Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2015

Ο μόρτ’ς, ο μούτους, τον Γινάρ

Κατηγορία Γλώσσα
Γράφτηκε από  Σταμάτης Μπέης Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 56 Κριτικές Γλώσσα
Αρχές του 20ού αιώνα. Βλάχοι με την παραδοσιακή φορεσιά φωτογραφίζονται, σε γιορτή, στη Σαμαρίνα. Το τοπωνύμιο Σαμαρίνα είναι μια εξέλιξη της λατινικής μορφής Sancta Maria «Αγία Μαρία» μέσω της βλαχικής  Sta Maria.  Αρχές του 20ού αιώνα. Βλάχοι με την παραδοσιακή φορεσιά φωτογραφίζονται, σε γιορτή, στη Σαμαρίνα. Το τοπωνύμιο Σαμαρίνα είναι μια εξέλιξη της λατινικής μορφής Sancta Maria «Αγία Μαρία» μέσω της βλαχικής Sta Maria. Ιδιωτική Συλλογή

Xρήστος Παπαρίζος, Οι Νεολατινικές Γλώσσες στις Ελληνικές Διαλέκτους. Το ιδίωμα του Γράμμου. Λεξιλόγιο, Γρηγόρη, Αθήνα 2014, 384 σελ.

Το βιβλίο αυτό έρχεται να απαντήσει σ’ ένα μύθο αρκετά διαδεδομένο σχετικά με την επίδραση της λατινικής γλώσσας και των γλωσσών που προήλθαν απ’ αυτή στις τοπικές διαλεκτούς της νεοελληνικής γλώσσας.

Η λατινική επίδραση δεν περιορίζεται όμως στις λέξεις-δάνεια που προέρχονται από την ιταλική γλώσσα και ειδικότερα από τη βενετική διάλεκτο στα ιδιώματα των περιοχών που γνώρισαν την βενετική κατάκτηση (Ιόνια Νησιά, Κυκλάδες, Κρήτη), αλλά επεκτείνεται στο σύνολο  σχεδόν των ιδιωμάτων της ελληνικής επικράτειας, και αυτό για ιστορικούς λόγους, διαφορετικούς στην κάθε περιοχή. Έχει άλλωστε ελάχιστα μελετηθεί η επίδραση  της ομιλούμενης λατινικής και των ρομανικών γλωσσών στην ομιλούμενη ελληνική της ελληνικής ηπειρωτικής υπαίθρου, παρά τη μακρόχρονη λατινική κατοχή του μεγαλύτερου μέρους της Ελλάδας σε διαφορετικές  φάσεις της ιστορίας (Ρωμαϊκή εποχή, Φραγκοκρατία).

Αυτό ακριβώς το κενό γνώσης προσπαθεί να καλύψει αυτή η μελέτη της οποίας οι λέξεις-λήμματα επιλέχθηκαν με στόχο να αναδειχθεί σε γενικές γραμμές το «εύρος» (δηλ. το πλήθος των λατινογενών λέξεων-δανείων) και, ώς ένα σημείο, το «βάθος» (η δυνατότητα σχηματισμού ελληνικών παράγωγων-σύνθετων των λατινο-ρομανικών λέξεων),  της επίδρασης της λατινικής και των ρομανικών γλωσσών στο λεξιλόγιο του συνόλου της νεοελληνικής γλώσσας. Γι’ αυτό και παρουσιάζονται κοινές λέξεις του ιδιώματος και της Κοινής Νεοελληνικής, καθώς και η εξάπλωση της χρήσης κάθε νεολατινικής λέξης-δανείου στα υπόλοιπα νεοελληνικά ιδιώματα. Για παράδειγμα, η ελάχιστη ενδεικτική διασπορά της λέξης: μούτους  «βουβός»  περιλαμβάνει τα Ιωάννινα, το Βόιο, την Κοζάνη, την Ημαθία, την Πιερία, τον Όλυμπο, το  Πήλιο, τα Τρίκαλα, τα Άγραφα και την Ακαρνανία.

Όμως για να επιτύχει το στόχο αυτό με όρους επιστημονικά αποδεκτούς, ο συγγραφέας επιλέγει να χρησιμοποιήσει τη μελέτη των δάνειων λέξεων που προέρχονται από τις νεοελληνικές γλώσσες σ’ ένα συγκεκριμένοιδίωμα, το ιδίωμα του Γράμμου, εξετάζοντάς το ως αντιπροσωπευτική περίπτωση (case-study)  των ποικιλιών της καθομιλούμενης νεοελληνικής. Πρόκειται για βόρειο νεοελληνικό ιδίωμα που ομιλείται σε μια περιοχή του όρους Γράμμος στον νομό Καστοριάς στη Βορειοδυτική Ελλάδα, στα Γραμμοχώρια: Πεύκο, Γλυκονέρι, Περιστέρι, Κοτύλη, Λάγκα, Βράχος, Πευκόφυτο, Χρυσή, Κυψέλη, Επταχώρι και Ζούζουλη. Κατέχουν την ανατολική πλευρά του ορεινού συγκροτήματος του Γράμμου στο βορειότερο άκρο της οροσειράς της Πίνδου, στο πλέον απομακρθυσμένο από τη θάλασσα σημείο και από τα απομονωμένα της ηπειρωτικής Ελλάδας. Το ιδίωμα αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί χαρακτηριστικό της μεγάλης κατηγορίας των νεοελληνικών ιδιωμάτων που δεν ήρθαν σε άμεση επαφή με την ιταλική γλώσσα (νεολατινική γλώσσα που έδωσε τα περισσότερα δάνεια στην επίσημη νεοελληνική γλώσσα και τις ποικιλίες της), σε αντίθεση με τα ιδιώματα των Ιονίων Νησιών.

Οι λατινο-ρομανικές λέξεις πιθανόν να αποτελούν τη μεγαλύτερη ομάδα δανείων στο λεξιλόγιο του ιδιώματος, στο οποίο η επίδραση όμως από την ιταλική, λατινική, βλαχική και άλλεςνεολατινικές γλώσσες είναι σημαντική και ίσως ισχυρότερη απ’ ό,τι στο λεξιλόγιο των γειτονικών του ελληνικών ιδιωμάτων. Αυτό εξηγείται διότι η γεωγραφική θέση της περιοχής, όπου ομιλείται το ιδίωμα, απετέλεσε ιστορικό πέρασμα αλλά και μόνιμη εγκατάσταση λατινόφωνων Βλάχων που είχαν επιρροή στους περιοίκους λόγω της οικονομικής και πολιτιστικής τους ισχύος.

Τα ιστορικά και γεωγραφικά δεδομένα που παρατίθενται στο πρώτο μέρος δείχνουν ότι το εξεταζόμενο ιδίωμα συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις διερεύνησης της λατινικής επίδρασης στο σύνολο της ελληνικής γλώσσας. Η φωνολογική και μορφολογική ανάλυση που ακολουθεί είναι ίσως η πληρέστερη επιστημονικά περιγραφή του ιδιώματος του Γράμμου. Στη συνέχεια, στο κύριο μέρος του έργου, παρουσιάζονται με αλφαβητική σειρά οι λατινο-ρομανικές λέξεις του ιδιώματος, η γεωγραφική  τους εξάπλωση, η μορφή που έχουν σε άλλες ρομανικές γλώσσες, οι διαφορετικές  χρήσεις και η προέλευσή τους. Έμφαση δίνεται στο δυναμισμό του τομέα της παραγωγής-σύνθεσης, στα ελληνικά παράγωγα σύνθετα δηλαδή που αποτυπώνουν την ιδιαίτερη δυναμική των λατινο-ρομανικών λέξεων σε ελληνικό γλωσσικό περιβάλλον.

 

ΕΤΥΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ

Ο συγγραφέας ακολουθεί με αυστηρότητα, χωρίς παρέκκλιση, τους κανόνες της επιστημονικής μεθοδολογίας της σύγχρονης διαλεκτολογίας και λεξικογραφίας. Το υλικό του είναι άρτια οργανωμένο και δομημένο. Παρουσιάζει την ακριβή προφορά των λέξεων που περιλαμβάνει η λίστα των λατινογενών λέξεων (π.χ.: μούτους και όχι μούτος, Γινάρ’ς και όχι Γενάρης) και τη φωνητική μεταγραφή με σύμβολα του Διεθνούς Φωνητικού Αλφαβήτου. Είναι ιδιαίτερα προσεκτικός με την ετυμολογία των λέξεων, αποφεύγοντας το ολισθηρό μονοπάτι της εύκολης ετυμολόγησης, και δεν διστάζει να προτείνει δύο ή περισσότερες θεωρίες ετυμολογίας σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Η ετυμολογική διαδρομή και η περιγραφή των μεταβολών της μορφής μιας λέξης-δανείου από τη λατινική στις ρομανικές γλώσσες ή/και στη μεσαιωνική ελληνική και από εκεί στο ιδίωμα του Γράμμου παρουσιάζεται με κάθε δυνατή σαφήνεια ώστε ο αναγνώστης να είναι σε θέση να παρακολουθήσει τα στάδια της εξέλιξης.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον αναγνώστη έχει η ετυμολογία μεγάλου αριθμού λέξεων του ιδιώματος που εμφανίζονται και στην Κοινή Νέα Ελληνική. Δεν είναι τυχαίο ότι το στοιχείο της έκπληξης είναι κυρίαρχο σε αυτό το βιβλίο. Έτσι ανακαλύπτουμε ότι η λέξη: μόρτ’ς  «μόρτης», σύμφωνα με το συγγραφέα, προέρχεται τελικά από την αιτιατική: mortem της λατινικής λέξης: mors«θάνατος» μέσω της ιταλικής γλώσσας και χρησιμοποιήθηκε αρχικά από αυτούς που ανέλαβαν την αποκομιδή των νεκρών από τη χολέρα του 1854 στον Πειραιά, αψηφώντας τη θανάσιμη μετάδοση της αρρώστειας. Έτσι λοιπόν μαθαίνει κανείς ότι η λέξη κουμπάρους «κουμπάρος» προήλθε από της βενετική λέξη compareμε την ίδια σημασία,η οποία είναι εξέλιξη της λατινικής λέξηςcompater(= συν + πατέρας) και ότι η λέξη σκαρπίν «σκαρπίνι» δεν είναι πρόσφατη λέξη-δάνειο, αλλά προϋπάρχει η μεσαιωνική ελληνική λέξη σκαρπίνι και ότι το τοπωνύμιο Σαμαρίνα είναι μια εξέλιξη της λατινικής μορφής Sancta Maria «Αγία Μαρία» μέσω της βλαχικής  StaMaria.  

Μια αβίαστη διαπίστωση προκύπτει από την προσεκτική ανάγνωση των «Νεολατινικών Γλωσσών στις Ελληνικές Διαλέκτους»: Oι άνθρωποι, κατά τη διάρκεια της ιστορίας, αλλάζουν γλώσσες, είτε υιοθετούν τη γλώσσα του πιο ισχυρού είτε διαφοροποιούν ριζικά τη γλώσσα προέλευσης σε βαθμό που αυτή να μην αναγνωρίζεται. Tο σημερινό γλωσσολογικό τοπίο είναι αντανάκλαση της ιστορίας των λαών που το έχουν σχηματίσει. Έτσι λοιπόν οι γλώσσες της Eυρώπης παρουσιάζονται σε σχέση τόσο με τους πληθυσμούς που τις μιλούν ή τις μιλούσαν, όσο και με τους χώρους όπου αναπτύχθηκαν. H ιστορία και η γεωγραφία των γλωσσών φωτίζουν η μια την άλλη. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να τοποθετηθεί και αυτό το βιβλίο που φωτίζει τη λατινική παρουσία και κατ’ επέκταση τη λατινική επίδραση στην Ελλάδα μέσα από την περιπέτεια των λέξεων.

 

 

Σταμάτης Μπέης. Γλωσσολόγος, ερευνητής στο Κέντρο Ερευνών Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων της Ακαδημίας Αθηνών.

 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά