Κυριακή, 26 Ιουνίου 2016

Ο θεός που δεν πέθανε ποτέ

Κατηγορία Ιστορία
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Ιστορία Τεύχος 66
Caravaggio, Βάκχος, λάδι σε καμβά, 95 εκ. × 85 εκ. (1595). Caravaggio, Βάκχος, λάδι σε καμβά, 95 εκ. × 85 εκ. (1595). Uffizi, Florence

Richard Seaford, Διόνυσος, μετάφραση από τα αγγλικά: Δημήτρης Παλαιοθόδωρος, Καλέντης, Αθήνα 2015, 250 σελ.

O Διόνυσος είναι ο μόνος θεός του Δωδεκάθεου που επέζησε και τα χριστιανικά χρόνια. Η οινοποσία, η ομαδική διασκέδαση, τα δρώμενα, η θεατρική αναπαράσταση βρήκαν τρόπους να διατηρηθούν, έξω από τους εκκλησιαστικούς εορτασμούς – συχνά μάλιστα στο περιθώριό τους ή στην αυλή των εκκλησιών. Ενώ τα ονόματα του Δία, του Ποσειδώνα και του Άρη ηχούν παρωχημένα, το όνομα του Διονύσου παραμένει πάντα ζωντανό, ζωογόνο και επιθυμητό. Aναδημοσίευση από το Books' Journal 66.

 

Τράνταξε τη γη, σεισμέ θεϊκέ

Το βιβλίο του Ρίτσαρντ Σίφορντ για τον Διόνυσο είναι μία από τις καλύτερες νεότερες εισαγωγές στη μελέτη του δημοφιλούς αυτού θεού και της λατρείας του. Γραμμένο το 2006, λαμβάνει υπ’ όψη του όλες τις βασικές θεωρίες και υποθέσεις που έχουν διατυπωθεί από τον 19ο αιώνα, προσφέροντας μια ισορροπημένη σύνθεση, με πολλές πρωτότυπες ιδέες. Επιπλέον έχει τρεις βασικές αρετές που θα τις εκτιμήσουν οι περισσότεροι σημερινοί αναγνώστες. Είναι σύντομο, περιεκτικό και διαβάζεται ευχάριστα. Προσφέρει έτσι μια σφαιρική θεώρηση ενός θέματος που δεν έχει πάψει να προβληματίζει και να τέρπει ήδη από την αρχαιότητα, δίχως σχεδόν καμία διακοπή.

Ο Σίφορντ, που είναι σήμερα ομότιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Έξετερ, έχει γράψει πολλά βιβλία και άρθρα για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Κοινό τους χαρακτηριστικό είναι ότι διερευνούν τα κλασικά κείμενα ως πηγές για την κατανόηση της καθημερινής ζωής και των ανθρώπινων σχέσεων. Στο ελληνικό κοινό είναι ήδη γνωστός από την εξαίρετη μελέτη του με τίτλο Ανταπόδοση και τελετουργία. Ο Όμηρος και η τραγωδία στην αναπτυσσόμενη πόλη-κράτος, που κυκλοφόρησε το 2003 από το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης, σε μετάφραση του Βάιου Λιαπή. Σε αρκετά από τα κεφάλαιά του, ο αναγνώστης θα βρει πληροφορίες και ιδέες που συμπληρώνουν ή προαγγέλλουν όσα περιλαμβάνει το νεότερο βιβλίο για τον Διόνυσο.

 

Ο ΘΕΟΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ

Ο Σίφορντ δεν απορρίπτει ρητώς καμία από τις παλαιότερες ερμηνείες του Διονύσου. Απεναντίας, αξιοποιεί αρκετές από αυτές. Ο θεός που μελετά ήταν τόσο πολύμορφος και πολυδιάστατος ώστε, κατά τη γνώμη του, θα ήταν δύσκολο να γίνει πλήρως αντιληπτός με έναν και μοναδικό τρόπο. Στη δική του ανάγνωση, πάντως, κεντρική θέση κατέχει μια βασική ιδέα: Ο Διόνυσος ήταν πρωτίστως θεός της μεταμόρφωσης. Μεταμόρφωνε την ταυτότητα του ατόμου, καταλύοντας τα όριά της. Αυτό εξηγεί, μεταξύ άλλων, τη σημασία της οινοποσίας, του προσωπείου και του κατόπτρου. Με την επίδραση του θεού, το άτομο χάνει κάποια στιγμή την ενότητά του, την ψυχική αλλά και τη σωματική. Ταυτίζεται με το ξένο, το διαφορετικό, με τον ζωικό και τον φυσικό κόσμο, αλλά και με τον θεϊκό. Γι’ αυτό και ο θεός εμφανίζεται σχεδόν πάντα σε κίνηση, σχεδόν πάντα ως ταξιδευτής – συχνά ως κατακτητής. Διασχίζοντας θάλασσες, λίμνες και ποτάμια, ο Διόνυσος είναι ο κατ’ εξοχήν ερχόμενος θεός. Ξεπηδά μέσα από πηγές, μετατρέποντας τα ύδατά τους σε οίνο.

Με τη διονυσιακή λατρεία, το άτομο γίνεται μέλος μιας ομάδας, ενός θιάσου ή μιας κοινότητας. Η μεταμόρφωση αυτή μπορεί να φτάσει σε ακραίες καταστάσεις, καταλύοντας ακόμα και τα όρια που διαχωρίζουν τη ζωή από το θάνατο. Ο θεός της ζωής και της κίνησης έχει έτσι τη μεγαλύτερη δυνατή συνάφεια με τον Άδη. Οι τελετές του περιλάμβαναν τη διασκέδαση, το χορό, το τραγούδι, τη μέθη, το θέατρο, αλλά επίσης τη μύηση στην εμπειρία του θανάτου ως προετοιμασία για μια άλλη ζωή. Ως Βάκχος είναι ο μοναδικός θεός που μοιράζεται το ίδιο όνομα με τους θιασώτες του.

Η απώλεια της ατομικής συνείδησης προκαλούσε κάποτε μια αίσθηση έντονου κινδύνου, αγωνίας, ταραχής, ακόμα και τρέλας. Η θεϊκή παρουσία προσλαμβανόταν ως άπλετο φως, ως λαμπερό αστροπελέκι, ως σεισμός, Αλλά τελικώς επέφερε την ηρεμία, τη γαλήνη και την καταλλαγή. Έδινε την εντύπωση απελευθέρωσης από το φόβο, τα δεσμά, τους εγκλεισμούς και τις φυλακές. Ο Διόνυσος ήταν έτσι χρήσιμος τόσο στα άτομα όσο και στην κοινότητα. Συνέβαλε στη συνοχή της, στη διαχείριση του καθημερινού μόχθου αλλά και στις δοκιμασίες του πολέμου. Κάθε τόπος φρόντιζε να τον καλοδεχτεί και πολλές περιοχές ισχυρίζονταν ότι ήταν ο τόπος της καταγωγής του.

Για να χειριστεί το περίπλοκο θέμα του, ο Σίφορντ επικαλείται ποικίλες πηγές (δίχως να δίνει την εντύπωση υπέρμετρου σχολαστικισμού). Διαβάζει τις μαρτυρίες των κλασικών κειμένων από τον Ηράκλειτο, τον Ευριπίδη και τον Πλάτωνα, στον Πλούταρχο, τον Πλωτίνο και τον Νόννο. Επικαλείται πολλές επιγραφές, που περιλαμβάνουν επίσης χρυσά νεκρικά ελάσματα. Αναλύει εικόνες αγγείων και τοιχογραφίες. Γνωρίζοντας καλά τα όρια κάθε είδους πηγής, τις αξιοποιεί συμπληρωματικά, για να σχηματίσει μια πληρέστερη και συνεκτικότερη εικόνα. Και ταξινομεί τις ενότητές του προσεκτικά, οικοδομώντας μια μια τις έννοιες και τις ερμηνευτικές προσεγγίσεις του.

Στην κορύφωση της πραγμάτευσής του βρίσκεται η συμβολή της διονυσιακής λατρείας στο θέατρο και τη φιλοσοφία. Το πρώτο ζήτημα είναι γνωστό και πολυσυζητημένο από την εποχή του Νίτσε. Ο Σίφορντ ωστόσο έχει νέες και δημιουργικές ιδέες να προτείνει, υποστηρίζοντας ότι οι διονυσιακές απαρχές του δράματος παραμένουν ορατές ακόμα και σε πολλά νεότερα έργα που δεν είχαν ως θέμα τους το θεό και τους συναφείς μύθους. Πιο πρωτότυπος ωστόσο αποδεικνύεται στην πραγμάτευση του δεύτερου και σκοτεινότερου ζητήματος. Πιστεύει έτσι ότι η εμπειρία της διονυσιακής μύησης είχε κάτι σημαντικό να προσθέσει στην φιλοσοφική αντίληψη για την ψυχή και τα εγγενή της χαρακτηριστικά.

 

Η ΑΜΠΕΛΟΣ Η ΑΛΗΘΙΝΗ

Ένας τόσο πολύμορφος θεός δεν καταθέτει εύκολα τα όπλα. Όπως εξηγεί ωραία ο Σίφορντ, την εποχή που εξαπλωνόταν ο χριστιανισμός, μεγάλος αντίπαλος του Ιησού ήταν ο Διόνυσος. Η επίθεση της νέας θρησκείας στις περισσότερες μορφές παραδοσιακής λατρείας ήταν μετωπική και απόλυτη. Οι αιματηρές θυσίες έπρεπε να απαγορευτούν, οι ναοί και τα ιερά να κλείσουν, οι εορτές να τερματιστούν. Αλλά η διονυσιακή λατρεία διαχεόταν παντού, στους κύκλους της αγροτικής ζωής, στις συνεχείς διασκεδάσεις των πόλεων, στο δράμα, στις φιλοσοφικές συζητήσεις, στις χαρές και τις λύπες της καθημερινής ζωής. Για να τελεστεί δεν είχε απαραίτητα την ανάγκη θυσιαστήριων ζώων, υπέρμετρων δαπανών, περίλαμπρων οικοδομών − ούτε καν ειδικευμένου προσωπικού. Ένα τραγούδι και ένας χορός μπορούσαν να καταστούν επαρκές έναυσμα και μια κούπα κρασί μπορούσε να αλλάξει τα πάντα, μετατρέποντας τη λύπη σε χαρά, τον φόβο σε ελπίδα. Για να τελεστεί μια διονυσιακή εορτή αρκούσε κάποτε μια φιλική συντροφιά.

Για να πολεμήσει τον Διόνυσο, ο χριστιανισμός κατέφυγε σε αγώνες πολύμορφους, μακροχρόνιους και αντιφατικούς. Βάπτιζε τους πιστούς στο νερό και τους καλούσε να γευτούν το κρασί ως αίμα του Ιησού. Επικαλέστηκε ως σύμβολα το αμπέλι και το σταφύλι. Συνέθεσε ύμνους. Αλλά απαρνήθηκε το γλέντι και τη μέθη. Προσπαθώντας να διαχωριστεί από τη διονυσιακή ευωχία, ο χριστιανισμός ξέκοψε από μια τελετουργία που χαρακτηρίζει σχεδόν κάθε θρησκεία: τον χορό.

Αλλά παρά τον θρίαμβο του χριστιανισμού, ο Διόνυσος επέζησε. Η οινοποσία, η ομαδική διασκέδαση, τα δρώμενα, η θεατρική αναπαράσταση βρήκαν τρόπους να διατηρηθούν, έξω από τους εκκλησιαστικούς εορτασμούς – συχνά μάλιστα στο περιθώριό τους ή στην αυλή των εκκλησιών. Ενώ τα ονόματα του Δία, του Ποσειδώνα και του Άρη ηχούν παρωχημένα, το όνομα του Διονύσου παραμένει πάντα ζωντανό, ζωογόνο και επιθυμητό. Σε διάφορες περιοχές οι μύθοι του επιβίωσαν μέσα στους αιώνες, κάποτε ελαφρώς παραλλαγμένοι ή επιφανειακώς εκχριστιανισμένοι (πβ. Δ. Ι. Κυρτάτας, Ο Διόνυσος στην Άνδρο ή οι μεταμορφώσεις ενός μύθου, Άγρα, Αθήνα 2012).

 

ΒΑΚΧΕ, ΦΑΝΕΡΩΣΟΥ!

Το βιβλίο του Σίφορντ είναι ωραία μεταφρασμένο, διατηρώντας την ακρίβεια και τη γλαφυρότητα του πρωτοτύπου. Οι έλληνες εκδότες και οι μεταφραστές θα πρέπει πάντως να αναλάβουν τις ευθύνες τους στην απόδοση των ξένων ονομάτων. Δεν είναι υποχρέωση του αναγνώστη να υποθέσει ή να φανταστεί πώς προφέρεται, για παράδειγμα, το όνομα κάθε συγγραφέα. Από την υπεκφυγή αυτή έχουν προκύψει πλήθος παρεξηγήσεις που είναι πια δύσκολο να διορθωθούν. (Προσωπικά θα επέλεγα τη μορφή Σήφορντ, αλλά η απλούστερη εκδοχή τείνει ήδη να επικρατήσει.)

Υπάρχουν στα ελληνικά πολλές μονογραφίες αφιερωμένες στον Διόνυσο και τη λατρεία του, παλαιότερες και νεότερες, ελλήνων και ξένων. (Πρόσφατη χρήσιμη προσθήκη είναι το βιβλίο του Καρλ Κερένυϊ, Διόνυσος: Η αρχέγονη εικόνα της άφθαρτης ζωής, Εστία, Αθήνα 2014, μετάφραση: Γιάννης Κοίλης). Ο ενδιαφερόμενος θα βρει σε αυτές πλήθος πληροφορίες και, κυρίως, ποικίλες ερμηνείες. Η εκδοχή του Σίφορντ είναι πάντως η καλύτερη αφετηρία. Από αυτή μπορεί να προχωρήσει σε ειδικότερες αναζητήσεις.

Η έρευνα γύρω από τον Διόνυσο δεν πρόκειται να σταματήσει εύκολα. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι σύντομα θα εμφανιστούν νέες θεωρίες. Το καλό με το βιβλίο του Σίφορντ είναι ότι διαβάζεται με τρόπο δημιουργικό. Ο αναγνώστης ωθείται διαρκώς να σκέπτεται, να κρίνει και να συμπληρώνει – όπως αισθάνθηκα και εγώ την ανάγκη να κάνω παρουσιάζοντας με λίγα λόγια ένα πλούσιο επιχείρημα.

 

 

 

Δημήτρης Ι. Κυρτάτας

Καθηγητής αρχαίας ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Βιβλία του: Ιερείς και προφήτες: Η παραγωγή και η διαχείριση του δόγματος στον πρώιμο χριστιανισμό (2000), Κατακτώντας την αρχαιότητα: Ιστοριογραφικές διαδρομές (2002), Απόκρυφες ιστορίες, μύθοι και θρύλοι από τον κόσμο των πρώτων χριστιανών (2003), Η ελληνική αρχαιότητα: Πόλεμος, πολιτική, πολιτισμός (με τον Σπύρο Ράγκο, 2010), 666: Ο αριθμός του βιβλίου (2010), Ο Διόνυσος στην Άνδρο ή οι μεταμορφώσεις ενός μύθου (2012), Μαθήματα από την αθηναϊκή δημοκρατία (2014), Το παράπονο της Βρισηίδας (2015).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά