Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

Στην επικράτεια του Δαρβίνου

Γράφτηκε από  Γιάννης Καρακάσης Δημοσιεύθηκε στο Κριτικές Θετικές επιστήμες
Καρικατούρα του Δαρβίνου από το περιοδικό Vantity Fair, τχ. 30 Σεπτεμβρίου 1871. Καρικατούρα του Δαρβίνου από το περιοδικό Vantity Fair, τχ. 30 Σεπτεμβρίου 1871. James Tissot

 

Λευτέρης Ζούρος, Σε αναζήτηση σκοπού σε ένα κόσμο χωρίς σκοπό. Σκέψεις για μια ρεαλιστική ηθική, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2014, 206 σελ. 

Υπάρχει κάποιος εξελικτικός λόγος που μας κάνει να αρνούμαστε να δεχθούμε μερικές αλήθειες; Έχει σκοπό η εξέλιξη; Υπάρχει κάποιο «σχέδιο» του Θεού ή της Φύσης να οδηγούμαστε σε όλο και πιο τέλειες δομές; Μπορεί να υπάρξει μια «Ηθική χωρίς Θεό», μπορούν δηλαδή να υπάρξουν κανόνες ανθρώπινης συμπεριφοράς που να βασίζονται στην γνώση και όχι στην αποκάλυψη; Ο καθηγητής Λευτέρης Ζούρος θέτει ερωτήματα και απαντά περοσφεύγοντας στην επιστήμη και διεκδικώντας τους ειδικούς στην εξελικτική βιολογία αλλά, κυρίως, τους μη ειδικούς αναγνώστες. Αναδημοσίευση από το Books' Journal 54, Aπρίλιος 2015. [ΤΒJ]

 

Από τον Γιάννη Καρακάση

Στην Ελλάδα, η διδασκαλία της θεωρίας της εξέλιξης ή, καλύτερα, της Εξελικτικής Βιολογίας είναι ανύπαρκτη στη στοιχειώδη και μέση εκπαίδευση για πολλούς λόγους τους οποίους μπορεί κανείς να φανταστεί. Το περίεργο είναι ότι αυτό ίσχυσε και στο ελληνικό Πανεπιστήμιο για πολλά χρόνια.  Όταν αποφοίτησα από το τμήμα Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η δαρβινική θεωρία ήταν μερικές παράγραφοι στις σημειώσεις της Συστηματικής Ζωολογίας. Στη Θεσσαλονίκη υπήρχε τουλάχιστον μεταφρασμένο το βιβλίο του Dobzansky, της παλιάς δαρβινικής σχολής δηλαδή, αλλά και πάλι οι σύγχρονες απόψεις δεν διδάσκονταν πουθενά στο ελληνικό Πανεπιστήμιο. Όταν λοιπόν οι τότε μεταπτυχιακοί φοιτητές παρακολουθήσαμε το 1985, στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα του τμήματος Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, το μάθημα του Λευτέρη Ζούρου, κάτι άλλαξε στον τρόπο με τον οποίο βλέπαμε τη Βιολογία. Η περίφημη φράση του Dobzhansky: «Τίποτα στη Βιολογία δεν έχει νόημα παρά μόνο υπό το φως της εξέλιξης», έγινε όχι ένα ακόμη έξυπνο απόφθεγμα, αλλά τρόπος σκέψης, οδηγός παραγωγής επιστημονικών υποθέσεων, αλλά και κάτι περισσότερο.

Την εποχή εκείνη, το Πανεπιστήμιο Κρήτης έβραζε: νέες μέθοδοι διδασκαλίας, επισκέπτες ερευνητές που έδιναν σεμινάρια για ό,τι πιο πρόσφατο στο χώρο της έρευνας, συνέδρια, η βιβλιοθήκη ανοιχτή μέχρι αργά το βράδυ, τα εργαστήρια δεν έκλειναν ποτέ, καθηγητές που δούλευαν μέχρι τις 10- 11 τη νύχτα και, μετά, με όλο το εργαστήριο πήγαιναν για ένα κρασί στο ταβερνάκι του Μπαλαχούτη απέναντι από το Πανεπιστήμιο, στην Κνωσσού. Αλλά, πιο εντυπωσιακό απ’ όλα, οι ελεύθερες διαλέξεις για τα μεγάλα θέματα της επιστήμης στη Βιολογία, στη Φυσική, στα Μαθηματικά, στη Χημεία και η σχέση τους με τη Φιλοσοφία, στο μεγάλο αμφιθέατρο της Σχολής όπου δεν έπεφτε καρφίτσα, με καθηγητές, ερευνητές, μεταπτυχιακούς φοιτητές όλων των ειδικοτήτων, τάσεων και απόψεων. Καφάτος, Οικονόμου, Ζούρος, Ξανθόπουλος, Τραχανάς και αρκετοί άλλοι στα καλύτερά τους.

Τα χρόνια πέρασαν αλλά το μεράκι δεν έχει πεθάνει ακόμη. Τα τελευταία χρόνια, στις «Δαρβινικές Δευτέρες», μια φορά το μήνα, ένα απόγευμα Δευτέρας στο αμφιθέατρο του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Κρήτης στο Ηράκλειο, ένα επιστημονικό θέμα, κατά προτίμηση αμφιλεγόμενο, που άπτεται της Εξέλιξης ή της Φύσης γενικότερα, αναπτύσσεται ελεύθερα από κάποιον προσκεκλημένο ομιλητή και ακολουθεί συζήτηση μέχρι εξαντλήσεως του κοινού και των επιχειρημάτων. Το αφοσιωμένο κοινό (150-200 άτομα) περιλαμβάνει κυρίως φοιτητές, επιστήμονες, και πολίτες του Ηρακλείου. Εμπνευστής και αυτής της πρωτοβουλίας, ο Λευτέρης Ζούρος. Τα παραπάνω γράφτηκαν γιατί διακρίνει κανείς την επίδραση αυτού του κλίματος στις επί μέρους ενότητες του νέου βιβλίου του, Σε αναζήτηση σκοπού σε ένα κόσμο χωρίς σκοπό. Για κάθε γραμμή έχουν υπάρξει ατέλειωτες συζητήσεις, και διαξιφισμοί, πνευματώδη σχόλια, ασυμφωνίες και συγκλίσεις. Δεν είναι το είδος των συζητήσεων που βλέπει κανείς στα «παράθυρα» της τηλεόρασης, βασίζονται σε λογικά επιχειρήματα και επιστημονική τεκμηρίωση και η διαφωνία (συχνότατη) ποτέ δεν καταλήγει σε αντιδικίες ή προσωπικούς χαρακτηρισμούς. Ο Λευτέρης Ζούρος, όπως άλλωστε και ο Στέφανος Τραχανάς στο πρόσφατο βιβλίο του (Το Φάντασμα της Όπερας), αναρωτιούνται αν η ζωή έχει να διδαχθεί από την επιστήμη. Όχι μόνο ως προς τη γνώση αλλά και ως προς τη, βασιζόμενη στον ορθολογισμό, μεθοδολογία, αλλά και τον τρόπο συμπεριφοράς ως προς όσους έχουν διαφορετική άποψη.

 

ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

Το βιβλίο του Λευτέρη Ζούρου, το δεύτερο μέσα σε δύο χρόνια, είναι μια απόπειρα να ικανοποιήσει διαφορετικούς στόχους ταυτόχρονα. Κατ’ αρχήν, το βιβλίο μοιάζει με μικρό εγχειρίδιο εκλαΐκευσης της Εξελικτικής Βιολογίας γραμμένο για έναν εγγράμματο αλλά όχι ειδικό αναγνώστη. Δεύτερον, το βιβλίο έχει σχεδιαστεί (ή τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε) έτσι ώστε, αφού δώσει τη βασική πληροφορία, να ξυπνήσει ερωτήματα που ο ανήσυχος αναγνώστης μπορεί να επεκτείνει στην φιλοσοφία ή στην πολιτική, ακόμη και την τρέχουσα και πολύ κοντινή μας. Τρίτον, το βιβλίο θέτει έναν κύριο στόχο: να απαντήσει στο ερώτημα αν η επιστημονική γνώση μπορεί να αποτελέσει τη βάση μιας νέας ηθικής και τι χαρακτήρα θα είχε μια τέτοια ηθική. Πιστεύω ότι διαφορετικοί αναγνώστες θα δουν διαφορετικά βιβλία μέσα στο ίδιο βιβλίο, ενώ μια δεύτερη ανάγνωση από τον ίδιο αναγνώστη δίνει άλλη οπτική γωνία στο ίδιο ενδεχομένως επιχείρημα.

Η μορφή που επέλεξε ο συγγραφέας, δηλαδή μικρά κεφάλαια εν πολλοίς αυτοτελή, είναι επίσης κατάλληλη για το μη ειδικό κοινό που δεν χρειάζεται να έχει εμπεδώσει «προαπαιτούμενες γνώσεις», ενώ μπορεί επίσης να διαβαστεί στα μικρά ημίωρα κενά που έχουμε όλοι στην καθημερινότητά μας. Η απλότητα της εκλαΐκευσης είναι επιτυχημένη μόνο όταν δεν γίνεται απλοϊκότητα και όταν τα επιχειρήματα και τα παραδείγματα είναι τέτοια που θα τα χρησιμοποιούσαμε και απέναντι σε έναν ειδικό. Και από την άποψη αυτή, ο Λευτέρης Ζούρος δεν έκανε εκπτώσεις που θα μπορούσαν να θεωρηθούν παραχωρήσεις στην απλοϊκότητα.

Θα σταθώ σε ορισμένα μόνο από τα σημεία του βιβλίου που θεωρώ όχι μόνο ενδιαφέροντα από την άποψη της Βιολογίας αλλά και επίκαιρα από την άποψη της συζήτησης για την κοινωνία και της πολιτική που διεξάγεται στην χώρα μας.

Υπάρχει κάποιος εξελικτικός λόγος που μας κάνει να αρνούμαστε να δεχθούμε μερικές αλήθειες; Ο Λευτέρης Ζούρος αναλύει τις «Δαρβινικές πλάνες», εσφαλμένες  δηλαδή  πεποιθήσεις μας για τον κόσμο, που οφείλονται στη εξελικτική μας ιστορία και ερμηνεύονται μέσα από την δαρβινική θεώρηση της ζωής. Στην απλούστερη μορφή τους, οι πλάνες αυτές αφορούν την αδυναμία μας να δεχτούμε ότι υπάρχουν χρώματα ή οσμές που δεν έχουμε γνωρίσει μέσα από τις αισθήσεις μας. Ο εγκέφαλός μας δεν χρειάστηκε να αναλύει φαινόμενα σε πολλές διαστάσεις γιατί δεν ήταν απαραίτητο στους προγόνους μας. Σε μια άλλη εκδοχή τους, αυτές οι πλάνες, κατά τον Λευτέρη Ζούρο, μας εμποδίζουν να δούμε τον εαυτό μας ως μέρος του έμβιου κόσμου ή του σύμπαντος και, επομένως, διεκδικούμε μια ειδική θέση στην εξέλιξη (ή τη Δημιουργία). Από την άποψη αυτή, ο Λευτέρης Ζούρος θέτει το θέμα της ψευδούς διάκρισης μεταξύ βιολογικής και κοινωνικής εξέλιξης. Η διάκριση αυτή υπονοεί ότι η ανθρώπινη κοινωνία, τελικά δηλαδή η ανθρώπινη συμπεριφορά, εξελίσσεται με βάση άλλους κανόνες από ό,τι εκείνη άλλων οργανισμών. Σε αυτές τις δαρβινικές πλάνες αποδίδει την εγωκεντρική συμπεριφορά, την εθνοκεντρική και την ανθρωποκεντρική που βλέπουν τον κόσμο να περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό μας ή γύρω από τα σύνολα στα οποία ανήκουμε. Οι πλάνες αυτές φαίνεται να τρέφουν την έλλειψη ανοχής για τον άλλο, τον διαφορετικό, τον αλλόδοξο.

Έχει σκοπό η εξέλιξη; Υπάρχει κάποιο «σχέδιο» του Θεού ή της Φύσης να οδηγούμαστε σε όλο και πιο τέλειες δομές; Ο Λευτέρης Ζούρος εξηγεί ότι αυτό το σχέδιο δεν είναι απαραίτητο και αυτή είναι η ομορφιά της δαρβινικής θεωρίας. Οι αλλαγές στο περιβάλλον επιβάλλουν την ανάγκη για αλλαγές στους οργανισμούς. Όσοι μπορέσουν να το κάνουν, είτε λόγω διαθεσιμότητας των κατάλληλων γονιδίων είτε λόγω τροποποίησης της συμπεριφοράς, θα έχουν πλεονέκτημα στην επιβίωση των απογόνων τους, άρα θα αυξήσουν την συχνότητα των γονιδίων τους στην επόμενη γενιά. Με τον τρόπο αυτό, βαθμιαία, ολόκληροι πληθυσμοί αποκτούν τα κατάλληλα (προσαρμοστικά) χαρακτηριστικά. Βέβαια αυτό δεν συμβαίνει πάντα. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου ένα χαρακτηριστικό που κάποτε ήταν επιθυμητό στις νέες περιβαλλοντικές συνθήκες είναι επιβλαβές και συμπαρέσυρε άλλα («καλά» ενδεχομένως) χαρακτηριστικά στην ανυπαρξία. Το χρήσιμο ερώτημα επομένως δεν είναι «γιατί υπάρχει το τάδε χαρακτηριστικό» (δηλαδή τι σχέδιο του Δημιουργού εξυπηρετεί) αλλά «πώς έγινε και επικράτησε έναντι εναλλακτικών μορφών».

Ο πειρασμός της σύγκρισης αυτού του τρόπου σκέψης με τον διάλογο για την κρίση είναι μεγάλος. Αντί να συζητούμε για τα λειτουργικά και δυσλειτουργικά χαρακτηριστικά του κοινωνικο-οικονομικού συστήματος που έφεραν την κρίση αναλωνόμαστε σε συζητήσεις για τους ενόχους (που «σχεδίασαν» την κρίση). Αντί για την προσαρμογή στις νέες συνθήκες αναζητούμε την τιμωρία των ενόχων (ή μάλλον «ορισμένων ενόχων»). Αναζητούμε τους ανήθικους και αμαρτωλούς και όχι τα χαρακτηριστικά που επέτρεψαν την εκδήλωση της κρίσης. Συμπεριφερόμαστε πολύ περισσότερο ως δικηγόροι ή θεολόγοι παρά ως εξελικτικοί βιολόγοι. Και όμως, η ιστορία της ζωής είναι γεμάτη από εξαφανίσεις ειδών που δεν μπόρεσαν να προσαρμοστούν όταν άλλαζαν οι συνθήκες στο περιβάλλον τους. Οι δεινόσαυροι δεν ήταν ούτε τεμπέληδες ούτε αμαρτωλοί ούτε πλεονέκτες. Απλά, μια απότομη περιβαλλοντική αλλαγή (δηλαδή σε διάστημα μόλις 1 εκατ. ετών!) δεν τους έδωσε τον χρόνο να αλλάξουν τα βιολογικά τους χαρακτηριστικά (δηλαδή να «μεταρρυθμιστούν») ώστε να ανταποκριθούν στις νέες συνθήκες. Και ας κρατήσουμε επίσης τη σκέψη ότι κάτι που είναι «καλό», δηλαδή ευνοϊκό σε μια περίοδο, δεν είναι απαραίτητα «καλό» σε μια άλλη, όπου οι συνθήκες του περιβάλλοντος (φυσικού, κοινωνικού ή οικονομικού) είναι διαφορετικές.

Το αν οι αλλαγές στην συμπεριφορά είναι συνέπεια των γονιδίων ή όχι νομίζω έχει σχετικά μικρή σημασία (ο Λευτέρης Ζούρος έχει την άποψη ότι ίσως υπάρχει κάποιο γενετικό υπόστρωμα που επιτρέπει ή απαγορεύει ορισμένες συμπεριφορές). Το ενδιαφέρον είναι ότι τόσο για τα γονιδιακά χαρακτηριστικά όσο και για τους τύπους συμπεριφοράς ειδών ή κοινοτήτων, η επικράτηση ή η εξάλειψή τους μπορούν να ερμηνευτούν με τον ίδιο μηχανισμό που περιλαμβάνεται στη δαρβινική θεωρία. Για παράδειγμα, η δυνατότητα παραλλαγής του χαμαιλέοντα τον προφυλάσσει από τους θηρευτές και, επομένως, όσοι χαμαιλέοντες δεν διαθέτουν αυτό το χαρακτηριστικό πεθαίνουν νωρίς και, άρα, δεν αφήνουν απογόνους, ή αφήνουν πολύ λιγότερους από τους προσαρμοστικούς χαμαιλέοντες. Σε βάθος χρόνου, τα γονίδιά τους θα εξαλειφθούν, εκτός αν τα μειονεκτικά ως προς αυτό το γονίδιο άτομα τυχαίνει να διαθέτουν, και μάλιστα σε κοντινές χρωμοσωμικά θέσεις, κάποιο «ευνοϊκό» γονίδιο που δίνει πλεονέκτημα στους απογόνους τους απέναντι στους άλλους χαμαιλέοντες. Αντίστοιχα, κοινότητες ζώων (του ανθρώπου συμπεριλαμβανομένου) που υιοθετούν (τυχαία ή λόγω γονιδιακής επιταγής) μια ευνοϊκή για τη συνύπαρξη των ατόμων τους συμπεριφορά έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να συνεχίσουν να υπάρχουν από ό,τι π.χ. κοινότητες που τα μέλη τους αλληλοεξοντώνονται. 

 

Η ΠΟΛΥΜΟΡΦΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΛΑΘΟΣ

Η εξέλιξη είναι δυνατή χάρη στην πολυμορφία και στο λάθος. Αν όλα τα άτομα ενός είδους ήταν πανομοιότυπα και οι απόγονοί τους ακριβή τους αντίγραφα δεν θα υπήρχε το υλικό για να δράσουν οι μηχανισμοί της εξέλιξης. Αν το περιβάλλον ήταν ευνοϊκό όλα θα άφηναν παρόμοιους αριθμούς απογόνων, ενώ σε περίπτωση αντίξοων συνθηκών όλα θα εξαφανίζονταν. Ο εγγενής τρόπος αναπαραγωγής, η ύπαρξη δηλαδή φύλων και η σεξουαλική δραστηριότητα, είναι ένας σπάταλος τρόπος για την «διαιώνιση του είδους». Ο λόγος που επικράτησε είναι ακριβώς επειδή επιτρέπει το δίπολο «πολυμορφία-λάθος». Η ιδέα αυτή, τα παραδείγματα και η σχετική συζήτηση από τον Λευτέρη Ζούρο είναι εξαιρετικά χρήσιμη και για την ανθρώπινη κοινωνία, ιδιαίτερα όταν εμφανίζονται και διαδίδονται ιδέες για φυλετική ανωτερότητα, ή ακόμη για τη μοναδικότητα της «ορθής άποψης».

Το θέμα του αλτρουισμού έχει συζητηθεί πολύ στην Εξελικτική Βιολογία εδώ και δεκαετίες. Αρχικά φαίνεται παράδοξο το ότι ένας οργανισμός επιλέγει να «θυσιαστεί» για να σώσει μέρος του πληθυσμού από κάποιον κίνδυνο. Ο θάνατος του αλτρουιστή εξαλείφει τα γονίδιά του από τον πληθυσμό και, επομένως, αναμένεται να εξαφανίσει και την συμπεριφορά αυτή, τουλάχιστον στο βαθμό που είναι ενστικτώδης και γονιδιακά καθορισμένη. Ο Λευτέρης Ζούρος χρησιμοποιεί ως παραδείγματα μια σειρά από ζωικούς οργανισμούς, εξηγώντας πώς η συμπεριφορά τους ερμηνεύεται από άμεσες ή έμμεσες στρατηγικές προστασίας των απογόνων. Με άλλα λόγια, μπορεί κανείς να φθάσει στον αλτρουισμό από… εγωιστικά κίνητρα. Ενδιαφέρον συμπέρασμα για μια κοινωνία όπου ο εγωισμός οδηγεί σε μαζική υιοθέτηση αντικοινωνικών συμπεριφορών με αποτέλεσμα μεγάλες ζημιές για όλους.

 

ΗΘΙΚΗ ΧΩΡΙΣ ΘΕΟ

Ένα βασικό ερώτημα που θέτει ο Λευτέρης Ζούρος είναι αν μπορεί να υπάρξει μια «Ηθική χωρίς Θεό», αν δηλαδή μπορούν να υπάρξουν κανόνες ανθρώπινης συμπεριφοράς που να βασίζονται στην γνώση και όχι στην αποκάλυψη. Αν δηλαδή μπορούμε να συνθέσουμε ένα δικό μας κώδικα συνύπαρξης, χωρίς να χρειαστεί ένας Μωυσής ή ένας Μωάμεθ που θα μεσολαβήσει μεταξύ του θεού και του πλήθους των πιστών. Η εντύπωση που αποκόμισα είναι πως οφείλουμε στους εαυτούς μας και στους απογόνους μας την υιοθέτηση μιας τέτοιας «ηθικής», βασισμένης στην αμοιβαιότητα και τον ορθολογισμό. Το αν είναι εύκολο κάτι τέτοιο μπορεί να το κρίνει κανείς από ό,τι βλέπει γύρω του.

Ο Λευτέρης Ζούρος δεν είναι συνηθισμένη περίπτωση έλληνα διανοούμενου. Έζησε πολλά χρόνια εκτός Ελλάδας, δεν ανακατεύτηκε με το κομματικό κράτος (σε μια περίπτωση μάλιστα το πλήρωσε αυτό) και διαμόρφωσε την προσωπική του αντίληψη για τα πράγματα από τη σχέση του με την επιστήμη (έχοντας μάλιστα δύο εξαιρετικούς δασκάλους), από τις σχέσεις στο ακαδημαϊκό περιβάλλον και από τη ζωή του ως πολίτης δύο διαφορετικών χωρών. Έτσι, ο λόγος του δεν είναι αυτός που θα περίμενε κανείς. Δεν χρησιμοποιεί τον ξύλινο λόγο, γιατί δεν κατάφερε να τον μάθει τόσα χρόνια, αλλά ένα δικό του μείγμα εκφράσεων και συλλογισμών που δεν συμπορεύεται πάντα με την «πολιτική ορθοδοξία». Σε πολλά σημεία, ο καλόπιστος αναγνώστης, που είναι όμως εθισμένος στον πολιτικό - επιστημονικό λόγο της ελληνικής διανόησης, βλέπει επιχειρήματα ή δηλώσεις που του ξυπνούν τη διάθεση να ξεμπερδέψει με τον Λευτέρη Ζούρο κολλώντας του την ετικέτα του «αφελούς επιστημονισμού». Όμως, τις περισσότερες φορές, στην επόμενη παράγραφο, ο Λευτέρης Ζούρος επανέρχεται με μια εξήγηση για το επιχείρημά του, που κάνει τον αναγνώστη να μετανιώσει για τη βιασύνη του. Άσε που στο κεφάλαιο 22 σου δίνει μια οκτασέλιδη εξήγηση με τον τίτλο «Αφελής επιστημονισμός ή περί του δικαιώματος του φιλοσοφείν» η οποία σίγουρα έχει το ενδιαφέρον της.

Ο κάθε αναγνώστης αποκτά δική του άποψη για ένα έργο. Μπορώ να πω ότι πολλά από τα κεφάλαια είναι εξαιρετικά καλογραμμένα με επιχειρηματολογία στέρεη σαν μαθηματική απόδειξη. Αλλού ο συγγραφέας αφήνεται να παρασυρθεί από τη διαίσθησή του σε επιχειρηματολογία όχι πάντα πειστική (π.χ. το κεφάλαιο περί ομορφιάς), μολονότι ενδιαφέρουσα.

Ναι, τελικά είναι ένα βιβλίο που χαίρομαι πολύ επειδή το διάβασα και μερικά κεφάλαιά του θα ήθελα πολύ να τα είχα γράψει.

 

 

Γιάννης Καρακάσης. Βιολόγος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κρήτης με γνωστικό αντικείμενο τη Θαλάσσια Οικολογία. Συγγραφέας 90 περίπου πρωτότυπων εργασιών σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά και 10άδων ανακοινώσεων σε επιστημονικά συνέδρια. Μέλος της συντακτικής επιτροπής τριών επιστημονικών περιοδικών και πολλών διεθνών ομάδων εργασίας για το θαλάσσιο περιβάλλον.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά