Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2016

«O κόλπος της γαλουχούσης τροφού είναι απείρως τρυφερώτερος…»

Κατηγορία Ιστορία
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Κριτικές Ιστορία Τεύχος 61
Βρέφη στο Βρεφοκομείο Θεσσαλονίκης (το μοναδικό Δημοτικό Βρεφοκομείο στην Ελλάδα) τη δεκαετία του 1950 Βρέφη στο Βρεφοκομείο Θεσσαλονίκης (το μοναδικό Δημοτικό Βρεφοκομείο στην Ελλάδα) τη δεκαετία του 1950 Αρχείο Μ. Λιανά

Αίγλη Μπρούσκου, «Λόγω της κρίσεως σας χαρίζω το παιδί μου». Η διακίνηση των παιδιών στην ελληνική κοινωνία του 20ού αιώνα. Το παράδειγμα του Δημοτικού Βρεφοκομείου Θεσσαλονίκης΄Αγιος Στυλιανός, ΕνΤόμω / ΣΥΜΕΠΕ 2015, Θεσσαλονίκη, 332 σελ. 

 

«Λόγω της κρίσεως σας χαρίζω το παιδί μου. Σώστε το εσείς», έγραψε μια μητέρα σε ένα κομματάκι χαρτί που καρφίτσωσε στην πάνα του μωρού της, πριν το αφήσει στην τύχη του. Και η τύχη το οδήγησε στις αρχές του 1935 στο Δημοτικό Βρεφοκομείο Άγιος Στυλιανός στη Θεσσαλονίκη... Βασισμένο στα αρχεία του Βρεφοκομείου και σε επιτόπια έρευνα, το βιβλίο προσεγγίζει διάφορα θέματα της κοινωνικής οργάνωσης της χώρας. Μεταξύ άλλων, την ιδρυματική περίθαλψη του ελληνικού κράτους, την εξέλιξη της νομοθεσίας για την υιοθεσία, τα εγκαταλειμμένα βρέφη και τα χαμένα παιδιά του παρελθόντος. Βεβαίως, ένα τέτοιο ίδρυμα δεν θα μπορούσε να μην έχει σχέση με τις εβραϊκές κοινότητες της Θεσσαλονίκης. [ΤΒJ]

 

Με μεγάλη χαρά και κάποια αμηχανία συμμετέχω στην παρουσίαση του βιβλίου της Αίγλης Μπρούσκου:[1]η χαρά έχει να κάνει με το ότι είχα παρακολουθήσει από παλιά το εγχείρημά της και, όπως όλοι όσοι γνώριζαν πτυχές της δουλειάς της, περίμενα κι εγώ το ολοκληρωμένο βιβλίο. Η αμηχανία οφείλεται στο γεγονός ότι το βασικό επιστημονικό του πεδίο (η ανθρωπολογία της γέννησης) δεν εγγράφεται στα οικεία μου πεδία. Όταν λοιπόν η Αίγλη μού το πρότεινε, αισθάνθηκα λίγο έξω από τα νερά μου. Τώρα όμως που ολοκλήρωσα την ενδελεχή ανάγνωση την οποία απαιτεί η όποια συμμετοχή σε παρουσίαση βιβλίου την ευχαριστώ, γιατί ανακάλυψα ένα τρομερά ενδιαφέρον βιβλίο, που δεν είναι αμιγώς ανθρωπολογικό, αλλά ανήκει οπωσδήποτε και στην ιστοριογραφία.      

Για να το προσεγγίσω απόψε επέλεξα δύο πλάγια σε σχέση με τη θεματική του βιβλίου οδηγητικά νήματα που όμως με συνδέουν με αυτό: Το ένα έχει να κάνει με την ιστορία των Ελληνοεβραίων και την εξόντωσή τους από τους ναζί. Το δεύτερο αφορά την ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας. Αυτά τα ιστοριογραφικά πεδία αναδύθηκαν τις δεκαετίες του 1980 και του 1990 και, μέσα απ’ αυτά, διασταυρωθήκαμε  με την Αίγλη [Μπρούσκου].

Έχω συνείδηση ότι αφήνω έτσι δίχως σχολιασμό τα σημαντικότερα ζητήματα, αυτά που έχουν να κάνουν με τη διακίνηση των παιδιών, την τύχη τους, την υιοθεσία των πιο τυχερών και την αναζήτηση των βιολογικών τους γονιών, με τη μορφή κινήματος στη δεκαετία του 1990 έπειτα από ένα σκάνδαλο που ξέσπασε. [...]

Θα αρχίσω λοιπόν από το πρώτο νήμα, που υπήρξε και η αφορμή της γνωριμίας μας. Με την Αίγλη Μπρούσκου γνωριστήκαμε στη Θεσσαλονίκη το 1990, ως ιδρυτικά μέλη της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικού Εβραϊσμού. Η Εταιρεία ιδρύθηκε από λίγες νέες τότε επιστημόνισσες από διάφορες ανθρωπιστικές επιστήμες (νομικοί, ιστορικοί, φιλόλογοι, ψυχολόγοι, ανθρωπολόγοι). Η Αίγλη Μπρούσκου ήταν η ανθρωπολόγος της παρέας, και στο πρώτο μας Συμπόσιο, το φθινόπωρο του 1991 στη Θεσσαλονίκη, η ανακοίνωσή της βασιζόταν ήδη στην έρευνά της στον Άγιο Στυλιανό, το δημοτικό βρεφοκομείο της Θεσσαλονίκης. Γέφυρα με τη θεματική του Συμποσίου μας, που αποδείχθηκε ιδρυτικό των εβραϊκών σπουδών στην Ελλάδα, ήταν οι εβραίες τροφοί που είχε ήδη εντοπίσει στο Μητρώο να συνεργάζονται συστηματικά με τον Άγιο Στυλιανό από το 1913 ώς το 1919, οι οποίες είναι οι πολυπληθέστερες, ακόμη και τα πρώτα χρόνια της ελληνικής πια Θεσσαλονίκης. Διόλου παράξενο, δεδομένου ότι η εβραϊκή κοινότητα είναι ακόμη η πολυπληθέστερη κοινότητα έναντι των χριστιανών και των μουσουλμάνων τη στιγμή της ένταξης στο νέο ελληνικό κράτος της πόλης. Θυμίζω πως, σύμφωνα με την πρώτη απογραφή του ελληνικού κράτους το 1913, κατοικούν στη Θεσσαλονίκη 61.439 Εβραίοι, που ώς τότε αποτελούσαν το «μιλλέτ» των Εβραίων για την οθωμανική διοίκηση και που θα γίνουν Ελληνοεβραίοι με μια σταδιακή acculturation, διαδικασία πολιτισμικής και γλωσσικής ένταξης των ισπανόφωνων σεφαραδιτών, η οποία θα πάρει πολλές δεκαετίες για να ολοκληρωθεί. Από το 1920 θα αναγνωριστούν με νόμο οι εβραϊκές κοινότητες της Ελλάδος, και έτσι θα συσταθεί και η «Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης». 

Από το 1913 (όταν η Θεσσαλονίκη γίνεται και επίσημα ελληνική με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου) ώς το 1919, η Αίγλη Μπρούσκου εντοπίζει σχεδόν 300 Ελληνοεβραίες πια τροφούς που συνεργάζονται με το βρεφοκομείο στο Μητρώο Εισαγωγών του ιδρύματος. Από το 1919, η «τοποθέτηση σε τροφό» δεν αναγράφεται πλέον στο επίσημο μητρώο, καθώς σε έναν έλεγχο καταγγέλθηκαν οι συνθήκες στα σπίτια των τροφών ως εντελώς ανθυγιεινές, έτσι προτάθηκε το Βρεφοκομείο να γίνει κρατικό και τα βρέφη να σιτίζονται εντός αυτού. Στην έκθεση αυτή το Διοικητικό Συμβούλιο απάντησε με επιστολή στην οποία αναφέρει: «[…] ο κόλπος της γαλουχούσης τροφού είναι απείρως τρυφερώτερος και θρεπτικότερος από όλας τα άλλας περιποιήσεις και διάφορα του κουτιού γάλατα». [2]

Η κρατική παρέμβαση δεν πραγματοποιήθηκε και, με τη βοήθεια του μητροπολίτη, το Βρεφοκομείο συνέχισε τη λειτουργία του. Τα πράγματα βελτιώθηκαν πολύ με την απόκτηση νέου ευρύχωρου κτιρίου. Η συνεργασία με τις τροφούς συνεχίζεται «παράνομα», όπως φαίνεται από λυτά έγγραφα που έφερε στο φως η έρευνα της συγγραφέως ώς το 1938, όταν το βρεφοκομείο γίνεται δημοτικό, και σταματούν όντως να συνεργάζονται με εξωτερικές τροφούς. Για 25 όμως χρόνια, το «εβραϊκό γάλα» έθρεψε συστηματικά τα μικρά χριστιανόπουλα του Αγίου Στυλιανού. 

Οι τροφοί ανελάμβαναν το μωρό στο σπίτι τους και το κρατούσαν μέχρι να γίνει δύο χρονών, εκτός αν πέθαινε (και η θνησιμότητα ήταν μεγάλη, γύρω στο 60%) ή αν το ζητούσαν νωρίτερα οι γονείς ή κάποιο συγγενικό πρόσωπο. Κάπως παρήγορο είναι το γεγονός ότι, όπως δείχνει η έρευνα της Αίγλης Μπρούσκου, από τα 10.000 περίπου βρέφη που ανέλαβε ο ΄Αγιος Στυλιανός τα 80 χρόνια της λειτουργίας του (1913-1993), τα 3.000 περίπου τα πήραν κάποια στιγμή πίσω οι οικογένειές τους ή κάποιο συγγενικό πρόσωπο. Στο διάστημα που το παιδί έμενε στο σπίτι της τροφού, αυτή δεν πρόσφερε μόνο το γάλα της, αλλά ήταν πραγματική παραμάνα των βρεφών που μεγάλωναν (δηλαδή όσων βρεφών επιζούσαν). Ας θυμίσουμε εδώ τη μεγάλη φτώχεια του μεγαλύτερου μέρους της εβραϊκής κοινότητας, ειδικά μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917, που ανάγκασε πολλές χιλιάδες ανθρώπους να φύγουν από το κέντρο της πόλης και να στεγαστούν σε προσφυγικούς καταυλισμούς. Απ’ αυτά τα πιο φτωχικά στρώματα προέρχονταν οι παραμάνες που αμείβονταν άθλια και ζούσαν σε ανθυγιεινές συνθήκες,  οι περισσότερες σε συνοικία που γειτνίαζε με το βρεφοκομείο.

Τις θεματικές αυτές, η Αίγλη Μπρούσκου παρουσίασε σε δύο συνέδρια, τη δεκαετία του 1990. Στο Α’ Συμπόσιο της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικού Εβραϊσμού στη Θεσσαλονίκη, το 1991, και έπειτα, στο Συνέδριο της Εταιρείας Σπουδών της Σχολής Μωραΐτη στην Αθήνα, το 1998.[3] Αν στέκομαι στα συνέδρια αυτά, στον τόπο και στο χρόνο που έλαβαν χώρα, είναι γιατί αποτέλεσαν ισάριθμους σταθμούς στην ανάδυση του ενδιαφέροντος τόσο για την εβραϊκή παρουσία στην Ελλάδα διαχρονικά όσο και για τη δραματική της εξόντωση τα χρόνια της Κατοχής. Τα ζητήματα αναδύονταν τότε παράλληλα, καθώς «ανακαλύπταμε» τους Ελληνοεβραίους, τα συνέδρια περιλάμβαναν ευρείες θεματικές. Αργότερα θα είχαμε πιο ειδικευμένες ημερίδες, καθώς το ενδιαφέρον μονοπωλήθηκε από τη γενοκτονία των Εβραίων.

 

ΤΡΟΦΟΙ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΑ ΣΤΟ ΑΟΥΣΒΙΤΣ

Επιστρέφω στην ιστορία του βρεφοκομείου: το καθεστώς της συνεργασίας με τις τροφούς είχε ήδη καταλυθεί από το 1938. Τον Μάρτιο του 1943, όταν άρχισε η εκτόπιση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης από τους ναζί και η μεταφορά τους στο στρατόπεδο του Άουσβιτς Μπιρκενάου, όπου εξοντώθηκε το 96% της προπολεμικής κοινότητας της πόλης, δεν υπήρχαν πια εβραίες τροφοί στον ΄Αγιο Στυλιανό. Υπήρχαν όμως ακόμη καθαρίστριες που φαίνονται στο Μητρώο. Γράφει η Αίγλη Μπρούσκου:

 

Στις 15 Μαρτίου 1943 θα γίνει η συγκέντρωση των Εβραίων και θα ξεκινήσει το πρώτο τρένο για την Πολωνία. Την ίδια ημερομηνία θα σβηστούν χωρίς άλλες παρατηρήσεις από την κατάσταση μισθοδοσίας του βρεφοκομείου και οι τελευταίες εβραίες πλύντριες και καθαρίστριες.[4]

 

Σχετικά, σημείωνε και σε παλαιότερο άρθρο της:

 

Οι μόνες αποχωρήσεις που δεν συνοδεύονται από καμία εξήγηση είναι αυτές των Ντουντού Σολομών, Ταμάρ Πίγχα, Σινιόρα Ρουσέ και Σάρας Ρόζα, τεσσάρων καθαριστριών που έφυγαν από την υπηρεσία μυστηριωδώς στις 15 Μαρτίου 1943, μετά από χρόνια συνεπούς παρουσίας. Η σιωπή των πηγών…[5]

 

Συνεχίζει η συγγραφέας στο βιβλίο:

 

Μόνο μερικά έκθετα μωρά, για τα οποία «εκ των σπαργάνων των εικάζεται ότι είναι εκ των Ισραηλιτών», θα αφεθούν στην αυλή του βρεφοκομείου και θα σωθούν. Λίγα από αυτά επιστράφηκαν στους επιζώντες συγγενείς τους μετά τον πόλεμο. Βαφτισμένα βέβαια, αλλά διαφυλαγμένα.[6]

 

Θα σταθώ ιδιαίτερα στην τελευταία φράση: «Τα περισσότερα όμως γύρισαν την ίδια μέρα οι γονείς τους και τα πήραν. Μαζί τους». Τα περισσότερα λοιπόν, όπως  σημειώνει η συγγραφέας δίχως άλλο σχόλιο, θα επιστρέψουν οι γονείς για να τα πάρουν και θα τα έχουν μαζί τους στα τρένα για το Άουσβιτς. Και ξέρουμε βέβαια τι σήμαινε αυτό. Αυτά τα βρέφη ανήκουν στο περίπου 1.500.000 παιδιά και βρέφη που εξοντώθηκαν στους θαλάμους αερίων του Άουσβιτς-Μπιρκενάου και των άλλων στρατοπέδων εξόντωσης αμέσως μόλις έφταναν εκεί (13.000 βρέφη και παιδιά από τις εβραϊκές κοινότητες της Ελλάδας εξοντώθηκαν). Απόδειξη κι αυτό πως, όταν οι γονείς γυρνούσαν να τα πάρουν, αλλάζοντας γνώμη μες στην ίδια μέρα και μη αντέχοντας τον αποχωρισμό, δεν πίστευαν βέβαια πως τα οδηγούν στον βέβαιο χαμό τους, αλλιώς θα τα άφηναν. Οι περισσότεροι τουλάχιστον, πίστευαν ότι ξεριζώνονταν για άλλη μια φορά και πως ξεκινούσαν για μια δύσκολη μετανάστευση σε τόπο μακρινό και αφιλόξενο, όπου οι Εβραίοι δεν μιλούσαν καν ισπανικά. «Ο μεγάλος καημός της μαντάμ Σιντώ, μιας κυρίας που κατοικούσε στο σπίτι μας, ήταν πως οι Εβραίοι της Κρακοβίας μιλούν άλλη γλώσσα, και δεν θα μπορούσαν να συνεννοηθούν», γράφει ο Γιώργος Ιωάννου.[7]

Και όντως, στην Πολωνία οι Εβραίοι μιλούσαν γίντις. Μόνο που τον Μάιο του 1943 δεν υπήρχαν πια Εβραίοι στην Πολωνία για να τα μιλήσουν (μετά την κατάπνιξη της εξέγερσης του γκέττο της Βαρσοβίας έχουν δολοφονηθεί και οι τελευταίοι). Ούτε αυτό όμως το γνώριζαν οι Θεσσαλονικείς σεφαραδίτες μας. Η ιστορία του Αγίου Στυλιανού έρχεται εδώ να διασταυρωθεί με δραματικό τρόπο με την ιστορία της εκτόπισης των Εβραίων της πόλης και να προσφέρει ένα ακόμη σημαντικό αποδεικτικό τεκμήριο για το τι πίστευαν οι περισσότεροι τουλάχιστον Εβραίοι που πήραν «εκείνη την Εγνατία», όπως λέει κι ο Γιώργος Ιωάννου, κεντρικό δρόμο που τους οδηγούσε με τα μπογαλάκια τους στο γκέττο το οποίο ήταν μπροστά στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό  («Άνεμος άγριος σαρώνει μες στη μνήμη μου κείνη την Εγνατία…», γράφει ο Ιωάννου.) Κι αυτό το θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό, γιατί είναι ένα τεκμήριο για θέματα οδυνηρά για τα οποία η συζήτηση είναι ακόμη ανοιχτή.

Μία άλλη πτυχή στην οποία θέλω να αναφερθώ είναι η υπόθεση του κτιρίου. Το βρεφοκομείο στεγάζεται στην εβραϊκή Σχολή Καζές από το καλοκαίρι του 1941, έναντι ενός γλίσχρου ενοικίου που ο Δήμος οφείλει να καταβάλει στην κοινότητα και όμως το καθυστερεί. Το θέμα αυτό δεν το αναφέρει καθόλου η συγγραφέας στο βιβλίο της, το αναπτύσσει όμως αριστοτεχνικά στο κείμενό της με τον εύστοχο κι εύγλωττο τίτλο: «Όποια πέτρα κι αν σηκώσεις».[8] Σ’ αυτό αναλύει την εγγραφή της υπόθεσης του κτιρίου στην ευρύτερη υπόθεση της απόδοσης των περιουσιών των Εβραίων που χάθηκαν και των κοινοτικών κτιρίων στις μεταπολεμικές κοινότητες και στους επιζώντες. Ανιχνεύει όμως και τα αντισημιτικά στερεότυπα που συνδέονται μ’ αυτή την ιστορία, στη συνείδηση της σύγχρονης κοινωνίας της Θεσσαλονίκης. Δεν θα επεκταθώ, αλλά ήθελα να δείξω με πόσα νήματα η ιστορία του Βρεφοκομείου συνδέεται με την ιστορία των Εβραίων της πόλης. Και αναδεικνύεται έτσι σ’ έναν τόπο συνάντησης και ανταλλαγών των Εβραίων και των χριστιανών Θεσσαλονικιών, μάλιστα μέσα από ένα πολύ ιδιαίτερο κι ευαίσθητο κανάλι, αυτό του μητρικού γάλακτος και της ανατροφής παιδιών.

                                     

ΤΑ ΒΡΕΦΗ ΠΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

Και περνώ στο δεύτερο νήμα: στα μέσα της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ένα νέο ερευνητικό πεδίο συγκροτείται στην ελληνική ιστοριογραφία  και στο πεδίο της κοινωνικής ιστορίας: το ενδιαφέρον για την παιδική ηλικία και τη νεότητα. Δύο φορείς με αποκλειστικό ενδιαφέρον αυτή την κατεύθυνση επιχορήγησαν τότε πολλές έρευνες και τις εξέδωσαν. Επρόκειτο για ευρείες θεματικές, που μπορούσαν να αγκαλιάσουν τα πιο διαφορετικά θέματα αλλά πάντα μέσα σε μια κοινή οπτική. Αυτή που αντιμετώπιζε τα παιδιά και τους νέους όχι πια ως φυσικές αλλά ως κοινωνικές κατηγορίες, άρα και ως ιδιαίτερα ερευνητικά αντικείμενα / υποκείμενα.   

Η αρχική έρευνα της Μπρούσκου πραγματοποιήθηκε με τη συγκεκριμένη επιχορήγηση του Ιδρύματος Ερευνών για το Παιδί «Σπύρος Δοξιάδης». Πολύ αργότερα υποστήριξε την ολοκληρωμένη  μελέτη της ως διδακτορική διατριβή στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου (2008). Επικεντρωμένο στην παιδική ηλικία, το ΄Ιδρυμα «Σπύρος Δοξιάδης» έβγαλε πολλά βιβλία κι επιχορήγησε πολλές έρευνες (όπως και την έρευνα της Μπρούσκου για τον Άγιο Στυλιανό). Ο άλλος φορέας, το Ιστορικό Αρχείο της Ελληνικής Νεολαίας (ΙΑΕΝ), επιχορήγησε επίσης έρευνες που κατέληξαν σε 50 περίπου βιβλία γύρω από τη νεολαία, είτε μέσα από την εκπαίδευση είτε μέσα από τον Τύπο είτε μέσα από οργανώσεις ή άλλες θεματικές.[9]             

Το βιβλίο της Αίγλης Μπρούσκου ασχολείται με την πιο ευάλωτη κατηγορία παιδιών, τα βρέφη, και μάλιστα τα έκθετα βρέφη: μπορεί να εκδόθηκε το 2015, όμως οι απαρχές της έρευνας και η προβληματική του διαμορφώθηκαν εκείνη την εποχή, και αυτός είναι ο λόγος που θέλησα να θυμίσω και το συλλογικό πλαίσιο στο οποίο εγγράφονται.  

Νομίζω ότι έχει τη σημασία του ότι πάρα πολλές  από αυτές τις έρευνες εκπονήθηκαν από γυναίκες ερευνήτριες.[10] Τις δεκαετίες του 1980 και του 1990 εμφανίζονται για πρώτη φορά τόσο πολυάριθμες γυναίκες συγγραφείς ιστορικών βιβλίων, και μαζί τους ανανεώνονται οι θεματικές: τα παιδιά, οι νέοι, οι γυναίκες, αποτελούν νέα ιστοριογραφικά αντικείμενα. Η προφορική ιστορία ως μεθοδολογικό εργαλείο, που εφαρμόστηκε καταρχάς τη δεκαετία του 1940, ανανεώνοντας σημαντικά τις προσεγγίσεις, χρωστά πολλά στις νέες ερευνήτριες που μπήκαν τότε δυναμικά στο στίβο, συμβάλλοντας στην ανανέωση της σύγχρονης νεοελληνικής ιστοριογραφίας.

Εξ άλλου, η ιστορία του Βρεφοκομείου διασταυρώνεται και με την ιστορία των γυναικών, εφ’ όσον η συγγραφέας ενσωματώνει και την έμφυλη διάσταση. Στην πρώτη φάση της ζωής του Βρεφοκομείου, μια επιτροπή κυριών έχει όλη την ευθύνη στο πλαίσιο της φιλανθρωπικής δραστηριότητας των κυριών της αστικής τάξης. Όταν όμως ο Δήμος θ’ αναλάβει το βρεφοκομείο το 1938 και θα το καταστήσει δημοτικό, το συμβούλιο και η Διοίκηση θα αποτελείται αποκλειστικά από άνδρες (με ορισμένες γυναίκες σε συμβουλευτικό μόνο ρόλο). Αργότερα, πάλι οι γυναίκες θα παίξουν σημαντικό ρόλο στις βαφτίσεις (σ. 236), καθώς θα γίνονται ανάδοχοι των παιδιών. Πολλές από αυτές είναι βρεφοκόμοι αλλά και πολλές είναι γυναίκες που δεν εργάζονται εκεί. Η γυναικεία παρουσία είναι αυτή που θα στηρίξει το Βρεφοκομείο σε επίπεδο προσωπικού από την αρχή ώς το τέλος της λειτουργίας του και της  μετατροπής του σε δημοτικό παιδικό σταθμό τις τελευταίες δεκαετίες.  

Η ιστορία όμως του Βρεφοκομείου διασταυρώνεται όχι μόνο με επιμέρους ιστορίες αλλά και με την ίδια την μεγάλη Ιστορία, με Ι κεφαλαίο. Οι τρόφιμοί του πολλαπλασιάζονται σε εποχές προσφυγιάς (μαζική έλευση μικρασιατών προσφύγων το 1923), μεταναστεύσεων, κατοχής, εμφυλίου πολέμου (1946-1949). Τα βρέφη που ακόμη δεν έχουν ιστορία, γράφουν ήδη την ιστορία, όπως σημειώνει η συγγραφέας. Επιβεβαιώνοντας για μια ακόμη φορά πώς και τα πιο ευάλωτα και ανυπεράσπιστα ανθρωπάκια είναι κι αυτά κοινωνικά υποκείμενα.   

                                     

Ο ΕΡΡΙΜΜΕΝΟΣ

Θα κλείσω με την πρώτη παράγραφο του προλόγου:

 

Την 1η Ιουνίου του 1918, ένα αγοράκι ενός έτους πετάχτηκε στην πόρτα του βρεφοκομείου Άγιος Στυλιανός στη Θεσσαλονίκη. Η κατάσταση της υγείας του καταγράφηκε στο Μητρώο Εισαγωγών του ιδρύματος: Εισήλθεν εν απελπιστική καταστάσει, κατεστηκός ατροφικότατον, πάσχον εκ ποττείου κακού (φυματιώσεως των αρθρώσεων), χρονίας διαρροίας, και φέρον κάταγμα του δεξιού βραχίονος. Πέθανε δεκαπέντε ημέρες μετά την εισαγωγή του, στα μέσα του Ιουνίου του 1918 […]. Το ΄Ιδρυμα δεν μπόρεσε να του προσφέρει παρά μόνον έναν αριθμό μητρώου, το 844 και άτυπα ένα όνομα: Ερριμμένος. Όνομα που όχι μόνο φέρει την ιστορία του πεταμένου αυτού μικρού ανθρώπου, αλλά και συμπυκνώνει με απόλυτη οικονομία τις ιστορίες των αμέτρητων εκείνων βρεφών που η ζωή τους και, συχνά, ο τόσο κοντά στη γέννηση θάνατός τους σημαδεύτηκε από αυτήν την κίνηση της απόρριψης. 

 

Η Αίγλη Μπρούσκου ομολογεί πως αυτό το περιστατικό στάθηκε γι’ αυτήν «ένας οδηγός της σκέψης και του συναισθήματος, ένας δάσκαλος για το πώς το ένα μπορεί να υποστηρίζει ή και να ελέγχει το άλλο. Ίσως ακόμη και σήμερα, είκοσι δύο χρόνια μετά, ο ερριμμένος υποβαστάζει διακριτικά και το διάβημα αυτής της έκδοσης».[11] 

Το αίτημα ισορροπίας ανάμεσα στο συναίσθημα και στο στοχασμό είναι καθοριστικό για τη συγγραφέα. Γι’ αυτό επανέρχεται σ’ αυτό και στο κλείσιμο του βιβλίου της, στην τελευταία παράγραφο. ΄Ηθελα λοιπόν να πω, ως αναγνώστρια, ότι αυτό το δύσκολο στοίχημα το κέρδισε απολύτως.  Και είναι ένα  στοίχημα απαραίτητο για να διατηρούν οι ανθρωπιστικές μας σπουδές όχι μόνο την επιστημονικότητα  αλλά και την ανθρωπιά τους.

 

 

[1] Ομιλία της συγγραφέως κατά την παρουσίαση του βιβλίου, στις 11 Ιουνίου 2015, στο βιβλιοπωλείο Επί Λέξει. Στην παρουίαση, μίλξησαν ακόμα ο Δημ. Πλουμπίδης, η Π. Μαρκέτου και η συγγραφέας.

[2]  Μπρούσκου Αίγλη, «Λόγω της κρίσεως σας χαρίζω το παιδί μου», σ. 147.

[3] Βλ. δημοσιεύσεις στα  αντίστοιχα Πρακτικά: Μπρούσκου Αίγλη, « Εβραίες τροφοί στο χριστιανικό βρεφοκομείο “Άγιος Στυλιανός” στις αρχές του αιώνα», Οι Εβραίοι στον ελληνικό χώρο. Ζητήματα ιστορίας στη μακρά διάρκεια, επιμ. Ε. Αβδελά - Ο. Βαρών-Βασάρ,εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 1995, 33-42.  /  Μπρούσκου Αίγλη, «΄Οποια πέτρα κι αν σηκώσεις: Το δημοτικό βρεφοκομείο Θεσσαλονίκης “Άγιος Στυλιανός” και οι σχέσεις του με την εβραϊκή κοινότητα της πόλης», Ο ελληνικός Εβραϊσμός, εκδ. Εταιρείας Σπουδών Σχολής Μωραΐτη, Αθήνα 1999, σ. 205-224.

[4]  Μπρούσκου Αίγλη, «Λόγω της κρίσεως σας χαρίζω το παιδί μου», σ. 157.

[5] Όπως τα αναφέρει η συγγραφέας στο «Όποια πέτρα κι αν σηκώσεις», ό.π., σ. 215.

[6] Υπενθυμίζω ότι στη Θεσσαλονίκη γύρισαν 1.950 άνθρωποι από τους 49.000 που ζούσαν εκεί το 1949, 1.000 επιζώντες του Άουσβιτς-Μπιρκενάου και 950 που είχαν γλιτώσει την εκτόπιση ή είχαν συμμετάσχει στην Αντίσταση.

[7]  Γιώργος Ιωάννου, « Το ξεκλήρισμα των Εβραίων», στο βιβλίο του Το δικό μας αίμα, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1980, σ. 64.

[8] Α. Μπρούσκου, «Οποια πέτρα κι αν σηκώσεις», σ. 215.

[9] Βλ και Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου, Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών ΑΤ-300-499, εκδ. ΙΑΕΝ, Αθήνα 1994.

[10] Στον κατάλογο του ΙΑΕΝ του 2009, 28 από τα 48 βιβλία του προγράμματος έχουν γραφτεί από γυναίκες συγγραφείς.

[11]  Μπρούσκου Αίγλη, «Λόγω της κρίσεως σας χαρίζω το παιδί μου», σ. 13.

Οντέτ Βαρών-Βασάρ

Iστορικός που ασχολείται ερευνητικά με τη δεκαετία του 1940, συγγραφέας των βιβλίων Ελληνικός νεανικός τύπος, Καταγραφή 1941-1945 (1987), Η ενηλικίωση μιας γενιάς. Νέοι και νέες στην Κατοχή και στην Αντίσταση (2009) και Η ανάδυση μιας δύσκολης μνήμης. Κείμενα για τη γενοκτονία των Εβραίων (2013). Διδάσκει Ιστορία στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο και κάνει ένα Σεμινάριο σχετικό με τη γενοκτονία των Εβραίων, τη μνήμη της και τις αναπαραστάσεις της  στο Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδος.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά