Σάββατο, 23 Μαΐου 2015

Αυτοί που επέστρεψαν

Κατηγορία Ιστορία
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 52
Εβραίοι αντάρτες του ΕΛΑΣ Στερεάς Ελλάδας (Νταβίντ Μπρούδο, Λουί Κοέν). Εβραίοι αντάρτες του ΕΛΑΣ Στερεάς Ελλάδας (Νταβίντ Μπρούδο, Λουί Κοέν). Αρχείο Εβραϊκού Μουσείου Ελλάδος

Ρίκα Μπενβενίστε, Αυτοί που επέζησαν. Αντίσταση, εκτόπιση, επιστροφή. Θεσσαλονικείς Εβραίοι στη δεκαετία του 1940, Πόλις, Αθήνα 2014, 444 σελ. 

Ιστορίες Θεσσαλονικιών Εβραίων που σώθηκαν, κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής: διαδρομές ανθρώπων που πολέμησαν αντάρτες στα βουνά ή, έγκλειστοι στα στρατόπεδα, κατάφεραν να αποφύγουν τον κανόνα, το θάνατο. Η Ρίκα Μπενβενίστε καταδύεται σε ένα παρελθόν που δεν εξημερώνεται. Αναδημοσίευση από το Books' Journal, 52, Φεβρουάριος 2015. [TBJ]

 

Σε ένα από τα παραπήγματα του απαισίου στρατοπέδου του Μπάρι, τελευταίο σταθμό που χρειάστηκε να κάμουν όσοι Έλληνες γλύτωσαν, πριν πατήσουν τον μώλο του Πειραιώς, ξεχώριζε με μεγάλα εβραϊκά γράμματα μια επιγραφή, που ήταν ταυτόχρονα και ένας αναστεναγμός: HAVODA HAYA HAYYENOU (Η ζωή μας είναι μια σκληρή δουλεία).[1]

Τα τελευταία χρόνια πυκνώνουν οι ιστοριογραφικές μελέτες για τη γενοκτονία στην Ελλάδα, αλλά μια πλήρης ιστορία της Σοά λείπει – σε ελληνική και διεθνή βιβλιογραφία.[2] Απουσιάζει επίσης η διερεύνηση θεματικών που παραμένουν συσκοτισμένες και εν πολλοίς ξεχασμένες: Τι έγινε με την επιστροφή των Εβραίων στην Ελλάδα; με την υποχρεωτική στρατολόγησή τους στον Εμφύλιο; με τις εβραϊκές αποζημιώσεις; με την επιστροφή των περιουσιών που κλάπηκαν; με τη μετανάστευση στο Ισραήλ, εφ' όσον δεν ήταν δυνατή η επανενσωμάτωση των Ελλήνων Εβραίων στη χώρα για διάφορους λόγους; Και ποια ήταν η δυναμική του αντάρτικου με τη συμμετοχή Ελλήνων Εβραίων σε αυτό; Γεγονός είναι ότι ακόμη και οι λιγοστοί επιζήσαντες, που παλιννόστησαν από τα ναζιστικά κολαστήρια το 1945, επανειλημμένα χαρακτηρίζονται ως εθνοτικά αμφιλεγόμενη μειονότητα, «αλλόφυλοι», και όχι ως συμπολίτες. Ενδεικτικό του τρόπου αντιμετώπισης των Ελληνοεβραίων από την πολιτεία ήταν η γραφειοκρατική και διοικητική αρμοδιότητα του Κέντρου Αλλοδαπών, το οποίο κατέγραφε τους επαναπατρισθέντες.

Σύμφωνα με τη Ρίκα Μπενβενίστε «η ιστορία των Εβραίων στα χρόνια της Κατοχής συνθέτει ένα μωσαϊκό τοπικών περιπτώσεων και συλλογικών ή προσωπικών διαδρομών».[3] Παραμένει πρόκληση για τον ιστορικό να προσφέρει μια ιστορική αφήγηση στην οποία να εξετάζονται οι πολιτικές των θυτών, η στάση της κοινωνίας και ο κόσμος των θυμάτων. Πολύ εύστοχα επισημαίνει ο καθηγητής Σαούλ Φρίντλεντερ πως συχνά ξεχνάμε ότι η στάση και οι πολιτικές των ναζί είναι αδύνατο να εκτιμηθούν σε όλο τους το εύρος εάν δεν γνωρίζουμε τη ζωή ή ακόμη και τα συναισθήματα των ίδιων των Εβραίων, των ανδρών, των γυναικών και των παιδιών που βίωσαν αυτές τις πολιτικές.[4] Ο ίδιος μιλάει ως επιζών του Ολοκαυτώματος, με γονείς χαμένους στα κρεματόρια του Άουσβιτς και με μια ιδιότυπη μεταπολεμική μοίρα που τον έφερε από την Παλαιστίνη σε κιμπούτς στο Ισραήλ και από εκεί στο Παρίσι και σε προοδευτικά ακαδημαϊκά ιδρύματα της Ευρώπης. Για τους ιστορικούς των νεότερων γενιών, η Σοά δεν αποτελεί κομμάτι της συλλογικής τους μνήμης, ο Φρίντλεντερ όμως έζησε τα γεγονότα «στο περιθώριο της καταστροφής», σε απόσταση από εκείνους που παγιδεύτηκαν στα κρεματόρια, αλλά με τόσο καθοριστικό τρόπο, ώστε όλη του τη ζωή να εμπλακεί στη μελέτη του Ολοκαυτώματος με  αναστοχαστικό και παραδειγματικό τρόπο.

Σε αυτό το περιθώριο της ιστορίας έζησαν και οι άνθρωποι που παρακολουθεί η Μπενβενίστε στη μελέτη της. Ζητήματα καθημερινής ζωής, ταυτότητας, συναισθημάτων αναδύονται, και η βιωμένη εμπειρία προσφέρει στοιχεία που δεν ανιχνεύονται επαρκώς σε καμία βιβλιογραφία και σε κανένα αρχείο. Η συγγραφέας επικεντρώνεται στις αντιδράσεις, στις πράξεις ανυπακοής και ηρωισμού, στη στάση των θυμάτων, συνδυάζοντας και συνθέτοντας ατομικές και συλλογικές εβραϊκές πηγές, εβραϊκές μαρτυρίες, συνδέοντάς τις με αρχειακά τεκμήρια. Κύριος σκοπός της είναι η προσέγγιση των γεγονότων μέσα από την οπτική της μικροϊστορίας, η διερεύνηση της υποκειμενικότητας που, όπως έχει διατυπώσει η ιστορικός Λουίζα Πασερίνι, οδηγεί στον «εξανθρωπισμό της ιστορίας». Πρόκειται για μια μικροϊστορική προσέγγιση της Σοά, με προβληματισμό που κινείται στους άξονες της τοπικότητας (στην συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για τη Θεσσαλονίκη) και της πολιτισμικής και κοινωνικής ιστορίας των Εβραίων. Ωστόσο, νιώθω την ανάγκη να τονίσω ότι το κείμενο αυτό δεν έχει στόχο να αποτελέσει μια τυπική βιβλιοπαρουσίαση - βιβλιοκριτική, κυρίως λόγω του ότι μέσα απ’ την ανάγνωση του βιβλίου ανέκυψαν βαθύτατοι προβληματισμοί για τις χαρές και τις λύπες της καθημερινής ζωής, για τον εγκλωβισμό στην ατμόσφαιρα του υπέρτατου τρόμου και για την άσβεστη μνήμη των νεκρών, για ζητήματα δηλαδή που, όπως τονίζει ο Φριντλέντερ, αντιπαρατίθενται στην ορθολογική προσέγγιση της ιστοριογραφίας, την οποία θεωρώ πολλές φορές εμπόδιο όσον αφορά την αναπαραστασιμότητα της Σοά, αυτού του πολιτισμικού τραύματος που διατρέχει όλο τον 20ό αιώνα.

 

Η Αντίσταση των Ελλήνων Εβραίων

Ο καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Σινσινάτι Στήβεν Μπόουμαν δημοσίευσε το 2006 σε έναν βρετανικό εκδοτικό οίκο το βιβλίο του Jewish Resistance in Wartime Greece. Το βιβλίο αυτό πρόσφατα μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον Ισαάκ Μπενμαγιόρ, σε έκδοση του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου (2012). Κεντρική θέση στα περιεχόμενά του κατέχει το ερώτημα: ποια ήταν η πραγματική συμβολή των Εβραίων στο αντιστασιακό κίνημα; Η διασταύρωση της τύχης των Εβραίων με την Αντίσταση είναι ένα ζήτημα πολύπλοκο, υποερευνημένο και σαφώς προσφέρει το έδαφος για προσεγγίσεις ιδεοληπτικές και αυτοδικαιωτικές. Με τη διόγκωση των αριθμών προσφέρεται μια ηρωοποιητική διάσταση που απομακρύνει από τη στερεοτυπική εικόνα του Εβραίου που δεν αντιστάθηκε αλλά «πήγε σαν πρόβατο στη σφαγή», ενώ με τον υπερτονισμό των (βεβαιότατα αληθινών) δεδομένων, πως ο ΕΛΑΣ ήταν η μόνη αντιστασιακή οργάνωση που δέχτηκε σε τόσο μεγάλα ποσοστά Εβραίους στις τάξεις του, δικαιώνεται και εξυμνείται η εαμική Αντίσταση.[5] Πού βρίσκεται όμως η αλήθεια;

Η διαδεδομένη αντίληψη πως οι εβραϊκοί πληθυσμοί της Ευρώπης οδηγήθηκαν τυφλά και υπάκουα σαν «πρόβατα επί σφαγή» στα χιτλερικά στρατόπεδα εξόντωσης δεν αντιστοιχεί στην ιστορική πραγματικότητα, και το τονίζει η συγγραφέας προτείνοντας μια νέα μεθοδολογική προσέγγιση για μια νέα ιστορία της εξόντωσης των Εβραίων. Επιχειρεί λοιπόν να προσεγγίσει μικροϊστορικά τη Σοά, αλλάζοντας τη μακροϊστορική κλίμακα και παρακολουθώντας τις ιστορίες μιας ομάδας από περίπου είκοσι Θεσσαλονικιούς Εβραίους αντάρτες. Με αυτόν τον τρόπο διαφωτίζει τρεις ιδιαίτερες συστάδες θεμάτων: τον συγκυριακό χαρακτήρα της λήψης απόφασης από τους ανθρώπους αυτούς να «ανεβούν στο βουνό», τη γεωγραφία και τη φύση του ανταρτοπολέμου και τη συγκρότηση της εβραϊκής ταυτότητας μέσα από τη «δύσκολη επιστροφή» των ανταρτών στην κανονικότητα της καθημερινής ζωής.

Η βαρύτητα του Ολοκαυτώματος στην ιστοριογραφία, τη συλλογική μνήμη και τον δημόσιο λόγο, μοιραία, υποφωτίζει το γεγονός πως εκατοντάδες χιλιάδες Εβραίοι αντιστάθηκαν δυναμικά και πολύμορφα στη χιτλερική γενοκτονία. Ενάντια στην προσπάθεια εξάλειψης της εβραϊκής μνήμης και παράδοσης, οι Εβραίοι στα γκέτο επέμεναν, όσο τους το επέτρεπαν οι συνθήκες, να τιμούν –έστω μνημονικά– τις εβραϊκές γιορτές, και καθετί που τους θύμιζε την κανονικότητα απ’ την οποία είχαν διαφύγει βιαίως. Στην Πολωνία είχαν δημιουργηθεί ακόμα και «παράνομα σχολεία» μέσα στα γκέτο και στα στρατόπεδα. Το πιο εντυπωσιακό, και σχεδόν ασύλληπτο στις ρεαλιστικές του διαστάσεις, ήταν το γεγονός πως διατηρούνταν μέχρι και μυστικές βιβλιοθήκες στους τόπους αυτούς, με πιο γνωστό παράδειγμα αυτό του γκέτο Teresienstadt κοντά στην Πράγα, που διέθετε μυστική βιβλιοθήκη 60.000 τόμων.[6] Πρόκειται για εκείνη τη μορφή αντίστασης η οποία, στη βιβλιογραφία, ονομάζεται «πνευματική αντίσταση», και δεν είναι διόλου αμελητέα. Ωστόσο, υπήρξε και η απαραίτητη ένοπλη αντίσταση. Αμιγώς εβραϊκές μονάδες αντίστασης δημιουργήθηκαν στη Γαλλία, στο Βέλγιο, στην Ουκρανία, στη Λευκορωσία, στη Λιθουανία και στην Πολωνία.[7]

Ο εντοπισμός των Εβραίων στην Αντίσταση δεν είναι εύκολη υπόθεση, καθώς οι περισσότεροι δεν παρουσιάζονταν ως Εβραίοι και υπηρέτησαν στις διάφορες μάχιμες μονάδες με πολεμικά ψευδώνυμα, που τις περισσότερες φορές δεν πρόδιδαν την εβραϊκή τους καταγωγή (όπως, για παράδειγμα, ο καπετάν Κρόνος - Λουί Κοέν ή ο Μακκαβαίος). Υπολογίζονται περίπου σε χίλιοι οι Εβραίοι μαχητές στις γραμμές του ΕΛΑΣ, ενώ όσοι συμμετείχαν στον ΕΔΕΣ μετριούνται στα δάχτυλα. Μάλιστα, μια προκήρυξη του ΕΑΜ Αθήνας (Απρίλιος 1943), αποτελεί ίσως την πρώτη ανοιχτή έκκληση από αντιστασιακή οργάνωση για τη σωτηρία των Ελλήνων Εβραίων:

 

Τον πόνο της κατατρεγμένης φυλής τον νοιώθουμε σαν πόνο δικό μας. Κάθε Έλληνας πρέπει να διαμαρτυρηθεί για τα μαρτύρια των Εβραίων, γιατί είναι ένα μέρος από τα δεινά που σωρεύει ο κατακτητής σ’ όλο το λαό που κατοικεί στη γη της Ελλάδας. Είναι ένα μέρος της φασιστικής κτηνωδίας που χτυπά τον ένα ή τον άλλο κι όλους μαζύ.

 

Στην έκθεση του Εβραϊκού Μουσείου Ελλάδος «Συναγωνιστής. Έλληνες Εβραίοι στην Εθνική Αντίσταση»,  μπορεί να βρει κανείς αυτή την έκκληση. Στην έκθεση αυτή θα πρέπει να τονιστεί πως έρχονται στο προσκήνιο οι «αφανείς», εκείνοι οι άνθρωποι που δεν καταγράφονται στα επίσημα αρχεία και δεν αποτελούν μέρος της θεσμικής μνήμης. Ερχόμαστε πρόσωπο με πρόσωπο με ανθρώπους που δεν είχαν ποτέ πρόσβαση στην εξουσία και δεν απασχόλησαν ποτέ την επίσημη ιστοριογραφία. Κάτι παρόμοιο επιχειρεί και η Ρίκα Μπενβενίστε στο βιβλίο της.

Στα συμπεράσματα του πρώτου μέρους του βιβλίου για τους Έλληνες Εβραίους στο βουνό, η Μπενβενίστε κάνει λόγο για «επιτυχία της Αντίστασης». Το κατά πόσο συνέφερε ο ανταρτοπόλεμος ή αν η Αντίσταση υπήρξε αντιπαραγωγική στο σύνολό της ή όχι, πράγματι, είναι θέμα πολλών αναλύσεων εδώ και χρόνια. Η συζήτηση είχε ανοίξει το 2011 με άρθρο του Στάθη Καλύβα, στο οποίο ο συγγραφέας υποστήριζε ότι η Αντίσταση απέτυχε στους περισσότερους στόχους της, ενώ επέβαλε μεγάλο κόστος στη χώρα, δεν έδιωξε τους κατακτητές αλλά μόνοι τους αποχώρησαν, οι περιοχές που ήταν υπό τον έλεγχο του ΕΑΜ δεν ήταν ιδιαίτερα ελεύθερες, το κόστος που πλήρωσαν οι Γερμανοί ήταν μικρό, τα αντίποινα που προκάλεσε ήταν αιματηρά, μεγέθυνε τη συνεργασία με τους κατακτητές και, τέλος, η Αντίσταση ταυτίστηκε με έναν εμφύλιο σπαραγμό που οδήγησε σε νέες μεταπολεμικές εμφύλιες συγκρούσεις.[8] Μέσα από αυτή την ιδιότυπη προσέγγιση προκύπτει το συμπέρασμα ότι η Αντίσταση ήταν «αντιπαραγωγική». Η απάντηση του Πολυμέρη Βόγλη σε αυτές τις θέσεις μπορεί να καλύψει τα ζητήματα που αφήνει έκθετα η παραπάνω ανάλυση:

 

Η δράση της Αντίστασης στην Ελλάδα δεν μπορεί να υποτιμηθεί, στο βαθμό που αποτελούσε έντονη πηγή ανησυχίας για τις κατοχικές δυνάμεις. Οι κινητοποιήσεις του ΕΑΜ στις πόλεις εμπόδισαν την πολιτική επιστράτευση στις αρχές του 1943. Οι επιθέσεις των ανταρτών του ΕΛΑΣ κατά μεταλλείων και ορυχείων και οι δολιοφθορές στο συγκοινωνιακό δίκτυο προκάλεσαν σοβαρά προβλήματα στη γερμανική στρατιωτική μηχανή. Οι απώλειες των γερμανικών στρατευμάτων δεν ήταν αμελητέες. Μεταξύ Μαρτίου 1943 και Οκτωβρίου 1944, οι Γερμανοί έχασαν 4.000 άνδρες, ενώ άλλοι τόσοι τραυματίστηκαν. Επειδή η ένοπλη Αντίσταση συνιστούσε πραγματική απειλή, οι Γερμανοί προχώρησαν στη διενέργεια εκκαθαριστικών επιχειρήσεων και πολύνεκρων αντιποίνων. Τα αντίποινα, ωστόσο, δεν τα προκάλεσε η Αντίσταση. Τα αντίποινα τα προκάλεσε η λογική της βίας των κατοχικών στρατευμάτων, που εφάρμοσαν την αρχή της συλλογικής ευθύνης και της ασύμμετρης απάντησης και μια φυλετική θεώρηση που υποβίβαζε τη ζωή των ελλήνων πολιτών ως ανάξια ύπαρξης.[9]

 

Η αστήρικτη εντύπωση πως οι Γερμανοί ήταν απλοί παρατηρητές μιας ενδοελληνικής αιματοχυσίας και όχι πρωταγωνιστές της κατάστασης αποδομείται και από άλλους ερευνητές. Ο Ιάσονας Χανδρινός τονίζει, μέσα από τη μελέτη γερμανικών αναφορών, ότι αγνοείται πως από τον Ιανουάριο έως τον Σεπτέμβριο του 1944 οι Γερμανοί υπολόγισαν ότι (με ή χωρίς τη βοήθεια των συνεργατών τους) είχαν σκοτώσει «σε μάχη» 15.063 Ελληνες και είχαν εκτελέσει σε αντίποινα ακόμα 3.283. Το σημαντικό συμπέρασμα από αυτή την προφανή δυσαναλογία, εκτός από τη στρατιωτική ανηθικότητα των γερμανικών ταξινομήσεων (η συντριπτική πλειονότητα των νεκρών σε «μάχη» είναι άμαχοι), είναι πως ο συνολικός αριθμός (18.346 άτομα) για το 1944 αντιστοιχεί στο ήμισυ των θυμάτων του ελληνικού πληθυσμού από τα γερμανικά όπλα για όλη την περίοδο της Κατοχής. Οι συνολικές γερμανικές απώλειες, από την 1η Ιανουαρίου έως τις 29 Σεπτεμβρίου 1944, ανήλθαν σε 2.239 νεκρούς, 3.654 τραυματίες και 1.285 αγνοούμενους, ένα σύνολο 7.178 ανδρών εκτός μάχης, κατά κύριο λόγο αποτελέσματα της δράσης του ΕΛΑΣ, αδιάψευστο τεκμήριο της ραγδαίας κλιμάκωσης του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα σε όλη τη χώρα.[10]

 

«Αυτοί είναι οι άνθρωποι»

Μετά το τέλος του πολέμου, οι υλικές ανάγκες των επιζώντων της Σοά ήταν μεγάλες και πιεστικές. Μεταξύ 1945 και 1949, ο αριθμός των Εβραίων χαρακτηριζόμενων ως displacedpersons στη διεθνή βιβλιογραφία (σε συντομογραφία DPs, εκτοπισμένοι σε  ελεύθερη μετάφραση) είχε φτάσει τους 250.000.[11] Σύμφωνα με την Μπενβενίστε, ο ορισμός των DPs δόθηκε στο πλαίσιο του σχεδίου για τη μεταπολεμική ανασυγκρότηση και είναι κατ' αρχάς στρατιωτικός. Πρόκειται για πολίτες που εξαιτίας του πολέμου βρέθηκαν εκτός των εθνικών συνόρων της χώρας καταγωγής τους. Ο κανονισμός της InternationalRefugeesOrganization (Διεθνής Οργάνωση Προσφύγων) περιορίζει τον χαρακτηρισμό “DP” στους εκτοπισθέντες από τις ναζιστικές και φασιστικές αρχές. Στην πραγματικότητα, οι συμμαχικές δυνάμεις δεν συμφωνούσαν μεταξύ τους ως προς τον ορισμό, και στην πράξη, από το 1947-48, ο όρος “DP” γίνεται συνώνυμος του πολιτικού πρόσφυγα. Οι DPs λάμβαναν τη βασική βοήθεια από την UNRRA (UnitedNationsReliefandRehabilitationAdministration) και τον Διεθνή Οργανισμό Προσφύγων (InternationalRefugeeOrganization), καθώς και από τις συμμαχικές δυνάμεις και διεθνείς εβραϊκούς οργανισμούς, όπως η JointDistributionCommittee και το Εβραϊκό Πρακτορείο στην Παλαιστίνη (JewishAgency). Το οικονομικό βάρος για τη συντήρηση των DPs μεγάλωνε, και το δικαίωμα των Εβραίων σε μια καινούργια ζωή και στην επανόρθωση των ιστορικών αδικιών ήταν αυταπόδεικτο.

Θεωρώ πολύ σημαντικό σε μια ιστορική μελέτη να εντάσσονται με φυσικότητα στην  αφήγηση αναφορές σε καλλιτεχνικά και λογοτεχνικά έργα, καθώς και σε άλλες πτυχές της πολιτισμικής παραγωγής. Με αυτόν τον τρόπο, η αφήγηση «αναπνέει», και ταυτόχρονα ο αναγνώστης ανατρέχει, σύμφωνα με τις υποδείξεις του συγγραφέα, στις ταινίες ή στα βιβλία που παρατίθενται στο κείμενο ή στις υποσημειώσεις. Είναι συναρπαστική αυτή η προσωπική ανίχνευση και άλλων πτυχών της αφηγούμενης ιστορίας. Έτσι έκανα κι εγώ, ακολουθώντας τις υποδείξεις της Μπενβενίστε, και έμαθα πως υπάρχουν πολλά άγνωστα κινηματογραφικά τεκμήρια για τη ζωή μετά τον πόλεμο. Με τον τίτλο These Are the People (Αυτοί είναι οι άνθρωποι), το Jewish Film Archive φιλοξενεί στην ευρεία διαδικτυακή του βάση με περίπου 500 φιλμάκια, μία συγκλονιστική ταινία για τους DPs, την οποία αναφέρει η συγγραφέας. «Αυτοί είναι οι άνθρωποι, οι δικοί μας άνθρωποι, περιμένουν, περιμένουν, περιμένουν, όλη την ώρα», λέει ο εκφωνητής, και εμείς παρακολουθούμε σκηνές με ανθρώπους να μαγειρεύουν, να παρακολουθούν τη λειτουργία σε κάποια Συναγωγή ή γυναίκες απλώς να κάθονται σε μια καρέκλα έχοντας στα χέρια τους ένα γράμμα. Η σιωπηλή αναμονή, η στωικότητα, η αυταπάτη πως μετά το τέλος του πολέμου θα επαναπατρίζονταν άμεσα και χωρίς γραφειοκρατικά κωλύματα, όλα εκτυλίσσονται μπροστά στα μάτια μας γλαφυρά και εύγλωττα.

Σε ένα άλλο βίντεο του Jewish Film Archive στο YouTube, με τίτλο They Live Again, η κινηματογραφική κάμερα εστιάζει στα παιδικά πρόσωπα που με τις προσπάθειες του Εβραϊκού Πρακτορείου επέζησαν της ολοκληρωτικής καταστροφής με τη μετανάστευσή τους στην Παλαιστίνη. Πρόκειται για ένα αρχείο σιωπηλής μαρτυρίας και κινηματογραφικών αρχειακών τεκμηρίων με μεγάλη σπουδαιότητα, στην ουσία άγνωστο στο ευρύ κοινό, τουλάχιστον το ελληνικό. Αναρωτιόμουν καθώς ξετύλιγα αυτό το αφηγηματικό νήμα που διατρέχει το βιβλίο, πόσες σημαντικές πτυχές της περίπλοκης μεταπολεμικής ιστορίας μάς διαφεύγουν. Στο βιβλίο αναφέρεται ότι η Απελευθέρωση βρίσκει εκατομμύρια ανθρώπους, προερχόμενους κυρίως απ’ την Ανατολική Ευρώπη, μακριά απ’ τα σπίτια τους. Οι περιπλανήσεις τους κράτησαν μήνες, οι εξόριστοι δεν επέστρεψαν αμέσως στην πατρίδα τους. Πολλά στρατόπεδα συγκέντρωσης μετατρέπονται σε στρατόπεδα για τους DPs, το τελευταίο στρατόπεδο κλείνει το 1956. Πρόκειται για μια «κοινωνική και πολιτισμική ιστορία ενός πληθυσμού σε μεταβατική κατάσταση» (σ. 155), για ανθρώπους που καλούνταν να πάρουν τις ζωές τους στα χέρια τους και να βρουν άμεσες λύσεις σε επιτακτικά προβλήματα επιβίωσης. Παράλληλα, «περιμένουν, περιμένουν, περιμένουν»…

«Η πανάρχαιη συνήθεια της ζωής»

Διαβάζοντας το βιβλίο της Μπενβενίστε, σκεφτόμουν πως δεν πρόκειται για την αναψηλάφηση παλιών ενοχών, όσο για την ανίχνευση των αιτίων μιας αποσιωπημένης εδώ και δεκαετίες ιστορίας. Η άγνωστη ιστορία όσων επέστρεψαν επιβεβαιώνει την αδυναμία μας να κατανοήσουμε μια περίοδο αρκετά πολύπλοκη, και την υποχρέωσή μας να θρηνήσουμε. Πολλές φορές στη διάρκεια της ανάγνωσης έπεφτα σε αντιφάσεις και είχα συναισθηματικές αντιθέσεις. Λυπόμουν που ξεχάσαμε τις δύσκολες συνθήκες της επιστροφής των ανθρώπων οι οποίοι έζησαν την κόλαση, χαιρόμουν για τον τρόπο με τον οποίο έβαζαν στο επίκεντρο της ζωής τους το σθένος και τη θέληση για συνέχιση της ζωής, ντρεπόμουν που το ελληνικό κράτος υπήρξε τόσο εχθρικό απέναντι στους επιζήσαντες Εβραίους, ανακουφιζόμουν που παρά ταύτα οι άνθρωποι αυτοί πήραν τις ζωές τους στα χέρια τους και αναζήτησαν λύσεις στα επείγοντα προβλήματα της διαβίωσης και του αβέβαιου μέλλοντος. Ωστόσο, δεν μπορώ να ξεχάσω την αριστουργηματική ταινία Id aτου Πάβελ Παβλικόφσκι όποτε διαβάζω πλέον για τη Σοά και για τη ζωή μετά απ’ αυτό το ακραίο γεγονός. Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, σε ένα πρόσφατο εξαιρετικό άρθρο του, συνόψισε αυτό που σκεφτόμουν στα πολυήμερα μεθεόρτια του συναισθηματικού απόηχου της ταινίας εντός μου, κάτι που ταιριάζει και στα συναισθήματα τα οποία γεννήθηκαν μέσα απ’ την ανάγνωση αυτού του βιβλίου:

Οι θύτες μόνο συνεχίζουν απρόσκοπτα την κανονική ζωή, αφού «ό,τι έγινε έγινε». Τα θύματα, οι επιζώντες της φρίκης, μετά την ακραία αποκάλυψη, δεν μπορούν εύκολα να ασκήσουν την πανάρχαιη συνήθεια της ζωής…[12]

 


[1]               Μίκαελ Μόλχο, In Memoriam. Αφιέρωμα εις την μνήμην των Ισραηλιτών θυμάτων του ναζισμού εν Ελλάδι, Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης, 1974, σ. 313.

[2]               Προτιμώ να αναφερθώ στη γενοκτονία των Εβραίων της Ευρώπης με τον όρο «Σοά», καθώς ο όρος «Ολοκαύτωμα» ενέχει τη συνεκδοχή της εθελοντικής θυσίας. Εν τούτοις, είναι τουλάχιστον αμφίβολο αν η διεθνώς καθιερωμένη ονομασία «Ολοκαύτωμα» μπορεί να αντικατασταθεί, λόγω της παγίωσής της στην ορολογία, μολονότι τα τελευταία χρόνια στις μελέτες των νεότερων ιστορικών χρησιμοποιείται όλο και συχνότερα ο όρος «Σοά». Βλ. Χάγκεν Φλάισερ, Στέμμα και Σβάστικα. Η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης 1941-1944, Παπαζήση, τόμ. Β΄, Αθήνα 1995, σ. 296, υποσ. 1. Για το ζήτημα της ορολογίας βλ. και Οντέτ Βαρών-Βασάρ, Η ανάδυση μιας δύσκολης μνήμης. Κείμενα για τη Γενοκτονία των Εβραίων, Β΄ έκδοση, Εστία, Αθήνα 2012, σσ. 158-160.  Η Ρίκα Μπενβενίστε στο βιβλίο της χρησιμοποιεί τον όρο “Shoah”.

[3]               Ρίκα Μπενβενίστε, Αυτοί που επέζησαν. Αντίσταση, Εκτόπιση, Επιστροφή. Θεσσαλονικείς Εβραίοι στη δεκαετία του 1940, Πόλις, Αθήνα 2014, σ. 13.

[4]               Saul Friedländer, Η Ναζιστική Γερμανία και οι Εβραίοι, μετάφραση Ήλια Ιατρού, Πόλις, Αθήνα 2013, σ. 19.

[5]               Βλ. και Άννα Μαρία Δρουμπούκη, «Έλληνες Εβραίοι στην Αντίσταση: Εκτός Ιστορίας!», The Books’  Journal, τχ. 37, Νοέμβριος 2013, σσ. 80-83.

[6]               Joseph Rudavsky, To Live With Hope, To Die With Dignity: Spiritual Resistance in the Ghettos and Camps, Northvale, NJ: Jason Aronson, 1997.

[8]               Στάθης Καλύβας, «Αποτιμώντας την Αντίσταση», Καθημερινή, 8 Μαΐου 2011.

[9]               Πολυμέρης Βόγλης, «Απαξιώνοντας την Αντίσταση», Ενθέματα Αυγής, 22 Μαΐου 2011.

[10]             Ιάσονας Χανδρινός, «1944: Μάχες του ΕΛΑΣ στην υπόδουλη Ελλάδα», Εφημερίδα των Συντακτών, 19 Μαρτίου 2014.

[11]             Βλ. Ρίκα Μπενβενίστε, ό.π., σ. 144.

[12]             Σταύρος Ζουμπουλάκης, «Η Ida του Πάβελ Παβλικόφσκι. Η αποκάλυψη του ακραίου και η αρχαία συνήθεια της ζωής», Ενθέματα Αυγής, 14 Δεκεμβρίου 2014. 

Άννα-Μαρία Δρουμπούκη

Ιστορικός, διδάκτορας νεότερης και σύγχρονης ιστορίας στο τμήμα Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Κυκλοφορούν τα βιβλία της: Μνημεία της λήθης. Ίχνη του Β' Παγκόσμιου Πολέμου στην Ελλάδα και στην Ευρώπη (2014), Η Θεσσαλονίκη κατά τη γερμανική Κατοχή. Συλλογή Βύρωνος Μήτου (με τον Ιάσωνα Χανδρινό, 2014). 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά