Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

Σημαντικοί εικονοκλάστες της οικονομικής σκέψης

Κατηγορία Ιστορία
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Οικονομία Ιδέες Τεύχος 68
Ο Ντάνιελ Κάνεμαν. Ο Ντάνιελ Κάνεμαν. Φωτογραφία Αρχείου

 

Κώστας Π. Αναγνωστόπουλος, Ανάμεσα στο ρομάντζο της επανάστασης και το στερέωμα της αντίδρασης, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2016, 192 σελ.

Ο Άλμπερ Χίρσμαν, ο Ντάνιελ Κάνεμαν, ο Τζων Μέυναρντ Κέυνς, ο Γιον Έλστερ, ο Άνταμ Σμιθ, ο Τομά Πικεττύ, ο Ρόμπερτ Γκόρντον, ο Άλβιν Ροθ είναι μερικοί από τους σημαντικούς θεωρητικούς με τους οποίους ο Κώστας Αναγνωστόπουλος ανοίγει έναν διεξοδικό διάλογο. Θέματα όπως τα κίνητρα που διέπουν τις ανθρώπινες αποφάσεις ή η ορθολογικότητα είναι ζητήματα που θίγονται διεξοδικά στο βιβλίο – το οποίο, ασφαλώς, δεν είναι μόνο μια περιήγηση στο έργο σημαντικών και παρεμβατικών εικονοκλαστών της οικονομικής σκέψης αλλά βοηθά και στην προσέγγιση των δομικών προβλημάτων της σημερινής Ελλάδας. Αναδημοσίευση από το τεύχος 68 του Books' Journal.

Το βιβλίο του Κ.Π. Αναγνωστόπουλου, Ανάμεσα στο ρομάντζο της επανάστασης και το στερέωμα της αντίδρασης, είναι μια συλλογή κειμένων. Η συλλογή όμως έχει υποδειγματική ενότητα, δεν είναι σκόρπια κείμενα. Εκείνο που επιχειρεί να κάνει με το βιβλίο του ο Αναγνωστόπουλος είναι να παρουσιάσει στο ελληνικό κοινό μερικούς από τους σημαντικότερους εικονοκλάστες της οικονομικής σκέψης. Του παρόντος ή του παρελθόντος. Ο τόμος περιλαμβάνει:

  • Μιαν επισκόπηση της ζωής και του έργου του Αλμπερτ Χίρσμαν, ενός από τους πιο ασυνήθιστης ευρύτητας, ανήσυχους και καινοτόμους στοχαστές της οικονομικής σκέψης του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Στο κείμενο αυτό ο αναγνώστης θα έχει επίσης την ευκαιρία να παρακολουθήσει τη μυθιστορηματική διαδρομή αυτού του γενναίου και ακέραιου ανθρώπου μέσα στο αντιφασιστικό κίνημα.
  • Μια παρουσίαση του βιβλίου Σκέψη αργή και γρήγορη του (τιμηθέντος με βραβείο Νόμπελ στα οικονομικά) cognitivepsychologistΝτάνιελ Κάνεμαν. Ο Ντάνιελ Κάνεμαν, μαζί με τον συνάδελφό του, τον αείμνηστο Ειμος Τβέρσκυ, είναι οι θεμελιωτές της εναλλακτικής θεωρίας στη θεωρία της ορθολογικής επιλογής, της prospecttheory.
  • Έναν σχολιασμό του κεφαλαίου 12 της Γενικής θεωρίας του Κέυνς, το οποίο αναφέρεται στις επενδυτικές αποφάσεις που λαμβάνονται υπό συνθήκες πλήρους αβεβαιότητας. Πώς κρίνεται το αν ένας επιχειρηματίας θα αποφασίσει να κάνει ή να μην κάνει μια μακροχρόνια επένδυση όταν όχι μόνο δεν έχει ιδέα τι θα γίνει σε 25 χρόνια αλλά δεν ξέρει ούτε καν τις πιθανότητες επέλευσης των καλών ή των κακών σεναρίων; Το συμπέρασμα είναι ότι η τελική ώθηση εξαρτάται από την ενστικτώδη αισιοδοξία ή απαισιοδοξία του επιχειρηματία.
  • Μια παρουσίαση του έργου του νορβηγού καθηγητή της πολιτικής φιλοσοφίας και αμείλικτου κριτή της θεωρίας της ορθολογικής επιλογής, Γιον Έλστερ.
  • Μια συζήτηση σχετικά με την επιστροφή στο προσκήνιο του πρώτου (δηλαδή, πριν από τον Πλούτο των Εθνών) βιβλίου του Άνταμ Σμιθ, Η θεωρία των ηθικών συναισθημάτων.
  • Μια διεξοδική παρουσίαση του βιβλίου του Τομά Πικεττύ, Το κεφάλαιο τον 21ο αιώνα. Σε αυτό ο Πικεττύ τεκμηριώνει την εντυπωσιακή διεύρυνση της ανισότητας στη διανομή του εισοδήματος και του πλούτου που έχει σημειωθεί κατά τις τελευταίες δεκαετίες πρωτίστως στις ΗΠΑ αλλά και στη Δυτική Ευρώπη.
  • Μια πολύ προσεκτική παρουσίαση των δυσοίωνων προβλέψεων για τους μελλοντικούς ρυθμούς ανάπτυξης της αμερικανικής οικονομίας του καθηγητή Ρόμπερτ Γκόρντον.
  • Ο τόμος ολοκληρώνεται με μια συζήτηση της δουλειάς του καθηγητή Άλβιν Ροθ σχετικά με το σχεδιασμό οιονεί αγορών εκεί όπου αγορές δεν υπάρχουν.

Αυτά είναι τα κείμενα του τόμου. Σε αντίθεση με αρκετούς που επικαλούνται συγγραφείς χωρίς να τους έχουν διαβάσει, ο Αναγνωστόπουλος είναι άνθρωπος που μπορεί να εμπιστευθεί κανείς. Έχει διαβάσει εξονυχιστικά και έχει «αποστάξει» τους συγραφείς που παρουσιάζει. Και δεν του αρκεί αυτό. Πριν καν πλησιάσει στον υπολογιστή του έχει ήδη ελέγξει και τη σχετική με το έργο τους βιβλιογραφία.

Αν μου επιτραπεί να εκφράσω προσωπικές προτιμήσεις θα συνιστούσα στον αναγνώστη να διαβάσει το κείμενο για τον Κάνεμαν και την παρουσίαση του έργου του Πικεττύ. Ιδεατά θα ήταν ευκταίο να διαβάσει κανείς τα ίδια τα βιβλία: το Σκέψη αργή και γρήγορη (ιδίως το τέταρτο μέρος του βιβλίου όπου εκτίθεται η prospect theory) και Το κεφάλαιο τον 21ο αιώνα. Αν όμως ο αναγνώστης δεν μπορεί να διαθέσει τον χρόνο που χρειάζεται για κάτι τέτοιο, θα τον παρότρυνα να διαβάσει τα σχετικά κείμενα του Αναγνωστόπουλου. Είναι έξοχες και ακριβείς συνόψεις για το τι λένε οι άνθρωποι. Διαβάζοντάς τις θα έχετε μια σαφή εικόνα περί τίνος πρόκειται.

 

 

 

ΚΙΝΗΤΡΑ ΚΑΙ ΟΡΘΟΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ

Ας έρθω τώρα στο κύριο θέμα που ενοποιεί το βιβλίο του Αναγνωστόπουλου. Τα πρώτα πέντε από τα οκτώ κείμενα που περιλαμβάνονται στον τόμο αναφέρονται με αυτόν ή τον άλλο τρόπο στα θέματα τα οποία απασχολούν εδώ και δεκαετίες το συγγραφέα τους: τα κίνητρα που διέπουν τις ανθρώπινες αποφάσεις και η έννοια της ορθολογικότητας. Αξίζει να επιμείνω για λίγο στα θέματα αυτά και να θέσω τα ζητήματα που εγείρονται (τουλάχιστον όπως εγώ τα αντιλαμβάνομαι).

Η θεωρία της χρησιμότητας και ο ορισμός της ορθολογικότητας που κυριαρχούν σήμερα σε όλα τα τμήματα των οικονομικών του κόσμου είναι, όντως, η αχίλλειος πτέρνα των νεοκλασικών οικονομικών. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται τόσο στο ότι η θεωρία υποθέτει στενά ιδιοτελή ανθρώπινη συμπεριφορά (μολονότι συνήθως αυτό κάνει). Η συνάρτηση χρησιμότητας μπορεί να περιλαμβάνει στοιχεία αλτρουισμού χωρίς καταστροφικές συνέπειες για τη θεωρία. Το πρόβλημα είναι η ίδια η κατασκευή της θεωρίας και τα γνωσιολογικά, υπολογιστικά και ψυχολογικά προαπαιτούμενα που προϋποθέτει.

Ας μην παρεξηγούμαστε. Η θεωρία της χρησιμότητας είναι ένα διανοητικό κομψοτέχνημα. Οδηγεί σε ρωμαλέα συμπεράσματα. Συστηματοποιεί τη σκέψη μας και μας απαλλάσει από ωραιοποιήσεις σχετικά με το ποια είναι τα κίνητρα της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Το δε μαθηματικό υπόβαθρο που τη στηρίζει είναι σοκ και δέος. Φέρνει τη σφραγίδα ονομάτων που τα προφέρει κανείς με χαμηλόφωνο σεβασμό (Janos Von Neumann –ίσως του σπουδαιότερου μαθηματικού του 20ού αιώνα– ας πούμε). Παρά ταύτα, η θεωρία έχει ένα θανάσιμο πρόβλημα: δεν έχει καμιά σχέση με πραγματικούς ανθρώπους. Δεν είναι μια θεμιτή απλοποίηση (όλες οι θεωρίες περιέχουν απλοποιήσεις). Είναι μια καθαρή εξιδανίκευση.

Φαντασθείτε ένα φοιτητή των οικονομικών που καταλαβαίνει τι διαβάζει και δεν χάφτει αδιαμαρτύρητα ό,τι του προτείνεται. Τι βλέπει ο φοιτητής μας μπροστά του σχετικά με τις υποθέσεις που υπάρχουν πίσω από τη θεωρία για τον καταναλωτή: completeness assumption, transitivity assumption, time in variance, continuity assumption. Αυτά πριν καν μπει το στοιχείο της αβεβαιότητας στο παιχνίδι. Τι σημαίνουν σε απλά ελληνικά αυτά; Χωρίς καμιά πρόθεση να φτιάξω μια καρικατούρα, αυτά σημαίνουν ότι ο μέσος άνθρωπος υποτίθεται ότι: α) Ξέρει ακριβώς τι του γίνεται και –ειδικότερα– ξέρει ακριβώς όλες τις πιθανές εναλλακτικές λύσεις που έχει μπροστά του όποτε καλείται να πάρει μιαν απόφαση. β) Ξέρει ακριβώς –μα ακριβώς– τι θέλει. γ) Η ιεραρχία των προτιμήσεών του είναι χαραγμένη στο τσιμέντο, είναι απόλυτα συνεπής σε αυτήν, δεν την αλλάζει και δεν μαθαίνει. Τα ξέρει ήδη όλα.

Ο φοιτητής μας (που, ας θυμηθούμε, είναι τζαναμπέτης) σκέφτεται ότι δεν υπάρχει τέτοιος άνθρωπος στον κόσμο. Στο σεμινάριο όμως βρίσκεται υπό πίεση: «δηλαδή υποθέτεις ότι οι άνθρωποι είναι παράλογοι»; τον ρωτάνε. Σε σύγκριση με τον ολύμπιο ορθολογικό άνθρωπο, φυσικά, είμαστε όλοι μας για δέσιμο. Αλλά δεν είναι αυτή η θεμιτή σύγκριση.

Παράλογοι δεν είμαστε. Είμαστε απλώς περιορισμένα όντα. Κάνουμε αυτά που μπορούμε. Κανένας μας δεν ξέρει ακριβώς τι του γίνεται. Στο μυαλό μας έχουμε σκίτσα, όχι ολοκληρωμένους πίνακες. Κανένας μας δεν ξέρει όλες τις πιθανές εναλλακτικές λύσεις που έχει μπροστά του (και αν τις ήξερε δεν θα μπορούσε να τις διαχειριστεί). Διαχειριζόμαστε ένα περιορισμένο αριθμό εναλλακτικών δυνατοτήτων. Δεν ξέρουμε με αναμφίβολο και απαράλλακτο τρόπο τι θέλουμε.Και δεν αναζητούμε την άριστη λύση. Μας αρκεί μια καλή λύση. Αυτό ήταν το «ζουμί» των πρώτων κεφαλαίων του βιβλίου Administrativebehavior του H. Simon.  Ήταν δροσερό αεράκι όταν το διάβασα πριν από δεκαετίες.

Δροσερό αεράκι ήταν και το περίφημο άρθρο “Choices, Values and Frames” των Κάνεμαν και Τβέρσκι όταν –πριν από χρόνια– μου έπεσε στα χέρια. Η επιχειρηματολογία τους ήταν πολύ χονδρικά η εξής: οι άνθρωποι αντιμετωπίζουμε την κάθε κατάσταση ξεχωριστά όπως αυτή ανακύπτει. Η απόφασή μας να κάνουμε ή να μην κάνουμε μια κίνηση εξαρτάται από το αν περιμένουμε να ωφεληθούμε ή να χάσουμε από αυτή σε σχέση με ένα σημείο αναφοράς που είναι συνήθως (όχι πάντα) η παρούσα μας κατάσταση. Εκείνο που μας ενδιαφέρει είναι οι αλλαγές στην παρούσα κατάστασή μας, όχι κάποιος ισολογισμός με τη συνολική αξία της περιουσιακής μας θέσης. Μας βαραίνει περισσότερο να χάσουμε κάτι που έχουμε παρά η προοπτική να κερδίσουμε. Η προοπτική να κερδίσουμε πρέπει να είναι πολύ δελεαστική για να διακινδυνεύσουμε να χάσουμε κάτι που έχουμε. Οι υπολογισμοί μας για το ποιες είναι οι πιθανότητές μας για ένα ευνοϊκό αποτέλεσμα είναι συχνά λάθος (ο Κάνεμαν παραθέτει δεκάδες πηγές λαθών). Επηρεαζόμαστε από τα συμφραζόμενα (π.χ. από τον τρόπο με τον οποίο διατυπώνονται οι επιλογές μας) ενώ –«θεωρητικά»– δεν θα «έπρεπε». Και φυσικά δεν είμαστε πάντα συνεπείς στις επιλογές μας. Ακόμη χειρότερα, δεν είναι σαφές αν οι αντιφατικές μας προτιμήσεις οφείλονται σε ασυνέπεια ή στο ότι μάθαμε και αλλάξαμε γώμη.

Κάθε φράση των παραπάνω δύο παραγράφων αποκλίνει από τη θεωρία της ορθολογικής επιλογής. Παρά ταύτα, αν ορίσουμε την ορθολογικότητα με πολύ ευρύτερο τρόπο, οι άνθρωποι δεν είμαστε γενικώς παράλογοι. Το πλείστο των οικονομικά ενδιαφερουσών αποφάσεών μας αντανακλούν το τρίπτυχο σκοποί-μέσα-υπολογισμοί. Βάζουμε στόχους και υπολογίζουμε (σωστά ή λάθος) πώς θα χρησιμοποιήσμε τις δυνατότητές μας για να τους πετύχουμε.

Θα ρωτήσει κανείς: αυτή η ευρεία έννοια της ορθολογικότητας τι αφήνει απ’ έξω; Κατ’ αρχήν τα τυχαία καπρίτσια και τις εμπλοκές που εμποδίζουν την ενεργοποίηση της «αργής» και μεθοδικής σκέψης για την οποία μιλάει ο Κάνεμαν. Αυτό δεν σημαίνει ότι τυχαία καπρίτσια και εμπλοκές δεν υπάρχουν. Σημαίνει μια μέθοδο σκέψης την οποία, τουλάχιστον εγώ, έχω εκπαιδεύσει τον εαυτό μου να ακολουθεί. Όταν θέλω να ερμηνεύσω πράξεις ανθρώπων, ομάδων, επιχειρήσεων, κομμάτων ξεκινώ με μια defaultoption: ότι οι πράξεις αυτές γίνονται για κάποιο λόγο, υπηρετούν κάποιο στόχο και καλούμαι να μαντέψω ποιος είναι αυτός. Ο στόχος μπορεί να υπηρετείται με λάθος τρόπο, αλλά υπάρχει. Μόνον αν βρεθώ σε πλήρη αδυναμία να φανταστώ κάτι εύλογο καταφεύγω σε υποθέσεις για καπρίτσια ή σε ψυχολογίζουσες, κοινωνιολογίζουσες ή ιδεολογίζουσες ερμηνείες. Αυτά είναι τεμπέλικη σκέψη και συχνά εκφυλίζονται σε απλή φλυαρία.

Γιατί αυτή η μεθοδολογική βαβούρα; Γιατί θέλω να αποφύγω το σφάλμα της υποτίμησης της νοημοσύνης του άλλου. Είναι μια από τις συχνότερες πηγές καταστροφικών λαθών εκτίμησης. Το ότι ο άλλος είναι χαζός ή βραχυκυκλωμένος δεν μπορεί να είναι η default option.

 

 

 

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Θα κλείσω με κάποιες προειδοποιήσεις προς τον αναγνώστη. Οι συγγραφείς που παρουσιάζει ο Αναγνωστόπουλος δεν έχουν γράψει όσα έχουν γράψει με σημείο αναφοράς την Ελλάδα. Για εμάς όμως, το σημείο αναφοράς δεν μπορεί να είναι άλλο από την Ελλάδα. Και στην Ελλάδα έχουμε την τάση να μεταφέρουμε αυτούσια σκέψεις που έχουν διατυπωθεί για άλλες χώρες και άλλα περιβάλλοντα. Θα αδικήσουμε τον Αναγνωστόπουλο αν κάνουμε κάτι τέτοιο με το βιβλίο του. Θα γίνει σαφές τι εννοώ μέσα από τις παρακάτω παρατηρήσεις.

Ο Κ.Π. Αναγνωστόπουλος έχει δίκιο όταν λέει ότι υπάρχουν κάποιοι που ανακάλυψαν πρόσφατα τις αρετές της αγοράς (ενώ θα έπρεπε να τις ξέρουν εδώ και καιρό) και θεωρούν ότι αυτό είναι το κλειδί που ανοίγει όλες τις πόρτες. Θα τους ζητούσα να σκεφτούν καλά πόσο άνετα θα νιώθανε σε μια χώρα χωρίς ισχυρή κρατική παρουσία στον τομέα της ιατρικής περίθαλψης (δηλαδή εκεί όπου η ζήτηση για ιατρικές υπηρεσίες προσδιορίζεται στην ουσία από τους ίδιους τους παρόχους των υπηρεσιών αυτών). Νομίζω ότι η σκέψη τούτη αρκεί. Δεν με προβληματίζουν ιδιαίτερα αυτοί. Με προβληματίζουν παραπάνω τα παιδιά που έχω μποροστά μου στις πανεπιστημιακές αίθουσες. Αποτελεσματικότητα, αναγκαιότητα, problem solving ability δεν υπάρχουν ούτε καν ως έννοιες στο μυαλό των περισσότερων από τα παιδιά αυτά. Στόχους –βεβαίως– βάζουν και τους επιδιώκουν με ρεαλισμό αλλά  το κάνουν σε πείσμα των κλισέ που έχουν στο μυαλό τους. Σκέφτονται αποκλειστικά με όρους δίκαιο - άδικο. Αλλά η έννοια της Δικαιοσύνης που έχουν στο μυαλό τους δεν διέπεται από κριτήρια (όπως το ότι δυο μέτρα - δυο σταθμά δεν είναι δικαιοσύνη). Δικαιοσύνη είναι είτε αυτό που τους συμφέρει είτε τα κλισέ που έχουν στο κεφάλι τους. Στην πρώτη περίπτωση, τόνοι ηθικολογίας συγκαλύπτουν απίθανη ιδιοτέλεια. Καλό είναι η ιδιοτέλεια να βγεί στο ξέφωτο. Θα συνεννοούμαστε καλύτερα άμα συμβεί αυτό. Στη δεύτερη περίπτωση, τα κλισέ που έχουν στο μυαλό τους είναι βαρίδι. Η έξωθεν επιβαλλόμενη πολιτική ορθότητα σκιάζει την κρίση τους. Τούτων δοθέντων, οτιδήποτε αποκαθιστά έννοιες όπως ορθολογικότητα (όπως και αν την ορίσουμε), αποτελεσματικότητα, αναγκαιότητα είναι ευπρόσδεκτο.

Παρόμοιες σκέψεις κάνω και για το βιβλίο του Πικεττύ. Ο Πικεττύ δείχνει ότι τα τελευταία 40 χρόνια η ανισότητα ως προς τη διανομή του εισοδήματος στις ΗΠΑ και δευτερευόντως στη Βρετανία αυξάνεται σκανδαλωδώς. Στη Βόρεια Ευρώπη η τάση αύξησης της ανισότητας ως προς το εισόδημα δεν είναι τόσο έντονη αλλά η τάση της ανισότητας στη διανομή του πλούτου είναι. Αυτά είναι μακροχρόνιες τάσεις. Τι συμβαίνει στην Ελλάδα; Σύμφωνα με τις μετρήσεις των Ματσαγγάνη, Μητράκου, Τσακλόγλου, οι δείκτες της ανισότητας ως προς το εισόδημα κατέγραψαν την ακόλουθη πορεία: μεταξύ 1974 και 1982 σημειώθηκε μεγάλη μείωση της ανισότητας, στο διάστημα 1982-2000 η ανισότητα έμεινε στάσιμη, μεταξύ 2000 και 2008 οι δείκτες δείχνουν κάποια νέα μείωση. Στην πρώτη πρώτη φάση της κρίσης οι πλούσιοι έχασαν παραπάνω από τους φτωχούς. Από το 2011 όμως οι δείκτες της ανισότητας έχουν εκτοξευθεί στα ουράνια. Το συμπέρασμα είναι ότι η αύξηση της ανισότητας είναι προϊόν της ανεργίας και της κρίσης, δεν είναι μακροχρόνια τάση. Συνεπώς, η απόλυτη προτεραιότητα για εμάς είναι να βγούμε από το λαγούμι. Και αυτό απλώς δεν θα γίνει χωρίς αναβίωση των ιδιωτικών επενδύσεων. Αυτή είναι η προτεραιότητά μας τώρα. Αύριο, θα δούμε.

 

 

 

 

 

Χρυσάφης Ιορδάνογλου

Επίκουρος καθηγητής οικονομικής ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Βιβλία του: Γερνώντας μαζί με την Τρίτη ελληνική δημοκρατία (2002), Κράτος και ομάδες συμφερόντων (2013). Ετοιμάζεται η τρίτομη εργασία του, Μετεμφυλιακή Οικονομική Ιστορία της Ελλάδας.

 

 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά