Τετάρτη, 07 Σεπτεμβρίου 2016

Από τη Σιβηρία στο Ράβενσμπρουκ: η εμπειρία της διπλής εκτόπισης

Κατηγορία Ιστορία
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Μαρτυρία Ιστορία
Πορτρέτο της Μαργκαρέτε Μπούμπερ-Νόυμαν με μολύβι. Από το 1938 ώς το 1940, έζησε έγκλειστη στο σοβιετικό στρατόπεδο της Καραγκάντα, στο Καζακστάν. Αμέσως μετά παραδόθηκε στους Γερμανούς, για να οδηγηθεί στο γυναικείο στρατόπεδο Ράβενσπρουκ, το οποίο επίσης μετατράπηκε σε στρατόπεδο θανάτου μετά την απελευθέρωση του Άουσβιτς. Ήταν τυχερή και ανθεκτική, γι’ αυτό επέζησε. J. Burlinson Πορτρέτο της Μαργκαρέτε Μπούμπερ-Νόυμαν με μολύβι. Από το 1938 ώς το 1940, έζησε έγκλειστη στο σοβιετικό στρατόπεδο της Καραγκάντα, στο Καζακστάν. Αμέσως μετά παραδόθηκε στους Γερμανούς, για να οδηγηθεί στο γυναικείο στρατόπεδο Ράβενσπρουκ, το οποίο επίσης μετατράπηκε σε στρατόπεδο θανάτου μετά την απελευθέρωση του Άουσβιτς. Ήταν τυχερή και ανθεκτική, γι’ αυτό επέζησε. J. Burlinson J. Burlinson

MargareteBuber-Neumann, Mίλενα από την Πράγα, μετάφραση από τα γερμανικά: Τούλα Σιετή, επιμέλεια: Μίνα Πατεράκη-Γαρέφη,  επίμετρο - βιογραφικά σημειώματα – ευρετήρια: Αδριανή Δημακοπούλου, Κίχλη και Τα Πράγματα, Αθήνα 2015  

Έγκλειστη για δύο χρόνια (από το 1938 ώς το 1940) στο σοβιετικό στρατόπεδο της Καραγκάντα, στο Καζακστάν, η Μαργκαρέτε Μπούμπερ-Νόυμαν θα παραδοθεί μετά το σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότωφ στους ναζί, οι οποίοι θα την εκτοπίσουν στο γυναικείο στρατόπεδο του Ράβενσμπρουκ, σε γερμανικό έδαφος, όπου και θα παραμείνει ώς την απελευθέρωση. Εκεί γνώρισε και τη Μίλενα, αγαπημένη του Φραντς Κάφκα, που δεν κατάφερε να επιβιώσει – και ο καμβάς της ζωής της είναι το βασικό κίνητρο του βιβλίου που, έστω και με καθυστέρηση, συμπληρώνει ένα ουσιαστικό βιβλιογραφικό κενό της στρατοπεδικής λογοτεχνίας στα ελληνικά. Αναδημοσίευση από το τεύχος 66 του Books' Journal, Μάιος 2017.

 

Η γοητευτική προσωπικότητα της Μίλενα Γιέσενσκα και η τόσο θλιβερή ιστορία της ξεδιπλώνεται στις σελίδες του βιβλίου της Μαργκαρέτε Μπούμπερ-Νόυμαν, βιβλίου που μετέχει πολλών ειδών: είναι κατ’ αρχάς βιογραφία ενός προσώπου, με το οποίο όμως η συγγραφέας συνδέθηκε στενά, άρα και  μαρτυρία για τη βαθιά αυτή φιλία, στις παρυφές του έρωτα. Είναι συγχρόνως μαρτυρία για το στρατόπεδο γυναικών του Ράβενσμπρουκ. Τέλος, εγγράφεται και στη στρατοπεδική λογοτεχνία. Ο τόπος της συνάντησης των δύο γυναικών, της Μαργκαρέτε Μπούμπερ Νόυμαν, 39 ετών, χήρας του στελέχους του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας Χάιντς Νόυμαν, θύματος των σταλινικών εκκαθαρίσεων, και της Μίλενα Γιέσενσκα, 44 ετών, τσέχας διανοούμενης και δημοσιογράφου, διαγραμμένης από το Κομμουνιστικό Κόμμα Τσεχοσλοβακίας, είναι το ναζιστικό στρατόπεδο γυναικών του Ράβενσμπρoυκ.

 

 

 

Το στρατόπεδο του Ράβενσμπρουκ

Το στρατόπεδο του Ράβενσμπρoυκ είναι και ο τόπος όπου διαδραματίζεται το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας που η Μαργκαρέτε Μπούμπερ-Νόυμαν θα αφηγηθεί. Εκεί αρχίζει η ιστορία, με τη συνάντηση των δύο γυναικών τον Οκτώβριο του 1940, και εκεί κλείνει, με τον τραγικό θάνατο της Μίλενα από κακουχίες και ασθένεια το 1944. Το Ράβενσμπρουκ είναι το πλαίσιο, ο κατ’ εξοχήν τόπος, που δίνει τη σφραγίδα του σε όλο το βιβλίο.

Πρόκειται για το κατ’ εξοχήν ναζιστικό στρατόπεδο κράτησης γυναικών, πολιτικών κρατουμένων (που δεν αποτελούσαν την πλειονότητα), πολλών ποινικών,  και κυρίως γυναικών που δεν γνώριζαν καν γιατί βρίσκονταν εκεί, αλλά είχαν πιαστεί στη μέγγενη της ιστορίας και του ναζιστικού παραλογισμού. Στο Ράβενσμπρουκ εκτοπίστηκαν περίπου 123.000 γυναίκες από 18 χώρες, μεταξύ των οποίων Πολωνίδες, Γερμανίδες, Γαλλίδες, Εβραίες από διάφορες χώρες, Τσιγγάνες, και 121 Ελληνίδες, ενώ έχασαν τη ζωή τους  εκεί γύρω στις 25.000-26.000[1]. Πολλές από αυτές έφτασαν στον θάλαμο αερίων ως πάσχουσες από υποτιθέμενες «ανίατες ασθένειες» την τελευταία περίοδο του στρατοπέδου, όταν λειτούργησαν θάλαμοι αερίων (Ιαν.-Μάιος 1945). Και η Μίλενα έσωσε όσες μπόρεσε την εποχή που ήταν υπεύθυνη γι’ αυτές, πράξη αντίστασης εντός του στρατοπέδου. Υπήρχαν και οι γυναίκες μάρτυρες του Ιεχωβά, τις οποίες η συγγραφέας θα γνώριζε πολύ καλά, γιατί για ένα διάστημα ήταν υπεύθυνη στο Μπλοκ τους (blockalteste). «Το βασίλειο της τάξης», τιτλοφορεί το σχετικό της κεφάλαιο στο πρώτο της βιβλίο, Εκτοπισμένη στο Ράβενσμπρoυκ [2], όπου περιγράφει τον ψυχαναγκασμό με την τάξη και την καθαριότητα αυτών των γυναικών, σε σημείο που γράφει ότι «νοσταλγεί» τη βρώμα και την αθλιότητα του σταλινικού στρατοπέδου.        

Οι θάλαμοι αερίων θα λειτουργήσουν στο Ράβενσμπρουκ την εντελώς τελευταία περίοδο, από τον Ιανουάριο ώς τον Απρίλιο του 1945 (δηλαδή κατά την απελευθέρωση του στρατοπέδου). Θυμίζω ότι η απελευθέρωση του Άουσβιτς έγινε στις 27 Ιανουαρίου 1945, άρα άλλα στρατόπεδα αναλαμβάνουν το έργο της εξόντωσης σε θαλάμους αερίων Εβραίων που έχουν απομείνει αλλά και άλλων κρατουμένων. Οι τελευταίοι μήνες του Ράβενσμπρουκ είναι λοιπόν ακόμη εφιαλτικότεροι, καθώς μετατρέπεται σε στρατόπεδο εξοντώσεως με διαλογές και θαλάμους αερίων. Διότι βεβαίως οι κακουχίες και η άθλια ζωή δολοφονούσαν αθρόα και πριν τις κρατούμενες. Και αυτά όλα περνούν μέσα από το βιβλίο, συνδεδεμένα πάντα με προσωπικές ιστορίες, μια ολόκληρη μικροϊστορία του στρατοπέδου. 

        

 

Οι άλλοι τόποι του βιβλίου

Οι άλλοι τόποι της μεσοπολεμικής Mitteleuropa, που πρωταγωνιστούν στην αφήγηση των νεανικών χρόνων της Μίλενα στα φλας μπακ της ιστορίας, είναι βέβαια πρωτίστως η Πράγα («Μίλενα από την Πράγα» συστήνεται στην πρώτη τους συνάντηση και στην ελληνική έκδοση η φράση αυτή γίνεται ο τίτλος του βιβλίου [3]), η Πράγα της Μίλενα, λοιπόν, μεταφράστριας στα τσεχικά αλλά και αγαπημένης του Φραντς Κάφκα, ο οποίος στέλνει στη Μίλενα τις περίφημες επιστολές, από τις οποίες και ήταν γνωστή [4], αλλά και πολλών άλλων Τσέχων και Κεντροευρωπαίων, Εβραίων και μη, διανοουμένων και κομμουνιστών στις δεκαετίες του 1920 και του 1930. Η Πράγα της ναζιστικής Κατοχής, όπου η Μίλενα θα δραστηριοποιηθεί στην Αντίσταση, γεγονός που θα της στοιχίσει και τη σύλληψη και την εκτόπισή της στο στρατόπεδο. Αλλά και η προπολεμική Βιέννη, στην καρδιά κι αυτή της Μεσευρώπης, είναι επίσης τόπος του έργου όταν αφηγείται τη ζωή της Μίλενα πριν από το στρατόπεδο. Και το Μεράνο όπου θα ζήσει τις τέσσερις μοναδικές ευτυχισμένες μέρες της κοινής ζωής της με τον Κάφκα το 1920. 

Η συγγραφέας

Η Μίλενα δεν είναι το πρώτο βιβλίο που θα γράψει η Μαργκαρέτε Μπούμπερ Νόυμαν[5] αναφερόμενη στα στρατόπεδα, καθώς, ζώντας επτά χρόνια σε στρατόπεδα, η εμπειρία αυτή σφράγισε τη ζωή της. Έγκλειστη για δύο χρόνια (από το 1938 ώς το 1940) στο σοβιετικό στρατόπεδο της Καραγκάντα, στο Καζακστάν, θα παραδοθεί μετά το σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότωφ –που έκανε τις καρδιές εκατοντάδων χιλιάδων κομμουνιστών και αγωνιστών σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες να παγώσουν– στους ναζί, οι οποίοι θα την εκτοπίσουν στο γυναικείο στρατόπεδο του Ράβενσμπρουκ, σε γερμανικό έδαφος, όπου και θα παραμείνει ώς την απελευθέρωση. Η παράδοση αυτή στη γέφυρα του Μπρεστ Λιτόφσκ είναι από μόνη της κινηματογραφική: η φάλαγγα των γερμανών κομμουνιστών που είχαν καταφύγει στη Σοβιετική Ένωση παραδίδεται από την NKVDστην Γκεστάπο. «Με παραδίδουν στη  Γκεστάπο», είναι ο τίτλος ενός από τα τελευταία της κεφάλαια στον τόμο Εκτοπισμένη στη Σιβηρία[6] .

Κατά τεράστια ειρωνεία της τύχης και της ιστορίας, η επιστροφή στην πατρίδα, ό,τι δηλαδή ονειρεύεται κάθε εκτοπισμένος, για τη Μαργκαρέτε δεν θα είναι συνώνυμη της ελευθερίας, αλλά ενός νέου εγκλεισμού, που θα διαρκέσει 5 χρόνια, από το 1940 μέχρι την απελευθέρωση του στρατοπέδου τον Απρίλιο του 1945.

Για την ακρίβεια, την απελευθερώνουν λίγες εβδομάδες πριν, με μια ομάδα 50 «βετεράνων», οπότε εκείνη ξεκινά να διασχίσει  τη ρημαγμένη Γερμανία για να φτάσει στο χωριό του παππού της, στη Βαυαρία, από ασυγκράτητη λαχτάρα αλλά και από φόβο μήπως το στρατόπεδο απελευθερωθεί από τους Ρώσους. Πρώτα πεζή, στο μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής μ’ ένα ποδήλατο, πολύτιμο δώρο που της χάρισαν γάλλοι εκτοπισμένοι, για λίγο επιβαίνει σ’ ένα τραίνο, και πάλι με το ποδήλατο, ώσπου εξουθενωμένη να φτάσει στο χωριό Τhierstein, τρέμοντας ότι το σπίτι έχει καεί κι ότι δεν θα βρει κανέναν. Κι όμως: ένα από τα ελάχιστα σπίτια που δεν έχουν καεί είναι του παππού της, και την υποδέχονται ζωντανές η γερασμένη μητέρα της, η αδελφή της, ο γαμπρός της και τα παιδιά τους. Η τελευταία φράση του βιβλίου της Εκτοπισμένη στο Ράβενσμπρουκ είναι αυτή που προφέρει η εμβρόντητη μητέρα της: «Στ’ αλήθεια γύρισε; Στ’ αλήθεια γύρισε;».[7] 

 

 

 

Το πρώτο βιβλίο

Η διπλή θητεία στα σταλινικά και στα ναζιστικά στρατόπεδα βρίσκεται στην αφετηρία του πρώτου της βιβλίου, Φυλακισμένη του Στάλιν και του Χίτλερ. ΄Ενας κόσμος στο σκοτάδι, που θα γράψει μετά την απελευθέρωσή της. Το βιβλίο αυτό πρέπει να γραφτεί αμέσως: είναι η υπόσχεσή της στη Μίλενα, είναι το βιβλίο τους, που εκείνη της είχε πει ότι θα έγραφαν μαζί για τα σοβιετικά και τα ναζιστικά στρατόπεδα  και θα λεγότανHεποχή των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Απίστευτα θαρραλέο το διάβημα, την επομένη της απελευθέρωσης από τον ναζιστικό ζυγό και της νίκης των συμμάχων, όταν η Αντίσταση και η Σοβιετική Ένωση χαίρουν τεράστιας αίγλης, το τολμά μόνη της πια η Μαργκαρέτε. Αυτό όμως είναι το πλήρες νόημα του εγχειρήματος.

Κι εδώ θέλω να σταθώ στην ιδαιτερότητα της εμπειρίας της. Πέρα από το γεγονός ότι βίωσε και τα δύο στρατόπεδα, το σταλινικό και το ναζιστικό, στον πυρήνα του στρατοπεδικού της εγκλεισμού, βρίσκεται το απόλυτο παράλογο. Όταν θα δολοφονήσουν το σύντροφό της Χάιντς Νόυμαν, Γερμανοεβραίο, ηγετικό στέλεχος του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος,  στη Μόσχα όπου έχει καταφύγει μαζί της από το 1935, και λίγο μετά θα εγκλείσουν και την ίδια στο στρατόπεδο της Καραγκάντα, στη Σιβηρία, η Μαργκαρέτε δεν τρέφει πια καμιά ψευδαίσθηση γύρω από τον ολοκληρωτικό χαρακτήρα του κομμουνιστικού καθεστώτος. Έζησε με τον χειρότερο τρόπο τη διάψευση, αυτή, που για να ακολουθήσει τον Νόυμαν, έχασε την επιμέλεια των δύο θυγατέρων της από τον πρώτο γάμο (με το γιο του γερμανοεβραίου φιλοσόφου Μπούμπερ). Στη Δύση, μεγάλο μέρος των διανοουμένων δεν είχε ακόμη συνειδητοποιήσει ή εθελοτυφλούσε και δεν ήθελε να παραδεχτεί τι συνέβαινε ήδη από τη δεκαετία του 1930 στη Σοβιετική Ένωση.   

Όταν λοιπόν θα βρισκόταν πολιτική κρατούμενη στο Ράβενσμπρουκ, έχει πάψει προ πολλού να είναι κομμουνίστρια. Δεν εμφορούνταν από τη δύναμη των αντιστασιακών που πιστεύουν ακόμη φανατικά στην κομμουνιστική ιδεολογία και οι οποίοι είναι αιχμάλωτοι γι’ αυτό το λόγο (βλέπε τους κομμουνιστές και αντιστασιακούς κρατούμενους στο  έργο του Χόρχε Σεμπρούν για το Μπούχενβαλντ). Κι όμως, είναι φυλακισμένη. Αυτό εξάλλου θα της στοιχίσει το χαρακτηρισμό της «τροτσκίστριας» από τις κομμουνίστριες του στρατοπέδου. Οι τσέχες συντρόφισσες θα εκβιάσουν τη Μίλενα, ζητώντας της να διαλέξει ανάμεσα σ’ αυτές και στη Μαργκαρέτε. Κι εκείνη θα διαλέξει τη Μαργκαρέτε, την απόβλητη. Όλα αυτά κάνουν την εμπειρία της μοναδική.

 

 

 

Διπλό χρέος

Για τη Μαργκαρέτε, όταν πια επιστρέφει στην ελεύθερη ζωή, το χρέος είναι διπλό, να μαρτυρήσει και για τα δύο στρατόπεδα που γνώρισε, και σ’ αυτό στρατεύεται, και με το πρώτο της βιβλίο, αλλά και με την παρουσία της ως μάρτυρας σε πολύκροτες δίκες. Στη Στοκχόλμη της Σουηδίας, όπου ζει και εργάζεται, αφού απέτυχε να βρει δουλειά στη Γερμανία[8], γράφει το βιβλίο, εκεί και θα πρωτοεκδοθεί το 1946 στη σουηδική του μετάφραση, και το 1949 θα εκδοθεί το γερμανικό πρωτότυπο στο Μόναχο. Θα ακολουθήσουν αμέσως μεταφράσεις στη Γαλλία, στην Αγγλία και στις ΗΠΑ, και αργότερα σε δέκα άλλες γλώσσες, αλλού ολόκληρου του βιβλίου και αλλού του ενός μόνο τόμου, συνήθως του πρώτου για το σταλινικό στρατόπεδο, προς απόδειξη της φρίκης του γκουλάγκ. Έτσι στη Γαλλία θα βγει πολύ νωρίς μόνο ο πρώτος τόμος, το 1949. Το έργο της Μπούμπερ Νόυμαν, όπως το είχε φανταστεί ήδη η Μίλενα, είχε στον πυρήνα του την ιδιαιτερότητα της προοπτικής του: τα στρατόπεδα των δύο ολοκληρωτισμών μέσα από την εμπειρία μιας γυναίκας που έζησε και τα δύο. Το γεγονός πως, σε διάφορες χώρες, τα δύο μέρη του βιβλίου εκδόθηκαν χωριστά, σε άλλες χρονολογίες, ή μόνο το ένα, όπως στην Ελλάδα[9], στερούν από το βιβλίο την προβληματική του.

Και στη Γαλλία όμως εκδίδεται πρώτα ο τόμος για τη Σιβηρία το 1949, αμέσως μετά την έκδοση του γερμανικού πρωτοτύπου (1949). Στο πλαίσιο των δικών Ρουσσέ και Κραβτσένκο γίνεται ένα σημαντικό ντοκουμέντο. «Είκοσι χρόνια πριν από το Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ του Σολτζενίτσιν, το έργο της Μαργκαρέτε Μπούμπερ Νόυμαν, Φυλακισμένη του Στάλιν και του Χίτλερ, και οι καταθέσεις της, στο Παρίσι, στις δίκες Κραβτσένκο και Ρουσσέ, εγκαινίασαν στη Δύση τη συζήτηση γύρω από τις ομοιότητες των δύο μεγάλων ολοκληρωτικών συστημάτων του 20ού αιώνα», γράφει στον πρόλογό της η JudithBuberAgassi.[10]

Ο δεύτερος τόμος της, για το ναζιστικό Ράβενσμπρουκ, θα εκδοθεί στη Γαλλία πολύ αργότερα, το 1988, δύο χρόνια μετά την έκδοση της Μίλενα στα γαλλικά (1986) και από τον ίδιο μεταφραστή, τον Αλαίν Μπροσσά. Και πράγματι, τα δύο βιβλία, το Εκτοπισμένη στο Ράβενσμπρουκ και η Μίλενα συνδέονται στενά, μόνο που στο δεύτερο η Μίλενα αποκτά κεντρική θέση.

 

 

 

Οι δίκες στη Γαλλία

Μπούμπερ-Νόυμαν έχει γίνει γνωστή ως μάρτυρας υπεράσπισης πρώτα στο πλαίσιο της δίκης του Κραβτσένκο εναντίον του πολιτιστικού εντύπου του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, των LettresFrançaises, στην αρχή του 1949, δίκη που υποκινεί ο συγγραφέας του Διάλεξα την ελευθερία, λόγω της συκοφαντικής εκστρατείας του γαλλικού κομμουνιστικού εντύπου[11]. Θα εμφανιστεί και στην αντίστοιχη δίκη του Νταβίντ Ρουσσέ, λίγο αργότερα. Ο Ρουσσέ έχει ήδη δημοσιεύσει, από τον Αύγουστο του 1945, το εκπληκτικό Στρατοπεδικό σύμπαν και, λίγο αργότερα (1947), τις Μέρες του θανάτου μας, από την εμπειρία εγκλεισμού του στο Μπούχενβαλντ[12]. Όταν ο Ρουσσέ πληροφορήθηκε για τα στρατόπεδα της Σοβιετικής Ένωσης, μίλησε από τους πρώτους στη Γαλλία για τους δύο ολοκληρωτισμούς και, τη δεκαετία του 1950, στρατεύθηκε στον αγώνα εναντίον των γκουλάγκ.[13] Αυτό, φυσικά, θα του στοιχίσει ανηλεή πόλεμο από το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα και συκοφαντική δυσφήμιση από τις Lettres Françaises. Η Μπούμπερ-Νόυμαν θα εμφανιστεί ως μάρτυρας και σ’ αυτή τη δίκη. Έτσι αρχίζει ο ακτιβισμός της και η στράτευση της υπόλοιπης ζωής της που την καθιστά μία από τις διαυγέστερες και πιο θαρραλέες διανοούμενες της Δύσης εκείνης της εποχής.

 

 

 

Η γνωριμία με τη Μίλενα

Για να επιστρέψω στη Μίλενα από την Πράγα: όλη η θεματική της στρατοπεδικής ζωής που αναπτύσσεται στο Ράβενσμπρουκ συναντάται ξανά στη Μίλενα. Μόνο που στο βιβλίο αυτό, εκδεδομένο το 1963, η προσωπικότητα της Μίλενα και η μεταξύ τους σχέση αποκτούν βαρύνουσα σημασία και γίνονται το κέντρο βάρους της αφήγησης. «Ευχαριστώ τη μοίρα που μ’ έστειλε στο Ράβενσμπρoυκ, γιατί εκεί συνάντησα τη Μίλενα», θα γράψει ήδη από το πρώτο της βιβλίο[14] και θα το επαναλάβει φυσικά και στη Μίλενα (Μίλενα, επίμετρο, σ. 315).  Αυτό θα μπορούσε να είναι το μότο και του βιβλίου της για τη Μίλενα, μοναδική φράση, απ’ όσο γνωρίζω, στη στρατοπεδική λογοτεχνία, όπου ο κρατούμενος θεωρεί ότι άξιζε ο εγκλεισμός του. 

Στο πρώτο βιβλίο, ένα κεφάλαιο 14 σελίδων (στη γαλλική έκδοση τσέπης) επιγράφεται «Μίλενα». Αργότερα, θα γίνει το βιβλίο των 300 σελίδων (στην ελληνική έκδοση μεγάλου σχήματος). Ο χρόνος όχι μόνο δεν έχει αμβλύνει την ανάμνηση αυτής της βιωμένης με τόση ένταση φιλίας, που γίνεται λόγος ύπαρξης εντός του στρατοπέδου και τροφοδοτεί την επιθυμία για επιβίωση, αλλά ίσως είναι αυτός που επιτρέπει στη Μαργκαρέτε να εκθέσει πια όχι λιτά και λακωνικά την ιστορία, αλλά να την ξεδιπλώσει, αφήνοντας τον απέραντο θαυμασμό της και τη λατρεία της να εκφραστούν. Και να δώσουν ένα συγκλονιστικό βιβλίο, όπου ανακαλύπτουμε την πραγματική προσωπικότητα της Μίλενα Γιέσενσκα πια, κι όχι απλώς την αποδέκτρια των επιστολών του Κάφκα. Τηρεί έτσι τη δεύτερη υπόσχεσή της προς τη Μίλενα, όταν αυτή της λέει στο στρατόπεδο λίγο πριν πεθάνει: «Ξέρω ότι τουλάχιστον εσύ δεν θα με ξεχάσεις. Μ’ εσένα θα συνεχίσω να ζω. Θα πεις στον κόσμο ποια ήμουν, θα είσαι ο επιεικής κριτής μου» (Μίλενα, σ. 303).          

Και πράγματι, έτσι είναι. Η Μαργκαρέτε διασώζει όχι μόνο την προσωπικότητα της Μίλενα και την ιστορία της, αλλά και τα γραπτά της. Μέσα στο σώμα του βιβλίου εγκιβωτίζονται μεγάλα αποσπάσματα ή και ολόκληρα άρθρα της Μίλενα Γιέσενσκα, της ακούραστης και εμπνευσμένης δημοσιογράφου και πολιτικής συντάκτριας της δεκαετίας του 1930. Έτσι έχουμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε δείγματα της γραφής της Μίλενα και να παρακολουθήσουμε τον ανατρεπτικό στοχασμό της.

Σ’ αυτά τα κείμενα εμφανίζονται πολλές άλλες γυναίκες, ένα ολόκληρο γυναικείο σύμπαν των στρατοπέδων αλλά και της ζωής έξω από αυτά, και άλλες φοβερές πτυχές του ιστορικού δράματος εκείνης της πενταετίας. Θα σταθώ σε ένα μόνο παράδειγμα: στο κεφάλαιο με τίτλο «Παναγία Ελεούσα» παρατίθεται άρθρο της Γιέσενσκα για μία εκπληκτική γυναίκα, την Μάρζκα Σμόλκοβα, που εργάστηκε άοκνα για να βοηθήσει τους Εβραίους πρόσφυγες που κατέφευγαν το 1938 στη Σλοβακία και διέμεναν σε στρατόπεδο προσφύγων.Σ’ αυτό το στρατόπεδο, η Μίλενα θα κάνει το ταξίδι μαζί της και μετά θα γράψει το άρθρο της γι’ αυτήν. Η Μαργκαρέτε πια μας πληροφορεί για το τέλος της Μάρζκα, όταν μαθαίνει τις πρώτες εκτοπίσεις Εβραίων από την Τσεχοσλοβακία για τα στρατόπεδα του θανάτου:

Ήταν οι πρώτοι από την Τσεχοσλοβακία. Την ίδια μοίρα έμελλε να έχουν έξι εκατομμύρια Εβραίοι απ’ όλη την Ευρώπη. Η Μάρζκα αντιλήφθηκε αμέσως αυτή την είδηση σε όλο της το εύρος. Έκρυψε το πρόσωπο απελπισμένη στις παλάμες της, κι έμεινε επί ώρα σιωπηλή, καθισμένη στη θέση της. Όταν ύστερα σηκώθηκε από την καρέκλα του γραφείου της, ήταν ένας άλλος άνθρωπος. Λίγες μέρες αργότερα βρέθηκε νεκρή στο κρεβάτι της. Καρδιακή προσβολή, διέγνωσε ο γιατρός… Την είχε σκοτώσει ο πόνος για το πεπρωμένο του λαού της. (Μίλενα, σ. 192)     

         

 

 

Η φιλία ως πράξη αντίστασης

Η φιλία, όμως, ακόμη και μια απλή ένδειξη συμπαράστασης, απαγορεύεται και τιμωρείται αυστηρά στο ακραίο σύμπαν των ναζιστικών στρατοπέδων, όπου όλες οι αξίες του κανονικού κόσμου καταργούνται. Η σχέση που δημιουργείται ανάμεσα στις δύο γυναίκες είναι από μόνη της μία πολύ σοβαρή υπέρβαση των κανόνων που υποκρύπτει μεγάλους κινδύνους. Είναι μια πράξη αντίστασης, μια πράξη βασισμένη στις αξίες της έξω κοινωνίας, άρα παραβιάζει κατάφωρα τον κώδικα του στρατοπέδου. Γι’ αυτό το λόγο και η Μαργκαρέτε θα τιμωρηθεί με φριχτή απομόνωση για την αποκοτιά της Μίλενα να έρθει να τη βρει στο γραφείο της, σε χώρο και σε στιγμή που δεν είχε το δικαίωμα να παρευρίσκεται. Στο «μπούνκερ» του στρατοπέδου, η Μαργκαρέτε θα ζήσει τις χειρότερες ίσως στιγμές της πολυετούς της κράτησης. Στενό κελί, κρύο, σκοτάδι, πείνα για μήνες. Όμως:

Μετά από πέντε χρόνια στρατόπεδα και φυλακές, μετά από τα δεινά της Σιβηρίας, εγώ είχα μεγαλύτερη δύναμη αντίστασης απ’ ό,τι πολλές απ’ τις αδελφές μου στη συμφορά που υπέφεραν τα ίδια στα διπλανά κελιά. Εγώ δεν φώναζα, δεν έκλαιγα, δεν χτυπούσα με τις γροθιές μου τη σιδερένια πόρτα, καταπίεζα κάθε τάση αυτολύπησης, ήθελα να επιζήσω μόνο για τη Μίλενα και χρειαζόμουν όλες μου τις δυνάμεις. (Μίλενα, σ. 277).           

Και όντως, επέζησε μέσα απ’ αυτήν την τεράστια ψυχική δύναμη και χάρη σ’ αυτόν τον λόγο ύπαρξης. Συνδέεται κι εδώ μ’ ένα μοτίβο της στρατοπεδικής λογοτεχνίας: το να λησμονείς τον εαυτό σου και να νοιάζεσαι τόσο βαθιά για έναν άλλον, είναι κι αυτό βασική συνθήκη επιβίωσης.

                            

 

 

Στον αστερισμό της στρατοπεδικής λογοτεχνίας

Εδώ θα ήθελα να διατυπώσω μια υπόθεση εργασίας: πιστεύω  πως πέρα απ’ την υπόσχεση στη Μίλενα «να πει ποια πραγματικά ήταν», η Μπούμπερ-Νόυμαν θέλει να ξαναγράψει για το στρατόπεδο. Μετά την πρώτη λαχανιαστή και λιτή  αφήγηση, με την επιτακτικότητα της μαρτυρίας και της υπόσχεσης που πρέπει να τηρήσει, θέλει να επανέλθει ξανά και να βυθιστεί στον κόσμο του Ράβενσμπρουκ για να τον ξανααφηγηθεί 18 χρόνια μετά την απελευθέρωσή της. Διαφορετικά πια, με πολύ πιο επεξεργασμένο λόγο, με άλλη ωριμότητα και με ένα οδηγητικό νήμα: τη Μίλενα. Και ενταγμένο σ’ έναν άλλο ορίζοντα υποδοχής. Σ’ αυτό της το εγχείρημα συναντιέται με τους άλλους μεγάλους συγγραφείς της στρατοπεδικής λογοτεχνίας: τον Πρίμο Λέβι, που θα επανέλθει ξανά, με την Ανακωχή το 1963, δεκαέξι χρόνια μετά το Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος. Αλλά και με τον Χόρχε Σεμπρούν που εκδίδει το 1963 το Μεγάλο ταξίδι, αλλά θα επανέλθει 18 χρόνια αργότερα με το Τι ωραία Κυριακή! και μετά ξανά και ξανά ώς το θάνατό του (ακόμη και μετά θάνατον εκδόθηκαν τα τελευταία γραπτά του με στοχασμό για τα στρατόπεδα). Και βέβαια, με την GermaineTillion, που θα ξαναγράψει το βιβλίο της, το δεύτερο Ravensbruck[15], παρακινημένη από την άρνηση των θαλάμων αερίων στα ναζιστικά στρατόπεδα, που άρχισε να δίνει και να παίρνει τη δεκαετία του 1970, για να κορυφωθεί στο πλαίσιο του αρνητισμού κατά τη δεκαετία του 1980. Στο δεύτερο αυτό βιβλίο της αξιοποιεί ως επιστήμων (διακεκριμένη εθνολόγος) όλο το αρχειακό υλικό που εν τω μεταξύ είχε συγκεντρώσει.    

Επιστρέφω στο 1963 που σηματοδοτεί πολλά: θυμίζω  πως το 1963 εκδίδονται και η Ανακωχή του Λέβι στην Ιταλία, και το Μεγάλο Ταξίδι του Σεμπρούν στη Γαλλίακαι το Μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς του Σολτζενίτσιν (στη γαλλική  του μετάφραση ένα χρόνο μετά τη ρωσική έκδοση, που θα αποσυρθεί μόλις πεθάνει ο Χρουστσώφ) και η Μίλενα της Μπούμπερ Νόυμαν στη Γερμανία. Την ίδια χρονιά, ο Ζωρζ Περέκ καθιερώνει τον όρο littératureconcentrationnaireγια το νέο αυτό είδος (στρατοπεδική λογοτεχνία) και υπερασπίζεται την αξία της. «Αυτά τα κείμενα, όχι μόνο ανήκουν στη λογοτεχνία», γράφει ο Περέκ με αφορμή το Ανθρώπινο είδος του Αντέλμ, «αλλά έρχονται να της προσδώσουν την πραγματική της διάσταση». [16] Ή, με τα λόγια του Σεμπρούν:

[…] ήταν σαν να είχε ωριμάσει αντικειμενικά μια ικανότητα ακοής […] η ωρίμανση αυτή ήταν ακόμη πιο αξιοσημείωτη και συγκλονιστική καθώς συμπίπτει με τις πρώτες μαρτυρίες για το σοβιετικό Γκουλάγκ που κατόρθωσαν να υπερβούν το παραδοσιακό φράγμα δυσπιστίας και παραγνώρισης της Δύσης: το αφήγημα του Αλεξάντερ Σολτζενίτσιν Μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς εκδόθηκε την ίδια εκείνη άνοιξη του ’63.

Ο ίδιος ο Σεμπρούν διαγράφηκε από το Ισπανικό Κομμουνιστικό Κόμμα την ίδια εποχή, γιατί είχε πια εκφράσει έντονα τις διαφωνίες του, και από κει κι ύστερα έγινε συγγραφέας.    

Η Μίλενα λοιπόν εκδίδεται στη Γερμανία σε μια εποχή που αρχίζει να ωριμάζει και να ανθεί η στρατοπεδική λογοτεχνία και να ανοίγει ο ορίζοντας υποδοχής της. Τα βιβλία αυτά γίνονται η βασιλική οδός για να προσεγγίσουν εκατοντάδες χιλιάδες αναγνώστες τα ναζιστικά στρατόπεδα: το Άουσβιτς του Πρίμο Λέβι (το εμβληματικό στρατόπεδο της γενοκτονίας των Εβραίων), το Μπούχενβαλντ του Χόρχε Σεμπρούν (ως στρατόπεδο πολιτικών κρατουμένων), το Γκαντερσχάιμ του Αντέλμ[17], το Νόυενγκάμμε και το Μπούχενβαλντ του Νταβίντ Ρουσσέ, το Ράβενσμπρουκ της Μαργκαρέτε Μπούμπερ-Νόυμαν (το κατ’ εξοχήν γυναικείο στρατόπεδο) γίνονται πιο οικεία σ’ ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό από τα έργα αυτά απ’ ό,τι από την ιστοριογραφία. Και βέβαια επιτρέπουν στον αναγνώστη να προσεγγίσει,  κατά το δυνατόν βέβαια και στα όρια του μεταδόσιμου, την  εμπειρία των κρατουμένων σ’ αυτά, την καθημερινότητά τους, το στρατόπεδο μέσα από βίωμά τους και τη δική τους ματιά. Πιστεύω λοιπόν πως το Ράβενσμπρουκ της Μαργκαρέτε Μπούμπερ-Νόυμαν, ειδικά ξαναδουλεμένο όπως προβάλλει στη Μίλενα, στέκει επάξια και συμπληρωματικά πλάι στα προαναφερθέντα έργα. Στις πρώτες σελίδες του επιμέτρου της, η  Αδριανή Δημακοπούλου γράφει ότι η Μαργκαρέτε Μπούμπερ Νόυμαν δεν είναι «Αντέλμ, Πρίμο Λέβι, Σολτζενίτσιν ή Σαλάμοφ, για να αναφέρουμε μερικές εξέχουσες φυσιογνωμίες της γραμματείας των μαρτυριών για τα στρατόπεδα […]» (Μίλενα σ. 313), στη συνέχεια όμως παραθέτει τους παράγοντες που «καθιστούν τη μαρτυρία της μέγα έργο» (σ. 315).

Κατά την άποψή μου, και το πρώτο της έργο, Φυλακισμένη του Στάλιν και του Χίτλερ, αλλά ακόμη περισσότερο η Μίλενα, είναι έργα ομόλογα με των συγγραφέων που αναφέρθηκαν ενώ, επιπλέον, εισάγουν την έμφυλη διάσταση στη στρατοπεδική λογοτεχνία, όπως και τα εξαιρετικά έργα της CharlotteDelbo,[18] της GermaineTillionή της RuthKluger[19]. Πιστεύω ότι ο «κανόνας» της στρατοπεδικής λογοτεχνίας είναι ώρα να διευρυνθεί με τις γυναικείες φωνές, και για να είναι πιο αληθινή και πιο πλήρης η εικόνα του στρατοπεδικού σύμπαντος, αλλά και για να αναδειχθεί η ιδιαιτερότητα της γυναικείας εμπειρίας και μαρτυρίας.        

         

 

                                                

Η ελληνική έκδοση

Θα σταματήσω εδώ αφήνοντας αναγκαστικά ασχολίαστες πολλές άλλες πτυχές. Δεν μπορώ να κλείσω όμως δίχως να πω δυο λόγια για την εξαιρετική ελληνική έκδοση. Μπορεί να άργησε η Μίλενα από την Πράγα να βρει τον δρόμο στη γλώσσα μας, αλλά δεν μπορούσε να τύχει καλύτερης εκδοτικής φροντίδας. Το βιβλίο που κρατάμε σήμερα στα χέρια μας είναι φανερό πως αποτελεί προϊόν μόχθου, στοργής και γνώσης πολλών συντελεστών (η λέξη δεν υπάρχει στο θηλυκό).

Και πρώτα πρώτα, η μεταφράστρια Τούλα Σιετή. Χαλκέντερη μεταφράστρια γερμανικής λογοτεχνίας,με 38 έργα στο ενεργητικό της, που μετέφρασε στις δεκαετίες του 1980, του 1990 και του 2000, συνέδεσε κυρίως το όνομά της με τις μεταφράσεις του Γκύντερ Γκρας, που μας τον γνώρισε στην Ελλάδα, αλλά και με τον Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες του Ρόμπερτ Μούζιλ. Η Μίλενα ήταν ίσως η τελευταία της μετάφραση, την οποία παρέδωσε λίγο πριν από τον αιφνίδιο και πρόωρο θάνατό της το 2010. Τη μετάφραση θεώρησε εκ νέου η Μίνα Πατεράκη-Γαρέφη, προσφέροντας τη δυσδιάκριτη αλλά τόσο καθοριστική συμβολή των επιμελητών των μεταφράσεων. Η πρωτοβουλία όμως της έκδοσης και η ευθύνη του όλου εγχειρήματος ανήκει στην επιμελήτρια του τόμου που υπογράφει και το 68 σελίδων επίμετρο, το οποίο συνιστά ένα αυτόνομο και εξαιρετικά ενδιαφέρον δοκίμιο, την Αδριανή Δημακοπούλου[20].  Η ίδια συνέταξε τις υποσελίδιες σημειώσεις, τα βιογραφικά όλων των ανθρώπων που συναναστρέφεται έστω και για λίγο η Μίλενα στη Βιέννη και στην Πράγα, δίνοντας έτσι οντότητα στην κοινότητα αυτή καλλιτεχνών και διανοουμένων της μεσοπολεμικής Μεσευρώπης, αλλά και τα ευρετήρια, καθιστώντας το βιβλίο μνημειώδη έκδοση. Μία μικρή μόνο ένσταση για το κατά τα άλλα υψηλής αισθητικής εξώφυλλο: η πασίγνωστη πύλη του Άουσβιτς, που εικονίζεται στο εξώφυλλο, και παραπέμπει στο εμβληματικό στρατόπεδο της «τελικής λύσης», δεν είναι κατά τη γνώμη μου η πιο εύστοχη επιλογή. Τέλος αξιέπαινο είναι το εγχείρημα της εκδότριας της Κίχλης Γιώτας Κριτσέλη, που τολμά να εκδίδει τόσο απαιτητικά βιβλία σε ιδιαίτερα δύσκολους καιρούς. Βιβλία που τα έχουμε όντως ανάγκη.                

 

 


Επεξεργασμένη μορφή ομιλίας στην παρουσίαση του βιβλίου στον Ιανό (25 Φεβρουαρίου 2016) με συνομιλητές την επιμελήτρια της έκδοσης Αδριανή Δημακοπούλου, τον Αριστοτέλη Σαΐνη και την Κατερίνα Σχινά.

[1]  Μ. Μπούμπερ-Νόυμαν, Μίλενα από την Πράγα, επίμετρο, σ. 411, σημείωση 20. Για το μνημείο αυτού του στρατοπέδου, που στήθηκε ήδη από το 1959, γιατί ανήκε στην Ανατολική Γερμανία κι έγινε επισκέψιμος μνημονικός τόπος, βλ. Άννα Μαρία Δρουμπούκη, Μνημεία της λήθης, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2014, σ. 240-243. 

[2] Στη γαλλική του μετάφραση, στην οποία και παραπέμπω: Margarete Buber-Neumann, Déportée à Ravensbruck, 2ος τόμος του Prisonnière de Staline et de Hitler, γαλλ. μτφρ.: Alain Brossat, éditions du Seuil, Παρίσι 1988, σ. 52-60.

[3] Στο πρωτότυπο oτίτλος είναι Μίλενα, η φίλη του Κάφκα και στη γαλλική μετάφραση (1986, επίσης από τον Alain Brossat, στις éditions du Seuil), ο τίτλος είναι απλώς Μίλενα.

[4]  Φραντς Κάφκα, Γράμματα στη Μίλενα, γι’ αυτό και πολλά από τα κεφάλαια έχουν μότο από επιστολές του Κάφκα.

[5] Βλ. Εκτενές βιογραφικό σημείωμα για τη συγγραφέα : Μίλενα, στις σελ. 465-471.

[6] Margarete Buber-Neumann, Déportée en Sibérie, 1ος τόμος του Prisonnière de Staline et de Hitler, γαλλική μετάφραση: Anise Postel-Vinay, éditions du Seuil, Παρίσι, α’ εκδ. 1949, β’ εκδ. 1986.

[7]  Buber-Neumann, Déportée à Ravensbruck, σελ. 322.

[8]. Πολλά στοιχεία από την αυτοβιογραφία της βρίσκονται στο κεφ. «Ο αιώνας της Μαργκαρέτε Μπούμπερ Νόυμαν», στο Τσβετάν Τοντόροφ, Μνήμη του κακού, Πειρασμός του καλού, μετάφραση: Κ. Κατσουλάρης, εκδ. Εστία, Αθήνα 2003.

[9]. Στην παρουσίαση του βιβλίου (δημοσιεύεται σε διπλανές σελίδες), η Κατερίνα Σχινά μάς θύμισε τη λησμονημένη έκδοση του πρώτου μέρους του βιβλίου της Μπούμπερ Νόυμαν στα ελληνικά, με τίτλο Εξόριστη στη Σιβηρία, από τις εκδ. Νέοι Στόχοι, μεσούσης της δικτατορίας (1971). Οι τροστκιστικής ιδεολογίας εκδόσεις ενδιαφέρονταν να καταγγείλουν το γκουλάγκ κι έμειναν στον πρώτο τόμο.

[10] . Buber Neumann, Déportée en Sibérie, σ. 7.

[11] . Victor Kravtchenko, chose freedom, Νέα Υόρκη, 1946. 

[12] David Rousset,  L’univers concentrationnaire, éd. du Minuit, Παρίσι α’ εκδ. 1945, β’ έκδ. 1965. / David Rousset, Les jours de notre mort, éd. du Minuit, Παρίσι 1947, β’ έκδ. Ramsay, Παρίσι 1988.

[13] Βλ. εκτενή αναφορά στις δίκες αυτές στο Τσβέταν Τοντόροφ, Ο εκπατρισμένος, μετάφραση-σημειώσεις: Οντέτ Βαρών-Βασάρ, εκδ. Πόλις, Αθήνα 1999, κεφ. «Οι δίκες του Κραβτσένκο και του Ρουσσέ», σ. 105-118. 

[14] Buber-Neumann, Déportée à Ravensbruck, σελ. 73-74.

[15]  Το δεύτερο Ravensbruck εκδόθηκετο 1973 στις éditions du Seuil, στη σειρά «Histoire Immédiate» (με διευθυντή τον Jean Lacouture). Θα ακολουθήσει και το τρίτο, το τελικό και πιο ολοκληρωμένο, το 1988, στο οποίο βλέπει το στρατόπεδο όχι πια απομονωμένα αλλά παραλληλίζοντας με άλλα στρατόπεδα και το τοποθετεί στο σύστημα εξόντωσης που λάμβανε χώρα σ’ όλα τα ναζιστικά στρατόπεδα. 

[16] Georges Perec, «Robert Antelme ou la vérité de la littérature», Textes inédits, Gallimard, Παρίσι 1994, σ. 174 και 190. (Robert Antelme, L’espèce humaine, Gallimard, Παρίσι1947) .

[17].Ρομπέρ Αντέλμ, Το ανθρώπινο είδος, μετάφραση: Σάρα Μπενβενίστε - Τερέζα Βεκιαρέλλη, εκδ. Εστία, Αθήνα 2008.

[18] . Η Charlotte Delbo επίσης έγραψε και ξαναέγραψε για το στρατόπεδο. Πρώτο της έργο το Le convoi du 24 janvier, Minuit, 1961. Σημαντικότατη η τριλογία της Auschwitz et après:  Aucun de nous ne reviendra, Minuit, 1970 /  Une connaissance inutile, Minuit, 1970 / Mesure de nos jours, Minuit, 1971. Παραπέμπω στις πρώτες τους εκδόσεις, δημοσιεύτηκαν όλα από το 1961 ώς το 1971, και γνώρισαν επανεκδόσεις κατά τη δεκαετία του 1990.

[19].Ruth Kluger, Άρνηση μαρτυρίας, Βιέννη - Άουσβιτς - Νέα Υόρκη, μετάφραση: Σοφία Γεωργοπούλου, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 2008.

[20] Με την Α. Δημακοπούλου συνδέονται και οι εκδόσεις Τα Πράγματα που αναφέρονται ως συνεκδότες της Κίχλης. 

Οντέτ Βαρών-Βασάρ

Iστορικός που ασχολείται ερευνητικά με τη δεκαετία του 1940, συγγραφέας των βιβλίων Ελληνικός νεανικός τύπος, Καταγραφή 1941-1945 (1987), Η ενηλικίωση μιας γενιάς. Νέοι και νέες στην Κατοχή και στην Αντίσταση (2009) και Η ανάδυση μιας δύσκολης μνήμης. Κείμενα για τη γενοκτονία των Εβραίων (2013). Διδάσκει Ιστορία στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο και κάνει ένα Σεμινάριο σχετικό με τη γενοκτονία των Εβραίων, τη μνήμη της και τις αναπαραστάσεις της  στο Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδος.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά