείνει τη σύγχυση, επειδή ακριβώς σημαίνει πολλά χωρίς να σημαίνει τίποτε. [...] Πιστεύω ότι η ακριβέστερη αντιστοιχία της στα ελληνικά θα ήταν η λέξη «καλλιέργεια», η οποία όμως δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε όλες τις χρήσεις της λέξης «culture» στις λατινογενείς γλώσσες.

Δεδομένης δε της ακαμψίας της [...] το μόνο που μπόρεσε να κάνει ήταν να βγάλει μια καρικατούρα σε δεύτερο επίπεδο, τη λέξη «κουλτουριάρης» και τα παράγωγά της. Και επειδή η καλλιέργεια της ατάκας που επεκράτησε στα ήθη μας τρέφεται από τις καρικατούρες, συν τω χρόνω, ο προσδιορισμός «καλλιεργημένος» εξαφανίστηκε από τα ήθη μας. Οι πατεράδες μας μιλούσαν για «καλλιεργημένους ανθρώπους». Στις δεκαετίες του ογδόντα και του ενενήντα κάθε καλλιέργεια απαξιώθηκε ως «κουλτουριάρικο» φαινόμενο.

4.

«Πάω στο Λονδίνο να δω τα Ελγίνεια πριν μας τα πάρει η Μελίνα»

 

Η φράση ανήκει στον Γιάννη Τσαρούχη. Το τελευταίο Τέταρτο δεν αφηγείται μόνο την περιπέτεια του περιοδικού Το Τέταρτο, δεν επιχειρεί μόνο μια διεισδυτική ματιά στην εικόνα της Ελλάδας στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα, αλλά είναι ταυτόχρονα και μια τοιχογραφία των καλλιτεχνών και των διανοουμένων της εποχής. Η τοιχογραφία αυτή δεν αποτελείται από προσωπογραφίες, αρκείται συχνά σε πινελιές, αλλά τόσο αδρές και χαραγμένες με τόσο χιούμορ, ώστε τα σημεία αυτά να απαλύνουν το σφίξιμο στην καρδιά που μπορεί να νιώσει κάποιες φορές ο αναγνώστης, κυρίως λόγω της εποχής που πραγματεύεται το βιβλίο, και να του προσφέρουν μια ανάσα ευχάριστη όσο και αποκαλυπτική για τα πρόσωπα.

Παραθέτω σαν παράδειγμα αυτή τη σύντομη πινελιά για τον Χατζιδάκι:

 

Μόλις καθόταν στο τραπέζι ερχόταν ο μετρ και τον έβαζε να του απαγγέλλει όλο το μενού της ημέρας. Έδειχνε μεγάλο ενδιαφέρον. «Και το φαγκρί είναι φρέσκο;» «Μάλιστα κύριε Χατζιδάκι, να σας φέρω να το δείτε». «Όχι, δεν χρειάζεται. Τα γεμιστά είναι ντομάτες και πιπεριές μαζί;» «Βεβαίως κύριε Χατζιδάκι. Εχουμε και εξαιρετικά ντολμαδάκια αυγολέμονο». «Πολύ ωραία. Φέρε μου ένα κοτόπουλο με κάρυ, παρακαλώ».

 

Αυτή τη στιχομυθία, ο Τάκης Θεοδωρόπουλος την αναφέρει σαν μια τελετουργία επαναλαμβανόμενη κάθε μεσημέρι. Ένα είδος running gag.

Το πορτρέτο του ανθρώπου, τον οποίο ο Θεοδωρόπουλος θαυμάζει και εκτιμάει περισσότερο, ανήκει στον Νίκο Γκάτσο.

 

Ήταν υπέροχος ο κ. Γκάτσος. Κατ’ αρχάς ήταν τεράστιος με παπούτσια νούμερο 45, χερούκλες, αργές κινήσεις, ελαφρώς σκυφτός, μονίμως ένα αναμμένο τσιγάρο και μονίμως την El Pais διπλωμένη στο πλευρό του. […] Ήταν σαν το δωρικό αντίβαρο στην ιωνική ελαφρότητα του Χατζιδάκι, η ιδανική πατρική μορφή.

 

Μπορεί ο Γκάτσος να μη φερόταν πατρικά στον Χατζιδάκι, φερόταν όμως σίγουρα προστατευτικά. Σύμφωνα με τον Τάκη Θεοδωρόπουλο ήταν, κατά κάποιον τρόπο, ο φύλακας άγγελός του. Και παραθέτει, συχνά σπαρταριστά, παραδείγματα, όπως εκείνο με τον τίτλο του περιοδικού.

 

Ώσπου ένα απόγευμα ο Χατζιδάκις, χαμογελώντας, δήλωσε ότι βρήκε τον τίτλο. Το περιοδικό θα λεγόταν Το τελευταίο τέταρτο του εικοστού. «Διανύουμε το τελευταίο τέταρτο του εικοστού αιώνα», πρόσθεσε, «και πρέπει να δείξουμε από την αρχή πως θα ασχοληθούμε με την εποχή μας.» Γκάτσος: «Και πώς θα το ζητάνε απ’ το περίπτερο, ρε Μάνο;» Χατζιδάκις (ελαφρώς ενοχλημένος): «Θα λένε, μου δίνετε Το τελευταίο τέταρτο του Εικοστού, σας παρακαλώ;» Γκάτσος: «Και μέχρι να το ζητήσουν θα έχει φύγει ο περιπτεράς».

 

Η προστασία που πρόσφερε ο Γκάτσος στον Χατζιδάκι ήταν η μέριμνα του πιστού φίλου, που προστατεύει τον φίλο του από τις κακοτοπιές. Στην ουσία δεν ήταν παρά η αλληλεγγύη, που ήταν πανταχού παρούσα, ενώ σήμερα έχει σχεδόν εξαφανιστεί από τη ζωή μας, όχι σπάνια και μεταξύ φίλων.

Ο Θεοδωρόπουλος σκιαγραφεί τα πορτρέτα αυτά με γενναιοδωρία. Αντιμετωπίζει χωρίς οργή ή πικρία, ακόμα και άτομα που στράφηκαν εναντίον του, ή πολέμησαν τον Χατζιδάκι και το περιοδικό.

 

5.

Σκέφτομαι πολλές φορές ότι ανάμεσα στους ηττημένους του 2012 είναι και ο Μάνος Χατζιδάκις.

 

Έτσι –περίπου– αρχίζει το Επίμετρο του βιβλίου του ο Τάκης Θεοδωρόπουλος. Υποστηρίζει πως η ήττα του Χατζιδάκι ήταν μια ήττα νοοτροπίας. Ενδεχομένως αυτό να είναι σωστό, αλλά για να το αντιληφθούμε πλήρως θα πρέπει να πάμε κάπου πενήντα χρόνια πίσω. Κατά τη γνώμη μου, η πιο γόνιμη περίοδος στον τομέα της σκέψης, των γραμμάτων και του πολιτισμού στη μεταπολεμική Ελλάδα ήταν η τριετία 1964-1966. Ήταν η περίοδος που η Ελλάδα ανοίχτηκε χωρίς κόμπλεξ, αναστολές και προκαταλήψεις στην ευρωπαϊκή σκέψη και στον ευρωπαϊκό πολιτισμό.

Η περίοδος αυτή σημαδεύτηκε από τη μεγάλη προσπάθεια της Αριστεράς να αποκοπεί από το σοβιετικό μοντέλο, τουλάχιστον στον τομέα της σκέψης. Η προσπάθεια είχε ως πυρήνα της τις εκδόσεις Θεμέλιο και τον άνθρωπο που ήταν η ψυχή τους, τον Μίμη Δεσποτίδη.

Ταυτόχρονα, όμως, η εποχή σημαδεύτηκε και από μια άλλη προσπάθεια, αυτή της Δεξιάς και των αστών πνευματικών ανθρώπων να απεγκλωβιστούν από τα μετεμφυλιακά σύνδρομα. Αρκεί να ξεφυλλίσει κανείς τα τεύχη του περιοδικού Εποχές, για να το αντιληφθεί αμέσως.

Η πορεία αυτή ανακόπηκε βίαια την 21η Απριλίου 1967. Την περίοδο της χούντας κυριάρχησε το λαϊκό στοιχείο, ιδιαίτερα στο χώρο της μουσικής: το ρεμπέτικο και τα τραγούδια της αντίστασης. Αυτό ήταν απολύτως φυσικό. Η αντίσταση χρειάζεται πάντα μια λαϊκή βάση και το λαϊκό τραγούδι είναι ο εκφραστής αυτής της λαϊκής βάσης.

Το κακό είναι ότι μετά την πτώση της χούντας δεν θελήσαμε να ξαναπιάσουμε το νήμα από την τριετία 1964-1966, αλλά συνεχίσαμε στο δρόμο που είχαμε χαράξει την περίοδο της χούντας. Αυτό είχε συνέπεια να μας οδηγήσει σε ένα μονόδρομο, στο τέρμα του οποίου μας περίμενε ο κουλτουριάρης.

Τελικά, όπως συνεχίσαμε στο χώρο της σκέψης και του πολιτισμού τη νοοτροπία της χούντας, έτσι συνεχίσαμε, σαν μονόδρομο, και τη μεταπολίτευση ακόμα και μετά την ένταξη της χώρας στην Ευρώπη.

Ο Χατζιδάκις το καταλάβαινε αυτό και ήθελε να σπάσει τον μονόδρομο. Ηττήθηκε, όπως και όλοι οι άλλοι, που ήταν στην ίδια γραμμή μαζί του, ανεξάρτητα από πολιτικές και ιδεολογικές πεποιθήσεις.

Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος δίνει προς το τέλος του βιβλίου του μια πολύ γλαφυρή περιγραφή αυτής της πορείας.

 

Ο Τσαρούχης, χορτοφάγος ων, έλεγε πως οι Έλληνες τρώνε σήμερα τόσο πολύ κρέας για να χορτάσουν την πείνα των τετρακοσίων χρόνων της τουρκοκρατίας. Αυτός ήταν ο Κοσκωτάς, ένα παιδί που μεγάλωσε στην πλατεία Κολιάτσου και ήθελε να μπορεί να τρώει όσο τραβούσε η όρεξη του. […] Ο Κοσκωτάς έφτιαξε ένα πρότυπο κοινωνικής επιτυχίας, το πρώτο τραπέζι πίστα που καίει χαρτονομίσματα. Οι τρωγλοδύτες της μεζονέτας, που αποφάσισαν να παίξουν το ρόλο της αστικής Ελλάδας τα τελευταία σαράντα χρόνια, ακαλλιέργητοι και αδηφάγοι όπως ήσαν, συνεργάστηκαν με τους κάθε λογής αδικημένους για να αποψιλώσουν τη χώρα από παιδεία και να ρουφήξουν κάθε κοινωνική ενέργεια.

 

Η Ευρώπη πέρασε τον Τριακονταετή Πόλεμό της, που τη ρήμαξε, από το 1618 ώς το 1648. Η δική μας τριακονταετία ήρθε τρεισήμισι αιώνες αργότερα και ρήμαξε, πέρα από χρεοκοπίες, Μνημόνια και περικοπές, τις όποιες σταθερές είχε η χώρα στην παιδεία και στον πολιτισμό. Παιδεία, πολιτισμός και πολιτική πήραν χέρι χέρι την κατηφόρα. «Το τελευταίο τέταρτο του εικοστού αιώνα» μας οδήγησε τελικά στις πληγές της πρώτης δεκαετίας του εικοστού πρώτου.

Το Τελευταίο Τέταρτο του Τάκη Θεοδωρόπουλου μας σπρώχνει να σκεφτούμε εξ αρχής πάνω στα θέματα αυτά και εδώ βρίσκεται, μεταξύ άλλων, η αξία του.

 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά