Κυριακή, 15 Μαΐου 2016

Στα γήπεδα η Ελλάδα αναστενάζει

Κατηγορία Ιστορία
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Κοινωνία Ιστορία Τεύχος 65
Ο Μίμης Δομάζος και ο Μίμης Παπαϊωάννου, δυο αστέρες του ποδοσφαίρου που έλαμπαν τα χρόνια της Χούντας. Σε πρόσφατη συνέντευξή του για την αναμέτρηση της Εθνικής Ελλάδος με την Εθνική Ρουμανίας, ο Δομάζος θυμήθηκε την επαφή του με τον υπουργό Αθλητισμού Ασλανίδη. Είχε διαπράξει ένα πειθαρχικό παράπτωμα και τον φώναξε ο Ασλανίδης: «Μου έλεγε “αλήτη” και διάφορα τέτοια και μου έλεγε θα σου πάρω την άδεια του ΠΡΟΠΟ δεν θα σε αφήσω να παίξεις ξανά! Είχε και την γραμματέα εκεί θυμάμαι και αυτός είχε κιτρινίσει! Φοβήθηκα μη βγάλει πιστόλι να με σκοτώσει». Ο Μίμης Δομάζος και ο Μίμης Παπαϊωάννου, δυο αστέρες του ποδοσφαίρου που έλαμπαν τα χρόνια της Χούντας. Σε πρόσφατη συνέντευξή του για την αναμέτρηση της Εθνικής Ελλάδος με την Εθνική Ρουμανίας, ο Δομάζος θυμήθηκε την επαφή του με τον υπουργό Αθλητισμού Ασλανίδη. Είχε διαπράξει ένα πειθαρχικό παράπτωμα και τον φώναξε ο Ασλανίδης: «Μου έλεγε “αλήτη” και διάφορα τέτοια και μου έλεγε θα σου πάρω την άδεια του ΠΡΟΠΟ δεν θα σε αφήσω να παίξεις ξανά! Είχε και την γραμματέα εκεί θυμάμαι και αυτός είχε κιτρινίσει! Φοβήθηκα μη βγάλει πιστόλι να με σκοτώσει». Ιδιωτικό αρχείο

Γιάννης Ζαϊμάκης, Ελένη Φουρναράκη (επιμ.), Κοινωνία και αθλητισμός στην Ελλάδα. Κοινωνιολογικές και ιστορικές  προσεγγίσεις, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2015, 368 σελ.

 

Δεν χρειάζεται, βέβαια, να βρισκόμαστε κάθε Κυριακή στις κερκίδες ενός γηπέδου για να ενδιαφερθούμε και να ξεφυλλίσουμε με περιέργεια ένα βιβλίο που ασχολείται με την κοινωνιολογία του αθλητισμού, ούτε να είμαστε επαγγελματίες κοινωνιολόγοι είτε ιστορικοί. Αρκεί να μας ενδιαφέρει ν’ ανιχνεύσουμε λιγάκι περισσότερο τι τι τρέχει γύρω μας, ποια είναι τα νήματα που συνδέουν τους ανθρώπους μεταξύ τους, αρκεί να μας νοιάζει κάπως να εννοήσουμε πώς, με ποιους τρόπους, θα μπορούσαμε, ενδεχομένως, να παρέμβουμε σ’ αυτόν τον ιστό που μας περιβάλλει, και πώς η δράση μας δεν θα τον κάνει περισσότερο κουλουβάχατα.

Την αξία ενός βιβλίου την ανακαλύπτουμε από δύο μονοπάτια∙ από τα όσα μας μαθαίνει, σε πραγματολογικό ή θεωρητικό επίπεδο – αυτό είναι το πρώτο, το αυτονόητο. Αλλά υπάρχει κι ένα δεύτερο μονοπάτι, πιο κρυφό, ή ορθότερα, πιο προσωπικό: είναι οι παράλληλες σκέψεις που γεννιούνται καθώς το διαβάζουμε, είτε από μνήμες που μας έρχονται υποδόρια καθώς περιπλανιόμαστε στις σελίδες του, μνήμες θαμμένες στου δικού μας του μυαλού τον σκληρό δίσκο, είτε σκέψεις που αναπηδούν από την ξένη φράση, την άγνωστη θεωρία, ομόκεντρες όμως, που οδεύουν προς την ίδια κατεύθυνση – ενίοτε και προς διαφορετική. Καθώς λοιπόν η παρουσία μου σ’ ετούτη εδώ τη συνάντηση οφείλεται κυρίως στη φιλική ευμένεια των δύο υπεύθυνων του τόμου, κι όχι διόλου στις αρμοδιότητες του ειδικού –δεν είμαι κοινωνιολόγος και κάποτε ήμουν λίγο φίλαθλος–, θα προτιμήσω αυτό το δεύτερο μονοπάτι. Δεν μπορώ, δηλαδή, να παρουσιάσω με επάρκεια ούτε τις εργασίες που συνθέτουν τον τόμο ούτε να εκθέσω με σαφήνεια τις πληροφορίες που προσφέρει ή τους θεωρητικούς δρόμους που ανοίγει. Αρκεί να πω, ως απλός, γενικός αναγνώστης, πως οι θεωρητικοί δρόμοι είναι γερά θεμελιωμένοι στη διεθνή και την ελληνική βιβλιογραφία και πως οι πληροφορίες έχουν στηριχτεί σε μια, ορατή και διά του γυμνού οφθαλμού, κοπιώδη αναζήτηση στις πρωτογενείς πηγές.

Η μικρή μου σχέση με το ποδόσφαιρο με είχε οδηγήσει από παλιά στην παρατήρηση ότι οι επιλογές των φιλάθλων –ποια ομάδα υποστηρίζουν, δηλαδή– σπάνια είναι αθώες και τυχαίες. Σπάνια, όχι ποτέ∙ εγώ λόγου χάρη δήλωσα οπαδός της α΄ ομάδας επειδή ο στενότερός μου φίλος έτυχε να την υποστηρίζει – ήμουν όμως μάλλον ασυνήθιστη περίπτωση: είχα γεννηθεί στο κέντρο της Αθήνας, στη γειτονιά μου λοιπόν δεν υπήρχε τοπική ομάδα, άρα έπρεπε να επιλέξω τη μιαν από τις δυο που πρωταγωνιστούσαν τότε, δεν είχα ειδική τοπική καταγωγή, και οι δικοί μου αδιαφορούσαν ολότελα για το ζήτημα. Όταν όμως, πολλά πολλά χρόνια αργότερα, ρώτησα έναν άλλο φίλο μου, πολύ πιο φανατικό στα οπαδικά του αισθήματα, γιατί εκείνος είχε επιλέξει τον Παναθηναϊκό, μου απάντησε με φυσικότητα: «μα κατοικούσαμε λίγο πιο κάτω από το πέταλο της Λεωφόρου». Κι ένας τρίτος φίλος, εξίσου φανατικός, έμενε από την άλλη πλευρά της Αλεξάνδρας. Δεν είναι λοιπόν μόνο η επιλογή, είναι και η ένταση που καθορίζεται από τη γειτνίαση με τον «ομφαλό της γης». Αρχικά τουλάχιστον, ή αλλιώς, ορθότερα, πρωταρχικά∙ γιατί βέβαια υπάρχουν κι οπαδοί του Ολυμπιακού που γεννήθηκαν και κατοικούν στην Ορεστιάδα της Θράκης ή στο νομό Χανίων, και που χάνουν τον ύπνο τους όταν χάνει κι η ομάδα τους. Φαντάζομαι ωστόσο πως στο βόλεϊ οι Ορεστιείς θα αλλάζουν ταυτότητα και θα ξυλοκοπιούνται με τους οπαδούς του Ολυμπιακού, ενώ οι πιτσιρικάδες των Χανίων θα υποστηρίζουν τώρα τον Πλατανιά – όμως στα 1960 ή 1980 κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο. Ανοίγω παρένθεση, με την ευκαιρία, από τον τόμο που παρουσιάζουμε διαπιστώνει κανείς πως ο Ολυμπιακός έχει γερές ρίζες στα Χανιά, εδώ όμως το αίτιο εντοπίζεται αλλού, στην αντίθεση με το Ηράκλειο, λοιπόν και με τον ΟΦΗ, που είχε και δεσμούς με τον Παναθηναϊκό.

 

ΟΙ ΤΑΥΤOΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΦΙΛΑΘΛΟΥ

Λίγο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο γνωστός συγγραφέας, αλλά και δημοσιογράφος, Τζων Στάινμπεκ, είχε προσκληθεί από τη Σοβιετική Ένωση να ταξιδέψει εκεί και να γράψει τις εντυπώσεις του. Είδε πολλά, κι έγραψε ενδιαφέροντα πράγματα∙ θα σταθούμε σε ένα περιστατικό που σχετίζεται με τα δικά μας. Όταν βρέθηκε στην Τιφλίδα της Γεωργίας, τον πήγαν και παρακολούθησε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα με μια ρωσική ομάδα – αγώνα του σοβιετικού πρωταθλήματος. Γνήσιος Αμερικανός, δεν είχε ιδέα από ποδόσφαιρο∙ γνήσιος διανοούμενος, δεν ήξερε από κερκίδες, κι άλλωστε στα 1946 ο φανατισμός κι οι εξαλλοσύνες που από το 1970 αποτελούν το βούτυρο στο ψωμί του θεάματος δεν είχαν ακόμα εκδηλωθεί – οι χρονολογίες στηρίζονται στις γνώσεις που αποκόμισα από το βιβλίο. Ο Στάινμπεκ λοιπόν απόρησε με τα όσα έβλεπε και άκουγε: τα ζήτω για την ομάδα της Γεωργίας έφταναν ώς τα σύννεφα∙ «κάτω» δεν φώναζαν ούτε έβριζαν τους αντιπάλους, αλλά τόση χαρά, βρε παιδί μου, για ένα γκολ ή για μια γκάφα των άλλων, πώς να την εξηγήσεις; Δεν ξέρω τι ήξεραν οι καλοί γνώστες της ιστορίας της Ε.Σ.Σ.Δ. εκείνα τα χρόνια, κι ίσως να ήταν λίγο άσχετος σ’ αυτό το ζήτημα ο Στάινμπεκ, αλλά μετά το 1990 όλοι μάθαμε, και πολύ καλά, πόσο μίσος ένιωθαν οι γηγενείς των ποικίλων σοσιαλιστικών δημοκρατιών για τους επικυρίαρχους Ρώσους. Βεβαίως οι θεατές έβλεπαν ποδόσφαιρο, βεβαίως χαιρόντουσαν σαν φίλαθλοι για τις αξιοσύνες των δικών τους παικτών, πλάι όμως στην ταυτότητα του φίλαθλου κρατούσαν και μια δεύτερη, την εθνική ταυτότητα, που στην καθημερινή ζωή ήταν και κάπως επικίνδυνο να την επιδεικνύουν. Ας κρατήσουμε λοιπόν πως, πίσω από κάθε ταυτότητα φιλάθλου, μπορούμε να διακρίνουμε άλλοτε αχνά, άλλοτε ολοκάθαρα, και μια δεύτερη, ή και τρίτη, μπορεί και τέταρτη: εθνική, τοπική, ταξική, πολιτική, ίσως και οικονομική για μερικούς. Ωραία∙ αλλά να μην ξεχνάμε –το κάνουμε, ενίοτε, στις αναλύσεις μας όλοι– πως η δεύτερη είτε η τρίτη ταυτότητα, ενδέχεται να συμπληρώνει, αλλά δεν εξαλείφει την κυρίαρχη, του φίλαθλου: ο φίλαθλος χαίρεται το παιγνίδι είτε παίζει είτε βλέπει, και πολλές φορές ούτε που υποψιάζεται καν πόσες άλλες ταυτότητες οδηγούν υπόγεια και καθοριστικά τις συμπεριφορές του.

Άλλωστε, τι είναι η περίφημη «ταυτότητα»; – μα απλώς η ένταξη του «εγώ» σε κάποιο «εμείς»∙ ή ορθότερα, σε ποικίλα «εμείς»: όλοι έχουμε πολλές ταυτότητες, είτε ομόκεντρες, δηλαδή ολοένα διευρυνόμενες (οικογένεια, γειτονιά, πόλη, χώρα, κ.λπ. – την τελική κατάληξη, τη μόνη που δεν μας χωρίζει από τους άλλους, το: «άνθρωπος», επίσης την ξεχνάμε πολύ συχνά) είτε αντιθετικές (άντρας / γυναίκα, παιδιά / μεγάλοι, πλούσιοι / φτωχοί, α΄ θρησκεία / β΄ θρησκεία, και για να έρθουμε στα δικά μας, «Ολυμπιακός» / «Παναθηναϊκός», «ΟΦΗ» / «Εργοτέλης», και πάει λέγοντας.)

Μια ιστορία, τώρα, από τα χρόνια της στρατιωτικής-μου θητείας. Όλοι οι άντρες το ξέρουν, κι όλες οι γυναίκες εύκολα το φαντάζονται, πως οι φαντάροι στις ελεύθερές τους ώρες στο στρατόπεδο δεν συζητούν παρά για κορίτσια και ποδόσφαιρο. Αφήνω το πρώτο, που έχει βέβαια το γούστο του –κι εννοείται, τεράστιο κοινωνιολογικό ενδιαφέρον– και θυμάμαι μιαν ιστορία ποδοσφαιρική, αντλημένη από τη δική μου εμπειρία. Σαν εισαγωγή όμως προτάσσω, ας πούμε κάτι σαν προσφορά στο πραγματολογικό υλικό του βιβλίου, μιαν άλλη προσωπική μνήμη –44 χρόνια έχουν περάσει– ενός απογεύματος, τότε που έπαιζε ο Παναθηναϊκός με την  Έβερτον – είμαστε στην αρχή της πορείας προς το περίφημο «Γουέμπλεϋ». Ήμουν σπίτι μου, στην Αθήνα κι έβαζα τα φανταρίστικα για να πάω στο στρατόπεδο, στον Πειραιά∙ άνοιξη, ανοιχτό το παράθυρο, κι ακούω ένα τρελό αααα! – τραντάχτηκε ο τόπος. Ο Παναθηναϊκός είχε βάλει γκολ, και πρώτος, μέσα στο Λίβερπουλ. Φτάνω στην υπηρεσία, μπαίνω στον θάλαμο, όλοι με τα τρανζιστοράκια βέβαια, και με μια κατήφεια γενική και απόλυτη: θρήνος. Οχτώ χιλιόμετρα χωρίζουν την Αθήνα από τον Πειραιά, αλλά η ποδοσφαιρική απόσταση είναι παρασάγγες αμέτρητες.

Στο κυρίως θέμα μας τώρα. Μιαν άλλη φορά, λοιπόν, εκεί που τέσσερις-πέντε, όσοι βρεθήκαμε «μέσα» –στο στρατόπεδο δηλαδή– κι εκτός υπηρεσίας κουβεντιάζαμε για κάποιο ποδοσφαιρικό θέμα –δεν θυμάμαι ποιο, αλλά ήταν μάλλον δευτερεύον–, πέταξα κι εγώ την εξυπνάδα μου, κάτι που σπανίως αποτολμούσα για να μη φανερωθεί η σχετική ασχετοσύνη μου. Ήμουν με άλλους δυο τρεις καθιστός, οι άλλοι όρθιοι∙ η σκηνοθεσία έχει τη μικρή της σημασία. Φαίνεται πως αυτό που είπα –κάποια κρίση είτε για ποδοσφαιριστή είτε για φάση– ερέθισε τον έναν από τους όρθιους. Ήταν ένα παιδί ψηλό, οστεώδες, με μακρύ, αποφασιστικό πηγούνι, πέντε χρόνια μικρότερό μου – δηλαδή δεν είχε πάρει αναβολές σπουδών και παρασπουδών. Προφανώς είτε η κουβέντα μου ήταν άλλ’ αντ’ άλλων, το πιθανότερο, είτε ερχόταν σε αντίθεση με τις δικές του αντιλήψεις. Με κοίταξε λοιπόν αφ’ υψηλού, μιας και ήταν όρθιος, και με ένα τόσο περιφρονητικό βλέμμα που δεν το έχω υποστεί άλλη φορά∙ πραγματικός καταπέλτης – αποσβολώθηκα. Ήταν, φοβούμαι, το βλέμμα του προλετάριου προς τον λόγιο: «Εσύ φίλε φλυαρείς, εμένα είναι η ζωή μου αυτά όλα, ο κόσμος μου» – εννοείται πως η ορολογία αποτυπώνει τη δική μου θεώρηση, ο ίδιος θα σκεφτόταν αλλιώς: «εμείς, οι φίλαθλοι / εσείς οι απέξω, οι ξένοι».

Ναι, έτσι ήταν, είχα υπερβεί τα επιτρεπτά όρια, είχα φυτρώσει εκεί που κανείς δεν με είχε σπείρει, στον «κόσμο του». Γιατί, προσοχή, αν κάποιος μου κάνει εμένα τον έξυπνο, και φλυαρεί περί της λογοτεχνίας του 19ου αιώνα μόνο και μόνο για να περάσει την ώρα του, δεν θίγει εμένα, δεν θίγει τον «κόσμο μου»∙ λέει απλώς ανοησίες. Ο δικός μας ο κόσμος, να το πούμε απλά, των αστών, των διανοούμενων, είναι πιο περιεκτικός, πιο πλούσιος, οπότε το επάγγελμα, η επιστήμη έστω, είναι μια μονάχα πλευρά του. Για ένα εικοσάχρονο όμως παιδί, γεννημένο στα Καμίνια το 1950, ο Ατρόμητος είναι ο κόσμος του: οι φίλοι του, η φτωχή γειτονιά του∙ ένα «άδικο πέναλτι» το νιώθει σαν μαχαιριά. Και μια νίκη του Ολυμπιακού σημαίνει τη συνολική εκδίκηση όλου του πειραιώτικου εργατόκοσμου απέναντι στον ξένο, τον άπιαστο και στη φαντασία του κόσμο των δημόσιων υπαλλήλων –μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει, τα λεφτά στο χέρι–, και περισσότερο των ισχυρότερων, των μεγαλοπιασμένων. Έτσι όταν ο Κοσκωτάς –ή όποιος άλλος, τότε ή σήμερα– δίνει τα λεφτά του –κλεμμένα, υπεραξία, τι σημασία έχει;– για ν’ αγοράσει ακριβούς παίκτες που θα φέρουν το τρόπαιο στον Πειραιά, ο εικοσάρης δεν νοιάζεται ν’ αναζητήσει τα κίνητρα που ωθούν τον χρυσοκάνθαρο. Του φτάνει που το κύπελο, το πρωτάθλημα∙ η νίκη είναι και δική του. Κι όταν οι διανοούμενοι συνομήλικοί του του τη σπάνε με τις φιλοσοφίες και τις ταξικές αναλύσεις, τους βαφτίζει κουλτουριάρηδες, τους ρίχνει περιφρονητικές ματιές, και πότε πότε, ίσως, και κανένα χέρι ξύλο, όπως έκαναν, απ’ ό,τι μαθαίνουμε κι από το βιβλίο μας, οι οπαδοί του ΟΦΗ στους ενοχλητικούς που αναζητούσαν το «πραγματικό δίκιο του εργάτη».

Αλλά ξαναγυρίζω στο περιστατικό που μου έδωσε την αφορμή. Είπα πως ο εικοσάρης φαντάρος ήταν και Ατρόμητος και Ολυμπιακός. Οι γνώστες του φίλαθλου κόσμου δεν θα απόρησαν∙ επιτρέπεται να έχεις διπλή ταυτότητα εδώ, μια μικρή και μια μεγάλη. Όσο θυμάμαι όμως και απ’ αυτό ακριβώς το παιδί και από άλλες περιπτώσεις και σκόρπιες παρατηρήσεις, ετούτος ο διπλός οπαδισμός οφείλει να είναι ομόκεντρος: γειτονιά και πόλη. Μπορούμε ωστόσο να διακρίνουμε κάποια διαφορά στην ποιότητα της μικρής από τη μεγάλη ταυτότητα – και νομίζω πως, αν έχω δίκιο, αν δεν έχω φτιάξει ένα νοητικό κατασκεύασμα με βάση τη δική μου προδιάθεση, το πράγμα έχει και κάποιο γενικότερο ενδιαφέρον. Γιατί η μικρή ταυτότητα, αυτή που προκύπτει από τον στενό κύκλο (οικογένεια, μικρόκοσμος, γειτονιά), προκύπτει από μια τρυφερότητα, μια συμπάθεια (με την αρχική σημασία της λέξης), ένα θερμό ατομικό συναίσθημα∙ όσο όμως προχωράμε προς τη διευρυμένη, η τρυφερότητα μεταλλάσσεται σε περηφάνια, κι αποκτά τα χαρακτηριστικά της ρητορείας. Απομακρύνεται από το πραγματικό και πλησιάζει σ’ ένα φαντασιακό «εγώ» φορτωμένο με τον στόμφο και τη μεγαλοστομία, αναζητά επιχειρήματα από το χώρο της ιδεοληψίας. (Και δυο παρενθέσεις: πρώτον, αυτή η απομάκρυνση μου επιτρέπει να εννοήσω τις ανεξήγητες αλλιώς παραφροσύνες –και τελικά την απόλυτη ανεδαφικότητα– των εθνικών ταυτοτήτων όπως τη συναντώ στα κείμενα του 19ου αιώνα που μελετάω, ενώ καμιά φορά οι ίδιες αναλογίες με βοηθούν να κατανοήσω και την ανεδαφικότητα κάποιων σημερινών πολιτικών ταυτοτήτων. Δεύτερον, αυτό το φαντασιακό «εγώ» το θεωρούμε, συχνά μάλιστα, «βαθύτερο», σαν να πηγάζει από το βάθος του είναι μας, από ένα ζωικό ένστικτο, από μια έμφυτη αίσθηση της ιστορίας μας – πολύ φοβούμαι πως δεν εκφράζει παρά τον απόλυτο εγωισμό μας, στολισμένον με μεταφυσική για να κρύβεται.)

Ωστόσο οι ταυτότητες έχουν ενίοτε και χρόνο διάρκειας∙ είμαι ξένος όσο ταξιδεύω σε άλλους τόπους, ή το πρώτο διάστημα της εγκατάστασής μου σε καινούρια πόλη (εδώ εξαιρείται η Κρήτη, γιατι Κρητικός δεν γίνεσαι, μόνο γεννιέσαι). Κάποτε μάλιστα ο χρόνος της ταυτότητας μπορεί να είναι και ολότελα προσωρινός, μισή ώρα, λίγα λεπτά – κι αυτό μου το έμαθε πάλι μια αθλητική συνάντηση. Θα πρέπει να ήμουνα πιτσιρίκος γύρω στα δώδεκα –πήγαμε πια στα 60 χρόνια πίσω– όταν παρακολουθούσα, καθισμένος στα μάρμαρα του παναθηναϊκού σταδίου –τότε οι αθλητικές συναντήσεις, μικρές και μεγάλες, εκεί γίνονταν–, παρακολουθούσα λοιπόν τους αγώνες στίβου ανάμεσα στη μεικτή των Βαλκανίων με την αντίστοιχη ομάδα των Σκανδιναβών. Ήταν αρχές Σεπτεμβρίου, νομίζω, δυο μήνες νωρίτερα οι εθνικές ομάδες των πέντε βαλκανικών κρατών –Ελλάδα, Γιουγκοσλαβία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Τουρκία– είχαν συναγωνιστεί στους ετήσιους Βαλκανικούς, το πιο σημαντικό τότε αθλητικό γεγονός κάθε χρονιάς, για όσους ενδιαφέρονταν για το στίβο. Ενώ λοιπόν το κατακαλόκαιρο φούντωνε το εθνικό συναίσθημα, ο κόσμος χειροκροτούσε και ενθάρρυνε τους ομοεθνείς μονάχα αθλητές, και οι άλλοι ήταν ξένοι και σχεδόν εχθροί, τώρα η ταυτότητα μετατράπηκε, άλλαξε το «εμείς», αποκτήσαμε ξαφνικά μια «βαλκανική» συνείδηση, ένα βαλκανικό εγώ. Το περιστατικό που έχει μείνει από τότε χαραγμένο στη μνήμη μου ήταν ο αγώνας των 10.000 μέτρων. Γενικώς οι Σκανδιναβοί τα πήγαιναν καλύτερα, προηγούνταν στη βαθμολογία, και τώρα, δυο τρεις γύρους πριν χτυπήσει το καμπανάκι, οι τρεις ξένοι αθλητές βρίσκονταν στο γκρουπ που προπορευόταν, μαζί τους ήταν όμως κι ένας δικός μας, ο Γιουγκοσλάβος Μίχαλιτς. Όρθιο όλο το στάδιο τον χειροκροτούσε∙ «γειά σου Μιχαλάκη, μπράβο Μιχαλάκη» – οι κραυγές έφταναν στα ουράνια. Περιττό να πω ότι την επομένη των αγώνων αυτή η «βαλκανική» συνείδηση διαλύθηκε σαν το αλάτι στο νερό∙ οι Σέρβοι, οι Βούλγαροι, οι Ρουμάνοι ξανάγιναν αντίπαλοι – να προσθέσω κι επικίνδυνοι κομμουνιστές; Δυστυχώς για το παράδειγμά μου, οι τούρκοι αθλητές είχαν πολύ χαμηλό επίπεδο, πουθενά δεν πρωταγωνίστησαν, κι έτσι οι έλληνες φίλαθλοι δεν χρειάστηκε να φωνάξουν «γειά σου Ιμπραΐμη», «ζήτω, ζήτω ο Μεχμέτ», ή κάτι τέτοιο.

 

ΤΟ ΓΚΟΛ ΔΕΝ ΜΕΤΑΦΡΑΖΕΤΑΙ

Ποικίλες σκέψεις μας προκαλεί και η αθλητική γλώσσα, καθώς οι ποδοσφαιρικοί όροι παραμένουν σχεδόν ολότελα αμετάφραστοι∙ δυο ή τρεις μονάχα απέκτησαν ένα νόημα αντίστοιχο με το εγγλέζικο, δηλαδή ένα νόημα που από τη ζωή να μεταφέρεται και στο παιχνίδι. Το γκολ βέβαια έγινε και τέρμα, ο γκολκίπερ και τερματοφύλακας, ο ρέφερι έγινε διαιτητής (αυτό ήταν εύκολο), αλλά έμειναν κι έγιναν λέξεις της καθημερινότητας το ματς, το σουτ, το πέναλτι, το φάουλ, το φρίκικ, το άουτ, το οφσάιτ, η πάσα, η τρίπλα (ναι, κι αυτή είναι αγγλική λέξη, και πρώτη φορά το έμαθα από το βιβλίο που παρουσιάζουμε, επειδή στα 1920 οι εφημερίδες την έγραφαν ακόμα dribbling), το κόρνερ, η σέντρα, ο μπακ, ο χαφ, ο φορ και ο σέντερ-φορ και ό,τι άλλο. (Το πιο εντυπωσιακό, αυτό που δείχνει το ρίζωμα ετούτων των λέξεων στη γλώσσα μας, είναι η αντίστροφη πορεία τους «από το γήπεδο στη ζωή»: εννοώ τη χρήση του «φάουλ» και λιγότερο του «άουτ» σε μη ποδοσφαιρικά συμφραζόμενα∙ ας προσέξουμε και τη μισομετάφραση του αράουτ σε πλάγιο άουτ.) Το ίδιο κρατήθηκαν κι οι περισσότεροι όροι του μπάσκετ, όπως και των άλλων ομαδικών αθλημάτων – καμιά φορά όμως και του στίβου: 3.000 μέτρα στιπλ. Άλλωστε και το «τα σπορ» δεν έμεινε αμετάφραστο, στην πράξη;

Αρχικά λοιπόν σκέφτηκα πως ίσως όλα ετούτα να συνιστούν κάποια ένδειξη για το ποια κοινωνικά στρώματα αγκάλιασαν αυτού του είδους τις διασκεδάσεις: ότι δηλαδή οι λόγιοι, οι διανοούμενοι, ο σοβαρός κόσμος, λίγο ή καθόλου δεν ενδιαφέρθηκαν για το ζήτημα. Μήπως μάλιστα, αν αντιστρέψουμε την οπτική γωνία, δεν θα αποτελούσαν επίσης μια σοβαρότατη ένδειξη μιας πιο ακομπλεξάριστης χρήσης της γλώσσας στα πεδία που δεν έχουν εμποτιστεί από τις ιδεοληψίες της καθαρεύουσας; Μήπως κι εδώ ανακαλύπτουμε τις διαφορές των μικρών από τις μεγάλες ταυτότητες; Όμως όχι∙ πιο επίμονες παρατηρήσεις φέρνουν στο νου πως την ίδια ακριβώς εποχή, ας πούμε από το 1900 έως το 1940, οι ξένες, αγγλικές και γαλλικές λέξεις που πολιτογραφήθηκαν στην καθημερινή γλώσσα αμετάφραστες είναι απείρως περισσότερες: το τραμ, το ταξί –όταν ήμουν μικρός οι μεγάλοι έλεγαν «να πάρουμε το μπούσι», όχι το λεωφορείο–, το αμπαζούρ, το σουτιέν, το παλτό, το ταγιέρ, το λιντεκάν, η σεζλόνγκ, το ρεστοράν, το ραντεβού, το ορεβουάρ, και πλήθος άλλες∙ αρκετές μάλιστα ήταν καθαρά λόγιες λέξεις: οι ιντελλεκτυέλ, οι μενταλιτέ (που σήμερα το λέμε νοοτροπίες). Κάτι άλλο λοιπόν συμβαίνει – υποθέτω μια βίαιη εισροή πολιτισμικών αγαθών από την Ευρώπη∙ τόσο πλούσια και γοργή που ελάχιστοι όροι τους πρόλαβαν να προσαρμοστούν, έστω, στο νεοελληνικό τυπικό, όπως το μπούσι ή το γκαρσόνι.

 

Η ΜΠΑΛΑ ΕΠΙ ΧΟΥΝΤΑΣ

Ας τελειώσω ετούτη την αναδρομή στις παλιές, θαμμένες για καιρό μνήμες και παρατηρήσεις με μια ρητή σύνδεση με την πολιτική αυτή τη φορά εξουσία∙ συγκεκριμένα με τη Χούντα. Οι συνταγματάρχες ήξεραν καλά –από ένστικτο, από παιδεία; δεν το γνωρίζω– την επιρροή του αθλητισμού, ή ορθότερα τη σημασία της ποδηγέτησης των οπαδικών συναισθημάτων, κι έτσι την ανέθεσαν σ’ έναν από τους πιο άξιους ανάμεσά τους, τον Ασλανίδη. Αυτός ο καλός κύριος είχε εννοήσει ότι η συνένωση των μικρών επαρχιακών ποδοσφαιρικών σωματείων θα τα δυνάμωνε, κι ίσως να τα έφερνε να εκπροσωπούνται και στην πρώτη εθνική κατηγορία. Αναφερόμενος σ’ αυτό το ζήτημα μέσα στο Ηράκλειο, σίγουρα κομίζω απλώς γλαύκαν, και μπορεί να ξύνω παλιές και βαθιές πληγές, αλλά στο σύνολο της χώρας η επιχείρηση μπορούσε να επιφέρει ψυχολογικά κέρδη στη Χούντα – ενδεχομένως και εθνικά, κατά την αντίληψή τους, καθώς σε πολλές πόλεις, ιδίως στη βόρεια Ελλάδα, οι δύο πιο αξιόμαχες ομάδες αποτελούνταν η μια από τους γηγενείς κι η άλλη από τους πρόσφυγες – και σε επίπεδο αθλητών, ακόμα τότε, και σίγουρα σε επίπεδο οπαδών. (Στα χρόνια του Μεταξά μια τέτοια σκέψη θα ήταν καταδικασμένη σε παντελή αποτυχία, αλλά στα 1967 οι πρόσφυγες έμπαιναν πια στην τρίτη γενιά.) Το σχέδιο δεν πέτυχε παντού, είτε γιατι οι παλιές αντιθέσεις δεν είχαν ακόμα σβήσει είτε γιατί κάποια σωματεία είχαν τη δική τους ιστορία, όμως ο Πιερικός της Κατερίνης, η πρώτη νομίζω ομάδα που προέκυψε από συγχώνευση –αν δεν σφάλουν εδώ οι γνώσεις μου– έπαιξε για λίγα χρόνια στην πρώτη εθνική. Θα με ενδιέφερε αν κάποιος επιχειρούσε να διερευνήσει λιγάκι αυτό το ζήτημα των συγχωνεύσεων∙ πού πέτυχε, πού δοκιμάστηκε ανεπιτυχώς – θα με ενδιέφερε όχι βέβαια για την ιστορία του ποδοσφαίρου, παρά γιατι την ξεπερνά, και συμβάλλει στην ιστορία της ενσωμάτωσης των προσφύγων στους τοπικούς κοινωνικούς ιστούς.

Η δεύτερη παρέμβαση του Ασλανίδη που γνωρίζω αφορά το τελευταίο παιχνίδι της Εθνικής μας στα προκριματικά του παγκοσμίου κυπέλου του 1970. Παίζαμε με τη Ρουμανία εκτός έδρας, και αν κερδίζαμε, θα μπαίναμε στις 16 ομάδες των τελικών στο Μεξικό – κάτι που ποτέ ώς τότε δεν το είχαμε πετύχει. Για να ενισχύσει κάπως τις πιθανότητες η Χούντα, σκέφτηκε να δυναμώσει την ελληνική κερκίδα στο Βουκουρέστι, δηλαδή να μοιράσει απλόχερα διαβατήρια σ’ όσους ήταν πρόθυμοι να ταξιδέψουν ώς εκεί. Διαβατήρια για κομμουνιστική χώρα, είκοσι μόλις χρόνια μετά τον εμφύλιο; – δεν είμαστε καλά! Κι αν κάποιοι δεν γύριζαν ή συνέχιζαν το ταξίδι για την κεντρική Ευρώπη; Ζούσα ακόμα τότε στη Θεσσαλονίκη, φοιτητής, κι ένιωσα κάποιους απόηχους από ένα κρυφό ρίγος που ουδέποτε εκφράστηκε επίσημα. Νομίζω πως ο Ασλανίδης είχε σκεφτεί σωστά και συμπεριφέρθηκε ανοιχτόμυαλα – αν πετυχαίναμε το ποθητό σκορ, τα κέρδη της Χούντας θα ήταν περισσότερα από τη χασούρα. Οι κατώτεροί του όμως στάθηκε αδύνατον να τον καταλάβουν∙ στη μία περίπτωση που έτυχε να μάθω, ο χωροφύλακας έπεισε την εξηνταπεντάχρονη κυρία (που πονηρά σκεπτόμενη, λογάριαζε να κατέβει στη Σόφια και να ξανανέβει στο πούλμαν όταν θα επέστρεφε) πως θα την έβαζαν με το ζόρι στο γήπεδο: «μια κυρία σαν κι εσάς, ανάμεσα σ’ αυτούς τους αλήτες!», κι η γιαγιά τρόμαξε, κι έκανε πέτρα την καρδιά της – νομίζω πως πέθανε χωρίς να ξαναδεί την κόρη της.

Την άλλη υπόθεση την άκουσα ο ίδιος∙ είχα βρεθεί στην ορεινή Βλαχοκλεισούρα, το παλιό κεφαλοχώρι στα ανατολικά του νομού Καστοριάς, που είχε πια μόλις 500 κατοίκους. Είμαστε νομίζω Τετάρτη ή Πέμπτη, τρεις-τέσσερις μέρες πριν από την Κυριακή του αγώνα, και τρώω στο μοναδικό μαγέρικο∙ όπως ξέρετε, στα μικρά χωριά μονάχα οι λιγοστοί εργένηδες δημόσιοι υπάλληλοι τρώνε έξω τα μεσημέρια. Πλάι μου λοιπόν μια μικρή παρέα, κάποιοι με γραβάτα, κάποιοι όχι, κι ένας με τη στολή του χωροφύλακα∙ με τα δικά του τα λόγια θα τελειώσω, μεταφέροντάς τα, όχι βέβαια κατά λέξη, τόσα χρόνια μετά, μα δίχως να παραποιώ καθόλου την αλήθεια τους. Τον ακούμε: «Λοιπόν, τι παράξενο πράγμα∙ ξαφνικά όλοι οι κάτοικοι του χωριού μου έγιναν, βλέπεις, ποδοσφαιρόφιλοι, ακούς! Μια βδομάδα τώρα, έρχονται και ζητάνε διαβατήρια, θέλουν, λέει, να δούνε την Εθνική μας! Τι μας λέτε, ρε φίλοι, αλήθεια; Ε, μα δεν τρελάθηκα εγώ – σε κανέναν δεν έδωσα!». Το αποτέλεσμα ήταν να έρθουμε 1-1, και στο Μεξικό να πάνε οι Ρουμάνοι.

Στηρίχτηκα στην προσωπική μου συνομιλία με τα κείμενα του βιβλίου που παρουσιάζουμε∙ παρόμοιες συνομιλίες πολλοί μπορούν να κάνουν, πλουτίζοντας τις σχετικές παραστάσεις-τους – αν πάλι δεν έχετε «φίλαθλες παραστάσεις», θα διευρύνετε την οπτική σας προς ένα κομμάτι της κοινωνίας που έχει και αυτόνομη σημασία, μεγάλη μάλιστα, και που η μελέτη του μπορεί να μας βοηθήσει και στους δικούς μας προβληματισμούς.

 

*Το κείμενο αυτό διαβάστηκε στις 3 Φεβρουαρίου 2016 στο Ηράκλειο Κρήτης, κατά την παρουσίαση του βιβλίου Κοινωνία και αθλητισμός στην Ελλάδα. Κοινωνιολογικές και ιστορικές προσεγγίσεις, επιμ. Γιάννης Ζαϊμάκης και Ελένη Φουρναράκη, Αθήνα (εκδόσεις Αλεξάνδρεια) 2015.

 

 

 

 

Αλέξης Πολίτης

Ομότιμος καθηγητής νεοελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Βιβλία του: Υποσημειώσεις και παραπομπές (1998), Η ανακάλυψη των ελληνικών δημοτικών τραγουδιών (1999), Το μυθολογικό κενό (2000), Ρομαντικά χρόνια (2003), Εγχειρίδιο του νεοελληνιστή (2005), Αποτυπώματα του χρόνου (2006), Το δημοτικό τραγούδι (2010).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά