Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2015

Η σύγκρουση της Αθήνας το 1944 και η ήττα του ΚΚΕ

Κατηγορία Ιστορία
Γράφτηκε από  Σάκης Μουμτζής Δημοσιεύθηκε στο Κριτικές Ιστορία Τεύχος 53
Δεκέμβριος 1944. Βρετανοί κομάντος καλυμμένοι πίσω από τανκ στην οδό Σωκράτους. Δεκέμβριος 1944. Βρετανοί κομάντος καλυμμένοι πίσω από τανκ στην οδό Σωκράτους. ΕΛΙΑ - ΜΙΕΤ

Μενέλαος Χαραλαμπίδης, Δεκεμβριανά 1944. Η Μάχη της Αθήνας, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2014, 374 σελ.

 

Σε μια εποχή ταραγμένη, γεμάτη εντάσεις και εμφύλιο αίμα που χυνόταν από τον Απρίλιο του 1943, οποιαδήποτε ερμηνεία της δεκεμβριανής σύγκρουσης που κινείται με απόλυτους όρους χάνει τις πολλές αποχρώσεις, τις πολλές γκρίζες περιοχές και, τελικά, καταλήγει στη συγκρότηση ερμηνευτικού σχήματος απλουστευμένου, πλήρως ιδεολογικοποιημένου, που μάλλον δικαιολογεί παρά ερμηνεύει. Το βιβλίο του Μενέλαου Χαραλαμπίδη, χρήσιμο κατ' αρχάς για την περιγραφή της κλιμάκωσης των μαχών και για τις κινήσεις των Βρετανών, επιτρέπει αμφισβητήσεις για τον τρόπο που παρουσιάζει τις επιλογές του ΚΚΕ, οι οποίες ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για την κλιμάκωση της σύγκρουσης. Αναδημοσίευση από το Books' Journal, 53, Μάρτιος 2015 [ΤΒJ].

 

 

Τελειώνοντας την ανάγνωση του βιβλίου του Μενέλαου Χαραλαμπίδη, κατέγραψα τις βασικές θέσεις του συγγραφέα που συγκροτούν το ερμηνευτικό του σχήμα.

 

Α. «Βαθύ χάσμα [...] είχε δημιουργηθεί κατά τη διάρκεια της Κατοχής στη βάση της ελληνικής κοινωνίας ανάμεσα σε αυτούς που συνεργάσθηκαν με τον κατακτητή και αυτούς που αντιστάθηκαν σε αυτόν» (σελ. 330).

Β. «Συνεπώς, η νομιμοποίηση του ΕΑΜ πήγαζε από την ίδια την ελληνική κοινωνία, από το ηθικό κύρος και την πολιτική επιρροή που είχε αποκτήσει σε αυτή» (σελ. 332).

Γ. «Τα Δεκεμβριανά ήταν αποτέλεσμα της αποτυχημένης προσπάθειας να απαντηθεί με πολιτικούς όρους […] “η διάσταση” των επιδιώξεων του ΕΑΜ, της ισχυρότερης πολιτικής δύναμης στο εσωτερικό της χώρας, με αυτές των Βρετανών, που είχαν “κερδίσει” την Ελλάδα εντάσσοντάς τη στη δική τους σφαίρα επιρροής. […] Οι συγκρούσεις του Δεκεμβρίου ήταν συνέπεια της αδυναμίας όλων των ελληνικών πολιτικών δυνάμεων αλλά και των Βρετανών να συμφωνήσουν στο ποια θα ήταν η βάση πάνω στην οποία θα μπορούσε να νομιμοποιηθεί η μεταπολεμική τάξη. Ποιος θα ήλεγχε τα μέσα της βίας και εν ονόματι ποιων πολιτικών αρχών» (σελ. 331).

Δ. Ο συγγραφέας θεωρεί πως καμία πλευρά δεν επιδίωξε τη δεκεμβριανή σύγκρουση. Το τεκμηριώνει με το επιχείρημα πως και ο ΕΛΑΣ και οι Βρετανοί βρέθηκαν απροετοίμαστοι γι’ αυτήν (σελ. 101-102).

 

Από τα σημεία Α και Β, προκύπτει πως ο συγγραφέας υιοθετεί την άποψη ότι η συνεργασία με τον κατακτητή είχε λάβει μαζικές διαστάσεις ώστε να διχάσει τη βάση της ελληνικής κοινωνίας. Ανακύπτει, βέβαια, το πρόβλημα του ορισμού της «συνεργασίας», ένα πρόβλημα που δοκίμασε την αντοχή της κοινωνίας τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο του 1944, και την τσάκισε. Ο διασταλτικός ορισμός που επιχειρούσε να δώσει το ΚΚΕ στον όρο «συνεργασία», και κυρίως στην οικονομική της μορφή, λειτούργησε αποσταθεροποιητικά σε μια χώρα που προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της. Συγχρόνως, κοινωνικές ομάδες αισθάνθηκαν πως απειλούνται από αυτή την ερμηνεία της «συνεργασίας»  –που έπαιρνε συγκεκριμένες μορφές πολιτικής πρακτικής και ρητορείας– και στάθηκαν πλέον απέναντι στο ΚΚΕ. Στα Δεκεμβριανά, η δράση της πολιτοφυλακής, όταν λειτουργούσε «τιμωρητικά» προς τους δωσίλογους, έκανε χρήση αυτής της διασταλτικής ερμηνείας, με αποτέλεσμα να οδηγηθούν αναίτια στον θάνατο εκατοντάδες –ενδεχομένως και χιλιάδες– άνθρωποι. Το αξιοπερίεργο, που ανατρέπει την άποψη του συγγραφέα, είναι πως η Κ.Ε. του ΕΑΜ εκτίμησε τον αριθμό των δωσιλόγων σε 15.000 (σελ. 49). Ο αριθμός αυτός, σε μια χώρα 6.500.000 κατοίκων, είναι αμελητέος και σε καμία περίπτωση δεν ορίζει κοινωνικό φαινόμενο. Συνεπώς, η προσπάθεια διαίρεσης της ελληνικής κοινωνίας σε δύο μέρη που εκφράζουν το φως και το σκότος, το καλό και το κακό, πάσχει. Πάσχει, γιατί οι αριθμοί, τα μεγέθη, δεν μπορούν να συγκροτήσουν τον πόλο του κακού. Ανάμεσα στον μικρό αριθμό των πραγματικών δωσιλόγων και των δυνάμεων της αντίστασης υπήρχε η μεγάλη πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας που αγωνιζόταν να επιβιώσει μέσα στις σκληρές συνθήκες της Κατοχής. Έτσι, η προσπάθεια να αποδοθεί στη δεκεμβριανή σύγκρουση και ηθικός χαρακτήρας –πέραν της προσπάθειας ηρωοποίησης της Αριστεράς– αποδυναμώνει τη συνοχή του ερμηνευτικού σχήματος που πρέπει να συγκροτείται από την παράθεση γεγονότων απογυμνωμένων –κατά το δυνατόν– από αξιολογικές έννοιες, ο ορισμός των οποίων είναι ρευστός. Έτσι η άποψη πως «η νομιμοποίηση του ΕΑΜ πήγαζε από την ίδια την ελληνική κοινωνία, από το ηθικό κύρος […]», ελάχιστα προσφέρει στην ερμηνεία, καθ’ όσον αποτελεί ταυτολογική αξιολογική κρίση. Σε μια εποχή ταραγμένη, γεμάτη εντάσεις και εμφύλιο αίμα που χυνόταν από τον Απρίλιο του 1943, οποιαδήποτε ερμηνεία που κινείται με απόλυτους όρους χάνει τις πολλές αποχρώσεις, τις πολλές γκρίζες περιοχές και, τελικά, καταλήγει στη συγκρότηση ερμηνευτικού σχήματος απλουστευμένου, πλήρως ιδεολογικοποιημένου, που μάλλον δικαιολογεί παρά ερμηνεύει.

 

Ο ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΙΜΑ

Το τρίτο σημείο εισάγει τον διεθνή παράγοντα, το συσχετισμό δυνάμεων στο εσωτερικό μέτωπο και τις δυνατότητες συνεννόησης μεταξύ των βασικών παικτών. Ως διεθνή παράγοτα, όμως, ο συγγραφέας θεωρεί μόνο τον βρετανικό, παραλείποντας να αναφερθεί στους Σοβιετικούς, ενώ οι Γιουγκοσλάβοι που είχαν ανάμειξη στη δεκεμβριανή σύγκρουση αγνοούνται πλήρως. Η παρουσία των Σοβιετικών στα βόρεια σύνορα της χώρας μας ήταν μια αφόρητη πρόκληση για τους έλληνες κομμουνιστές, που έβλεπαν το στρατό του παγκόσμιου κομμουνιστικού κέντρου να εγκαθιδρύει στις όμορες χώρες κυβερνήσεις φιλικές προς τη Σοβιετική Ένωση. Επεδίωξε, λοιπόν, το ΚΚΕ με τη δεκεμβριανή σύγκρουση να αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο της κατάστασης, οι εκλογές και το δημοψήφισμα να γίνουν υπό την κυριαρχία του και με τους όρους του και, με αυτόν τον τρόπο, να συντονιστούν τα βήματα της ελληνικής πολιτικής και κοινωνικής ζωής με αυτά των χωρών που απελευθέρωσε ο Κόκκινος Στρατός.

Ο συγγραφέας δεν απαντά στο ερώτημα γιατί η αδυναμία συνεννόησης των βασικών παικτών οδήγησε στην ένοπλη αντιπαράθεση. Και κυρίως δεν απαντά στο γιατί υπήρχε αδυναμία συνεννόησης. Αδυνατεί να το κάνει, γιατί σε όλο του το βιβλίο δεν γίνεται καμία αναφορά –έστω ακροθιγώς– στις εμφύλιες συγκρούσεις που διεξάγονταν σε όλη την Ελλάδα από τον Απρίλιο του 1943, συγκρούσεις που καθιστούσαν αδύνατη τη συνεννόηση, γιατί τις δύο πλευρές τις χώριζε πλέον το αίμα. Η αμοιβαία καχυποψία ακύρωνε τις προσπάθειες για συμβιβασμούς που κατέβαλλαν οι μετριοπαθείς δυνάμεις και, στο κομβικό πρόβλημα του αφοπλισμού των αντάρτικων σωμάτων, παραμερίστηκαν. Ο συγγραφέας, στην κατατοπιστική –κατά τα άλλα– εισαγωγή του, αναφέρεται σε γεγονότα κορυφής, όπου πρωταγωνιστούσαν οι ηγεσίες των βασικών παικτών, χωρίς καμία αναφορά στην εμφύλια βία που σάρωνε την ελληνική κοινωνία, την επαρχιακή αλλά και την αθηναϊκή (συνοικίες), απότοκο του παιχνιδιού εξουσίας. Διατυπώνοντας το επιχείρημα πως εάν το ΕΑΜ ήθελε να καταλάβει την εξουσία θα το έπραττε με την αποχώρηση των Γερμανών (σελ. 102), παραγνωρίζει πως το ΠΓ του ΚΚΕ δεν είχε επεξεργασμένη πολιτική, που την ακολούθησε σταθερά μέχρι τέλους. Δύο ήταν οι μόνιμες προτεραιότητές του: η διάγνωση των προθέσεων των Σοβιετικών και η εξασφάλιση της απόλυτης κυριαρχίας του στον ελληνικό χώρο μέσω των όπλων του ΕΛΑΣ.

Εξ άλλου, η εθνικοενωτική γραμμή που υποστήριξε και επέβαλε το ΠΓ του ΚΚΕ, το καλοκαίρι του 1944, αποδοκιμάστηκε από όλες τις μεγάλες κομματικές οργανώσεις, οι οποίες επιζητούσαν το ξεκαθάρισμα της κατάστασης. Όταν η ηγεσία του κόμματος αντιλήφθηκε πως με τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ έχανε το όπλο της απόλυτης κυριαρχίας του, επέλεξε τη σύγκρουση. Αυτό ακριβώς, ότι δηλαδή η δεκεμβριανή σύγκρουση ήταν προϊόν πολιτικής απόφασης του ΠΓ του ΚΚΕ, το παραγνωρίζει ο συγγραφέας, καθώς δεν καταγράφει τρία γεγονότα που το πιστοποιούν:

 

Ι. Δεν αναφέρεται καθόλου στη συνεδρίαση του ΠΓ που έγινε στο Αρεταίειο νοσοκομείο, στις 27/11/1944, οπότε και αποφασίστηκε πως ο ΕΛΑΣ δεν αποστρατεύεται, με ό,τι αυτό σήμαινε.

ΙΙ. Η ανασύσταση της ΚΕ του ΕΛΑΣ δεν έγινε στις 2 Δεκεμβρίου –όπως αναφέρει ο συγγραφέας (σελ. 64)– αλλά την 1η Δεκεμβρίου από τον ίδιο τον Σιάντο.1 Λέγεται πως στις 2 Δεκεμβρίου η ΚΕ του ΕΑΜ επικύρωσε την απόφαση του Σιάντου.2 Την 1η Δεκεμβρίου, το Α΄ Σώμα Στρατού του ΕΛΑΣ εξέδωσε διαταγές προς συγκεκριμένες μονάδες του, να κινηθούν ώστε να είναι έτοιμες να προσβάλουν συγκεκριμένες κυβερνητικές θέσεις. Τα όσα έγιναν στο χώρο του ΕΑΜικού στρατοπέδου την 1η Δεκεμβρίου ερμηνεύθηκαν, από τους μη κομμουνιστές εταίρους του ΚΚΕ, ως προεόρτια της σύγκρουσης – και γι’ αυτό, αργά το βράδυ της ίδιας μέρας, οι τέσσερις μη κομμουνιστές υπουργοί του ΕΑΜ παραιτήθηκαν σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την πολιτική που ακολουθούσαν τα δύο άκρα. Το πρωί της 2ας Δεκεμβρίου παραιτήθηκαν και οι Ζέβγος και Πορφυρογένης.

ΙΙΙ. Δεν μνημονεύει ο συγγραφέας την αποστολή του Ζέβγου και της Χατζηβασιλείου στην έδρα της 2ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ, στις 2/12/1944, για να παραδώσουν τη διαταγή επιθέσεως του 2ου Συντάγματος εναντίον της Ορεινής Ταξιαρχίας που ήταν στρατωνισμένη στο Γουδί. Η επίθεση ήταν προγραμματισμένη να γίνει τα ξημερώματα της 4ης Δεκεμβρίου 1944. Και τα τρία γεγονότα που δεν αναφέρονται από το συγγραφέα έλαβαν χώρα πριν από τις 3 Δεκεμβρίου και αποδεικνύουν πως οι νεκροί αυτής της ημέρας ελάχιστη σχέση είχαν με τα όσα επακολούθησαν, που ήταν απόρροια προειλημμένης απόφασης του ΠΓ του ΚΚΕ.

 

Η ΛΑΘΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Τελειώνοντας την ανάγνωση του βιβλίου του Μενέλαου Χαραλαμπίδη, έμεινα με την εντύπωση πως τα Δεκεμβριανά ήταν μια ελληνοβρετανική σύγκρουση και όχι εμφύλια. Ο συγγραφέας αναδίδει αυτήν την εικόνα χαρακτηριστικά όταν γράφει:

 

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι την περίοδο της απελευθέρωσης ο πολυδιασπασμένος αστικός πολιτικός κόσμος αντλούσε τη νομιμοποίησή του αποκλειστικά από τη βρετανική υποστήριξη, από παράγοντες δηλαδή που είχαν να κάνουν με τον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων, (σελ. 332)

 

Έτσι υποβαθμίζεται πλήρως η σχέση των παραδοσιακών κομμάτων με τον κόσμο τους, με τα δίκτυά τους, μια σχέση που αμέσως μετά την Κατοχή άρχισε να ξαναχτίζεται, όπως φάνηκε και στη μεγάλη συγκέντρωση των αστικών κομμάτων στις 15/10/1944, που δεν μνημονεύει ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης, και στην οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια. Στο βιβλίο του λοιπόν, η Ορεινή Ταξιαρχία και οι χωροφύλακες του Μακρυγιάννη χάνονται μέσα στις σελίδες του, καθώς η δράση τους παρουσιάζεται αποσπασματικά και ευκαιριακά, ειδωμένη μέσα από τη βρετανική πολεμική δραστηριότητα που, αντιθέτως, δομείται και αναπτύσσεται σε χωριστά κεφάλαια, με χρονολογική σειρά και με πλήθος από χρήσιμες λεπτομέρειες. Και όλα αυτά ενώ είναι γνωστό πως, τις πρώτες δέκα κρίσιμες ημέρες των μαχών (5-15 Δεκεμβρίου), η Ορεινή Ταξιαρχία και οι χωροφύλακες έφεραν το κύριο βάρος των ενεργειών –αμυντικών και επιθετικών– των κυβερνητικών δυνάμεων. Χάρη στις δικές τους ενέργειες απέτυχε η διείσδυση του ΕΛΑΣ στο κέντρο της Αθήνας από το Νότο (στρατόπεδο Μακρυγιάννη) και από τον Βορρά (εγκαταστάσεις στο Γουδί). Αυτές τις κρίσιμες μέρες, οι παρεμβάσεις των Βρετανών περιορίζονταν στη διάσωση των εγκλωβισμένων κυβερνητικών μαχητών, στην τροφοδοσία τους καθώς και στους από αέρος πολυβολισμούς των θέσεων του ΕΛΑΣ. Δράση καθόλου αμελητέα, αλλά επικουρική.

Προς την κατεύθυνση της υποβάθμισης της συμβολής τους στη νίκη των κυβερνητικών κινείται και η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στις μάχες που έγιναν στον Πειραιά τις πρώτες μέρες των Δεκεμβριανών. Εκεί, τον αγώνα από την κυβερνητική παράταξη τον έδωσαν οι έλληνες αξιωματικοί και οι ναύτες τόσο στο Μέγαρο Βάττη όσο και στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, για να παραμείνουν οι εγκαταστάσεις υπό τον έλεγχό τους. Αυτό αποδείχθηκε ιδιαίτερα σημαντικό στη συνέχεια, καθώς στη ζώνη ελέγχου τους έγιναν οι αποβιβάσεις των βρετανικών στρατευμάτων.3 Το αξιοπερίεργο, αλλά ευεξήγητο από τα προαναφερθέντα, είναι πως ο συγγραφέας περιλαμβάνει στη βιβλιογραφία του το βιβλίο του Γ. Χ. Κατσιμήτρου, στο οποίο περιγράφονται με λεπτομέρειες οι συγκρούσεις στον Πειραιά.

Όπως προανέφερα, στο ερμηνευτικό σχήμα του Μενέλαου Χαλαραμπίδη απαξιώνεται η σχέση των παραδοσιακών κομμάτων με τον κόσμο τους. Αυτό τον οδηγεί να εξιστορήσει τα επεισόδια που έγιναν στην Ομόνοια στις 15/10/1944, με νεκρούς και τραυματίες, μόνο στην κατάληξή τους, παραλείποντας να αναφερθεί στην αφετηρία τους (σελ. 46). Έτσι, ενώ καταγράφει την επίθεση που δέχτηκαν οι ομάδες του ΚΚΕ στην Ομόνοια από τους έγκλειστους εθνικιστές που είχαν εγκατασταθεί στα ξενοδοχεία της περιοχής για να προστατευθούν από την πολιτοφυλακή των χωριών τους, δεν αναφέρει πώς βρέθηκαν εκεί οι κομμουνιστές. Είχε προηγηθεί εντυπωσιακή συγκέντρωση και πορεία των αστικών-εθνικιστικών οργανώσεων και κομμάτων προς τον Άγνωστο Στρατιώτη, που το μέγεθός της θορύβησε το ΚΚΕ. Από τις συνοικίες, λοιπόν, μεταφέρθηκαν μέλη του κόμματος που επιτέθηκαν με λοστούς και καδρόνια στους συγκεντρωμένους σε διάφορα σημεία της πορείας τους, τραυματίζοντας δεκάδες από αυτούς. Στη συνέχεια, αφού διέλυσαν τη συγκέντρωση, κατευθύνθηκαν προς τα ξενοδοχεία της Ομόνοιας και προσπάθησαν να τα κάψουν, μαζί βέβαια και τους εθνικιστές ενοίκους τους. Οι τελευταίοι άρχισαν να πυροβολούν το πλήθος από τα παράθυρα, με αποτέλεσμα να υπάρξουν νεκροί και τραυματίες.4

 

Η ΘΕΤΙΚΗ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΣΤΟ ΔΙΑΛΟΓΟ

Τελειώνοντας, θέλω να αναφερθώ στα θετικά του βιβλίου, που αναμφίβολα είναι και πολλά και σημαντικά. Παρουσιάζει με τρόπο αναλυτικό και κατατοπιστικό την κλιμάκωση των μαχών, τη δράση των Βρετανών και, με τη βοήθεια 13 χαρτών, δίνει στον αναγνώστη την αίσθηση του χώρου, των κινήσεων και των ενεργειών των αντίπαλων δυνάμεων. Περιγράφει το διεθνές και το εσωτερικό (βρετανικό) περιβάλλον στο οποίο κινήθηκε ο Τσώρτσιλ, ενώ περιγράφει τις δραματικές πέντε τελευταίες ημέρες των μαχών (4-8/1/1945) στις οποίες έχασαν τη ζωή τους περίπου 700 ΕΛΑΣίτες (σελ. 250-264).

Θεωρώ το βιβλίο –παρ’ όλες τις καταγεγραμμένες ενστάσεις μου– ένα χρήσιμο εργαλείο για όσους ασχολούνται με αυτήν την περίοδο. Εξ άλλου μέσα από τη διαφωνία και τον αντίλογο προάγεται η συζήτηση.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Γιάννης Ιωαννίδης, Αναμνήσεις, επιμέλεια: Αλέκος Παπαπαναγιώτου, Θεμέλιο 1979, σελ. 335.
  2. Χαρίλαος Μηχιώτης, Δραματική πορεία, Κασταλία 2005, σελ.142
  3. Γ. Χ. Κατσιμήτρος, Η μάχη των Αθηνών, ιδιωτική έκδοση 1970, σελ. 191-192.

 

 

Σάκης Μουμτζής. Συγγραφέας. Κυκλοφορεί ο πρώτος τόμους του βιβλίου του Η κόκκινη βία, και αναμένεται εντός του Οκτωβρίου 2015 ο δεύτερος τόμος.

 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά