Παρασκευή, 04 Σεπτεμβρίου 2015

Η λούμπεν τρομοκρατία και η τεράστια αποδοχή της

Κατηγορία Ιστορία
Γράφτηκε από  Κώστας Μπακογιάννης Δημοσιεύθηκε στο Κριικές Ιστορία Πολιτική Τεύχος 56
Μια άποψη του εδωλίου των κατηγορουμένων για τη δολοφονική δράση της 17 Νοέμβρη, στη διάρκεια της δίκης, το καλοκαίρι του 2003. Στην πρώτη σειρά, από αριστερά, οι καταδικασθέντες Σάββας Ξηρός, Δημήτρης Κουφοντίνας, Χριστόδουλος Ξηρός. Στην τρίτη σειρά, διακρίνεται και ο Αλέκος Γιωτόπουλος. Μια άποψη του εδωλίου των κατηγορουμένων για τη δολοφονική δράση της 17 Νοέμβρη, στη διάρκεια της δίκης, το καλοκαίρι του 2003. Στην πρώτη σειρά, από αριστερά, οι καταδικασθέντες Σάββας Ξηρός, Δημήτρης Κουφοντίνας, Χριστόδουλος Ξηρός. Στην τρίτη σειρά, διακρίνεται και ο Αλέκος Γιωτόπουλος. Αρχείο The Books' Journal

Γιώργος Κασιμέρης, Ακραία φαινόμενα διαρκείας. Βία και τρομοκρατία στη Μεταπολίτευση, μετάφραση από τα αγγλικά: Αντώνης Καλοκύρης, Καστανιώτη, Αθήνα 2015, 250 σελ.

Η δολοφονική δράση για περισσότερα από 25 χρόνια της τρομοκρατικής οργάνωσης 17 Νοέμβρη γίνεται αντικείμενο μιας ενδιαφέρουσας μελέτης. Το νέο που κομίζει στην έρευνα είναι η ανίχνευση των προσωπικών διαδρομών κάποιων εκ των πρωταγωνιστών που ενεπλάκησαν. Ωστόσο, κάποια άλλα ζητήματα αδυνατίζουν όταν τα προσεγγίζεις επικαλούμενος την ουδετερότητα: η βία στο όνομα της πολιτικής, π.χ., δεν είναι χρήσιμη σε μια δημοκρατία. To κείμενο αναδημοσιεύεται από το τεύχος 56, με αφορμή την επέτειο της δολοφονίας του Παύλου Μπακογιάννη από τους τρομοκράτες της 17 Νοέμβρη.

Το βιβλίο του Γιώργου Κασιμέρη, Ακραία φαινόμενα διαρκείας. Βία και τρομοκρατία στη Μεταπολίτευση, θεμελιώνει το πλαίσιο κατανόησης της τρομοκρατίας σε δύο αναλυτικές κατευθύνσεις. Πρώτον, ανιχνεύει τις προσωπικές διαδρομές κάποιων εκ των πρωταγωνιστών, την εμπλοκή αλλά και την απεμπλοκή τους από την τρομοκρατία. Δεύτερον, αναφέρεται στο κοινωνικό, πολιτικό και ιδεολογικό περιβάλλον, εντοπίζοντας μια τομή στη συνέχεια κατά τη δεκαετία του 1970 και, ασφαλώς, στις συνθήκες που διαμόρφωσαν τους ίδιους τους τρομοκράτες.

Ξεκινώντας από την πρώτη αναλυτική κατεύθυνση, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η έρευνα του συγγραφέα είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική, συμβάλλοντας στην κατανόηση από τον αναγνώστη των πρακτικών στρατολόγησης, της δυναμικής των οργανώσεων και των μηχανισμών δέσμευσης των μελών τους. Ιδίως η παρουσίαση του τρόπου απεμπλοκής των μελών είναι καινοτόμος, αφού διατυπώνεται για πρώτη φορά βιβλιογραφικά. Εξηγεί, επίσης, σε μεγάλο βαθμό, και αυτή είναι ουσιαστική συνεισφορά του συγγραφέα στη διερεύνηση του φαινομένου, την αντοχή και την επιβίωση της 17 Νοέμβρη, μιας από τις μακροβιότερες τρομοκρατικές οργανώσεις στην Ευρώπη. Είναι σημαντικό ότι δίνεται έμφαση στους δεσμούς αίματος μεταξύ των μελών της τρομοκρατικής οργάνωσης. Οι δεσμοί αίματος, σύμφωνα με τον Γιώργο Κασιμέρη,

 

εξαιρετικά σημαντικοί στην ελληνική κοινωνία, ενίσχυαν την εμπιστοσύνη και τους κανόνες σιωπής, κάτι που εξηγεί την επιχειρησιακή διάρκεια της οργάνωσης και την εντυπωσιακή αντίστασή της στη διείσδυση ξένων στοιχείων.

 

Όπως αναφέρει ο συγγραφέας, στην περίπτωση της 17 Νοέμβρη τρεις από τους τρομοκράτες ήταν αδέλφια, δύο ήταν ξαδέλφια και ένας νονός των παιδιών ενός άλλου μέλους.

Ασφαλώς, ο συγγραφέας αναγνωρίζει τους μεθοδολογικούς κινδύνους που αναλαμβάνει γράφοντας ότι τα προσωπικά βιογραφικά στοιχεία παρέχουν μια μεροληπτική περιγραφή της πραγματικότητας, προσφέροντας τις προτιμώμενες εικόνες και εκδοχές των γεγονότων από όσους συμμετείχαν.

Αναγνωρίζει έτσι την επιλεκτική μνήμη των τρομοκρατών και το ότι τα μέλη της 17 Νοέμβρη χρησιμοποιούν εκ των υστέρων επιχειρήματα για να ωραιοποιήσουν ή ακόμα και για να αιτιολογήσουν τις πράξεις τους.

Αναρωτιέμαι, όμως, κατά πόσον ο Γιώργος Κασιμέρης θα μπορούσε να είχε συμπεριλάβει κάποιες επιπλέον δικλίδες ασφαλείας για να περιφρουρήσει την επιστημονική ακεραιότητα της μελέτης του έναντι των όποιων καλόπιστων ή και κακόπιστων κριτικών. Για παράδειγμα, δείχνει να αποδέχεται ως δεδομένα, χωρίς βέβαια να τα υιοθετεί, μεταξύ άλλων, τα αισθήματα «αυθεντικής πολιτικής δέσμευσης» και «ηθικής ανωτερότητας» τα οποία έχουν επικαλεστεί οι τρομοκράτες. Εξ ίσου φαίνεται να υιοθετεί και χαρακτηρισμούς τύπου: ο Κουφοντίνας «ενσαρκώνει τον ένοπλο επαναστάτη».

 

ΑΡΙΣΤΕΡΟΙ ΙΔΕΟΛΟΓΟΙ Ή ΚΟΙΝΟΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ;

Προφανώς, η άποψη αυτή δεν είναι αυθαίρετη. Πηγάζει από τη βιβλιογραφία, από απόψεις σαν εκείνες του καθηγητή Ρίτσαρντ Ίνγκλις  (Richard English) που έχει ισχυριστεί ότι «φυσιολογικοί και λογικοί, όσο και οι υπόλοιποι πολιτικοί παίκτες», κατέφυγαν στον επαναστατικό ένοπλο αγώνα λόγω προσωπικών επιλογών και πολιτικών θέσεων. Ίσως όμως ακριβώς σε αυτό το σημείο να έγκειται το πρόβλημα. Η μονοσήμαντη ενασχόληση με τον αυτοπροσδιορισμό των τρομοκρατών, ακόμα και αν δεχτούμε ότι, όπως γράφει ο Κασιμέρης, δικαιολογούν τη βία ως μέσο παρέμβασης στη δημόσια ζωή, πάσχει σε τρία επίπεδα:

1. Οδηγεί στην εξισορρόπηση φραστικών διατυπώσεων και εγκληματικών συμπεριφορών. Έτσι, για παράδειγμα, ο συγγραφέας αναφέρει το χωριό που γεννήθηκε ο Κουφοντίνας, αλλά δεν αναφέρει τα ονόματα ή ακόμα και τον αριθμό των θυμάτων του. Αντιστέκεται ακόμα και στην προσέλκυση του ενδιαφέροντος, δεδομένου ότι απευθύνεται και σε ξενόγλωσσο κοινό, μη σημειώνοντας πως αναφέρεται στον κατά συρροήν δολοφόνο με τα περισσότερα θύματα στην ελληνική ιστορία. Θεωρούνται έτσι, ουσιαστικά, οι πράξεις υποδεέστερης σημασίας από τις απόψεις. Όμως αυτό αντιτίθεται στις βασικές αρχές του νομικού μας συστήματος, αλλά και κάθε λογικής κοινωνικής συνύπαρξης. Διερωτώμαι πώς μπορεί, π.χ., να αναφερθεί κανείς στις δίκες των τρομοκρατών με αποκλειστικό κριτήριο τον δημόσιο λόγο τους. Θυμίζω ότι κανένας τρομοκράτης δεν οδηγήθηκε στο δικαστήριο για τα πιστεύω του ή για τις απόψεις του, αλλά για κατά συρροήν δολοφονίες, για πάμπολλές ληστείες, για αναρίθμητες βομβιστικές επιθέσεις.

2. Αδικεί αφάνταστα έναν ολόκληρο πολιτικό χώρο – αυτόν της Αριστεράς. Οι τρομοκράτες παραμόρφωσαν αυθαίρετα και απροκάλυπτα τα ιδανικά για τα οποία γενιές και γενιές Ελλήνων εξορίστηκαν, βασανίστηκαν ή έδωσαν και τις ζωές τους. Εάν η ιδεολογία βρισκόταν στο δρόμο τους, την καπηλεύονταν. Εάν η ιστορία τούς στεκόταν εμπόδιο, τη διαστρέβλωναν. Οι δολοφόνοι βαπτίζονταν «εκτελεστές». Οι τρομοκράτες, «επαναστάτες». Τα εγκλήματα, «αγώνας». Οι ληστείες, «απαλλοτριώσεις». H τρομοκρατία, «αντάρτικο». H ιδεοληψία, «ιδεολογία». Ο εθνικοσοσιαλισμός, «επιτιθέμενη Αριστερά». Ο Κουφοντίνας, «Παναγούλης». Ο Γιωτόπουλος, «Μπελογιάννης». Όπως έγραφε ο Νίκος Εγγονόπουλος, «επινοημένες σαρανταποδαρούσες λέξεις σαν έτοιμες από ουρλιαχτό».

3. Καταλήγοντας ο συγγραφέας πως «υπάρχει λόγος, για κάθε βόμβα, κάθε πυροβολισμό, κάθε ρουκέτα» δίνει –άθελά του προφανώς, και στην προσπάθεια να δώσει μια αμερόληπτη ερμηνεία– άλλοθι και νομιμοποίηση στη βία. Ακόμα και σήμερα, που διανύουμε τη μεγαλύτερη δοκιμασία της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, η δημοκρατία μας στέκει όρθια. Μπορεί πολλοί από εμάς να θέλουμε να δούμε μεγαλύτερες ή μικρότερες, δομικές ή μη, αλλαγές για τη βελτίωση της λειτουργίας του πολιτεύματός μας, αλλά είμαστε ευγνώμονες που δεν ζούμε σε μια ακρωτηριασμένη δημοκρατία όπως αυτή μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ή υπό τον φόβο των ερπυστριών. Μάλιστα, το μεγαλείο της δημοκρατίας μας είναι ότι επιτρέπει σε κάποιους να χρησιμοποιήσουν την αγέρωχη ανωτερότητά της απέναντι στους δολοφόνους της ως απειλή και όπλο στα χέρια όσων θεωρούν ή πιστεύουν ότι έχουν αδικηθεί από αυτή.

 

ΟΙ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΕΣ ΑΝΤΕΓΡΑΦΑΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ

Θα χρειαστεί να γίνει αναφορά σε ένα δεύτερο βασικό στοιχείο του πλαισίου κατανόησης της ένοπλης πολιτικής βίας, όπως το αναπτύσσει στο βιβλίο του ο Γιώργος Κασιμέρης, ο οποίος διαπιστώνει, με μεγάλη ακρίβεια, πως η τρομοκρατία δεν αποτελεί αυτόνομο φαινόμενο και πως συνδέεται με ιστορικές, πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές συγκυρίες. Με άλλα λόγια, πως δεν μπορεί να ερμηνευτεί μόνο ως μια «ατυχής παρέκκλιση» για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε τις γενεσιουργές αιτίες της αλλά και την επιβίωση της στην Ελλάδα. Σε αυτό το πλαίσιο, ο συγγραφέας κάνει μια πολύ τεκμηριωμένη ιστορική αναδρομή, εστιάζοντας στο Πολυτεχνείο και στην αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Ελλάδα, δίνοντας έμφαση στα πολιτικά και στα ιδεολογικά ρεύματα της δεκαετίας του 1970 που παραμένουν ζωντανά, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει σε άλλες χώρες.

Η προσέγγιση του Κασιμέρη, αναμφισβήτητα, είναι ιδιαίτερα χρήσιμη, καθώς προσφέρει ένα πολύτιμο αναλυτικό εργαλείο. Ενδεχομένως να εξηγεί, π.χ., γιατί, μεταξύ των άλλων, πρόσωπα όπως ο Γιωτόπουλος, που απουσίαζαν επιδεικτικά από τον αντιδικτατορικό αγώνα, εμφανίστηκαν μετά την επάνοδο της δημοκρατίας.

Αλλά η ανάλυση αυτή, ενδεχομένως, δεν φτάνει για να εξηγήσει το φαινόμενο αυτό, το οποίο έχει έντονο τυχοδιωκτικό χαρακτήρα. Για να συμπληρωθεί το παζλ, θα μπορούσαμε να εξετάσουμε, ταυτόχρονα με τη διαχρονική εξέλιξη πολιτικών και ιδεολογικών ρευμάτων, την εικόνα της στιγμής, να συμβάλλουμε στην αποκρυστάλλωση του περιεχομένου και της ποιότητας του πολιτικού διαλόγου στη χώρα, σε κάθε συγκεκριμένη συγκυρία. Με το να αναλύουμε τις δολοφονίες αυτές αμιγώς ιδεολογικά, διατρέχουμε τον κίνδυνο να πέσουμε στην παγίδα των τρομοκρατών, ενώ αυτό που συνέβαινε στην πραγματικότητα ήταν κάτι πολύ απλό: έψαχναν να σκοτώσουν για να έχουν λόγο ύπαρξης ενώ επιπλέον γίνονταν θέμα της επικαιρότητας.

Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο, πιστεύω, να καταθέσω μια προσωπική μου εμπειρία:

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, για άλλη μια φορά στην Ελλάδα, ο κομματικός ανταγωνισμός είχε διολισθήσει σε έναν υπέρ πάντων αγώνα. Παιδάκι ακόμα, θυμάμαι τις συστηματικές, βρώμικες, χυδαίες και αήθεις επιθέσεις κατά του πατέρα μου. Πηχυαίοι τίτλοι όπως «Κλέφτης ο Μπακογιάννης» ή «Απατεώνας ο Μπακογιάννης» δέσποζαν στα πρωτοσέλιδα μιας δυο εφημερίδων της εποχής. Δεν είχε καμιά σημασία ότι δεν είχαν κανένα στοιχείο. Δεν είχε καμία σημασία πως όλα ήταν ένα ψέμα. Για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας είχαν επιλέξει να εμπλέξουν τον πατέρα μου σε ένα σκάνδαλο. Η αλήθεια δεν επιτρεπόταν να χαλάσει το ρεπορτάζ.
Ομολογώ πως θα το είχα ξεχάσει. Είναι άλλωστε η μοίρα όσων εμπλέκονται με τα κοινά να έρχονται αντιμέτωποι τόσο με αλήθειες όσο και με ψέματα. Όμως η προκήρυξη της 17 Νοέμβρη, που δημοσιοποιήθηκε μερικές μέρες μετά τη δολοφονία του πατέρα μου, στις 26 Σεπτεμβρίου 1989, επαναλάμβανε σχεδόν λέξη προς λέξη όσα έγραφαν οι εφημερίδες. Το ίδιο σκεπτικό. Τα ίδια επιχειρήματα.

Τα ιδεολογικά ρεύματα του 1970 ή το Πολυτεχνείο ουδεμία σχέση έχουν με τη δολοφονία του πατέρα μου – άλλωστε, η αντιδικτατορική του δράση δεν αμφισβητήθηκε ούτε από τους ίδιους τους τρομοκράτες. Είχε όμως σχέση το κλίμα της εποχής

Μπορεί η 17 Νοέμβρη να τον καταδίκασε, αλλά μια μερίδα του Τύπου τον δίκασε. Δεν μου περνάει προφανώς η ιδέα από το μυαλό πως αυτές οι εφημερίδες είχαν οποιανδήποτε σχέση με τη 17 Νοέμβρη. Ούτε πως οι εκδότες ή οι δημοσιογράφοι μπορούσαν να φανταστούν ότι η επίθεσή τους θα γινόταν άλλοθι των δολοφόνων. Άλλωστε, δυστυχώς, ο πατέρας μου δεν ήταν ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος που έπεσε θύμα τους. Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε και αργότερα. Εξ ίσου τραγικά. Θυμηθείτε, για παράδειγμα, τι γράφτηκε και τι ειπώθηκε για τον Κωστή Περατικό και τα ναυπηγεία, πριν από τη δολοφονία του.

Υπάρχει όμως ένα δίδαγμα σε αυτή τη υπόθεση που γίνεται και πάλι επίκαιρο. Πολύ συχνά, για να αποκομίσουν πρόσκαιρο πολιτικό όφελος, κόμματα, πολιτικοί και ΜΜΕ στοχοποιούν αντιπάλους χρησιμοποιώντας ανερυθρίαστα απολύτως αθέμιτα μέσα. Ο δημόσιος διάλογος δηλητηριάζεται και γίνεται τοξικός. Στη μέγγενη της αντιπαράθεσης, όμως, δεν συνθλίβονται μόνο πρόσωπα και αξίες αλλά και η ίδια η ομαλότητα, καθώς δίνεται άλλοθι στους τρομοκράτες τα όπλα των οποίων έτσι οπλίζονται
Σήμερα, για άλλη μια φορά, το θερμόμετρο της πολιτικής αντιπαράθεσης έχει πιάσει κόκκινο. Η πόλωση που δημιουργείται, πολλές φορές τεχνηέντως, πρέπει να μας ανησυχήσει όλους. Κόμματα, πολιτικοί και ΜΜΕ προσπαθούν να ταΐσουν την αγανάκτηση μιας κοινωνίας, η οποία έχει ανάγκη να βρει ενόχους και να τους καταδικάσει. Το κάνουν όμως λανθασμένα, επιπόλαια και κοντόφθαλμα, καθένας ανάλογα με τα συμφέροντά του. Η αλήθεια και η δικαιοσύνη θυσιάζονται στο βωμό της πολιτικής σκοπιμότητας. Τίθεται έτσι σε λειτουργία μια κρεατομηχανή, η οποία πλήττει τους θεσμούς της πολιτείας. Ενδυναμώνει τα άκρα, αφού ενισχύονται όλοι εκείνοι που επιθυμούν την συνολική ισοπέδωση πολιτικών και θεσμών για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους.

 

Η ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣΗ ΩΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ

Το μεγαλύτερο πρόβλημα όμως είναι ότι τείνουμε –ως κοινωνία– να θεωρήσουμε την κατασυκοφάντηση, τις κορόνες, τις υπερβολές, τις μεγαλοστομίες και τους κάθε λογής χαρακτηρισμούς, ως αποδεκτό τρόπο επικοινωνίας. Κοινώς, το συνηθίζουμε. Μαζί συνηθίζουμε και τη βία. Μια μολότοφ, μια βόμβα, μια δολοφονία. Όπως έλεγε ο Μάνος Χατζιδάκις: «όταν συνηθίζεις το τέρας, αρχίζεις να του μοιάζεις». Ωστόσο, η μετριοπάθεια δεν είναι αδυναμία. Και η υπευθυνότητα δεν είναι συμβιβασμός. Οφείλουμε όλοι μας να ζυγίζουμε κάθε λέξη και κάθε φράση. Ιδίως όσες και όσοι διαθέτουμε δημόσιο λόγο.

Διότι τίποτα στη ζωή δεν είναι δωρεάν και πολλές φορές ο λογαριασμός έρχεται από εκεί που δεν τον περιμένουμε. Πολύ περισσότερο μάλιστα όταν ο λογαριασμός των δικών μας πεπραγμένων πληρώνεται από τον τόπο.

Ας μην υπάρξει ανάγκη για άλλα τέτοια βιβλία στο μέλλον.

 

 

Κώστας Μπακογιάννης. Υποψήφιος διδάκτωρ  Πολιτικών Επιστημών και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Περιφερειάρχης Στερεάς Ελλάδος.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά