Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

Κώστας Σημίτης: Ευρωπαίος και σοσιαλδημοκράτης

Κατηγορία Ιστορία
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Κριτικές Ιστορία Πολιτική Τεύχος 62
O Kώστας Σημίτης (στο κέντρο) ανάμεσα στον αδελφό του Σπύρο και στη μετέπειτα σύζυγό του, Δάφνη Αρκαδίου. Η φωτογραφία, από το βιβλίο του Κώστα Σημίτη "Δρόμοι ζωής". O Kώστας Σημίτης (στο κέντρο) ανάμεσα στον αδελφό του Σπύρο και στη μετέπειτα σύζυγό του, Δάφνη Αρκαδίου. Η φωτογραφία, από το βιβλίο του Κώστα Σημίτη "Δρόμοι ζωής". Αρχείο Κώστα Σημίτη


Κώστας Σημίτης, Δρόμοι ζωής, Πόλις, Αθήνα 2015, 649 σελ. 

 

Από τα Πατήσια στο Κολωνάκι, από μια στερημένη παιδική ηλικία προσανατολισμένη στη γνώση στην πρωθυπουργία της Ελλάδας και στην καθοριστική συμβολή στην ευρωπαϊκή πορεία της. Το νέο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Κώστα Σημίτη, αφηγηματικά γοητευτικό και πολιτικά ειλικρινές, δίνει ανάγλυφη τη φυσιογνωμία ενός ιδεολόγου πολιτικού ο οποίος αρνήθηκε το σύστημα στο οποίο η κοινωνική ειρήνη εξασφαλίζεται με κρατικές παροχές κι η εξουσία των κομμάτων οφείλεται στην εκ μέρους τους παροχή προστασίας και χρημάτων. Πέτυχε πολλά, αλλά η δυσμενής πορεία της χώρας απαιτεί έναν αναστοχασμό. Τι έχει μείνει, άραγε, από το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα του Σημίτη; Και γιατί κέρδισαν ο λαϊκισμός και το πελατειακό κράτος, εις βάρος της κοινωνίας; [ΤΒJ]

 

Ήταν Μάρτιος του 1996. Ο Κώστας Σημίτης, ο οποίος μόλις είχε αναλάβει πρωθυπουργός, παρευρέθηκε στο  συνέδριο του τότε Συνασπισμού και έκανε μια ομιλία για το χώρο της Κεντροαριστεράς και της σοσιαλδημοκρατίας που δεν πέρασε απαρατήρητη – μάλιστα, θα μπορούσε ακόμη και σήμερα να αποτελέσει σημείο αναφοράς προς την κατεύθυνση της δημιουργίας του ελληνικού σοσιαλδημοκρατικού πόλου. Δυστυχώς, η τότε ηγεσία του Συνασπισμού, στο όνομα της καταπολέμησης της διαφθοράς, επέλεξε να συμμαχήσει με τον «αδιάφθορο» Τζοχατζόπουλο (που σήμερα βρίσκεται στη φυλακή) και τους πολιτικούς του φίλους, οι περισσότεροι από τους οποίους σήμερα βρίσκονται στον ΣΥΡΙΖΑ.

Γνωρίζω πως οι ιστορικές αναδρομές δεν καλύπτουν τις πολιτικές αδυναμίες, αλλά δεν μπορώ να μην καταθέσω την άποψή μου, ότι, αν από τότε είχε προκύψει η συμμαχία που πρότεινε ο Σημίτης, η χώρα ίσως να ασχολούνταν τώρα με το πώς θα ισχυροποιηθεί ως κεντρικό μέλος της συμμαχίας του ευρώ και όχι με το πώς θα σταθεί στα «πήλινα ποδαράκια» της. Αλλά με τα «εάν»και τα «μήπως» δεν γίνεται ιστορία. Συνιστώ να μελετηθεί το βιβλίο του Σημίτη για να γίνει κατανοητό πως ναι μεν με τα «εάν» δεν γίνεται ιστορία, αλλά και χωρίς αυτά τα «εάν», που πολλές φορές είναι πρέπει, καμία χώρα δεν μπορεί να κινηθεί, σε καμία περίοδο της λειτουργίας της, σε προοδευτική κατεύθυνση.

 

Ο Σημίτης και η ελληνική κοινωνία

Οι απόψεις του Κώστα Σημίτη ποτέ δεν ήσαν πλειοψηφικές στην ελληνική κοινωνία. Ακόμη και την εποχή που έγινε πρωθυπουργός, οι απόψεις του δεν ήταν κυρίαρχες, ούτε καν στο κόμμα του. Το κόμμα του τον ανέδειξε πρωθυπουργό και πρόεδρό του, γιατί αυτός ήταν η μοναδική λύση να παραμείνει στην εξουσία. «Οι βουλευτές ήθελαν να ακολουθήσει το ΠΑΣΟΚ νέους δρόμους για να βγει από το τέλμα. Και αυτό ψήφισαν, στην πλειοψηφία τους» (σ. 594). Σήμερα, που οι λαϊκισμοί  παραμένουν κυρίαρχοι, οι θέσεις του Κώστα Σημίτη για τον χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας, για τους θεσμούς της και τις χρόνιες καθυστερήσεις τους, για τις διαφορές της με τις δυτικές κοινωνίες και για το τι είναι εκσυγχρονισμός και πόσο τον έχει ανάγκη αυτή η χώρα χρειάζεται να αρχίσουν να γίνονται πλειοψηφικές. Αν θέλουμε να γίνει κάτι.

Δυστυχώς η πολιτική, οικονομική, ψυχική και πνευματική κατάρρευση αυτού του τόπου είναι τόσο μεγάλη, που δεν του επιτρέπει, ακόμη και τώρα, να δει τον εαυτό του όπως πραγματικά είναι. Και αν δεν δούμε τον εαυτό μας όπως πραγματικά είναι, ποτέ δεν θα μπορέσουμε να τον αλλάξουμε. Κανένας δεν μπορεί να αλλάξει τη ζωή του χψρίς αυτογνωσία.  

Το τελευταίο βιβλίο του Κώστα Σημίτη, από το οποίο ροκύπτουν οι παραπάνω προβληματισμοί, δεν είναι απλώς ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο. Πέρα από την παράθεση μιας ιδιαίτερα πλούσιας ζωής, σ’ αυτό συμπυκνώνεται ολόκληρη η αντίληψη του πρώην πρωθυπουργού για το τι χρειάζεται η Ελλάδα προκειμένου να γίνει κανονική χώρα.

Ο πρώην πρωθυπουργός εξιστορεί την πορεία της ζωής του, από μαθητής στο Πειραματικό, δρων αντιστασιακός στη χούντα (όπου έβαζε βόμβες –προσέχοντας πάντα να μην τραυματιστεί κανείς), καθηγητής πανεπιστημίου στη Γερμανία και στο LSE, συνοδοιπόρος του Ανδρέα Παπανδρέου με τον οποίο διαφώνησε πολλές φορές, όχι μόνο για το μἐλλον της χώρας, αλλά κυρίως με την αντίληψή του για το τι σημαίνει δημοκρατική πολιτική και κόμμα που την υπηρετεί. Η αφήγησή του ξεδιπλώνεται ώς το 1996, οπότε ο Κώστας Σημίτης έγινε πρωθυπουργός.

Το νέο βιβλίο του Κώστα Σημίτη είναι κάτι περισσότερο από την πολιτική του αυτοβιογραφία. Μεταξύ άλλων, ο πρώην πρωθυπουργός περιγράφει τι έκανε ο ίδιος προς την κατεύθυνση της ένταξης και της παραμονής της χώρας στον σκληρό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Καταθέτει ακόμα και στοιχεία αυτοκριτικής για ό,τι δεν έγινε, ενώ παράλληλα εξηγεί πως όσα έγιναν ήσαν μεν πολλά προκειμένου η χώρα να ενταχθεί στην Ευρωζώνη, αλλά ήσαν λίγα ώστε να διασφαλίσουν ότι θα παραμείνει εκεί, ιδίως με τις επόμενες ανέμελες πολιτικές ηγεσίες.

Γιατί ήσαν λίγα; Επειδή η ελληνική κοινωνία, τάξεις και κοινωνικές ομάδες, κόμματα, συνδικάτα, πνευματικές ηγεσίες, επιχειρηματίες, δημόσια διοίκηση, και οι δημόσιοι και ιδιωτικοί υπάλληλοι, παρά τα τεράστια βήματα που έγιναν, ποτέ δεν κατόρθωσαν να μετασχηματιστούν βαθιά, ώστε να επιτευχθεί ο βαθύς και σταθερός εκσυγχρονισμός που είχε ανάγκη η χώρα.

Όσο και να είμαι προκατειλημμένος όταν αναφέρομαι στο έργο και τις ιδέες του Κώστα Σημίτη, και ομολογώ πως είμαι θετικά προκατειλημμένος, δεν παύω κάθε φορά να ανακαλύπτω σ’ αυτόν τέτοια στοιχεία πολιτικού λόγου για τα οποία αναγκάζομαι να  αναφωνήσω: ναι, έτσι πρέπει να είναι η πολιτική σκέψη, έτσι πρέπει να δρουν οι πολιτικοί άνδρες. Γνωρίζω, προφανώς, ότι αυτή μου η «προκατάληψη» είναι μειοψηφική. Αλλά όσο και να φαίνεται αυτό αλαζονικό, ούτε στιγμή δεν παύω να θεωρώ πως, αν η άποψή μου για τον Σημίτη ήταν κυρίαρχη στην ελληνική κοινωνία, δεν θα είχαμε βρεθεί εδώ που είμαστε σήμερα.

Βεβαίως, από μια στιγμή και μετά, είναι δεδομένο ότι και ο εκσυγχρονιστικός χώρος και πολλοί δεδηλωμένοι «εκσυγχρονιστές» αδιαφόρησαν για τα προβλήματα των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων. Αυτό το βιβλίο είναι πολύτιμο και για έναν ακόμη λόγο: επειδή δείχνει ότι αν στόχος του πολιτικού εκσυγχρονισμού είναι η ενίσχυση της δυναμικής των κοινωνιών, η επίτευξη ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας, τότε είναι αναγκαία η συμμετοχή και η βούληση των πολιτών.

Ο Σημίτης έχει σαφείς αιχμές, σαφή μέτωπα στα οποία αντιτάσεται. Το πελατειακό σύστημα, ο συντεχνιασμός, ο τύπος του επαγγελματία πολιτικού, τα αρχηγικά κόμματα, ο κρατισμός είναι πτυχές της πολιτικής ζωής που πρέπει να αλλάξουν.  Βάλλει, επίσης, εναντίον των αυταρχικών πλευρών της πολιτικής αντίληψης και της συμπεριφοράς του Ανδρέα Παπανδρέου, ωστόσο εκφράζει σεβασμό και αναγνωρίζει τη θετική του συνεισφορά.  Θεωρεί ότι η σοσιαλδημοκρατία είναι ένας αυτόνομος πόλος, που στις ευρωπαϊκές κοινωνίες καταθέτει την εναλλακτική του πρόταση έναντι των προτάσεων της Κεντροδεξιάς.  Η πρόταση αυτή, συνυφασμένη με τις διεκδικήσεις της δημοκρατικής Αριστεράς, θα μπορούσε να συνθέτει την προγραμματική βάση μιας υπό διαμόρφωση νέας ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας. Που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως βάση δημιουργίας ενός νέου «κόμματος ιδεών».

Αλλωστε, στην Ελλάδα, υπερισχύουν των «κομμάτων ιδεών» τα «κόμματα μηχανισμών». Ο Κώστας Σημίτης, που υιοθετεί αυτόν το διαχωρισμό, κατατάσσει τα ελληνικά κόμματα σε ομάδες μηχανισμών εξουσίας: «παρά τις ουσιαστικές διαφορές τους», λέει, «ήταν προσηλωμένα κυρίως στην κατάκτηση της εξουσίας, που συνεπάγονταν οικονομικά οφέλη, κοινωνική ανάδειξη για τα στελέχη τους και εξασφάλιση θέσεων για τους πελάτες τους» (σ. 65). Όμοιοι με τα κόμματά τους είναι και η πλειονότητα των πολιτικών. Γι’ αυτούς, πολιτική σημαίνει κατάληψη θέσεων, εξυπηρέτηση φίλων και προσωπική ανάδειξη.

 

Ένας μη επαγγελματίας πολιτικός  

Ο Κώστας Σημίτης ήταν πολύ τυχερός όχι μόνο γιατί ήταν παιδί αστικής οικογένειας, αλλά και γιατί έλαβε αστική παιδεία. Πράγμα που αν ρίξει κανείς το βλέμμα γύρω του δεν είναι αυτονόητο για κάθε παιδί αστικής οικογένειας. Οι γονείς του, ο δικηγόρος Πειραιώς Γεώργιος Σημίτης που διετέλεσε και καθηγητής στην Ανωτάτη Εμπορική (νυν ΑΣΟΕΕ) και η Φανή Χριστοπούλου, ήσαν «διαποτισμένοι από το πνεύμα του Διαφωτισμού, αλλά και του προοδευτικού κινήματος της προπολεμικής εποχής. Με τα μέτρα της προπολεμικής Ελλάδας, ήσαν «αριστεροί φιλελεύθεροι», αντιβασιλικοί, οπαδοί ενός ουμανιστικού σοσιαλισμού» (σ. 19). Ο πατέρας του συμμετείχε ενεργά στην αντίσταση και η μητέρα του αγωνιζόταν, την ίδια εποχή, για τα δικαιώματα των γυναικών. Κατόρθωσαν να εμφυσήσουν το πνεύμα της αγωνιστικής διεκδίκησης και στα δύο παιδιά τους, τον μεγαλύτερο Σπύρο και τον δύο χρόνια μικρότερο Κώστα

Ο νεαρός Κώστας Σημίτης πήγαινε με τα πόδια από την πλατεία Αμερικής στο Πειραματικό. Οι γονείς του φρόντισαν να μάθει από νωρίς πρώτα γαλλικά και γερμανικά, μετά και αγγλικά. Η ατμόσφαιρα του Εμφυλίου και τα προβλήματα των δημοκρατικών γονέων του, πάντως, δεν του επέτρεψαν να έχει καλές αναμνήσεις από το σχολείο του. Και ο ίδιος έβρισκε «ανιαρά και αδιάφορα» τα κείμενα των αρχαίων και των νέων ελληνικών, κυρίως την εμμονή στο γράμμα και όχι στο πνεύμα και την ελευθερία που απέπνεαν τα κείμενα των αρχαίων Ελλήνων. Ἐμαθε γράμματα, λοιπόν, όπως καταθέτει, διαβάζοντας γαλλικά και γερμανικά βιβλία. Διότι «το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα έπασχε και πάσχει ακόμη και σήμερα, από την αδυναμία του να μεταδώσει στους μαθητές το ενδιαφέρον [...] να διευρύνουν τη γνώση τους, να αναζητήσουν, να συζητήσουν και να διαμορφώσουν άποψη»(σ. 34).

Σπούδασε νομικά κατ’ ευθείαν στο εξωτερικό, στο Πανεπιστήμιο μιας μικρής γερμανικής πόλης, του Μάρμπουργκ. Εκεί γνώρισε την αξία της κριτικής σκέψης, η οποία διαμόρφωσε την προσωπικότητά του. Στη στρατιωτική του θητεία, αργότερα,  είδε το πρόσωπο μιας εξουσίας που τότε ήθελε  να είναι ανεξάρτητη από την κυβέρνηση και τη Βουλή. Το 1961 βρέθηκε στο Λονδίνο για μαθήματα στα οικονομικά και στις πολιτικές επιστήμες στη LondonSchoolofEconomics. Την ίδια χρονιά γνώρισε και την σύντροφο της ζωής του, Δάφνη Αρκαδίου, με την οποία μέχρι σήμερα μοιράζεται τις χαρές και τις λύπες μιας ζωής αφιερωμένης στον εκσυγχρονισμό της Ελλάδας, αλλά και την κοινή τους πίστη στο αστικό ήθος και την ευγένεια. Η διακριτική παρουσία της Δάφνης Σημίτη δίπλα στον Κώστα Σημίτη δείχνει πολλά απ’ αυτά που χρειαζόμαστε ως κοινωνία και δεν τα έχουμε.

Αυτή του η δυνατότητα να ζει στο εξωτερικό τον βοήθησε  να συνειδητοποιήσει «τη δυναμική για τη διαμόρφωση παγκόσμιων συστημάτων που θα προσδιόριζαν όλο και περισσότερο την τύχη των μικρότερων κρατών». Εκεί πείστηκε πως

 

η ελληνική εσωστρέφεια, η κομμουνιστοφοβία, ο μικρόκοσμος της ελληνικής πελατειακής πολιτικής αποτελούν βαρίδια για τη χώρα, την εμποδίζουν να προσαρμοστεί, να αποκτήσει δύναμη, να αντεπεξέλθει στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονταν. (σ. 51)

 

Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα ανέλαβε το δικηγορικό γραφείο του πατέρα του. Τίποτα δεν έδειχνε πως θα γινόταν «επαγγελματίας πολιτικός». Και δεν έγινε, γιατί ποτέ του δεν εξαρτήθηκε η ζωή του απ’ αυτή.

Στο μετεμφυλιακό πολιτικό περιβάλλον κατανόησε τα αδιέξοδα της μη κομμουνιστικής Αριστεράς. Διαπίστωσε επίσης πως η «αναγωγή των πολιτικών προβλημάτων στις κοινωνικές διαφορές και η μελέτη των κοινωνικών δεδομένων θεωρούνταν “μαρξιστική” και, γι’ αυτό, επικίνδυνη» (σ. 60). Έκτοτε, αγωνίστηκε κατά αυτής της αντίληψης. Ας το σημειώσουμε αυτό σήμερα που είναι της μόδας η αταξική και γενικόλογη παρουσίαση των προβλημάτων της χώρας. Ας κρατήσουμε αυτήν εδώ ακριβώς την άποψή του:

 

Η κοινωνική διαστρωμάτωση είναι μια από τις αιτίες της κυριαρχίας της πελατειακής πολιτικής και της αστάθειας στην αντιμετώπιση των οικονομικών προβλημάτων της χώρας. (σ. 434)

 

Το 1964, μαζί με πολλούς ομοϊδεάτες και συμφοιτητές του, ιδρύει τον «Όμιλο Αλέξανδρος Παπαναστασίου», μέσα από τον οποίο δημοσιεύτηκε το κείμενο Κοινωνικοπολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα. Συγγραφείς του ήταν ο Σάκης Καράγιωργας, ο Βασίλης Φίλιας και ο ίδιος ο Κώστας Σημίτης.  Με τον Ανδρέα Παπανδρέου συναντήθηκε για πρώτη φορά το 1965. Ο Ανδρέας ήταν προσκεκλημένος ομιλητής του Ομίλου Παπαναστασίου, στις 2 Νοεμβρίου 1966. Ήταν η ομιλία στην οποία ο Ανδρέας Παπανδρέου χρησιμοποίησε για πρώτη φορά στην Ελλάδα τον όρο κατεστημένο. Ο Γεώργιος Παπανδρέου αντιμετώπισε την ομιλία με το εξοντωτικό χιούμορ του: «τους έκανε μάθημα μαρξισμού στην καθαρεύουσα».

Έκτοτε συμπορεύτηκε με τον Ανδρέα, αν και δεν ήταν λίγες οι φορές που διαφώνησαν για κρίσιμα ζητήματα.

Όταν ήρθε η χούντα, σε ένα κλίμα παθητικής απάθειας, ήταν από τους λίγους που αντιστάθηκαν, τοποθετώντας βόμβες στην Αθήνα. Το 1969, μετά τον σοβαρό τραυματισμό του Σάκη Καράγιωργα, στα χέρια του οποίου είχε εκραγεί μια ανάλογη βόμβα, διέφυγε με τη βοήθεια της Αμαλίας Φλέμινγκ στη Γερμανία. Όπως γράφει,

 

στη Γερμανία και στην Ελλάδα, συνάντησα πρόσωπα που αποδεδειγμένα έκαναν τολμηρές ενέργειες κατά της χούντας. Κανείς δεν τους γνωρίζει, όμως. Στο εξωτερικό γνώρισα, επίσης, πολλούς δήθεν αγωνιστές που επιδείκνυαν τα περίστροφά τους, αλλά αρνούνταν συστηματικά να μεταφέρουν όπλα, είτε στο εξωτερικό είτε στην Ελλάδα. Η αποτίμηση της συμπεριφοράς, σε έναν αγώνα που διεξάγεται στο σκοτάδι, είναι εξαιρετικά δύσκολη. (σ. 83)

 

Στο εξής θα συναντά «δήθεν αγωνιστές», φανφαρόνους και Μυνγχάουζεν σε κάθε προσπάθεια που έκανε για τον εκσυγχρονισμό της χώρας.

Αυτοί οι «αγωνιστές», οι «αριστεροί» και οι «πατριώτες» του ΠΑΣΟΚ θα του αντιπαρατεθούν σε κάθε βήμα της ζωής του. Όταν ήταν υπουργός Γεωργίας (1981-85), υπουργός Εθνικής Οικονομίας (1985-87) με το σταθεροποιητικό πρόγραμμα, υπουργός Παιδείας το 1990 στην Οικουμενική  και υπουργός Βιομηχανίας (1993-95), οπότε ο Ανδρέας και το περιβάλλον του τον οδήγησαν σε παραίτηση.

Από το 1991, με την ίδρυση του Ομίλου Προβληματισμού για τον Εκσυγχρονισμό της Κοινωνίας μας (ΟΠΕΚ), ξεκίνησε η προσπάθειά του να κάνει τις εκσυγχρονιστικές ιδέες του κυρίαρχες στο κόμμα και στη χώρα. Αυτό το έτος συνειδητοποίησε πως δεν μπορούσε να συνεχίσει άλλο μόνος, χωρίς να πλαισιώνεται από μια δική του ομάδα με την οποία θα αντιμετώπιζε «τις ελλιπείς διαδικασίες συνεννόησης που υπήρχαν, σε επίπεδο ηγετικής ομάδας. [...] Το ΠΑΣΟΚ κινδύνευε να γίνει υποστηρικτής μιας συντηρητικής πελατειακής νοοτροπίας ενός κράτους παροχών, φοβικού ως προς τις διεθνείς εξελίξεις, αρνητικού απέναντι στις αναγκαίες αλλαγές» (σ. 559). Δεν θα ήθελε να σιγήσει και να επιτρέψει το «κράτος παροχών να τορπιλίσει το κοινωνικό κράτος» (σ. 580). Δεν μπορούσε να σιγήσει απέναντι στον εθνολαϊκισμό του «πατριωτικού» ΠΑΣΟΚ. Αποφάσισε να αγωνιστεί οργανωμένα για να αντιμετωπίσει όλους αυτούς που δαιμονοποιούσαν την αντίθετη προς την ηγεσία άποψη. Αποφάσισε στο κόμμα των  μηχανισμών, των επαγγελματιών της πολιτικής και των τακτικιστών να αντιπαραθέσει το κόμμα των ιδεών. Το έκανε και πέτυχε. Το 1996 έγινε πρωθυπουργός και πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ. Το τι συνέβη μετά το έχει περιγράψει νωρίτερα, κυρίως στο βιβλίο του Πολιτική για μια δημιουργική Ελλάδα (επίσης από τις εκδόσεις Πόλις).

Δυστυχώς όλοι όσοι τον διαδέχτηκαν στη θέση αυτή δεν είχαν ούτε μια στιγμή την ικανότητα του Σημίτη να αναζητά τα «μεγάλα σύνολα». Χάθηκαν είτε στη μεταπολιτική δημοκρατία του Γιώργου Παπανδρέου είτε στη μικρή και κλειστή Ελλάδα του Αντώνη Σαμαρά. Και σήμερα όλα κρέμονται σε μια κλωστή, λόγω της πρωθυπουργικής κυριαρχίας της απαίδευτης Ελλάδας.

 

Σημίτης και Ανδρέας

Ο Σημίτης είχε ένα «κακό» χαρακτηριστικό, που τον έφερε πολλές φορές σε σύγκρουση με τον Ανδρέα Παπανδρέου. Όπως τόνισε στην επιστολή παραίτησής του από τη θέση του υπουργού Βιομηχανίας, το 1995, για «τίποτα δεν θα θυσίαζε την ανεξαρτησία της σκέψης του». Πάντα απεχθανόταν τον τακτικισμό, τους πρόθυμους πολιτικούς «να αποδεχτούν κάθε άποψη που τους συνέφερε πολιτικά» (σ. 62).

Ήταν το αντίθετο σε όλα από τον Ανδρέα; Όχι. Υπήρχαν πολλά πράγματα που τους ένωναν. Κατ’ αρχήν τους ένωσε η αντίληψη για την ανάγκη ενός ισχυρού αριστερού δημοκρατικού πόλου. «Επιδίωξή μας ήταν να φτιάξουμε μια ισχυρή παράταξη της Αριστεράς, διακριτή από το ΚΚΕ και διακριτή επίσης από την παραδοσιακή Ένωση Κέντρου», αναφέρει ο Κώστας Σημίτης (σ. 139). Τον ενοχλούσε ο ηγεμονισμός του Ανδρέα, αλλά την ίδια στιγμή τον ένωνε με αυτόν η προσπάθεια να δημιουργηθεί στην Ελλάδα ένα αριστερό κόμμα – δεν εννοούσε, προφανώς, να εγκλωβιστεί η αριστερή σκέψη στις κεντρώες θέσεις.

Βέβαια, οι δυο τους αντιλαμβάνονταν διαφορετικά το αριστερό κόμμα. Ο Ανδρέας Παπανδρέου το έβλεπε ως τμήμα μιας τριτοκοσμικής Αριστεράς, ο Σημίτης ως ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, συστατικό της μιας από τις δύο μεγάλες οικογένειες του ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος. Η σοσιαλδημοκρατία, ως αντίπαλος της συντηρητικής χριστιανοδημοκρατικής Δεξιάς. Ήταν πολύ μακριά απ’ όσους σήμερα βλέπουν τη σοσιαλδημοκρατία ως Κέντρο ή, ακόμη χειρότερα, ως ένα ενιαίο φιλοευρωπαϊκό κόμμα. Άποψη που δήθεν θέλει να είναι φιλοευρωπαϊκή, αλλά δεν «παίζει» πουθενά στην Ευρώπη. Βεβαίως, ποτέ δεν τον ένοιαζαν ακριβώς «οι ταμπέλες, σημασία», γράφει, «έχουν οι στόχοι» (σ. 117).

Αναζητώντας το πρόσωπο που θα μπορούσε να συμβάλλει σ’ αυτούς τους στόχους, ο Κώστας Σημίτης είδε ότι «ο Ανδρέας διέθετε όραμα και ήταν ο πιο ικανός, ο άνθρωπος με τις περισσότερες πιθανότητες να καταφέρει να ενοποιήσει τη μη κομμουνιστική Αριστερά» (σ. 117). Την Αριστερά, όχι το Κέντρο. Στις ενστάσεις για τα πολλά τυχοδιωκτικά στοιχεία της πολιτικής του Ανδρέα (ένα απ’ αυτά ήταν η θέση του για την πτώση της δικτατορίας «ως αλλαγή φρουράς»), ο Σημίτης αντέτεινε ότι ο Ανδρέας ενδιαφερόταν να είναι πρωταγωνιστής και «δεν θα διακινδύνευε την εξουσία για ουτοπικούς σχεδιασμούς» (σ. 116). Από την άλλη, δεν είχε καμία ψευδαίσθηση ως προς την άποψη του Ανδρέα για τις δημοκρατικές διαδικασίες. «Δεν τις πίστευε» (σ. 161):

 

Ο Ανδρέας αντιπροσώπευε ένα τύπο πολιτικού σπάνιο στην Ελλάδα. Ξεχώριζε με τις γνώσεις του, την επαφή του με τις διεθνείς οικονομικές εξελίξεις, τη δύναμη της σκέψης του και τη ρητορική του. […] Ο Ανδρέας έθεσε τα σοβαρά ζητήματα με πιο σύγχρονους όρους: τους όρους της διαφαινόμενης παγκοσμιοποίησης. (σ. 618)

 

Την ίδια στιγμή «βρέθηκε περιστοιχισμένος από κάθε λογής πρόσωπα που ήθελαν να αναδειχθούν μαζί του […], αφομοίωσε τη νοοτροπία αυτού του κύκλου […]. Απόρροια αυτού του τρόπου εισόδου του στην πολιτική ήταν ο αρχηγισμός, η αντιπάθεια για τον αντίλογο, η αποφυγή εφαρμογής δημοκρατικών διαδικασιών στο κόμμα» (σ. 619).

Αυτά όλα εξηγούν τη δύσκολη, ανταγωνιστική σχέση των δυο τους. Σχέση που, όμως, ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές της, ιδίως μετά την ασθένεια του Ανδρέα και τη νοσηλεία του στο Χέρφιλντ, δεν οδήγησε κανένα από τους δύο στο μηδενισμό της προσωπικότητας και της αξίας του άλλου. «Στο τέλος της ημέρας των κρίσεων υπήρχε πάντα μια αμοιβαία εκτίμηση» (σ. 619).

Ο Σημίτης δεν μοιράζει εύκολα καλές κουβέντες για τους πολιτικούς του φίλους. Σε πολλά σημεία αφήνει να κυλήσει ένα δηλητηριώδες χιούμορ για πολλούς από τους εσωκομματικούς του αντιπάλους, αλλά και για ορισμένους συνεργάτες τους. Για ένα μόνο πρόσωπο έχει λίγα, αλλά μόνο καλά λόγια. Για την Γιώργο Γεννηματά:

 

Ο Γιώργος συνέβαλλε όσο μπορούσε στην ισορροπημένη αντιμετώπιση των εσωκομματικών θεμάτων. Οι απόψεις μας για τη λειτουργία του ΠΑΣΟΚ και την πολιτική που ακολουθούσε συνήθως συνέπιπταν. Μας συνέδεε πραγματική φιλία. (σ. 558)

 

Όσο για τη σχέση του με τους πιο κοντινούς του ανθρώπους, τα καλύτερα γράφει για τον Νίκο Θέμελη και τον Παρασκευά Αυγερινό, πρόσωπα για τα οποία ο Σημίτης  ξεκάθαρα δείχνει την εκτίμησή του. Πολλές φορές, άλλωστε, αναφέρεται στο βιβλίο του Παρασκευά Αυγερινού Η αλλαγή τελείωσε νωρίς (Βιβλιοπωλείον της Εστίας), για να τεκμηριώσει τις απόψεις του. Επίσης, αφήνει καθαρά να φανεί η εκτίμησή του στη Μελίνα. 

Αυτά όμως είναι, κατά τη γνώμη μου, τα εξωτερικά στοιχεία της αντίθεσής του με τον Ανδρέα, γιατί αυτό που τους χώριζε βαθύτερα ήταν η αντίληψή τους για τον αναγκαίο εκσυγχρονισμό και εξευρωπαϊσμό της χώρας.

 

Τι είναι εκσυγχρονισμός

Θεωρώ πως ο καλύτερος δρόμος που πρέπει να ακολουθήσει ο αναγνώστης για να μελετήσει αυτό το βιβλίο είναι να ξεκινήσει από το  κεφάλαιο «Ο εκσυγχρονισμός: η ανάγκη μιας διαφορετικής πολιτικής», που βρίσκεται στο πέμπτο μέρος του βιβλίου. Εδώ βρίσκεται ο μίτος που θα βοηθήσει τον αναγνώστη να κατανοήσει για ποιο λόγο ο Σημίτης δεν είναι ένας ακόμη επαγγελματίας πολιτικός, αλλά ένας πολιτικός που σ’ όλη του τη διαδρομή ακολούθησε τον κόσμο των ιδεών και όχι τον κόσμο των μηχανισμών. Βεβαίως πολλές φορές θα τον δούμε, μέσα από τις περιγραφές του, να συναλλάσσεται με αυτούς τους μηχανισμούς, να συνεργάζεται αλλά και να συγκρούεται. Να μη διστάζει να παραιτηθεί από καίριες κομματικές και υπουργικές θέσεις, όταν έβλεπε πως η παρουσία του εκεί έβλαπτε τις δικές του ιδέες, το δικό του αξιακό σύστημα, και ευνοούσε ανθρώπους που το  πρώτιστο μέλημα τους ήταν το ατομικό και όχι το δημόσιο συμφέρον.

Επισημαίνω το συγκεκριμένο κεφάλαιο του βιβλίου, γιατί εδώ περιγράφονται οι ιδιαιτερότητες του ελληνικού πολιτικού συστήματος, από την εποχή της ίδρυσης του ελληνικού κράτους:

 

Ο καθοριστικός για την ελληνική κοινωνία κοινωνικός συμβιβασμός που προέκυψε από την ιστορική της εξέλιξη –γράφει ο Σημίτης– ευνοεί τους οικονομικά ισχυρούς […] Το κυριότερο μέσο για να εξασφαλιστεί η επιτυχής μεσολάβηση είναι οι κρατικές παροχές στις διάφορες κοινωνικές ομάδες. (σ. 427)

 

Εδώ συμπυκνώνεται η ουσία ενός κοινωνικού και πολιτικού συστήματος που προσπάθησε ο αυτοβιογραφούμενος να αλλάξει.

Ο Σημίτης βλέπει πως σ’ αυτό το σύστημα η κοινωνική ειρήνη εξασφαλίζεται με κρατικές παροχές. Η εξουσία των κομμάτων οφείλεται στην εκ μέρους τους παροχή προστασίας και χρημάτων. Αυτά τα κόμματα, θα έλεγα, δεν είναι τόσο ισχυρά όσο διαδίδεται, γιατί τα ισχυρά κόμματα στηρίζονται σε υγιείς οικονομικές και παραγωγικές βάσεις και όχι σε κρατικές παροχές, όπως η δική μας δήθεν κομματοκρατία. Σ’ αυτό το πλαίσιο, τα δίκτυα χορήγησης παροχών είναι ταυτόχρονα και δίκτυα πολιτικής υποστήριξης. Τα κόμματα και οι πολιτικοί, υποστηρίζει ο Σημίτης, δεν χρειάζονται ιδέες και ανθρώπους με ιδέες, τους αρκούν επικοινωνιολόγοι και τακτικιστές. (Πραγματικά, από δική μου εμπειρία, δεν έχω βρει τακτικιστή που να συμπαθεί τον Σημίτη. Βεβαίως θα μου πείτε πως κανείς τακτικιστής δεν παραδέχεται ότι είναι τακτικιστής. Φαίνεται όμως.)

Αυτή λοιπόν η «υστέρηση της χώρας, σε συνδυασμό με την πατρωνία και την πελατειακή λογική, οδήγησε σε έναν κρατισμό χωρίς καμία λογική (σ. 429). Αν τα κόμματα δεν τα χωρίζουν οι ιδέες αλλά οι τακτικισμοί, τότε εύκολα αυτά παρασύρονται  σε μια άγονη αντιπαλότητα για την ιδιοποίηση του πελατειακού συστήματος και τη νομή της εξουσίας, αλλάζοντας ιδέες όπως τα φίδια το δέρμα τους. Θεωρώ πως, όσο και να φαίνεται περίεργο, εκεί όπου συγκρούονται ιδέες τα κόμματα είναι αντίπαλοι, αλλά όχι εχθροί. Εχθροί –υποστηρίζει ο Σημίτης– είναι τα κόμματα όταν έχουν να μοιράσουν θέσεις και όχι να αντιπαραθέσουν αξίες. Η δημιουργία κομμάτων ιδεών και αξιών θα ήταν ένα μεγάλο βήμα στον εκσυγχρονισμό της χώρας. Έως τώρα, όμως, «από τις πεποιθήσεις, η προσοχή στρέφεται στις παροχές. Το όραμα για τη  βελτίωση της κοινωνίας δίνει τη θέση του στην επιδίωξη για άμεσα ανταλλάγματα» (σ. 432). Το όραμα του Σημίτη δεν ήταν η ανατροπή του συστήματος, ο ανύπαρκτος «σοσιαλισμός στις 18», αλλά η βελτίωση της θέσης των πολιτών στο πλαίσιο μιας ανοδικής κινητικότητας. Αυτός ήταν και είναι ο εκσυγχρονισμός του Σημίτη. Αλλά αυτό ήταν και η σοσιαλδημοκρατία των Βίλλυ Μπραντ, Ούλαφ Πάλμε, Χέλμουτ Σμιθ. Το όνομα δεν έχει σημασία, μόνο η χάρη.

Κατηγορούν πολλοί τον Σημίτη πως δεν μείωσε το κράτος, πως ήταν και αυτός ένας κρατιστής. Μα ο Σημίτης δεν ήταν ένας νεοφιλελεύθερος, αλλά ένας σοσιαλδημοκράτης πρωθυπουργός με όλη τη σημασία του όρου. Αυτός συνειδητοποίησε πως προοδευτική πολιτική είναι να μετατρέψεις το κράτος «από προστάτη και διεκπεραιωτή συντεχνιακών ιδιωτικών συμφερόντων σε φορέα ανάπτυξης κοινωνικών υπηρεσιών»(σ. 438), όχι να το εξαφανίσεις.

Επιπλέον, ο Σημίτης, εκτός από σοσιαλδημοκράτης ήταν και ένας γνήσιος ευρωπαϊστής. Το να είσαι ευρωπαϊστής σε μια ευρωπαϊκή χώρα είναι εύκολο. Το να είσαι ευρωπαϊστής όμως σε μια χώρα που «το ευρωπαϊκό περιβάλλον παρέμενε, δευτερεύων παράγοντας στον προγραμματισμό της πολιτικής των ελληνικών κυβερνήσεων»(σ. 445) είναι πολύ δύσκολο εγχείρημα με υψηλό πολιτικό κόστος. Παρ’ όλα αυτά, ο Κώστας Σημίτης έμεινε αμετακίνητος σ’ αυτή την πορεία που ακολούθησε όλη του την ζωή.

Σκοπός του, όπως γράφει, «δεν ήταν να προσθέσει μια νέα θεωρία, στις τόσες άλλες, για τον δημοκρατικό σοσιαλισμό, αλλά να συμβάλλει στην ανάπτυξη της κριτικής σκέψης, όσον αφορά τις προϋποθέσεις μιας αλλαγής στην Ελλάδα» (σ. 452). Έτσι χρησιμοποίησε τον όρο εκσυγχρονισμός, γιατί ακριβώς ήθελε να δείξει τι χρειάζεται να γίνει σε μια χώρα τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της οποίας ήταν «οι κοινωνικές ανισότητες, το χαμηλό επίπεδο των κοινωνικών υπηρεσιών και της εκπαίδευσης, οι ελλείψεις στη λειτουργία του κράτους και η πελατειακή πολιτική (σ. 454). Για να ξεπεραστούν όλα αυτά, χρειάζεται ένα πραγματικά μεταρρυθμιστικό κόμμα. Το οποίο θα «διαθέτει σχέδια, πρόσωπα, διαδικασίες που θα στηρίξουν αμέσως και αποτελεσματικά τις παρεμβάσεις του» (σ. 287). Οι ιδέες του και η πολιτική του παρουσία είναι και σήμερα πολύτιμες προς αυτή την κατεύθυνση.      

 

Τα λάθη του Σημίτη

Ναι, έπεσε και σε λάθη που ο ίδιος, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από πολλούς, αναγνωρίζει εδώ. Η προσεκτική ανάγνωση των προηγούμενων έργων του για την κυβερνητική περίοδο στην οποία ήταν πρωθυπουργός περιέχει και εκεί στοιχεία αυτοκριτικής. Ο Σημίτης παραδέχεται ότι και λάθος επιλογή προσώπων έγινε σε κρίσιμες περιόδους και ότι η διαφθορά και το πολιτικό χρήμα πολλές φορές κατέβαλε την πολιτική και ότι οι αλλαγές της εκσυγχρονιστικής περιόδου  δεν άλλαξαν τις επικρατούσες στο κόμμα του και την κοινωνία νοοτροπίες. Παρά τις μεγάλες αλλαγές της μεταπολίτευσης, που μετέτρεψαν «μια χώρα που την χαρακτήριζαν οι αυταρχικές τακτικές και η μισαλλοδοξία σε μια λειτουργούσα δημοκρατία με ελευθερίες […], η Ελλάδα δεν μπόρεσε να συγκλίνει στον επιθυμητό βαθμό με τις ευρωπαϊκές χώρες, παρά τις μεταβολές που επήλθαν. Δομές, λειτουργίες και νοοτροπίες μιας κοινωνίας, που διαμορφώνονταν επί έναν και πλέον αιώνα, δεν αλλάζουν μέσα σε τριάντα χρόνια». (σ. 626-627). Εξαιτίας όλων αυτών, το όραμα του Σημίτη σήμερα είναι πιο επίκαιρο από ποτέ.

Βεβαίως ο Κώστας Σημίτης δεν απαξιώνει το ΠΑΣΟΚ. Γράφει χαρακτηριστικά:

 

Χάρη στο ΠΑΣΟΚ, επήλθε ισορροπία στο πολιτικό σύστημα. Δημιουργήθηκαν δυο κύριοι πόλοι, ο συντηρητικός και ο δημοκρατικός σοσιαλιστικός, όπως στις άλλες χώρες της Ευρώπης. Λειτούργησε, έτσι, επιτέλους η δημοκρατία.

 

Ωστόσο, το ΠΑΣΟΚ δεν αίρεται υπεράνω κριτικής. «Το ΠΑΣΟΚ, ανταγωνιζόμενο τη Νέα Δημοκρατία και το ΚΚΕ, προσαρμόστηκε στον λαϊκισμό και τον επέτεινε», τονίζει ο πρώην πρωθυπουργός (σ. 602). Παραδεχόμενος ότι οι απλουστευτικές προσεγγίσεις του κόμματος πολλές φορές απέκλειαν «κάθε αναφορά στους οικονομικούς περιορισμούς και τις υστερήσεις της χώρας, στις αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές, στην επιβεβλημένη αφιέρωση πόρων στις επενδύσεις και στην ανάπτυξη. Τα πάντα έμοιαζαν δυνατά. Αν δεν πραγματοποιούνταν, έφταιγαν “άλλοι”» ( σ. 603). Αν αυτό δεν σας θυμίζει τον ΣΥΡΙΖΑ προ και μετά του λεγόμενου προγράμματος της Θεσσαλονίκης, τότε να κοιτάξετε λίγο τη μνήμη σας. 

Ο Σημίτης δεν είναι ο μονόχνωτος άνθρωπος, όπως τον θέλει η φήμη που διακινούν όσοι περιφρονούν τις ιδέες του. Ακόμη και την «παρανομία» του την κάνει όταν «χρειάζεται». Όπως αναφέρει σε ένα σπαρταριστό επεισόδιο του βιβλίου, με την πτώση της χούντας βιαζόταν να επιστρέψει στην Ελλάδα. Ταξίδευε λοιπόν με τη Δάφνη και ήταν να περάσει από τα γερμανικά σύνορα στη Γαλλία. Εκεί οι γερμανοί τελωνειακοί τούς είπαν ότι θα έπρεπε να περάσουν από άλλο σημείο, εκατό χιλιόμετρα πιο μακριά. Προσπάθησε τότε να περάσει από ένα άλλο σημείο πιο κοντά, ελπίζοντας πως εκεί οι Γερμανοί τελωνειακοί θα έλεγαν κάτι διαφορετικό. Αλλά και εκεί τον απείλησαν με κατάσχεση του αυτοκινήτου. Δεν «πτοήθηκε» όμως. Βρήκε έναν αγροτικό δρόμο και πέρασε από εκεί στη Γαλλία ανενόχλητος. «Η Δάφνη φοβόταν ότι θα μπλέκαμε αυτή τη φορά, με τους Γάλλους. Δεν συνέβη απολύτως τίποτα. Όπως μπήκα παράνομα στη Γερμανία, έφυγα και παράνομα, έξι χρόνια αργότερα» (σ. 169), σημειώνει ο πρώην πρωθυπουργός.

Ο αναγνώστης αυτού του βιβλίου καταλαβαίνει πως ο κόσμος των συναισθημάτων δεν είναι ξένος στον κόσμο της λογικής του Σημίτη. Του Σημίτη δεν του αρέσει οι πολιτικοί να επιδεικνύουν την ιδιωτική τους ζωή. Παρ’ όλο που γνωρίζει πως για πολλούς ο πολιτικός πρέπει να αρέσει στον κόσμο με «τη φιλολαϊκή συμπεριφορά του» και ότι ο πολιτικός που δεν κάνει τον καλό στο δρόμο «είναι ψυχρός και ανάποδος. Ιδίως όταν προσέχει στατιστικές και αριθμούς που “ευημερούν”, ενώ οι άνθρωποι “δυστυχούν”» (σ. 422). Ο Σημίτης απεχθάνεται αυτή την άποψη, όπως απεχθανεται και τον «αυριανισμό» που, τότε και τώρα, την πρέσβευε και συνεχίζει να την πρεσβεύει. Γι’ αυτό και αρνήθηκε, αυτός μόνος μαζί με τον Αυγερινό, να συμμετάσχουν σε εκπομπές του καναλιού ιδιοκτησίας Γεωργίου Κουρή, του εκδότη της Αυριανής. «Αισθανόμασταν [αυτός και ο Αυγερινός] ότι έπρεπε να αντιδράσουμε τόσο στην πλημμυρίδα του λαϊκισμού όσο και στην αρνητική πορεία του ΠΑΣΟΚ. “Ιερά Εξέταση” δεν ταίριαζε στο ΠΑΣΟΚ». (σ. 389). Μακάρι να ακολουθούσαν το παράδειγμά του και σημερινοί πολιτικοί που τρέχουν στα σημερινά αυριανικά παρακάναλα.

Ταυτόχρονα, όμως, ο Σημίτης ενδιαφέρεται και για τις ανθρώπινες στιγμές της πολιτικής. Αυτό φαίνεται καθαρά, όταν περιγράφει προσωπικές στιγμές της οικογενειακής του ζωής (αν και, αλήθεια, είναι πολύ φειδωλός σ’ αυτό), όπως το θάνατο του πατέρα του, που για οκτώ χρόνια είχε πέσει σε κώμα. Αλλά και όταν περιγράφει τη ζεστασιά που του προσέφεραν καποτε οι κάτοικοι της Σίφνου.

 

Τη διαφορά την κάνουν οι ανθρώπινες σχέσεις που δημιουργείς σε έναν τόπο. Αν δεν υπάρχουν, ακόμη και το ωραιότερο τοπίο μοιάζει πολύ σύντομα μονότονο. Στη Σίφνο ήμουν δεμένος με τους ανθρώπους. (σ. 184)

 

Δεν χρειάζεται να προσθέσω τίποτα άλλο.

Γιώργος Σιακαντάρης

Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας, διετέλεσε επιστημονικός διευθυντής στο ΙΣΤΑΜΕ. Βιβλία του: Οι μεγάλες απουσίες. Η ελληνική δημοκρατία σε άμυνα (2011), Ζαν-Ζακ Ρουσσώ: Ο φιλόσοφος της πεφωτισμένης δημοκρατίας (2012).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά