Σάββατο, 01 Φεβρουαρίου 2014

Ένας αριστοτέχνης της μαγικής φαντασίας

Κατηγορία Κριτικές
Γράφτηκε από  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 40
Ο Αλεξάντερ Γκριν (1880-1932). Αρχείο The Books' Journal Ο Αλεξάντερ Γκριν (1880-1932). Αρχείο The Books' Journal

Aleksandr Grin, Τα πορφυρά πανιά, μετάφραση από τα ρωσικά: Ιοκάστη Καμμένου, επίμετρο: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, Κίχλη, Αθήνα 2013, 208 σελ.

Απ’ τις ωραίες εκδόσεις της Κίχλης κυκλοφόρησε πρόσφατα το αριστούργημα του Αλεξάντρ Γκριν Τα πορφυρά πανιά, σε μετάφραση της Ιοκάστης Καμμένου και με επίμετρο της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου. Ο Αλεξάντρ Γκριν (1880-1932) ήταν σπουδαίος μοντερνιστής συγγραφέας, μια εμβληματική μορφή της ρωσικής πρωτοπορίας, που έγραψε μυθιστορήματα, νουβέλες και διηγήματα. Στα ελληνικά κυκλοφορεί και η νουβέλα του Ο κυνηγός των αρουραίων, σε μετάφραση Γιώργου Τσακνιά (Στιγμή 1995).

Τα Πορφυρά πανιά, ένα απ’ τα καλύτερα έργα του Γκριν, είναι μια φανταστική νουβέλα, ένα παραμύθι. Πρόκειται για την ιστορία της Ασσόλ και του Γκρέυ. Η Ασσόλ, κόρη του ναύτη Λόνγκρεν, ζει κοντά στο χωριό Καπέρνα. Ο Λόνγκρεν εγκατέλειψε τη ζωή του ναυτικού, όταν πέθανε η γυναίκα του, για να αφοσιωθεί στη μικρή κόρη του. Φτιάχνει παιχνίδια και τα πουλά στην κοντινή πόλη Λις. Όταν η Ασσόλ θα μεγαλώσει λίγο, θ’ αρχίσει να πηγαίνει η ίδια τις παραγγελίες στο Λις. Μια φορά, καθώς πηγαίνει στην πόλη, θα σταματήσει μέσα στο πυκνό δάσος, δίπλα σ’ ένα ποταμάκι. Ρίχνει μια ματιά στα παιχνίδια και εντυπωσιάζεται από ένα μικρό ιστιοφόρο με πορφυρά πανιά, που μόλις είχε κατασκευάσει ο πατέρας της. Το βάζει στο νερό, και αυτό, παρασυρμένο απ’ το ρεύμα, θα οδηγήσει την Ασσόλ βαθιά στο δάσος και τελικά στη θάλασσα. Εκεί θα συναντήσει τον παραμυθά Εγκλ. Αυτός θα της προφητέψει ότι μετά από χρόνια θα έρθει ένας πρίγκιπας μ’ ένα μεγάλο πλοίο με πορφυρά πανιά και θα πάρει την Ασσόλ μαζί του στο βασίλειό του. Ο πρίγκιπας δεν είναι άλλος απ’ τον Αρθούρο Γκρέυ, ένα πλουσιόπαιδο που θα εγκαταλείψει τους δικούς του για να γίνει ναυτικός. Αυτός θα φτάσει κάποτε, σ’ ένα απ’ τα ταξίδια του, στην Καπέρνα και θα γνωρίσει την Ασσόλ. Θα την ερωτευτεί και θα βάλει στόχο του να κάνει πραγματικότητα την προφητεία του Εγκλ.

ΕΝΤΕΧΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Τα Πορφυρά πανιά ανήκουν στη μακρά παράδοση του έντεχνου παραμυθιού, που διαφέρει απ’ το παραδοσιακό λαϊκό παραμύθι. Το έντεχνο παραμύθι, όπως το ξέρουμε σήμερα, εμφανίστηκε με τους ρομαντικούς, οι οποίοι μάλιστα έθεσαν στόχο τους τη δημιουργία ενός υπερπαραμυθιού που θα μπορεί να λυτρώσει τον κόσμο. Το εναρκτήριο λάκτισμα για τη συγγραφή έντεχνων παραμυθιών το έδωσε, όπως και σε τόσα άλλα, ο Γκαίτε με το Παραμύθι (1795). Θα τον ακολουθήσουν ο Λούντβιχ Τηκ με τον Ξανθό Έκμπερτ (1797) και ο Νοβάλις με τον Χάινριχ φον Οφτερντίνγκεν (1798), και τη σκυτάλη θα πάρουν πολλοί άλλοι ρομαντικοί, όπως ο Φουκέ με την Ουντίνε (1811), ο Ε. Τ. Α. Χόφμαν με το Χρυσό δοχείο (1814), ο Σαμίσο με την Αλλόκοτη ιστορία του Πέτερ Σλέμιλ (1814) ή ο Μπρεντάνο με την Ιστορία του γενναίου Κάσπερλ και της όμορφης Άννερλ (1817).

Οι ρομαντικοί ήταν αυτοί που έδωσαν στο νεότερο παραμύθι τη φυσιογνωμία του. Αυτό το έντεχνο νεωτερικό παραμύθι διαφέρει, όπως είπαμε, ουσιαστικά απ’ το παλιό λαϊκό παραμύθι. Αφηγείται, όπως κι εκείνο, μαγικά και υπερφυσικά γεγονότα, αλλά δεν είναι πια μια ανώνυμη ιστορία με απλή δομή· τώρα το παραμύθι είναι μια συνθετότερη προσωπική δημιουργία. Η σημαντικότερη όμως διαφορά μεταξύ των δύο ειδών έχει να κάνει με το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννήθηκαν. Το λαϊκό παραμύθι γεννήθηκε μέσα στον μαγεμένο προνεωτερικό κόσμο. Μπορεί τα θαυμαστά γεγονότα που αφηγούνταν στο ακροατήριό του ο προνεωτερικός παραμυθάς να ήταν παράδοξα και ασυνήθιστα, αλλά δεν ήταν γεγονότα που δεν μπορούσαν να συμβούν, δεν ήταν μη πραγματικά γεγονότα. Αντίθετα, το έντεχνο παραμύθι περιέχει μαγικά και φανταστικά, δηλαδή μη πραγματικά γεγονότα. Τα συμβάντα που αφηγείται στο κοινό του ο νεότερος συγγραφέας είναι απίθανο να συμβούν, είναι πλάσματα της φαντασίας. Γιατί μεσολάβησε, στο μεταξύ, μια τεράστια αλλαγή: αυτό που ο Σίλλερ και ο Βέμπερ ονόμασαν απομάγευση (Entzauberung) του κόσμου, δηλαδή ο πλήρης εξορθολογισμός κι η εκλογίκευσή του. Ο προνεωτερικός κόσμος ήταν μαγεμένος, ένας μυστηριώδης κι ανεξερεύνητος ακόμα κόσμος, στον οποίο όλα μπορούσαν να συμβούν. Αντίθετα, ο νεωτερικός κόσμος είναι ξεμαγεμένος, είναι γνωστός στις λεπτομέρειές του, έχει χαρτογραφηθεί πλήρως και δύσκολα μπορεί να μας εκπλήξει.

Το ρομαντικό κίνημα γεννήθηκε ακριβώς ως αντίδραση στην απομάγευση του κόσμου. Στόχος των ρομαντικών ήταν η επαναμάγευσή του· ήθελαν να βρουν ξανά μέσα σ’ αυτόν τη μαγεία και το θαύμα. Και για να το πετύχουν, ακολούθησαν δυο δρόμους: αφ' ενός στράφηκαν στις λαϊκές πηγές της λογοτεχνίας και στις μεσαιωνικές παραδόσεις, αφ' ετέρου καλλιέργησαν τη φαντασία. Λέγοντας ότι στράφηκαν στις λαϊκές πηγές του παραμυθιού, εννοούμε ότι συγκέντρωσαν και εξέδωσαν τα λαϊκά παραμύθια, και πάτησαν πάνω τους για να δημιουργήσουν το έντεχνο παραμύθι. Ήταν όμως αναγκασμένοι να προσφύγουν στη φαντασία. Το παραμυθικό στοιχείο συνυφαίνεται στο έργο τους ποικιλοτρόπως με το πραγματικό. Το νέο παραμύθι δεν έχει την αφέλεια του παλιού, όπου ο κόσμος ήταν πλήρως μαγεμένος. Ο νέος παραμυθάς μιλάει σε ανθρώπους που ζουν στον ξεμαγεμένο κόσμο στον οποίο ζούμε κι εμείς. Οι αναγνώστες του δεν είναι αφελείς δεισιδαίμονες, αλλά παιδιά της επιστημονικής εποχής. Γι’ αυτό το λόγο, ο νέος παραμυθάς πρέπει να χρησιμοποιήσει πολυπλοκότερες μεθόδους απ’ τον πρόγονό του. Απευθύνεται σ’ ένα πολύ δυσκολότερο κοινό και έχει να επιτελέσει ένα πολύ δυσκολότερο έργο: πρέπει να ξαναμαγέψει τον κόσμο.

Ας σημειωθεί εδώ ότι οι ρομαντικοί έδωσαν άλλο ένα χαρακτηριστικό στο έντεχνο παραμύθι: το εμπλούτισαν με στοιχεία του μύθου, στοιχεία που δεν είχε το λαϊκό παραμύθι. Όπως έχει δείξει ο Μπρούνο Μπέτελχαϊμ στη Γοητεία των παραμυθιών, τα δύο είδη διαφέρουν μεταξύ τους. Παρότι συναντούμε και στα δύο θαυμαστά γεγονότα, στο μύθο παρουσιάζονται ως ασυνήθιστα και μεγαλειώδη, ως γεγονότα που δε θα μπορούσαν να συμβούν σε κάποιον κοινό θνητό. Αντίθετα, στο παραμύθι, όσο ασυνήθιστα και θαυμαστά κι αν είναι αυτά που συμβαίνουν, παρουσιάζονται πάντα σαν να μπορούν να συμβούν στον οποιονδήποτε. Ο ακροατής του παραμυθιού μπορεί να ταυτιστεί με τους ήρωες, μπορεί να αισθανθεί κι ο ίδιος μέρος της ιστορίας. Επίσης, ο μύθος είναι απαισιόδοξος, το τέλος του είναι συνήθως τραγικό· αντίθετα, το παραμύθι είναι αισιόδοξο και το τέλος του ευτυχισμένο.1

Το έντεχνο παραμύθι που δημιούργησαν οι ρομαντικοί, με την οργιώδη φαντασία του, άσκησε μεγάλη γοητεία. Σε όλη τη διάρκεια του δέκατου ένατου αιώνα, γράφονταν όλο και περισσότερα παραμύθια, ακόμα και κατά την περίοδο της κυριαρχίας του ρεαλισμού: Παραμύθια για παιδιά (1835-1837) του Άντερσεν, Μια χριστουγεννιάτικη ιστορία (1843) του Ντίκενς, Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων (1865) του Λιούις Κάρολ, Οι περιπέτειες του Πινόκιο (1883) του Κάρλο Κολλόντι. Και ακόμη μεγαλύτερη άνθιση θα γνωρίσει το παραμύθι με την έλευση του μοντερνισμού. Οι αισθητιστές και νεορομαντικοί μοντερνιστές θα ακολουθήσουν το παράδειγμα των ρομαντικών, θα χρησιμοποιήσουν κι αυτοί το παραμύθι ως ανάχωμα στην απομάγευση του κόσμου. Στα τέλη του δέκατου ένατου και στις αρχές του εικοστού αιώνα, έχουμε τη συγγραφή πληθώρας έντεχνων παραμυθιών: Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας και άλλες ιστορίες (1888) του Γουάιλντ, Ο μάγος του Οζ (1900) του Φρανκ Μπάουμ, Πήτερ Παν (1904) του Μπάρρι, και στη δική μας λογοτεχνία τα Παραμύθια και άλλα (1915) της Πηνελόπης Δέλτα. Σε αυτό το νεορομαντικό ρεύμα ανήκει και ο Γκριν με τα Πορφυρά πανιά.

Η ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Με την έλευση του μοντερνισμού, δε θα ανθίσει μόνο το παραμύθι, αλλά όλα τα λογοτεχνικά είδη της φαντασίας. Η ρομαντική φαντασία φαίνεται να επιστρέφει δριμύτερη. Συγκεκριμένα, μπορούμε να διακρίνουμε τρεις λογοτεχνικές τάσεις της φαντασίας, που θα αποκρυσταλλώσουν στις αρχές του εικοστού αιώνα τα χαρακτηριστικά τους και θα συνεχίσουν να αναπτύσσονται μέχρι σήμερα: τη λογοτεχνία του φανταστικού, την επιστημονική φαντασία και το έντεχνο παραμύθι. Κοινό στοιχείο τους είναι η εξέχουσα σημασία της φαντασίας. Και στα τρία είδη, διαβάζουμε για φανταστικούς τόπους, για φανταστικά όντα και για φανταστικές καταστάσεις, για προϊόντα της επινόησης δηλαδή και όχι της παρατήρησης. Δεν πρόκειται για πράγματα τα οποία υπάρχουν στον πραγματικό κόσμο που μας περιβάλλει αλλά για δημιουργήματα της συγγραφικής φαντασίας. Συχνά μάλιστα ο συγγραφέας αφήνει αχαλίνωτη τη φαντασία του και δημιουργεί τερατώδεις συλλήψεις, που δεν έχουν καμία σχέση με ό,τι συναντούμε στον πραγματικό κόσμο. Αυτή η θεμελιώδης σημασία της φαντασίας γι’ αυτά τα λογοτεχνικά είδη οφείλεται βέβαια στον ρομαντισμό. Ο ρομαντισμός ήταν αυτός που επέβαλε τη φαντασία ως πηγή  της δημιουργίας.

Υπάρχει όμως ουσιαστική διαφορά μεταξύ των τριών αυτών ειδών όσον αφορά τη σχέση του αφηγημένου χρόνου με τον ιστορικό χρόνο. Στη λογοτεχνία του φανταστικού, έχουμε μια κίνηση προς το παρελθόν.2 Το σκηνικό της αφήγησης είναι τοποθετημένο στο παρελθόν. Ο συγγραφέας νοσταλγεί, και μάλιστα νοσταλγεί ένα συγκεκριμένο παρελθόν και μια συγκεκριμένη κοινωνική τάξη, τη μεσαιωνική φεουδαρχία. Θα μπορούσαμε συνεπώς να κάνουμε λόγο για μια νοσταλγική φαντασία. Στην επιστημονική φαντασία, έχουμε μια κίνηση προς το μέλλον. Το σκηνικό της αφήγησης είναι τοποθετημένο στο μέλλον. Ο συγγραφέας προφητεύει, κατά κάποιον τρόπο, αυτά που θα συμβούν. Πρόκειται για μια φουτουριστική φαντασία, που μπορεί να είναι ουτοπική ή δυστοπική. Στο έντεχνο παραμύθι όμως, ο αφηγημένος χρόνος υψώνεται κάθετα από ένα διαρκές παρόν. Το σκηνικό της αφήγησης είναι τοποθετημένο στο παρόν, αλλά σ’ έναν απροσδιόριστο, αχαρτογράφητο τόπο. Ο συγγραφέας μεταμορφώνει το παρόν, ανακαλύπτει μέσα του τη μαγεία και το θαύμα. Θα μπορούσαμε να ονομάσουμε αυτό το είδος φαντασίας μαγική φαντασία.

Υπάρχουν λοιπόν τρία διαφορετικά είδη φαντασίας, τρεις φανταστικοί χρονότοποι: ο νοσταλγικός, ο φουτουριστικός και ο μαγικός. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτοί οι τρεις χρονότοποι συνιστούν τρεις διαφορετικές στρατηγικές του ρομαντικού ανθρώπου για να ξαναμαγέψει τον απομαγεμένο κόσμο του Διαφωτισμού. Ο συγγραφέας της φανταστικής λογοτεχνίας αναζητά τον τόπο της μαγείας σε μια φανταστική χώρα που βρίσκεται χρονικά στο μεσαιωνικό παρελθόν. Μας προτείνει, κατά κάποιον τρόπο, την επιστροφή στον Μεσαίωνα. Ο συγγραφέας της επιστημονικής φαντασίας αναζητά τη μαγεία στο μέλλον, στην επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο, στην εξερεύνηση του διαστήματος. Μας προφητεύει μια ελευσόμενη ουτοπική κοινωνία. Ο συγγραφέας του έντεχνου παραμυθιού όμως αναζητά τον τόπο της μαγείας στην ανθρώπινη καρδιά. Η μαγεία είναι η αγάπη και εξαρτάται από εμάς τους ίδιους αν θα την ανακαλύψουμε και θα τη χρησιμοποιήσουμε.

Για τον Γκριν, όπως και για όλους τους εμπνευσμένους δημιουργούς παραμυθιών της νεότερης εποχής, η μαγεία δεν βρίσκεται στη νοσταλγία του παρελθόντος, του μαγεμένου κήπου απ’ τον οποίο διωχτήκαμε οριστικά, ούτε στην προσδοκία ενός ουτοπικού μέλλοντος. Ο τόπος της παραμυθικής μαγείας μπορεί να είναι φανταστικός, σαν την Γκρινλάντια του Γκριν, αλλά ο χρόνος της είναι το κάθε φορά «εδώ και τώρα». Τη μαγεία του παραμυθιού πρέπει να την αναζητήσουμε σε αυτόν τον άλλο κόσμο που υπάρχει μέσα σε αυτόν που μας περιβάλλει και ζει μαζί του αθέατα.

Η ιδιαίτερη αξία των Πορφυρών πανιών έγκειται στο ότι, εδώ, ο Γκριν καθαίρει το παραμύθι απ’ τα στοιχεία του μύθου. Οι ήρωες του παραμυθιού, ο Λόνγκρεν, η Ασσόλ, ο Γκρέυ, η αριστοκρατική οικογένειά του, το πλήρωμα του πλοίου του, παρουσιάζονται όλοι ως καθημερινοί, συνηθισμένοι άνθρωποι. Η μαγεία και το θαύμα είναι πράγματα που γίνονται κάθε μέρα και είναι στο χέρι μας να τα κάνουμε πραγματικότητα:

[…] τα λεγόμενα θαύματα πρέπει εμείς οι ίδιοι να τα πραγματοποιούμε. […] Όμως υπάρχουν κι άλλα, το ίδιο μεγαλειώδη θαύματα: ένα χαμόγελο, η ευθυμία, η συγχώρεση και… πού και πού μια σωστή κουβέντα. Όποιος τα έχει αυτά τα έχει όλα. (Τα πορφυρά πανιά, σελ. 140)

Ο Γκριν ξαναδίνει στο έντεχνο παραμύθι τα κατ' εξοχήν γνωρίσματα του λαϊκού παραμυθιού: την αισιόδοξη στάση απέναντι στη ζωή και τη δυνατότητα ταύτισης με τους ήρωες, τη δυνατότητα να γίνεις κι εσύ μέρος της ιστορίας. Ταυτόχρονα όμως διατηρεί τη μεγάλη ανακάλυψη των ρομαντικών, τη φαντασία. Το παραμύθι του Γκριν είναι ένα πραγματικό παραμύθι, που δημιουργείται με τη δύναμη της φαντασίας. Έτσι, ο Γκριν κατορθώνει να φανερώσει τον ουσιαστικό πυρήνα του παραμυθιού, που δεν είναι άλλος απ’ την αγάπη, την πραγματική μαγεία, την πραγματική φαντασία. Το παραμύθι, απ’ την αρχαία εποχή του και μέχρι σήμερα, διδάσκει την αγάπη στις διάφορες μορφές της. Και ο Γκριν κατορθώνει να ξαναϋπηρετήσει αυτή την αρχαία αποστολή του παραμυθιού.

«Πες μου, γιατί δεν μας αγαπάνε;»

«Αχ, Ασσόλ, μήπως ξέρουν ν’ αγαπούν; Πρέπει να ξέρεις ν’ αγαπάς, κι αυτοί δεν μπορούν να το κάνουν», είπε ο Λόνγκρεν.

«Πώς είναι δηλαδή να ξέρουν;»

«Να, έτσι!»

Την έπαιρνε στην αγκαλιά του και τη φιλούσε δυνατά στα θλιμμένα της μάτια, που μισοκλείνανε με μια γλυκιά ευχαρίστηση. (Τα πορφυρά πανιά, σελ. 24)

1 Βλ. Μπρούνο Μπέτελχαϊμ, Η γοητεία των παραμυθιών. Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση, μετάφραση: Ελένη Αστερίου, Γλάρος, Αθήνα 1995, σσ. 56-57.

2 Με τη λογοτεχνία του φανταστικού (fantasy literature) εννοούμε εδώ κυρίως τα έργα αυτής της παράδοσης που ξεκινά με τον Άρχοντα των δαχτυλιδιών του Τόλκιν και το Χρονικό της Νάρνια του Λιούις και φτάνει μέχρι τον Χάρι Πότερ της Ρόουλινγκ και το Game of Thrones του Μάρτιν.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά