Τετάρτη, 03 Φεβρουαρίου 2016

Όταν η Πάτι Σμιθ συνάντησε τον Ρόμπερτ Μέιπλθορπ

Κατηγορία Ιστορία
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Κριτικές Ιστορία Τέχνες Μουσική Τεύχος 62
1 Σεπτεμβρίου 1969, Coney Island. H Πάτι Σμιθ φωτογραφίζεται μαζί με τον αγαπημένο της Ρόμπερτ Μέιπλθορπ. 1 Σεπτεμβρίου 1969, Coney Island. H Πάτι Σμιθ φωτογραφίζεται μαζί με τον αγαπημένο της Ρόμπερτ Μέιπλθορπ. Patti Smith Archive

Patti Smith, Πάτι και Ρόμπερτ, μετάφραση από τα αγγλικά: Αλέξης Καλοφωλιάς, Κέδρος, Αθήνα 2015, 361 σελ.

 

Εκείνη ήρθε από την επαρχία και εργάστηκε για χρόνια σε βιβλιοπωλεία. Εκείνος ήταν ο αγαπημένος της, δέχτηκε να τον συντηρεί επειδή πίστευε ότι μια μέρα το φωτογραφικό του ταλέντο θα αναγνωριστεί. Η σχέση τους ήταν σχέση πίστης και αφοσίωσης, σχέση υπέρτατης αγάπης – που εκφράζεται τόσα χρόνια μετά, στη μαρτυρία της μυθικής πλέον μορφής του ροκ. [ΤΒJ]

Στις 6 Δεκεμβρίου και ενώ στην Αθήνα λίγοι «γνωστοί άγνωστοι», κουκουλοφόροι και μη, ετοίμαζαν μια ακόμη «νύχτα φωτιάς», γιατί έτσι αντιλαμβάνονταν ότι τιμούν την έβδομη επέτειο της δολοφονίας του Αλέξη Γρηγορόπουλου, στο Παρίσι, κάποιοι άλλοι, χιλιάδες, άνθρωποι χωρίς κουκούλες, τίμησαν εντελώς διαφορετικά τους 130 νεκρούς και τους δεκάδες τραυματίες των τρομοκρατικών επιθέσεων της 13ης Νοεμβρίου.

Αυτοί οι άλλοι, Γάλλοι οι περισσότεροι, αλλά και ξένοι, γέμισαν τον συναυλιακό χώρο του Bercy, για να ακούσουν τη μουσική των U2. Τελειώνοντας τη συναυλία τους, οι ιρλανδοί ρόκερ, που είχαν βρεθεί στο Παρίσι τις μέρες των επιθέσεων, κάλεσαν στη σκηνή ένα εμβληματικό πρόσωπο του ροκ, την Αμερικανίδα Πάτι Σμιθ. Και μαζί της ερμήνευσαν το τραγούδι της με τίτλο: “People have the power”. Η επιλογή του τραγουδιού δεν ήταν τυχαία, παρ’ ότι πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της Σμιθ: «οι άνθρωποι έχουν τη δύναμη», το ρεφρέν του τραγουδιού, χιλιοτραγουδισμένο, ήταν πιο επίκαιρο και πιο συγκινητικό από ποτέ.

Η Πάτι Σμιθ έχει πίστη στη δύναμη των ανθρώπων και το αποδεικνύει με το παραπάνω στο βιβλίο της που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά με τίτλο Πάτι και Ρομπερτ, σε θαυμάσια μετάφραση του Αλέξη Καλοφωλιά, από τις εκδόσεις Κέδρος. Στα αγγλικά, ο τίτλος του βιβλίου είναι Just Kids (Απλώς παιδιά). Οι έλληνες εκδότες όμως προτίμησαν, με τη σύμφωνη γνώμη της Σμιθ, όπως μάς ενημέρωσαν, το Πάτι και Ρόμπερτ, που είναι τίτλος πιο ελκυστικός και δηλωτικός των όσων εξιστορεί η συγγραφέας του.

Η Πάτι του τίτλου, είναι η Πάτι Σμιθ και ο Ρόμπερτ είναι ο φωτογράφος Ρόμπερτ Μέιπλθορπ, εραστής και επιστήθιος φίλος της, μέχρι το θάνατό του, από AIDS, το 1989, σε ηλικία 42 ετών.

Οταν, το 2010, κυκλοφόρησε το Just Kids, ο αγγλοσαξωνικός, μουσικός και μη, Τύπος έσπευσε να το χαρακτηρίσει ως αυτοβιογραφία της τραγουδίστριας. Από εμπορικής απόψεως ήταν δικαιολογημένο, αφού η Πάτι Σμιθ είναι μια μυθική προσωπικότητα του ροκ, μια πρωτοπόρος που χαίρει εκτιμήσεως από τους ομοίους της. Το βιβλίο όμως ήταν υποψήφιο και βραβεύτηκε τελικώς με το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου των ΗΠΑ, στην κατηγορία non fiction – βιβλία που δεν εντάσσονται στο πεδίο της μυθοπλασίας. Αυτή η βράβευσή του το καθιστά άξιο να διαβαστεί και από αναγνώστες που δεν έχουν ιδιαίτερη σχέση με το ροκ, ενδεχομένως ούτε καν με την μουσική.

Με το Πάτι και Ρόμπερτ, η Πάτι Σμιθ έγραψε ένα μέρος της αυτοβιογραφίας της – πρωτίστως όμως έγραψε ένα βιβλίο που αναφέρεται στην πανίσχυρη σχέση δύο ανθρώπων που επιβίωσε επί 23 χρόνια, και η οποία εξακολουθεί να αποτελεί μεγάλο κομμάτι της ζωής της αμερικανίδας δημιουργού. Υπό αυτή την έννοια, όσοι περιμένουν πάμπολλες λεπτομέρειες από την έξαλλη νυχτερινή ζωή της Σμιθ στην Νέα Υόρκη του τέλους της δεκαετίας του 1960 και της δεκαετίας του 1970, ενδεχομένως θα απογοητευτούν. Οχι ότι το βιβλίο δεν μιλά για την εποχή του, εποχή αναζητήσεων και μετασχηματισμών. Η εποχή όμως και η πόλη λειτουργούν ως καμβάς για να χρωματίσει η Σμιθ, με χιλιάδες χρώματα, την ιστορία της δικής της ενηλικίωσης παράλληλα με την ενηλικίωση του αγαπημένου της Μέιπλθορπ. Η αναφορά στα χρώματα δεν είναι συμπτωματική: ούτε η Σμιθ ούτε ο Μειπλθορπ έγιναν ζωγράφοι, πέρασαν όμως ατελείωτες ώρες εκφράζοντας τις αγωνίες τους σε χιλιάδες σκίτσα και πίνακες και χαζεύοντας λευκώματα σημαντικών ζωγράφων.

 

ΕΝΑ ΠΟΝΤΙΚΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ

Όταν η Πάτι Σμιθ έφτασε στη Νέα Υόρκη το καλοκαίρι του 1967, ήταν, όπως γράφει, «ένα ποντίκι από την επαρχία» (σ. 41): ένα ψηλόλιγνο κορίτσι, από εργατική οικογένεια του Νιου Τζέρσι, που μεγάλωσε στη φτώχεια και που επιδιδόταν σε αγορίστικα παιχνίδια, μέχρις ότου να ανακαλύψει τυχαία στην εφηβεία της την ποίηση στο έργο του Ρεμπώ, του Μπωντλαίρ και του Ζαν Ζενέ. Η έφηβη Σμιθ ήταν «ονειροπαρμένη», όπως έλεγαν οι καθηγητές της, και μολονότι μεγάλωνε στη δεκαετία του 1960 ακούγοντας και χορεύοντας ροκ εν’ ρολ, οι ήρωές της ήταν οι πεθαμένοι γάλλοι ποιητές του 19ου αιώνα. Τη δεκαετία του 1960, τη δεκαετία της σεξουαλικής επανάστασης, η Σμιθ παραδέχεται ότι είχε τόση άγνοια για τη σεξουαλικότητα ώστε, όταν στα 19 της έμεινε έγκυος, γέννησε το παιδί της και το έδωσε για υιοθεσία. Πίστευε ότι αυτό ήταν το καλύτερο για την ίδια και το μωρό, παρ’ ότι σχεδόν πενήντα χρόνια αργότερα αυτή είναι μια πληγή που μοιάζει να μην έχει κλείσει – αναφέρεται «στο παιδί μου» χωρίς να αποκαλύπτει το φύλο του, για το οποίο μας πληροφορεί μόνον ότι γεννήθηκε την ημέρα της επετείου του βομβαρδισμού της Γκερνίκα (σ. 33).

Το «ποντίκι από την επαρχία» διέθετε τεράστιο σθένος και αποφασιστικότητα. Στη Νέα Υόρκη του 1967 δεν την περίμενε κανείς, η ίδια δεν είχε ιδέα τι ήθελε να κάνει, ένιωθε μια ακαταμάχητη έλξη για την τέχνη χωρίς όμως να ξέρει πώς να την προσεγγίσει. Η Σμιθ κοιμήθηκε σε πάρκα και σε κατώφλια πολυκατοικιών στο Μπρούκλιν, πέρασε άγρια πείνα, ακόμη και ένα σάντουιτς με μαρούλι ήταν φοβερή πολυτέλεια, μέχρι που έπιασε δουλειά σε ένα βιβλιοπωλείο, μια δουλειά που της επέτρεπε να είναι κοντά σε αυτό που αγαπούσε με πάθος: τα βιβλία. Και κάπου εκεί γνωρίζει τυχαία έναν συνομήλικό της νεαρό, με αγγελικό πρόσωπο, από οικογένεια καθολικών του Μπρούκλιν, ένα αγόρι εξ ίσου μπερδεμένο και ανυπεράσπιστο όπως εκείνη. Τον βαφτίζει Ρόμπερτ, «γιατί δεν μου μοιάζεις και πολύ για Μπομπ» (σ. 55), αποφασίζουν να ζήσουν μαζί και, κατά την αμερικανική παράδοση, να κυνηγήσουν το όνειρό τους. Το οποίο κανείς απο τους δυο τους δεν μπορεί να προσδιορίσει: δημιουργούν έτσι ένα δικό τους σύμπαν, ζωγραφίζοντας πυρετωδώς, ψάχνοντας στα σκουπίδια για κάθε λογής αντικείμενα που φαντάζονται ότι μπορούν να μετατρέψουν σε έργα τέχνης, τρώνε ελάχιστα – ελλείψει χρημάτων. Είναι τόσο απορροφημένοι από τη ζωή τους, που ακόμη και τα σημαντικά γεγονότα της εποχής τα αντιλαμβάνονται με τρόπο που δεν μοιάζει να διαπερνά τον σκληρό πυρήνα της Πάτι και του Ρόμπερτ: η δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, τον Απρίλιο του 1968, η δολοφονία του Ρομπερτ Κέννεντυ, δυο μήνες αργότερα, ο συνεχιζόμενος πόλεμος στο Βιετνάμ συμβαίνουν πράγματι. Για το νεαρό ζευγάρι, όμως, η εξερεύνηση της προσωπικής τους ζωής και της προσπάθειάς τους να ζήσουν από και με την τέχνη έρχονται πάνω από όλα.

Η προσωπική τους ζωή και η μεταξύ τους σχέση δοκιμάζεται όταν ο Μέιπλθορπ συνειδητοποιεί ότι είναι ομοφυλόφιλος και αρχίζει να βυθίζεται σε έναν υπόγειο και αρκετά σκοτεινό κόσμο, στον κόσμο που αποτύπωσε ο Λου Ρηντ στους στίχους και τη μουσική του την ίδια περίπου περίοδο. Η Πάτι Σμιθ όμως δεν κλονίζεται, γιατί πιστεύει ακράδαντα ότι ο ψυχικός τους σύνδεσμος δεν πρόκειται να χαθεί ποτέ. Και επαληθεύεται.

 

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΕΙΝΑΙ Η ΤΕΧΝΗ

Η Πάτι Σμιθ δεν περιθάλπει απλώς τον αγαπημένο της όταν αυτός αρρωσταίνει. Έχει τόσο μεγάλη πίστη στις δυνατότητές του που, για αρκετά χρόνια, τον συντηρεί οικονομικά, δουλεύοντας με αυταπάρνηση ατελείωτες ώρες σε βιβλιοπωλεία της Νέας Υόρκης. Ο Μέιπλθορπ είναι καλλιτέχνης και, σε όσους και σε όσες την ρωτούν τι πρέπει να κάνουν για να τους προσέξει εκείνος, που ήδη αρχίζει να διακρίνεται, η Πάτι Σμιθ δίνει πάντα την ίδια απάντηση: να αγαπήσετε το έργο του. Οσο βεβηλο, ακραίο, σοκαριστικό μπορεί να είναι.

Η Πάτι Σμιθ δεν ταυτίζεται με την ακραία λαγνεία και τα σαδομαζοχιστικά θέματα των φωτογραφιών του Μέιπλθορπ, όμως για εκείνη ο Ρόμπερτ ανήκει στην χορεία των καλλιτεχνών, όπως ο Ζενέ, που ακόμη και η ενδεχόμενη βλασφημία τους αγγίζει την ιερότητα.

Και ο Μέιπλθορπ όμως αναγνωρίζει στην Πάτι Σμιθ καλλιτεχνικό ταλέντο. Είναι αυτός που την παρακινεί να ντύσει τους στίχους της με μουσική, γιατί πιστεύει ότι η φωνή της πρέπει να ακουστεί πέρα από τα κλαμπ της Νέας Υόρκης όπου απαγγέλλει τα ποιήματά της. Και φυσικά, όταν κυκλοφορεί τον πρώτο της δίσκο, το Horses, με τον οποίο η Πάτι Σμιθ καθιερώθηκε στη συνείδηση των μουσικόφιλων ως η ιέρεια του αμερικανικού πανκ ροκ, ο Μέιπλθορπ είναι μαζί της για να φιλοτεχνήσει το ασπρόμαυρο πορτρέτο της για το εξώφυλλο.

Είναι γεγονός ότι η αφήγηση της Πάτι Σμιθ γίνεται πιο σαγηνευτική γιατί, πέραν της επιδεξιότητάς της με τις λέξεις, η ιστορία της έχει, όπως ήδη αναφέραμε, και έναν, ιστορικά και κοινωνικά, πολύ ενδιαφέροντα καμβά. Το ζευγάρι έζησε για αρκετό διάστημα στο ξενοδοχείο Chelsea, όπου κατέλυαν πάσης φύσεως άνθρωποι, μουσικοί, ηθοποιοί, ξεπεσμένοι σκηνοθέτες, ποιητές, εκκεντρικοί. Εκείνη την εποχή στο Chelsea, οι συναντήσεις των ανθρώπων ήταν απρόβλεπτες, σε αντίθεση με τα κλαμπ της μόδας όπως το Max’s Cansas City, όπου τον τόνο έδιναν συνήθως καλλιτέχνες όπως ο Άντυ Γουώρχολ και η κουστωδία των προστατευόμενών του.

Με δεδομένη την εικόνα για την Πάτι Σμιθ ως μουσικό, θα περίμενε κανείς να αναφέρεται εκτενέστερα και με μεγαλύτερο πάθος στους μουσικούς που επηρέασαν το έργο της. Η ίδια αναφέρεται στον Μπομπ Ντύλαν, στην Τζάνις Τζόπλιν –η σκηνή της συνάντησης μαζί της, όπου η Σμιθ της δίνει ένα τραγούδι που έχει γράψει για εκείνη, είναι συγκινητική–, τον Τζίμι Χέντριξ, τους Doors και τους Rolling Stones, όχι πάντως με τη ζέση με την οποία θα περίμεναν ίσως οι φανατικοί θαυμαστές της μουσικής της.

Ο στόχος όμως της συγγραφέως είναι ξεκάθαρος. Σημειώνει στην τελευταία σελίδα του βιβλίου της:

 

Αυτή είναι η ιστορία που έχω πει. Αυτή θα ήθελε κι εκείνος να πω, και κράτησα την υπόσχεσή μου. Ήμαστε σαν τον Χάνσελ και την Γκρέτελ και τολμήσαμε να περιπλανηθούμε στο μαύρο δάσος του κόσμου.

 

Η εντιμότητα, το ταλέντο της και η πίστη της στη δύναμη των ανθρώπινων σχέσεων δύσκολα αμφισβητούνται. Όσο γι’ αυτούς που χρησιμοποιούν τη μουσική της για να περάσουν τη δική τους προπαγάνδα, όπως συνέβη τον περασμένο Σεπτέμρβιο, στη διάρκεια της προεκλογικής συγκεντρωσης των λαφαζανιστών και της Ζωής Κωνσταντοπούλου στην Ομόνοια, όπου ακουγόταν το “People Have the Power”, είναι προφανές ότι έχουν μαύρα μεσάνυχτα.

Ευτυχώς, η Πάτι Σμιθ δεν κινδυνεύει να πληροφορηθεί την ύπαρξή τους.

 

 

 

Μαρίλια Παπαθανασίου

Δημοσιογράφος. Έχει εργαστεί στο Βήμα και στην Καθημερινή. Μέλος της συντακτικής ομάδας του Books' Journal.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά