Δευτέρα, 11 Μαΐου 2015

Ο Γιώργος Κουμάντος, η πολιτική και οι ελευθερίες

Κατηγορία Ιστορία
Γράφτηκε από  Νίκος Κ. Αλιβιζατος Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 53
Ο Γεώργιος Κουμάντος. Ο Γεώργιος Κουμάντος.

Στις 12 Φεβρουαρίου 2015, η Νομική  Σχολή  και η Ένωση Αστικολόγων διοργάνωσαν στο Πανεπιστήμιο Αθηνών  βραδιά για να τιμήσουν  μια πολυσχιδή προσωπικότητα, τον Γιώργο Κουμάντο (1925-2007). Καθηγητής του αστικού δικαίου ώς το 1992, ακαταπόνητος  επιφυλλιδογράφος, συμμετείχε  στις περισσότερες  ιδεολογικές διαμάχες  της εποχής του ως σημαιοφόρος ενός σπουδαίου αλλά  περιθωριακού τελικά ρεύματος στη σύγχρονη  Ελλάδα: του πολιτικού φιλελευθερισμού.  Στα «μη νομικά» του Κουμάντου αναφέρθηκε ο  Ν.Κ. Αλιβιζάτος. Εδώ, αναδημοσιεύεται από το Books' Journal 53, Mάρτιος 2015, σε επεξεργασμένη μορφή η ομιλία του.

 

Το σπινθηροβόλο πνεύμα, η αχόρταγη περιέργεια, η λεπτή αίσθηση του χιούμορ και ένας έμφυτος κοσμοπολιτισμός ήταν τα τέσσερα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του Γιώργου Κουμάντου, που τον έκαναν να ξεχωρίζει ως χαρισματικός διανοούμενος, όχι μόνο στη Νομική Σχολή, αλλά και  στους πνευματικούς κύκλους της Αθήνας, επί πέντε και κάτι δεκαετίες.  Για καθένα από αυτά, όπως επίσης και για το μοναδικά αστραφτερό –παιγνιώδες και ενίοτε περιπαικτικό– βλέμμα του,  θα μπορούσε κανείς να μιλά επί ώρες, παραθέτοντας   ανέκδοτα και περιστατικά χρήσιμα όχι μόνο για μιαν ιστορία του Πανεπιστημίου αλλά και για την εξέλιξη των ιδεών και των νοοτροπιών στη χώρα μας, στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. 

Δεν θα σταθώ σε αυτή, την πιο γοητευτική ίσως  πλευρά του Γιώργου Κουμάντου, αλλά στις πολιτικές παρεμβάσεις και τα μη νομικά γραπτά του, που ποσοτικά, όπως συνάγεται από έναν πρόχειρο υπολογισμό, υπερβαίνουν σε όγκο το stricto sensu νομικό έργο του.

Προτού, εν τούτοις, επιχειρήσω να σας τα παρουσιάσω, θα σταθώ για λίγο στη ιδιαίτερη σχέση του Κουμάντου με την πολιτική.

 

ΜΑΧΗΤΙΚΗ ΝΕΟΤΗΤΑ

Πρώτος σταθμός ήταν  γι’ αυτόν  η Κατοχή και η Εθνική Αντίσταση. Δεν χρειάζεται βέβαια να επιμείνω γιατί η δραματικότερη αυτή τετραετία στην ιστορία της πατρίδας μας ήταν φυσικό  να επηρεάσει  καταλυτικά τη ζωή ενός 18χρονου νέου, αστικής προέλευσης και με γερή γενική  παιδεία, που εγγραφόταν ως πρωτοετής της Νομικής το φθινόπωρο του 1943. Αν εξαιρέσει κανείς τον Αλέξανδρο Σβώλο, στη «φωτεινή» προσωπικότητα του οποίου αναφερόταν συχνά[1],  κανένας από τους τότε καθηγητές της Σχολής δεν φαίνεται να τον είχε εντυπωσιάσει˙ ο ίδιος, εν πάση περιπτώσει, δεν αποδίδει σε κανέναν από αυτούς την επιλογή του να μη στραφεί τελικά προς την κοινωνιολογία, όπως αρχικά σχεδίαζε, ούτε προς το δημόσιο δίκαιο, αλλά προς το αστικό. Όπως συνέβη και με χιλιάδες άλλους νέους της γενιάς του, η πολιτική δράση ήταν εκείνη που τον απορρόφησε σχεδόν ολοκληρωτικά στα χρόνια του ζόφου.

Δεν ξέρω αν η Αριστερά –και η ΕΠΟΝ ειδικότερα– τον συγκίνησαν έστω και εξ αποστάσεως, τουλάχιστον στην αρχή, όπως συνέβη με εκατοντάδες άλλους συνομηλίκους του τότε. Το βέβαιο είναι ότι προσχώρησε πολύ γρήγορα, από τον Νοέμβριο κιόλας του 1943, στην Π.Ε.Α.Ν. – την Πανελλήνιο Ένωσι Αγωνιζομένων Νέων. Επρόκειτο για την οργάνωση που είχε ιδρύσει το φθινόπωρο του 1941 στην Αθήνα ένας ηρωικός χιώτης αξιωματικός της αεροπορίας, ο Κώστας Περρίκος[2]. Η αίγλη της ΠΕΑΝ είχε εκτοξευθεί στα ουράνια μετά την ανατίναξη από μέλη της του κτιρίου της προδοτικής ΕΣΠΟ, στη συμβολή των οδών Γλάστωνος και Πατησίων, τον Σεπτέμβριο του 1942, καθώς και τη σύλληψη και εκτέλεση του Περρίκου και πέντε ακόμη μελών της οργάνωσης, λίγο μετά.  Η Π.Ε.Α.Ν. είχε κεντρώο ιδεολογικό προσανατολισμό και πολλά μέλη συνδέονταν με τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Στην παράνομη εφημερίδα της οργάνωσης, τη Δόξα,  ο Κουμάντος δημοσίευσε επί Κατοχής τρία άρθρα, τα πρώτα του ως ακαδημαϊκός πολίτης[3]. Για τη δράση του εκείνα τα χρόνια συνελήφθη και κρατήθηκε  στις φυλακές Αβέρωφ.

Μεγαλύτερο ωστόσο ενδιαφέρον για τις ιδεολογικές αναζητήσεις του Κουμάντου  εκείνης της περιόδου, είχε η συμμετοχή του στην παρέα του Ρόδη Ρούφου, του Θεόφιλου Φραγκόπουλου, του Γιώργου-Αλέξανδρου Μαγκάκη, του Σάκη Πεπονή και άλλων φοιτητών της ΠΕΑΝ και της αδελφής της οργάνωσης, της Ιερής Ταξιαρχίας. Νεότατο μέλος της οργάνωσης ήταν και ο Επ. Σπηλιωτόπουλος. Οι νέοι αυτοί αναγνώριζαν ως φυσικό ηγέτη τον Κίτσο Μαλτέζο, τον άγρια δολοφονημένο από τη Σπουδάζουσα του ΕΛΑΣ τρισέγγονο του στρατηγού Μακρυγιάννη[4]. Σε αυτούς, ο Ρόδης Ρούφος αφιέρωσε αργότερα την τριλογία του Χρονικό μιας σταυροφορίας[5]. Πολλοί από τους νέους εκείνους, μεταξύ άλλων οι Ρούφος και  Μαγκάκης, προσχώρησαν τότε σε μια αμιγώς στρατιωτική οργάνωση, τη ΡΑΝ (Ρήλος, Αυλών, Νήσοι) και, το καλοκαίρι του 1944, βγήκαν στο βουνό,  εντασσόμενοι στον ΕΔΕΣ του Ναπολέοντα Ζέρβα στην Ήπειρο.

Με αυτή την τροπή της οργάνωσης ο Κουμάντος φαίνεται ότι διαφωνούσε. Σε ένα κείμενο δημοσιευμένο στην Καθημερινή το 1954, με αφορμή την κυκλοφορία του Α’ τόμου της Τριλογίας  του Ρούφου[6], προσήπτε στους φίλους του μιαν «αφετηριακή αριστοκρατικότητα», που τους έκανε να εγκαταλείψουν αυτό που θα λέγαμε σήμερα «μαζική δράση», για να προσχωρήσουν σε στρατιωτικές οργανώσεις. Όμως η προσχώρηση αυτή ισοδυναμούσε, κατά τον Κουμάντο, με

 

παραίτηση από την ελπίδα πολιτικής κατακτήσεως του μεγάλου φοιτητικού πλήθους, ήταν η έμπρακτη εκδήλωση αδιαφορίας για την τελική ιδεολογική τύχη του πλήθους αυτού.

 

Για να προσθέσει ευθύς αμέσως τα ακόλουθα εξαιρετικά χρήσιμα προκειμένου να κατανοήσει κανείς τον τρόπο με τον οποίο ο τιμώμενος έβλεπε από πολύ νέος την παρέμβαση των διανοουμένων στην πολιτική:

 

Γιατί δεν θα μπορούσαμε να είχαμε πάρει εμείς με το μέρος μας όλον αυτόν τον κόσμο που το '42 και το '43 ακόμα καθόταν παράμερα διστακτικός, φοβισμένος, πεινασμένος και συντηρητικός; Από την άποψη των κινδύνων της προπαγανδιστικής δουλειάς, οι συνθήκες της κατοχής ήταν για μας το ίδιο –ίσως και λιγότερο– επικίνδυνες απ’ ό,τι για τους κομμουνιστ[έ]ς. Οι κομμουνιστικές τρομοκρατικές ομάδες μπορούσαν και έπρεπε να αντιμετωπισθούν από δικές μας ομάδες αμύνης – κι’ αυτό μπορούσε να γίνει χωρίς να παραμερισθεί η καθαυτό πολιτική δουλειά. Εκείνο όμως που μας χρειαζόταν και  που είχε λείψει σε πολλούς από μας ήταν η δύναμη και η διάθεση να μείνουμε κοντά στο ανώνυμο πλήθος, να αισθανθούμε και να μορφοποιήσουμε τις αγωνίες του, να κατανικήσουμε την απέχθεια που ίσως προκαλούσε σε μερικούς η πείνα του και η βρώμα του. Αλλά αυτό ήταν ασυμβίβαστο με την αισθητική αντιμετώπιση των πάντων, με τη μάταιη αριστοκρατικότητα που διορίζει «βασιλικόν άνδρα» όποιον έχει καλούς τρόπους και διαβάζει Νίτσε[7].

 

Βλέπουμε, συνεπώς, από πολύ νωρίς, μιαν έγνοια για επικοινωνία με το ευρύτερο δυνατό κοινό, σε μια προσπάθεια συζήτησης και πειθούς, ώστε η όποια άποψη να επικρατήσει όχι επειδή κάποιοι ισχυροί την επιβάλλουν, αλλά διότι αυτή καθίσταται πειστική, κατακτά τις συνειδήσεις.

Μετά τις μεταπτυχιακές σπουδές, το διδακτορικό  στο Αμβούργο (1954) και την υφηγεσία στην Αθήνα το 1960, ακολούθησε η εκλογή του ως εντεταλμένου υφηγητή το 1965. Τότε είναι που αναδείχθηκε  με τον Γ.-Α. Μαγκάκη σε ανερχόμενο αστέρα της Νομικής, κομίζοντας καινούργιο ύφος και νεοτερικό αέρα  σε μια Σχολή που δίσταζε να προσαρμοσθεί στα μηνύματα των καιρών. Απομακρύνοντάς τον από το Πανεπιστήμιο, η στρατιωτική δικτατορία διέκοψε απότομα την πρόσκαιρη εκείνη αναλαμπή. Ειδικά για τον Κουμάντο, η αιφνίδια διακοπή μιας λαμπρής σταδιοδρομίας στην πιο δημιουργική για έναν νομικό ηλικία των 40 με 50 συνιστούσε βαρύτατο πλήγμα, που καμιά αναδρομική αποκατάσταση δεν μπορούσε να θεραπεύσει. Διότι, όπως ακριβώς συμβαίνει και με έναν καλλιτέχνη που φτάνει στο στάδιο της πρώτης του ωρίμανσης χωρίς να έχει γεράσει, ένας νομικός,  αν καταφέρει  να   υπερβεί το άγχος της υποσημείωσης εν όσω δεν έχει ακόμη μεγαλώσει, μπορεί να παράγει σπουδαίο έργο. Αν τα χρόνια αυτά χαθούν, τίποτα δεν μπορεί να τα αναπληρώσει.

Ο αντιδικτατορικός αγώνας, με τη μήνυση του Γιάγκου Πεσμαζόγλου κατά της  φιλοδικτατορικής τότε Εστίας[8], την ενεργό συμπαράσταση σε διωκόμενους, τις επιφυλλίδες στο Βήμα και, κυρίως, τη συμμετοχή του στην Εταιρεία Μελέτης Ελληνικών Προβλημάτων, την ΕΜΕΠ, με παλιούς γνώριμους των χρόνων της Κατοχής,  γέμισε τα χρόνια που ακολούθησαν. Ο Κουμάντος τα πλήρωσε με μια νέα σύλληψη και πολύμηνη αυτή τη φορά εκτόπιση στο Κερασοχώρι Ευρυτανίας και το Θέρμο Τριχωνίδας, την άνοιξη του 1972. Η συμβολή του, όπως και εκείνη του ευρύτερου  κύκλου της Δημοκρατικής Άμυνας,  στις παρυφές του οποίου κινούνταν, ήταν μεγάλη. Ως κορύφωση του ίδιου  αγώνα θα τοποθετούσα, μετά την πτώση πια της δικτατορίας,  την τηλεοπτική ομιλία του υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας εν όψει του δημοψηφίσματος  για το πολιτειακό, τον Δεκέμβριο του 1974. Να θυμίσω ότι ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής και  το τότε κυβερνών κόμμα της Νέας Δημοκρατίας δεν είχαν πάρει επισήμως θέση υπέρ της βασιλευομένης ή της αβασίλευτης. Έτσι, το βάρος της αντίκρουσης της φιλοβασιλικής προπαγάνδας και του Κωνσταντίνου, που εμφανίσθηκε τότε αυτοπροσώπως στην τηλεόραση prodomosua, έπεσε  σε μια πρωτοβουλία πολιτών, στην οποία ο Κουμάντος έπαιξε σημαντικό ρόλο. Γι’ αυτόν, η αβασίλευτη ήταν η μόνη δημοκρατία». Γιατί, όπως έλεγε,

 

έχει σαν θεμέλιο ένα συλλογισμό πολύ απλό αλλά και ακλόνητο: όταν για κάθε αξίωμα του κράτους πρέπει να διαλέγονται οι πιο κατάλληλοι, εκείνοι που έχουν  τα περισσότερα προσόντα και τις περισσότερες ικανότητες, ποια λογική επιτρέπει για το ανώτερο απ’ όλα τα αξιώματα […] να μην εκλέγεται κατά κάποιο τρόπο ο καλύτερος, αλλά να το παίρνει αυτόματα όποιος έτυχε να γεννηθεί γιος προηγούμενου αρχηγού [του κράτους]. Σκεφθείτε να εφαρμοζόταν αυτό το σύστημα αναδείξεως και σ’ άλλα αξιώματα […]. Ο γιος του υπουργού θα γινόταν αυτόματα και κατ’ ευθείαν υπουργός, ο γιος του στρατηγού στρατηγός, μόλις θα πέθαιναν οι πατέρες τους;[9]

 

Η εμπέδωση της δημοκρατίας ήταν, τα χρόνια που ακολούθησαν, στο επίκεντρο των πολιτικών ενδιαφερόντων του. Απέφυγε πάντως να αναμιχθεί  στην ενεργό πολιτική.  Είχε επανέλθει στο Πανεπιστήμιο και εκλεγεί τακτικός καθηγητής από το 1975. Την περίοδο αυτή αρθρογράφησε συστηματικότερα από κάθε άλλη.

 

ΠΑΡΕΜΒΑΤΙΚΟΣ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΣ

Από το 1950 ως τον θάνατό του, το 2007, υπολογίζω ότι ο Γ. Κουμάντος δημοσίευσε σε εφημερίδες και περιοδικά συνολικά περίπου 750 επιφυλλίδες. Ποσοτικά, ανάλογη επίδοση, με τόσο μεγάλο εύρος θεμάτων, συνέπεια και  διάρκεια, είχαν ελάχιστοι άλλοι διανοούμενοι, με πρώτον τον Κ.Θ. Δημαρά και, αριθμητικά πολύ μετά τον Κουμάντο, τον Γ.Μ. Θεοτοκά.  Τέσσερις ήταν οι εφημερίδες με τις οποίες συνεργάσθηκε συστηματικά:

Πρώτα, ο Προοδευτικός Φιλελεύθερος από το 1950 ώς το 1952, μια φιλοπλαστηρική κεντρώα εφημερίδα, με την οποία συνεργάζονταν μεταξύ άλλων ο Κώστας Βάρναλης και ο Γιάννης Μαρής. Έχει ενδιαφέρον ότι ο Κουμάντος δημοσίευε τακτικά τις συνεργασίες του με αρχικά, εν όσω υπηρετούσε στο Ναυτικό.

Δεύτερον, το Βήμα, από το  1970 ώς το 1982, με  το οποίο, έχοντας συνδεθεί με στενή φιλία  με τον Χρήστο  Λαμπράκη, είχε την πιο μακρόχρονη συνεργασία. Τη διέκοψε ο ίδιος, το 1982, όταν το Συγκρότημα τάχθηκε αναφανδόν υπέρ του ΠΑΣΟΚ στη γνωστή διαμάχη  για τον «νόμο-πλαίσιο»[10].

Τρίτον, η Ελευθεροτυπία, από το 1987 ώς το 1990. Και

Τέταρτον, η Καθημερινή,  από το 1996 ώς και λίγες μέρες  πριν από το θάνατό του, τον Αύγουστο του 2007.

Το εύρος των θεμάτων που ο Κουμάντος έθιγε στα ως άνω έντυπα είναι το στοιχείο που προπάντων εντυπωσιάζει. Από τη δημοκρατία (που διερωτάτο αν είναι εξαγώγιμη και σε περιοχές του κόσμου όπου ποτέ δεν έχει ανθίσει, όπως π.χ. ο αραβικός κόσμος), ώς τα διεθνή –με ιδιαίτερη έμφαση στο ενωσιακό εγχείρημα ειδικά στην Ευρώπη– και από την Εκκλησία και τις σχέσεις της με την Πολιτεία ώς τη βιοηθική και τους Ολυμπιακούς Αγώνες (στη  διεξαγωγή των οποίων στην Αθήνα είχε σφοδρά αντιταχθεί), ο Κουμάντος καταπιανόταν με θέματα επικαιρότητας και μη, με μιαν εντυπωσιακή σαφήνεια και  φρεσκάδα.

Αν υπάρχει πάντως ένα θέμα που διαχρονικά τον απασχόλησε περισσότερο από κάθε άλλο είναι η παιδεία και η αναβάθμισή της, ιδίως η ανώτατη. Σε αυτήν, από την εποχή της χούντας[11] ώς λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του, αφιέρωσε μερικές από τις διεισδυτικότερες σκέψεις του. Σε ένα συναισθηματικά φορτισμένο άρθρο, δημοσιευμένο στην Καθημερινή  λίγο πριν πεθάνει, διερωτάτο τι περισσότερο θα μπορούσε να κάνει η γενιά του για τη μεταρρύθμιση των πανεπιστημίων, μέσα στο συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο:

 

Πώς να εμποδίσουμε την αλόγιστη ίδρυση νέων Πανεπιστημίων ή Σχολών; Πώς να επιβάλουμε τη λειτουργία πειθαρχικών συμβουλίων; Πώς να ματαιώσουμε την παντοδυναμία των διαφόρων κομματικών παρατάξεων, αφού αυτές εξέλεγαν, σύμφωνα με τον νόμο, εκείνους που διοικούσαν τα Πανεπιστήμια (και που συχνά καταφέρναμε να είναι οι λιγότερο κακοί);[12]

 

Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σκέψη που αφιέρωνε, στο ίδιο άρθρο, στο πάντοτε επίκαιρο –φευ– θέμα του πανεπιστημιακού ασύλου:

 

Το λεγόμενο από πολλές πλευρές ότι το πρόβλημα αυτό πρέπει να το λύσει μόνη της η πανεπιστημιακή κοινότητα είναι λόγος κενός. Πρώτον, γιατί τέτοια κοινότητα δεν υπάρχει ή, στο ελάχιστο μέτρο που θα δεχθούμε ότι υπάρχει, πάντως δεν έχει την διαρθρωτική λειτουργικότητα για να επιλύσει τέτοια προβλήματα. Αν την είχε, θα το είχε ήδη επιλύσει στα είκοσι πέντε χρόνια που υπάρχει το πρόβλημα. Κι’ έπειτα, δεν έχουμε ακόμη καθορίσει με σαφήνεια ποιο είναι το πρόβλημα. Πολλοί μιλάνε (με καλοδεχούμενη υποκρισία) για την προστασία του ασύλου ενώ, ειλικρινά διατυπωμένο, το πρόβλημα είναι η προστασία του Πανεπιστημίου από το άσυλο. Βέβαια, μια εύκολη δυνατότητα παρέμβασης της «δημόσιας δύναμης» σπάνια θα πραγματοποιηθεί και δεν λύνει τα προβλήματα – δεν είναι κακό όμως να υπάρχει ως έσχατο καταφύγιο.

 

Παρά τις αλλαγές που ήταν φυσικό να σημειωθούν στα πολιτικά του πιστεύω στα 50 τόσα χρόνια της επιφυλλιδογραφίας του, στα βασικά, στον θεμελιώδη δηλαδή ιδεολογικό προσανατολισμό του, μπορεί κανείς εύκολα να διακρίνει μια προσήλωση σε σταθερές αξίες: στην κορυφή θα τοποθετούσα χωρίς δισταγμό  τον πολιτικό φιλελευθερισμό, που τον έκανε να βλέπει με καχυποψία κάθε εκδήλωση εθνοπατριωτικού λαϊκισμού, και να τοποθετεί πολύ ψηλά στην κλίμακα  των προτεραιοτήτων του την προστασία των μειονοτήτων (θρησκευτικών, πολιτικών, εθνοτικών) και, γενικότερα, των «διαφορετικών». Ακόμη θυμάμαι τη θερμή υποστήριξη που μας είχε παράσχει στις προσπάθειες που καταβάλαμε, ως Ένωση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, την εποχή της παντοδυναμίας του αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου, για τη μη αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες, για τον χωρισμό Εκκλησίας και Κράτους και για το σύμφωνο συμβιώσεως.

Ο πολιτικός αυτός φιλελευθερισμός του, ωστόσο, συνοδευόταν από ένα ιδιαίτερα οξύ πολιτικό αισθητήριο, που τον βοηθούσε να αποφεύγει  κακοτοπιές και το πολιτικό περιθώριο. Κάτι που συνήθως λείπει από τους συνήθεις υποστηρικτές τέτοιων απόψεων στη χώρα μας. Επιπλέον, τασσόταν καθαρά υπέρ του παρεμβατικού ρόλου του κράτους στην παιδεία, την υγεία και την πρόνοια, σε σημείο μάλιστα να απορρίπτει άνευ άλλου κάθε ιδέα ιδιωτικών πανεπιστημίων, ακόμη και μη κερδοσκοπικών. Από αυτή την άποψη, θα μπορούσε κανείς να τον χαρακτηρίσει ως κλασικό σοσιαλδημοκράτη. Εν τούτοις, στην Ελλάδα του τέλους του 20ού αιώνα, ο αταλάντευτος  πολιτικός φιλελευθερισμός του ήταν, κατά τη γνώμη μου, το χαρακτηριστικό εκείνο που τον έκανε να ξεχωρίζει από τον διάχυτο, υπεράνω κομμάτων και παρατάξεων, εθνοπατριωτικό πατερναλισμό της πλειονότητας του λεγόμενου πνευματικού κόσμου της χώρας.

Όσον αφορά τη δομή και το ύφος,  οι επιφυλλίδες του, 1.200 με 1.500 κατά μέσο όρο λέξεων –δηλαδή μάλλον εκτενείς, με τα σημερινά τουλάχιστον δεδομένα– ξεκινούσαν σχεδόν πάντα με μιαν εξ αποστάσεως τοποθέτηση του ζητήματος. Ακολουθούσαν τα εκατέρωθεν επιχειρήματα  και η δική του θέση, σε τόνους χαμηλούς, με πολλά ερωτηματικά στα συμπεράσματα. Αν έγραφε στα γαλλικά θα λέγαμε ότι προτιμούσε τον conditionnel. Όχι ότι δεν υποστήριζε με πείσμα τις απόψεις του. Απέφευγε απλώς την πολεμική.  Σπανιότατα, εξ άλλου,  αναφερόταν σε πρόσωπα. Συνήθως το έκανε για να αντικρούσει τις απόψεις τους. Τέτοια πρόσωπα, μεταξύ άλλων, ήταν ο Χρήστος Γιανναράς και ο Μάριος Πλωρίτης.  Σχεδόν ποτέ όμως δεν αναφερόταν ονομαστικά σε πρόσωπα που δεν εκτιμούσε.

Η συχνότητα, τέλος, με την οποία δημοσίευε τις επιφυλλίδες του, τηρώντας με θρησκευτική ευλάβεια τις προθεσμίες, αφήνει άναυδο όποιον έχει στοιχειώδη επίγνωση του άγχους που προκαλεί η υποχρέωση τακτικής συνεργασίας με έντυπα. Αρχικά μια φορά την εβδομάδα, αργότερα κάθε 15 μέρες, δημοσίευε τις επιφυλλίδες του ακόμη και εν μέσω θέρους, όταν όλοι κάνουν διακοπές. Τότε, όπως μου διευκρίνισε η κ. Ευγενία Κουμάντου, ανέσυρε από το απόθεμα που πάντοτε διατηρούσε 1-2 άρθρα, ώστε να μην υπάρξει κενό.

Τι τελικά επεδίωκε ο Γ. Κουμάντος με τις επιφυλλίδες  και τις πολιτικές του παρεμβάσεις; Ποιο ήταν το βασικό κίνητρό του;  Απαντώντας ο ίδιος στο ερώτημα αυτό στην Απολογία ενός αστικολόγου,  προτάσσει, πέρα από την αναζήτηση της αλήθειας, δηλαδή πέρα από την κατανόηση του κόσμου, την αλλαγή του.  Γι’ αυτό, όπως υποστήριζε, εγκατέλειψε την ιδέα να ασχοληθεί με την «περιγραφική» κοινωνιολογία και με την οικονομική επιστήμη, την οποία θεωρούσε «υπηρετική του καπιταλισμού»[13](σ. 29). Η επιδίωξη αυτή της αλλαγής του κόσμου, την οποία αποκαλούσε «ευρύτερο κοινωνικό χρέος»[14] (σ. 33), σε συνδυασμό με την υπέρβαση της διάκρισης επιστήμης και επαγγέλματος (δηλαδή της «προγραμματικά διασπασμένης προσωπικότητας», όπως την αποκαλούσε)[15], τον έκανε να στραφεί προς ορισμένους βαθύτερα ριζωμένους διαχρονικούς θεσμούς, όπως η ιδιοκτησία, η οικογένεια και η κληρονομιά. Εξ ου και ο προσανατολισμός προς το αστικό δίκαιο. Όπως έγραφε,

 

σημασία δεν είχε η γυμνή γνώση της ύλης: σημασία είχε η συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι, μέσα στην ύλη, βρίσκονταν τα σημεία αναφοράς κεντρικών κοινωνικών προβληματισμών. Αυτή η συνειδητοποίηση καθορίζει την ουσιαστική συνάντηση με τους θεσμούς[16].

 

Θα προσέθετα, και το δίκαιο. Δεν είναι τυχαίο ότι, όπως πλέον πανθομολογείται, η συνεισφορά του στην κατάρτιση σπουδαίων νομοθετημάτων, όπως το νέο οικογενειακό δίκαιο[17], η προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας[18] και η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή[19], ήταν πολύ μεγάλη.

 

ΑΝΥΠΟΤΑΚΤΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΚΟΜΜΑΤΑ

Το 2007, λίγο πριν πεθάνει, στον  πρόλογο του τελευταίου βιβλίου του (της Θητείας στην ελευθερία)  ο Γ. Κουμάντος διερωτάτο μήπως έφταιγε ο ίδιος που δεν αναμείχθηκε ενεργά στην πολιτική, αν και μέσω αυτής, κάποιος  που σαν κι εκείνον  ήθελε να αλλάξει τον κόσμο, είναι μάλλον βέβαιο ότι θα είχε πιο χειροπιαστά αποτελέσματα και, πάντως, πιο έντονες ικανοποιήσεις. Έγραφε σχετικά:

 

Τιμώ την πολιτική και τους πολιτικούς, όσους επιδίδονται στον πολιτικό αγώνα με πρόθεση προσφοράς. Και συχνά αναρωτιέμαι αν δεν υπάρχει και κάποιος εγωισμός στον λογαριασμό μου ότι κάποιοι ηθικοί συμβιβασμοί, που θα αναγκαζόμουν να κάνω μπαίνοντας στην πολιτική, ζύγιζαν περισσότερο από το έργο που θα μπορούσα να προσφέρω. Κάποιο ελαφρυντικό δίνει το γεγονός ότι δεν έμεινα αμέτοχος θεατής του πολιτικού αγώνα, έχοντας συμπράξει από άλλο μετερίζι κι έχοντας κάπως πληρώσει για τη σύμπραξη αυτή[20].

 

Ας μου επιτραπεί να πιστεύω –και το σχόλιο αυτό δεν ισχύει μόνον για τον Κουμάντο, αλλά και για άλλους πνευματικούς ανθρώπους της γενιάς του– ότι η πολιτική του υπερορία δεν ήταν ζήτημα δικού του εγωισμού, αλλά ανικανότητας ενός πολιτικού συστήματος να αγκαλιάσει και να αναδείξει προσωπικότητες που το ίδιο δεν «ήλεγχε». Εξ ιδιοσυγκρασίας «αστάθμητος», ήταν περίπου βέβαιο ότι, για τους επαγγελματίες της πολιτικής  (κατά κανόνα πνευματικά ανασφαλείς), με την τόλμη και την ελευθεροφροσύνη που τον διέκρινε, αργά ή γρήγορα, θα   προκαλούσε μπελάδες. Ήταν καλύτερα λοιπόν να διατηρείται στο περιθώριο και να τιμάται ως «πνευματικός άνθρωπος», παρά να αποκτήσει ισχυρή φωνή στο πολιτικό κονκλάβιο, μια φωνή που θα μπορούσε να αποβεί αν όχι επικίνδυνη, τουλάχιστον ενοχλητική.


[1]   Βλ. Απολογία ενός αστικολόγου, Αθήνα, 1973, σ. 22.

[2]   Για την Π.Ε.Α.Ν., βλ. Ευάνθη Χατζηβασιλείου, ΠΕΑΝ (1941-1945). Πανελλήνιος Ένωσις Αγωνιζομένων Νέων, Αθήναι, Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, 2004.

[3]   Κατά προτροπή, απ’ ό,τι φαίνεται, του Σάκη Πεπονή, βλ. Αναστ. Ι. Πεπονή, Προσωπική μαρτυρία, Αθήνα, Κέδρος, 1970, σ. 43, καθώς και Ευ. Χατζηβασιλείου, Η ΠΕΑΝ, όπ.π. σ. 193.

[4]  Βλ. Πέτρου Μακρή-Στάικου, Κίτσος Μαλτέζος. Ο αγαπημένος των θεών, Αθήνα, Ωκεανίδα, 2000.

[5]  Σε ένα τόμο, το Χρονικό μιας σταυροφορίας,κυκλοφόρησε επί χούντας, με συγκλονιστικό νέο πρόλογο, που ο συγγραφέας έγραψε λίγους μήνες πριν πεθάνει (Αθήνα, Κέδρος, 1972).

[6]   «Η μαρτυρία ενός νέου. (Περί του ιδεολογικού προσανατολισμού της ελληνικής νεότητος κατά τα χρόνια της μεγάλης δοκιμασίας)»,  Καθημερινή, 17/11/1954.

[7]  Στο ίδιο.

[8]   Η οποία τον είχε καθυβρίσει, μετά την απομάκρυνσή του από το Πανεπιστήμιο, το φθινόπωρο του 1968. Η δίκη διεξήχθη μπροστά σε ένα κατάμεστο από φοιτητές ακροατήριο, στο κτίριο του παλαιού Αρσακείου (το σημερινό Συμβούλιο της Επικρατείας), με τον Κουμάντο να παρίσταται ως συνήγορος της πολιτικής αγωγής. Ο εκδότης της Εστίας Kύρος Κύρου καταδικάσθηκε τότε σε φυλάκιση με αναστολή, κάτι που, υπό τις τότε συνθήκες,  θεωρήθηκε βέβαια –και ήταν πράγματι– «νίκη» των δημοκρατικών δυνάμεων.

[9]  Bλ. το κείμενο στη συλλογή άρθρων του Στόχος: η δημοκρατία, Αθήνα, Ερμείας, 1975, σσ. 115-117.

[10]   Στη συλλογή άρθρων του στην Καθημερινή, που εξέδωσε λίγο προτού πεθάνει (Θητεία στην ελευθερία, Αθήνα Πόλις, 2007), ο Κουμάντος δημοσίευσε για πρώτη φορά, εξ όσων γνωρίζω, την κριτική του στο «νόμο-πλαίσιο», η μη δημοσίευση της οποίας από το Βήμα στάθηκε η αφορμή για τη ρήξη του με τον Χρήστο Λαμπράκη και το Συγκρότημα, βλ. «Έναρξη κριτικού διαλόγου.(μια τοποθέτηση στις “Βασικές αρχές για τα ΑΕΙ”» (σσ. 536-541).

[11]  Όταν η Ε.ΚΙ.Ν. εξέδωσε τη συλλογή άρθρων του στο Βήμα για το θέμα, το 1970, βλ. την ένθετη στο παρόν κείμενο βιβλιογραφία.

[12]    Βλ. «Μια ανήμπορη κοινότητα», στην Καθημερινή, 4/2/2007 και ήδη στον τόμο Θητεία στην ελευθερία, Αθήνα, όπ.π., σσ. 528-531.

[13]   Απολογία,  όπ.π., σ. 29.

[14]  Απολογία, όπ.π., σ. 33.

[15]  Απολογία,  όπ.π., σ. 35.

[16] Απολογία, όπ.π., σ. 36.

[17]  Βλ. τον ν. 1329/1983, στην κατάρτιση του οποίου o Kουμάντος είχε μετάσχει ενεργά ως μέλος της «Επιτροπής Μάνεση». Σύμφωνα με την μαρτυρία του Μιχ. Σταθόπουλου, ο οποίος είχε επίσης συμμετάσχει στη νομοπαρασκευαστική εκείνη  επιτροπή, ο Κουμάντος υποστήριζε τότε τις κατά πολύ προοδευτικότερες θέσεις  για την ισονομία των δυο φύλων σε σύγκριση με όλα τα άλλα μέλη της επιτροπής, την πλειοψηφία της οποίας αποτελούσαν  γυναίκες.

[18] Βλ. τον ν. 2121/1993. Ο Κουμάντος είχε προεδρεύσει της οικείας νομοπαρασκευαστικής επιτροπής.

[19]   Βλ. τον ν. 3089/2002. Και για τον νόμο αυτόν, που ψηφίσθηκε παρά τις αντιρρήσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο Κουμάντος ήταν πρόεδρος της σχετικής νομοπαρασκευαστικής επιτροπής.

[20] Θητεία στην ελευθερία,  όπ.π., σ. 13-14.

 

 

 

Τα μη νομικά βιβλία του Γιώργου Κουμάντου

Ανώτατη παιδεία. Διαπιστώσεις και προοπτικές, Αθήνα,  Ελληνοευρωπαϊκή Κίνηση Νέων (Ε.ΚΙ.Ν.), 1970

Δημοκρατική πολιτεία και πολιτισμός, Αθήνα, Κέδρος, 1972

Απολογία ενός αστικολόγου. Πνευματικό οδοιπορικό από την κοινωνιολογία στο αστικό δίκαιο, Αθήνα, 1973, β’ έκδ. 1976

Στόχος: η δημοκρατία,  Αθήνα, Ερμείας, 1975

Δημοκρατία στην πράξη, Αθήνα, Μετόπη, 1979

Προβλήματα βιοηθικής, Αθήνα, Πόλις, 2003

Θητεία στην ελευθερία,  Αθήνα, Πόλις, 2007

Μια πρώτη Εργογραφία του Γ. Κουμάντου από τον Παν. Τσούκα, Πάρεδρο του ΣτΕ, εκδόθηκε από τους «Φίλους του Γ. Κουμάντου», Αθήνα, εκδόσεις Λύχνος, 2011

 

 

-------

Νίκος Κ. Αλιβιζάτος. Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Βιβλία του: Εισαγωγή στην ελληνική συνταγματική ιστορία 1821-1941 (1981), Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση, 1922-1974 -Όψεις της ελληνικής εμπειρίας (1983), Κράτος και Ραδιοτηλεόραση - Η θεσμική διάσταση (1986), H συνταγματική θέση των ενόπλων δυνάμεων (1987), Ο αβέβαιος εκσυγχρονισμός (2001), Η βασιλική περιουσία στο Στρασβούργο (2003), Το Σύνταγμα και οι εχθροί του στη νεοελληνική ιστορία 1800-2010 (2011), Ποια δημοκρατία για την Ελλάδα μετά την κρίση; (2013). Πριν από λίγoυς μήνες, προτάθηκε στη Βουλή για Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά