Κυριακή, 01 Δεκεμβρίου 2013

Κόντρα στο ρεύμα

Κατηγορία Ιστορία
Γράφτηκε από  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 38

Ριχάρδος Σωμερίτης, Οι λέξεις και οι μάχες, Πατάκη, Αθήνα 2013, 315 σελ.

Το θέμα αυτού του συναρπαστικού βιβλίου δεν είναι οι αλλαγές στη δημοσιογραφία, αλλά η ζωή ενός γοητευτικού, μαχητικού και παθιασμένου πολίτη. Ενός κοσμοπολίτη δημοσιογράφου που πίστευε πάντα και εξακολουθεί να πιστεύει στην εντιμότητα και όχι στην αντικειμενικότητα, γιατί η τελευταία είναι μύθος, ένα κούφιο σύνθημα.

Η λέξη-κλειδί βρίσκεται στην προτελευταία σελίδα του βιβλίου, σ’ ένα άρθρο του Ριχάρδου Σωμερίτη, στην ηλεκτρονική έκδοση Μεταρρύθμιση (9/11/2011), με το οποίο ανακοίνωσε το τέλος της επαγγελματικής του αρθρογραφίας. «Μπορώ να το βεβαιώσω», γράφει. «Για πολλούς δημοσιογράφους η δουλειά δεν είναι μόνο βιοποριστική απασχόληση, είναι και πάθος. Πάθος ήταν (και θα παραμείνει με άλλη μορφή) και για μένα. Από την εποχή του αντιμόνιου ώς την εποχή του Facebook».

Αμφιβάλλω αν οι περισσότεροι νέοι δημοσιογράφοι μπορούν να κατανοήσουν σήμερα τη λέξη «πάθος» όταν πρόκειται για τη δουλειά τους. Τη θεωρούν σχεδόν ύποπτη. Δεν τους αδικώ, ο χαρακτήρας της δουλειάς έχει αλλάξει, η κρίση σαρώνει τα πάντα, το ζητούμενο είναι να έχεις δουλειά, όχι να την αγαπήσεις κιόλας… Για τους «παλιούς» όμως (και βάζω τον εαυτό μου σ’ αυτούς), τα πράγματα ήταν αλλιώς. Μετρούσαν δυο και τρεις φορές αυτά που έλεγαν και έγραφαν, πρώτον επειδή έδιναν βάρος στις λέξεις (δεν είναι τυχαίο ότι το βιβλίο τιτλοφορείται Οι λέξεις και οι μάχες) και, δεύτερον, επειδή πίστευαν, καλώς ή κακώς, ότι επηρέαζαν τις εξελίξεις. Ότι «ασκούσαν επιρροή», όπως γράφει κάπου ο Σωμερίτης.

Το θέμα αυτού του συναρπαστικού βιβλίου δεν είναι όμως οι αλλαγές στη δημοσιογραφία, αλλά η ζωή ενός γοητευτικού, μαχητικού και παθιασμένου δημοσιογράφου – τον οποίο έχω επιπλέον την τύχη να γνωρίζω προσωπικά. Ενός κοσμοπολίτη δημοσιογράφου που πίστευε πάντα και εξακολουθεί να πιστεύει στην εντιμότητα και όχι στην αντικειμενικότητα, γιατί η τελευταία είναι μύθος, ένα κούφιο σύνθημα.

Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ

Το πρώτο πολιτικό κείμενο του Σωμερίτη ήταν όλο κι όλο δύο λέξεις, γραμμένες με κεφαλαία, πράσινα και βιαστικά, σ’ έναν τοίχο των Εξαρχείων: «Λεύτερη Νέα!», από το όνομα μιας αντιστασιακής οργάνωσης κοριτσιών στην οποία μετείχε και η αδελφή του. Ο συντάκτης του «κειμένου» δεν ήταν ούτε 12 ετών. Και όπως είναι φανερό, χαρακτηριζόταν από μεγάλη τόλμη. Και μεγάλο θράσος. Είχε ήδη διαβάσει το Έγκλημα και Τιμωρία, το Πόλεμος και Ειρήνη, τη Μάνα, τον Όλιβερ Τουίστ και τον Ροβινσώνα Κρούσο, είχε ήδη μυηθεί από τον πατέρα του στην ποίηση, είχε ήδη γνωρίσει τα μεγάλα έργα της κλασικής μουσικής χάρις στη μητέρα του, και γνώριζε πολύ καλά ποιοι ήταν οι εχθροί του: οι Γερμανοί και οι γερμανοτσολιάδες. Τους πολέμησε πριν ακόμη μπει στην εφηβεία, πριν αποκτήσει την αίσθηση του κινδύνου. Ευτυχώς, στάθηκε αρκετές φορές τυχερός: ένας φίλος του, ο Τάκης Κέντρος, δολοφονήθηκε από τρεις γερμανοτσολιάδες ενώ έγραφε συνθήματα στους τοίχους των Εξαρχείων.

Τα πρώτα του βήματα στη δημοσιογραφία τα έκανε το 1948, στη βδομαδιάτικη σοσιαλιστική εφημερίδα Μάχη. Πέντε χρόνια νωρίτερα, τον Απρίλιο του 1943, οι Γερμανοί είχαν ανακαλύψει ύστερα από προδοσία το παράνομο τυπογραφείο και, στη συνέχεια, μπούκαραν στο σπίτι του, στη Σίνα, απέναντι από τη Γαλλική Ακαδημία. Ο πατέρας του πρόλαβε να ξεφύγει. Κι η μάνα του, μέλος του ΕΑΜ μουσικών, υποδέχθηκε τους γκεσταπίτες παίζοντας στο πιάνο την Τοκάτα και φούγκα του Μπαχ. Οι εισβολείς έψαξαν όλο το σπίτι χωρίς να βρουν τα αντιστασιακά χαρτιά που ήταν κρυμμένα στο στρώμα της γιαγιάς κι έφυγαν παίρνοντας μαζί τους τη μητέρα και την αδελφή του Ριχάρδου. Τις πέρασαν από χιτλερικό στρατοδικείο και τις κράτησαν πολλούς μήνες για να εκβιάσουν τον πατέρα να παραδοθεί. Κάπου εκεί, όπως γράφει ο Ριχάρδος, τελείωσε η παιδική του ηλικία. Εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ («Να ’τος ο μικρός επονίτης!», έλεγε μέχρι το τέλος ο Λεωνίδας Κύρκος όποτε τον συναντούσε), μετέφερε όπλα, έλαβε μέρος σε διαδηλώσεις, έφαγε ξύλο κι έπαιζε κυνηγητό με τους χίτες στους δρόμους.

Ο πρώτος που τον ανέλαβε στη Μάχη ήταν ο Γιάννης Μαρής, υπεύθυνος για τα καλλιτεχνικά. Τότε πρωτοασχολήθηκε και με την τζαζ, την οποία θα «σπούδαζε» αρκετά χρόνια αργότερα στο Παρίσι. Τα πρώτα του πραγματικά ρεπορτάζ, όμως, ήταν για τα νοσοκομεία, το Δρομοκαΐτειο και το Λοιμωδών Νόσων. Νόμιζε ότι, έχοντας ζήσει την πείνα του 1941 και τον Δεκέμβρη του ’44, θα άντεχε τα πάντα. Έκανε λάθος. Βλέποντας τους ασθενείς που περιφέρονταν σαν χαμένοι από τα ηλεκτροσόκ, ακούγοντας τους «επικίνδυνους» να ουρλιάζουν και να σέρνονται στα κλουβιά τους, κατάλαβε πόσο ευάλωτος ήταν ακόμη.

Ένα χρόνο μετά μπήκε στη Νομική. Και το 1950 έφυγε για τη Γαλλία. Έφτασε στο Παρίσι το μεσημέρι της 5ης Οκτωβρίου. Κι όπως γράφει, την ημέρα εκείνη άρχισε να αλλάζει η ζωή του. Αισθανόταν επιτέλους ελεύθερος, σε μια χώρα ελεύθερη. Το 1953, «παιδιά ακόμη», παντρεύτηκαν με τη Ζανίν –μια σπάνια γυναίκα, που επίσης έχω την τύχη να γνωρίζω– και πολύ γρήγορα έκαναν δύο παιδιά, τον Γιαν-Στράτη (1955) και την Καρίν-Αγγελική (1956). Ο Ριχάρδος έχει την τύχη να έχει σήμερα, αιώνιος έφηβος ο ίδιος, έναν δισεγγονό ηλικίας ενάμιση έτους, τον Εκτορα-Λουί-Ριχάρδο-Ντελμότ. Νομίζω πως αυτό είναι ο ορισμός της ευτυχίας.

Στο Παρίσι έζησε τη χούντα. Στο Παρίσι, και τον Μάη του ’68. Εκεί εργάστηκε στη Monde, στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση. Εκεί γνώρισε σημαντικές προσωπικότητες που τον διαμόρφωσαν: τον Ρομπέρ Σουμάν και τον Ζαν Μονέ, πρωτεργάτες της ευρωπαϊκής ενοποίησης, πολιτικούς όπως ο Φρανσουά Μιττεράν και ο Φελίππε Γκονζάλες, σπουδαίους δημοσιογράφους όπως ο Αντρέ Φονταίν και ο Ερίκ Ρουλώ, οικονομολόγους όπως ο Αντρέ Φιλίπ – τον οποίο θεωρεί και δάσκαλό του. Εκεί εξέδιδε σε όλη τη διάρκεια της δικτατορίας το σπουδαίο αντιστασιακό έντυπο Athėnes - Presse Libre, έδρα του οποίου ήταν το μικρό διαμέρισμά του στην οδό Μπρεζέν 23, απέναντι από τη δημαρχία του 14ου διαμερίσματος. Εκεί έμαθε για το πραξικόπημα στην Κύπρο. Και βέβαια, ήταν στα τηλέφωνα με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή ώς και το πρωί της ημέρας που ο τελευταίος αναχώρησε για την Ελλάδα, τον Ιούλιο του 1974.

Ο Σωμερίτης είναι υπερήφανος –και δικαίως– για την αντιστασιακή και συνδικαλιστική του δράση. Δεν διστάζει όμως να θυμίσει και πολιτικές διαμαρτυρίες που κατέληξαν σε φιάσκο. Σε μια τέτοια σπαρταριστή περιγραφή, αναφέρεται σε μια διαμαρτυρία που οργάνωσε ο ίδιος με μερικούς ακόμη στην εκκλησία του Αγίου Στεφάνου, λίγες ημέρες μετά το πραξικόπημα του 1967. Η ιδέα ήταν να περιμένουν το Πολυχρόνιο και, μόλις αναφερόταν το όνομα «Κωνσταντίνος», να φώναζαν «Ανάξιος!» Έτσι και έγινε. Μόνο που, όπως αποδείχθηκε, ο Κωνσταντίνος εκείνος δεν ήταν ο βασιλιάς, αλλά ένας φουκαράς που επρόκειτο να χειροτονηθεί διάκος. Έκπληκτος, ο ηλικιωμένος πατέρας του ρώτησε τον Ριχάρδο τι του έκανε ο γιος του!

Η πρώτη πρόταση να επιστρέψει στην Ελλάδα τού έγινε αμέσως μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, μέσω του Τάκη Λαμπρία, του ζήτησε να αναλάβει υπεύθυνη θέση στη ραδιοτηλεόραση. Κι εκείνος έβαλε έναν όρο: να κλείσουν η ΕΙΡΤ και η ΥΕΝΕΔ, να εκκαθαριστούν από το χουντικό τους παρελθόν και να γίνει ύστερα από μερικούς μήνες ένα νέο ξεκίνημα. Ο όρος απορρίφθηκε από τον Λαμπρία (καθώς θα υπήρχαν τεράστιες αντιδράσεις) και ο Ριχάρδος έμεινε στη Γαλλία. Η ειρωνεία της Ιστορίας ήθελε, τριάντα εννιά χρόνια αργότερα, έναν άλλο κεντροδεξιό πρωθυπουργό (τον Αντώνη Σαμαρά) να εφαρμόσει με τον πιο στενό του σύμβουλο (τον Σίμο Κεδίκογλου) ένα ανάλογο σχέδιο. Οι αντιδράσεις ήταν φυσικά μεγάλες και ο Ριχάρδος αποφάσισε να μην εμφανιστεί ποτέ στον οργανισμό που διαδέχθηκε την ΕΡΤ. Είπαμε: παθιασμένος και πεισματάρης…

Στη συνέχεια είχε και μια δεύτερη πρόταση, αυτή τη φορά από την Ελένη Βλάχου και τη (νέα) Καθημερινή, που αναγκάστηκε και πάλι να απορρίψει, για οικογενειακούς λόγους αυτή τη φορά. Στην Ελλάδα επέστρεψε οριστικά το καλοκαίρι του 1990 (ύστερα κι από μια σύντομη περιπέτεια στην ΕΡΤ, ένα χρόνο νωρίτερα, την οποία διηγείται στο βιβλίο του Ο Ξενόφερτος), για να ενταχθεί στο δυναμικό της Καθημερινής των Αλαφούζων. Δεν μακροημέρευσε. Και το 1991 πήρε μεταγραφή για το Βήμα, όπου έμελλε να κλείσει την καριέρα του.

ΜΠΡΟΣΤΑ ΟΙ ΙΔΕΕΣ

Θυμάμαι τα κείμενά του για το Γιουγκοσλαβικό, το Μακεδονικό, τον Οτσαλάν. Ο Σωμερίτης κολυμπούσε κόντρα στο ρεύμα χωρίς να ενδιαφέρεται για ισορροπίες. Ήξερε από την πλούσια δημοσιογραφική του θητεία στο Παρίσι ότι υπάρχει πάντα τρόπος να γράφεις και να λες τα πάντα, ακόμη κι εκείνα που «δεν συμφέρουν». Ήταν από τους λίγους στην Ελλάδα που αρθρογράφησε συστηματικά εναντίον του Μιλόσεβιτς, αποδίδοντάς του το μεγάλο μερίδιο της ευθύνης για τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Σε αυτή την κρίση οφείλω κι εγώ τη γνωριμία μου μαζί του. Με πρωτοβουλία δική του ή της Τέτας Παπαδοπούλου –δεν θυμάμαι– αποφασίσαμε να στηρίξουμε με τις μικρές μας δυνάμεις την εφημερίδα Οσλομποντένγιε του Σεράγεβο, που έβγαινε καθημερινά από Σέρβους, Κροάτες και Μουσουλμάνους δημοσιογράφους σε όλη τη διάρκεια του βομβαρδισμού της πόλης από τις δυνάμεις του Μιλόσεβιτς. Φτιάξαμε ένα κείμενο, δώσαμε μια συνέντευξη Τύπου και βγήκαμε στη γύρα για να μαζέψουμε χρήματα. Κάτι κάναμε, παρά τη φιλοσερβική υστερία που επικρατούσε στη χώρα. Όπως και να το κάνεις, το όνομα του Σωμερίτη προσέδιδε κύρος στην εκστρατεία…

Περνούσαμε πολύ ωραία με τον Ριχάρδο, καθώς είχε πάντα ιστορίες να διηγηθεί και το χιούμορ του είναι αστείρευτο και παροιμιώδες. Τον θυμάμαι σε ένα ταξίδι στη Σαμοθράκη για ένα από τα δημοσιογραφικά συνέδρια που γίνονταν τότε. Καθώς δεν είχαμε μεταφορικό μέσο, νοικιάσαμε μηχανάκια. Το δικό του πρέπει να ήταν το πιο σαράβαλο. Είδαμε και πάθαμε μέχρι να φτάσουμε στην παραλία. Αλλά το διασκεδάσαμε πολύ, με πρώτο και καλύτερο τον Σωμερίτη.

Για όσους ακόμη δεν κατάλαβαν, εξηγείται ο ίδιος:

Πρέπει να έχει γίνει αντιληπτό ότι δεν είμαι κομμουνιστής και δεν είμαι δεξιός. Θέλω δημοκρατία και κοινωνική εξέλιξη, όχι «επανάσταση». Θέλω, από δεκαετίες, ενωμένη (προοδευτική όμως) Ευρώπη και ειρηνικές διεθνείς διαδικασίες. Αρθρογραφικά, όλες οι εφημερίδες όπου εργάστηκα με σεβάστηκαν. Ειδησεογραφικά, νομίζω ότι δεν έκρυψα ποτέ τίποτα από τα όσα μάθαινα (συνήθως με κόπο) και οι εφημερίδες στις οποίες εργαζόμουνα δεν λογόκριναν ποτέ (με μια-δυο εξαιρέσεις) τη δουλειά μου. Είτε συνέφερε είτε όχι.

Αυτό δεν τον εμπόδιζε να τα βροντάει όποτε θεωρούσε ότι τον είχαν προσβάλει ή δεν μπορούσε να δουλεύει πια ελεύθερα. Το 1951 έφυγε από τη Μάχη, την «ψυχή των νεανικών του χρόνων», όταν έβρισαν τον πατέρα του. Το 1989 έφυγε από την ΕΡΤ όταν η εργοδοσία δεν σεβάστηκε τα συμφωνηθέντα. Από την Καθημερινή έφυγε όταν η εφημερίδα μπήκε σε παιχνίδια που δεν του άρεσαν. Και στο Βήμα δεν άντεχε άλλο την αρθρογραφία ορισμένων νέων συνεργατών του και τις χυδαιότητες που γράφονταν χωρίς έλεγχο στην ιστοσελίδα. Ξεκίνησε έτσι –στα ογδόντα του!– μια καινούργια καριέρα στα social media, εξακολουθώντας να αρθρογραφεί στη Μεταρρύθμιση. Μαχητικός, ακμαίος και παθιασμένος, όπως πάντα. Λιγότερο ανεκτικός όμως, μου φαίνεται, στις διαφορετικές απόψεις. Απαξιωτικός, εκεί που δεν το περιμένεις. Είναι κι αυτό, μερικές φορές, ένα παραπροϊόν του πάθους.  

Οι επόμενοι στόχοι του Ριχάρδου είναι ένας τόμος με πορτρέτα προσωπικοτήτων της πολιτικής και της τέχνης και ένα αφιέρωμα στο Athėnes - PresseLibre. Τα περιμένουμε, έχει ακόμη πολλά να μας μάθει.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά