Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2015

Στη Μακεδονία των αρχών του 20ού αιώνα

Κατηγορία Κριτικές
Γράφτηκε από  Βίκυ Καραφουλίδου Δημοσιεύθηκε στο Κριτικές Ιστορία
Έλληνες επίστρατοι από την Αμερική, στους Βαλκανικούς Πολέμους, σε επιχρωματισμένη φωτογραφία. Έλληνες επίστρατοι από την Αμερική, στους Βαλκανικούς Πολέμους, σε επιχρωματισμένη φωτογραφία. Ιδιωτική συλλογή

Σπύρος Καράβας, Μυστικά και Παραμύθια από την ιστορία της Μακεδονίας, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2014, 490 σελ. [1]

 

 

Η ιστορία της Μακεδονίας, ακόμη και σήμερα, συνιστά ένα δύσβατο μονοπάτι του νεοελληνικού παρελθόντος που παραμένει γεμάτο από σκοτεινά σημεία, αποσιωπήσεις και ποικίλες υπεκφυγές. Μετά το «Μακάριοι οι κατέχοντες την γην». Γαιοκτητικοί σχεδιασμοί προς απαλλοτρίωση συνειδήσεων στη Μακεδονία 1880-1909 (Βιβλιόραμα, 2010), το καινούργιο βιβλίο του Σπύρου Καράβα επιχειρεί να ρίξει φως σε όσα συνέβησαν τον προηγούμενο αιώνα στην πολύπαθη αυτή περιοχή των Βαλκανίων και στους ανθρώπους της.  (αναδημοσίευση από το Books' Journal, τχ. 50, Δεκέμβριος 2014)

Τα Μυστικά και Παραμύθια από την ιστορία της Μακεδονίας, του Σπύρου Καράβα, συνιστούν το αποτέλεσμα εικοσαετούς ερευνητικής προσπάθειας και επίμονης ενασχόλησης του συγγραφέα με το μακεδονικό ζήτημα, καθώς συγκεντρώνει τα συναφή μελετήματα του, όσα αρχικά είχαν δημοσιευτεί σε επιστημονικά περιοδικά και εφημερίδες κατά το διάστημα 1998-2009. Το νήμα που συνδέει τις αυτόνομες αυτές εργασίες, πέρα από το ότι αναφέρονται όλες τους στα μακεδονικά τεκταινόμενα του 20ού αιώνα, μπορεί πρωτίστως να εντοπιστεί στην αντίληψη της ιστορίας, την οποία τα κείμενα αυτά υπηρετούν. Η εξαντλητική προσπέλαση και ο σεβασμός των πηγών είναι η βασικότερη προϋπόθεση, προκειμένου να κατανοηθούν τα γεγονότα και, ταυτόχρονα, να αποκαλυφθούν οι φαλκιδεύσεις, οι ιδεολογικές δηλαδή χρήσεις και οι πολιτικές καταχρήσεις της ιστορίας αναφορικά με όσα διαδραματίστηκαν πάνω στη μακεδονική γη.

Από αυτήν την άποψη, ο τίτλος του έργου είναι σίγουρα χαρακτηριστικός. Τα Μυστικά και τα Παραμύθια, μπορεί να ταιριάζουν στα παιδιά ή σε όσους αγαπούν τις παρήγορες αυταπάτες, αλλά καθόλου δεν αρμόζουν στους πολίτες μιας δημοκρατικής πολιτείας, οι οποίοι καλούνται να «ξεμάθουν» τις ανιστόρητες κοινοτοπίες και τα εύπεπτα ιδεολογήματα της κυρίαρχης αφήγησης για το Μακεδονικό, προκειμένου να οικειωθούν εκ νέου τη βαλκανική εμπειρία του 20ού αιώνα, δοσμένη μέσα στη συνθετότητα και τις αντιφάσεις της. Σε αυτό το ταξίδι ιστορικής και πολιτικής αυτογνωσίας, που αντιμάχεται το «αντεστραμμένο είδωλο της πραγματικότητας» ή, αλλιώς, «τον κόσμο τοποθετημένο ανάποδα» (σ. ιε΄), εκείνο που προέχει είναι το δικαίωμα στη γνώση του παρελθόντος, ως το αναγκαίο θεμέλιο μιας ηθικής και έλλογης συλλογικής συνείδησης. Και ως προς αυτό, εύγλωττες είναι οι παραπομπές –σωστότερα, οι οφειλές– του συγγραφέα σε εκείνους που εργάστηκαν για την ανανέωση της νεοελληνικής ιστοριογραφίας: στον Κ.Θ. Δημαρά, στον Φίλιππο Ηλιού, στον Σπύρο Ασδραχά και στον Άγγελο Ελεφάντη, προς τον οποίο και η αφιερωματική μνεία του έργου.

Με αυτές τις αναφορές, τις αξιωματικές παραδοχές και τις συντακτικές κατευθύνσεις, ανοίγοντας μέτωπο με κάθε ιστοριογραφία που θέλει τον εαυτό της δέσμιο παντοίων εθνικιστικών σκοπιμοτήτων, η θεώρηση του Καράβα αναγνωρίζει τα συστατικά στοιχεία του γενικότερου εθνικιστικού φαινομένου, δηλαδή τις ιδεολογικοπολιτικές παραμέτρους που βρίσκονται κοινές σε όλους τους βαλκανικούς εθνικισμούς του 20ού αιώνα. Ωστόσο, σε σύγκριση με άλλες εκδοχές της σύγχρονης ή εκσυγχρονισμένης ιστοριογραφίας, διακρίνεται στο βαθμό που αναζητά κάθε φορά το ειδικό βάρος και το «χειροπιαστό», θα λέγαμε, κοινωνικό υπόβαθρο των πραγμάτων· αποφεύγοντας συνειδητά τον σχετικισμό και επομένως την έμμεση νομιμοποίηση και τον εξωραϊσμό των πεπραγμένων του ελληνικού εθνικισμού. Το γεγονός ότι όσα έπραξαν οι ημέτεροι μοιάζουν να είναι ανάλογα ή παρόμοια με όσα επιχειρούσαν οι αντίπαλοι σε μια εποχή γενικευμένης ανάφλεξης και κοινωνικοπολιτικής αστάθειας δεν γίνεται άλλοθι, ώστε να παραβλεφθούν τα «σκληρά δεδομένα» της ιστορίας, ήτοι οι αριθμητικοί συσχετισμοί στην εθνολογική πραγματικότητα της Βαλκανικής χερσονήσου. Ούτε υπάρχουν εδώ, όπως συμβαίνει σε άλλες προσεγγίσεις του θέματος, περιθώρια για τη διάβρωση και την υπονόμευση της ταυτότητας των άλλων. Η εθνική συνείδηση των σλαβόφωνων πληθυσμών της Μακεδονίας, είτε στη μακεδονική είτε στη βουλγαρική εκδοχή της, ανιχνεύεται στον αληθινό της χρόνο και μέσα στις πραγματικές της συνθήκες, χωρίς να  παραπέμπεται, όπως συχνά συνηθίζεται, ως τιτοϊκό κατασκεύασμα[2] σε μεταγενέστερες εποχές· ή ακόμη, χωρίς να εξοβελίζεται περίπου «εκτός ιστορίας», με politicallycorrectερμηνευτικές ταυτολογίες που την εικονογραφούν ως το απότοκο της εθνικιστικής φαντασίας και δράσης των κοινοτήτων της μακεδονικής διασποράς.

 

Η ΤΟΜΗ ΤΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΚΩΝ ΠΟΛΕΜΩΝ

Σε αυτά τα συμφραζόμενα, στις μελέτες που απαρτίζουν τον τόμο, η αναμόχλευση των «οικείων δεινών» οριοθετείται σωστά από μια τομή, εκείνη των Βαλκανικών Πολέμων. Ο Καράβας εξετάζει την ελληνική πολιτική στο Μακεδονικό και την ιδεολογική της επένδυση πριν από την αλλαγή των συνόρων, για να τη συγκρίνει και να την αντιπαραθέσει κατόπιν με τις πρακτικές οι οποίες ακολουθήθηκαν μετά την προσάρτηση των Νέων Χωρών. Με τον τρόπο αυτό, αναδεικνύονται οι αναπροσαρμογές του ελληνικού εθνικιστικού λόγου στις νέες συνθήκες, αλλά ταυτόχρονα διαφαίνονται καθαρά οι σταθερές, οι αντιφάσεις και οι παλινωδίες του. Κυρίως δε, ανιχνεύονται οι καταβολές εκείνων των ιδεολογικών αδιεξόδων που φτάνουν μέχρι τις μέρες μας και τα οποία, αιώνια εθελοτυφλούντες, αρεσκόμαστε –ελάχιστα πειστικά– να τα μετονομάζουμε σε μια διαχρονική δήθεν «ευαισθησία» της εγχώριας κοινής γνώμης και των πολιτικών ηγεσιών για το Μακεδονικό. 

Έτσι, στα Μυστικά και τα Παραμύθια γίνεται σαφές πως πριν το 1912-1913 στη σκέψη των ελλήνων ιθυνόντων κυριαρχεί η μέριμνα της εδαφικής επέκτασης προς Βορρά, της πρόσκτησης όσο το δυνατόν περισσότερου «μακεδονικού χώρου» με οποιοδήποτε τίμημα και με όχημα την πλαστογράφηση της μακεδονικής ανθρωπογεωγραφίας της εποχής. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά είναι τα δύο κεφάλαια που αναφέρονται στο Κιλκίς και στις προσπάθειες ίδρυσης στις αρχές του 20ού αιώνα ελληνικής κοινότητας εκεί. Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να διευκρινιστεί πως «ελληνική κοινότητα» σήμαινε πρωτίστως «πατριαρχική κοινότητα», καθώς –στον αντίποδα της Ορθοδοξίας– η ένταξη των κατοίκων στη βουλγαρική Εξαρχία ήταν συνδηλωτική της εθνικής τους συνείδησης: συνιστούσε πολιτική πράξη απεξάρτησης από το ελληνικό Πατριαρχείο και, ταυτόχρονα, εξέφραζε τη βούληση τους για εθνική ανεξαρτησία και αυτοδιάθεση.

Απέναντι στο αντίπαλο εθνικό κίνημα, η πολιτική του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών είχε στόχο την εκ των άνω επινόηση μίας μικρής αλλά χρήσιμης «ελληνικής» κουκίδας στον χάρτη, έστω μικρότατης, προκειμένου να μπορεί να την επικαλεστεί η ελληνική επιχειρηματολογία στις διεθνείς διαπραγματεύσεις της. Αναλύοντας το σκεπτικό του ελληνικού εθνικισμού, ο Καράβας τονίζει τη γεωστρατηγική σημασία του Κιλκίς για την απόκτηση της Μακεδονίας, επισημαίνοντας παράλληλα την ιδιαίτερα κακή ψυχολογία εκείνης της περιόδου· τον γενικευμένο πανικό των ημέτερων μετά τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878), τον οποίο συνόδευε η πλήρης επίγνωση του πραγματικού εθνικού φρονήματος των κατοίκων. Απέναντι στα δυσμενέστατα για τις στοχεύσεις της δεδομένα, η ελληνική ηγεσία και οι πράκτορές της προκρίνουν μια διπλή στρατηγική. Αφ’ ενός, τη συνεργασία με τις αρχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία πρέπει πάση θυσία να διατηρηθεί. Αφ’ ετέρου, τη χρήση του εκφοβισμού, του χρηματισμού, της οικονομικής εξάρτησης και του διχασμού των πληθυσμών, προκειμένου να εκβιαστεί η ένταξή τους στην «ελληνική κοινότητα» του Κιλκίς. 

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί πως, στην ανάλυση του Καράβα, ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στους κοινωνικούς ανταγωνισμούς και στις ταξικές παραμέτρους που νοηματοδοτούν τη σύγκρουση στη Μακεδονία, μια διάσταση κομβικής σημασίας για την κατανόηση της σχέσης των αντιμαχόμενων εθνικών λόγων και την αποκωδικοποίησή τους. Στον αρχόμενο 20ό αιώνα, ο ελληνικός εθνικισμός καταδεικνύεται βαθιά αντιδραστικός και επεκτατικός έναντι του εθνικισμού των άλλων,

 

διότι απέναντί του δεν έχει απλώς ένα ποίμνιο πενήτων, όπως είναι πιθανόν να συνέβαινε πριν από ογδόντα χρόνια. Έχει ανθρώπους φτωχούς αλλά επαναστατημένους. Πολιτικά, κοινωνικά και εθνικά εν εγρηγόρσει, με όραμα τη χειραφέτησή τους, την απελευθέρωση από τις πολιτικές και πνευματικές πέδες. Το δεύτερο εν μέρει έχει επιτευχθεί· μένει το πιο δύσκολο: η πολιτική τους ανεξαρτησία. Και οι άνθρωποι αυτοί έχουν γνώση και των πραγματικών και των ευκαιριακών τους συμμάχων. Γνωρίζουν ποιοι είναι οι αντίπαλοί τους. Γνωρίζουν επίσης τον δικό τους όγκο, δηλαδή τη δύναμή τους. (σελ. 306-307)        

 

Ωστόσο, στα Μυστικά και στα Παραμύθια, παρ’ ότι το πλαίσιο της ερμηνευτικής του Καράβα είναι άρτια δομημένο και σταθερό, δεν καθίσταται ποτέ μονοσήμαντο. Αντίθετα, καταδεικνύονται με προσοχή και επάρκεια οι αποχρώσεις των πραγμάτων, η σύνθετη και πολυεπίπεδη πραγματικότητα του παρελθόντος. Με αφορμή και πάλι το Κιλκίς, αυτή τη φορά μέσα από το βίο και την πολιτεία του Παρθενίου Πολυανής, ο αναγνώστης παρακολουθεί διεξοδικά, στην ύφεση και στην όξυνσή της, την ένταση ανάμεσα στους δύο πόλους άσκησης εξωτερικής πολιτικής, ενός εντός του ελληνικού Βασιλείου και ενός εκτός. Υπουργείο Εξωτερικών και Πατριαρχείο, ή αλλιώς «Πρόξενοι και Μητροπολίτες», παρ’ ότι μοιράζονται τον ίδιο εθνικό στόχο ελέγχου και πρόσκτησης της Μακεδονίας, διασταυρώνουν τα ξίφη τους για λόγους οικονομικούς, λόγω χρηματικών διενέξεων. Οι αντιπαραθέσεις όμως αυτές και οι δυσκολίες συνεργασίας δεν εκτυλίσσονται στο κενό, αλλά εκπορεύονται από τα διακριτά συμφέροντα και τον ανταγωνισμό ανάμεσα στην κοσμική και στη θρησκευτική εξουσία. Μάλιστα, αναφορικά με μία υπόθεση που κρίνεται επί οθωμανικού εδάφους, εκτός δηλαδή δικαιοδοσίας του ελληνικού κράτους αλλά εντός της επικράτειας του Ορθόδοξου Πατριαρχείου:

 

Οι κοινοί αυτοί τόποι, που αποτελούν την ιδιοσυστασία της εθνικιστικής ιδεολογίας, δεν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως πεδίο σύγκρουσης, και μάλιστα ιδεολογικής. Όμως σύγκρουση υπήρξε· η σύγκρουση ήταν πολιτική, καθ’ ότι το τελικό διακύβευμα ήταν πολιτικό και διέφερε. Για το Πατριαρχείο ο απώτερος στόχος ήταν η διατήρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (μεταρρυθμισμένης ή μη) στο μέτρο που του εξασφάλιζε τη διατήρηση των προνομίων του και κυρίως την ύπαρξή του. Για την Αθήνα, ο στόχος αυτός ήταν μεσοπρόθεσμος: μέχρι δηλαδή να πνεύσουν ούριοι άνεμοι. Απώτερος στόχος για την Αθήνα ήταν η κατάκτηση «όσον οίον τε πλειοτέρου εδάφους», ενώ για το Πατριαρχείο, η κυριαρχία σε «όσον οίον τε πλειότερον» ποίμνιο. (σελ. 236-237)

 

Αυτά όμως πριν από τους Βαλκανικούς. Το σκηνικό αλλάζει το 1912 και, μαζί του, μεταπλάθονται τα επίδικα του ελληνικού εθνικισμού. Ο Καράβας παρακολουθεί τις μετατοπίσεις αυτές, συχνά με έντονα παιγνιώδη και ειρωνική διάθεση, δίχως όμως να χάνει το νήμα της ανάλυσής του. Στους «Εκατόν έναν κανονιοβολισμούς για τη Θεσσαλονίκη» εξιστορείται το εθνικιστικό παραλήρημα των Αθηνών εν αναμονή της κατάληψης της πόλης, καθώς και η προχρονολόγηση του γεγονότος, προκειμένου να «συμπέσει» με τη γιορτή του πολιούχου της. Πέρα όμως από την αποδόμηση της σκηνοθετημένης επετείου, η οποία εξυπηρετούσε καλά τις συμβολικές και τελετουργικές απαιτήσεις του εθνικιστικού φαντασιακού κατά τρόπο οικείο στους σημερινούς ιστορικούς, ο συγγραφέας στα Μυστικά και στα Παραμύθια προχωρά περισσότερο. Προβαίνοντας στη λεπτομερή αποκατάσταση της χρονολογικής τάξης των γεγονότων, εξηγεί το ρόλο του Οθωμανού Χασάν Ταχσίν πασά, που κυριολεκτικά παρέδωσε επί χρήμασι τη νυν συμπρωτεύουσα στους «απελευθερωτές» της, προκειμένου να μην την παραλάβει στα χέρια του πρώτος ο βουλγαρικός στρατός. Αν κάτι πρέπει να κρατήσει κανείς από όλα αυτά είναι η απουσία του λαού της Θεσσαλονίκης από τους δρόμους τη στιγμή της εισόδου των Ελλήνων. Και, συνακόλουθα, την ανασφάλεια των τελευταίων σε έναν τόπο όπου δεν είχαν τα αναγκαία πληθυσμιακά ερείσματα προς υποστήριξή τους. Ο Β΄ Βαλκανικός ήταν –ήδη και εκ των πραγμάτων– προ των πυλών.

 Έτσι, η πρόσκτηση κρίσιμου τμήματος της Μακεδονίας με επιθετικό πόλεμο, δίχως καμία επανάσταση των «δούλων αδελφών» και κατά παραβίαση της αρχής των εθνοτήτων, δεν μπορούσε παρά να ανοίξει το δρόμο στις πρακτικές της εθνοκάθαρσης εις βάρος των γηγενών. Ωστόσο, παρά την μάλλον απρόσμενη «δικαίωση» των ελληνικών επιδιώξεων, ήταν αναπόφευκτο η μία αγωνία να δώσει τη σκυτάλη στην άλλη. Την προηγούμενη αμηχανία για την επαπειλούμενη απώλεια της Μακεδονίας από τα χέρια του μόνου «νόμιμου» δικαιούχου της, του «ελληνισμού», γρήγορα τη διαδέχθηκε η αναγκαιότητα της πειθάρχησης των ανεπιθύμητων πολιτών και εκείνη της συγκάλυψης των όσων όντως συνέβησαν.

Η απόκρυψη των σκοτεινών όψεων της επέκτασης των ελληνικών συνόρων και η ανάπλαση ενός –κάθε άλλο παρά ένδοξου, για τους Έλληνες– πρόσφατου «μακεδονικού παρελθόντος» επί το ηρωικότερον πέρασε μέσα από την ιστοριογραφία και τη λογοτεχνία. Όσον αφορά την πρώτη, στο βιβλίο επεξηγούνται διεξοδικά οι εθνωφελείς πρακτικές διαδοχικών «βελτιώσεων» ιστορικών μαρτυριών, όπως στην περίπτωση της εκδοτικής περιπέτειας των απομνημονευμάτων του Κωνσταντίνου Μαζαράκη Αινιάνος.  Αναφορικά πάλι με τη δεύτερη, ο Καράβας τεκμηριωμένα αποκαλύπτει το ρόλο που διαδραμάτισε η Πηνελόπη Δέλτα με τα Μυστικά του Βάλτου στον εξωραϊσμό, τη νομιμοποίηση και την εκλαΐκευση του Μακεδονικού Αγώνα, τη στιγμή που η μελέτη του αρχείου της αποδεικνύει πως ήταν πλήρως ενήμερη για τον ειδεχθή ρόλο των μακεδονομάχων στην περιοχή. Η τριπλή στρατηγική της Δέλτα, εκείνη «της αποσιώπησης, της παραποίησης και της κάθαρσης» (σ. 114), επέτρεψε τον εμπλουτισμό του εθνικού μας αφηγήματος με ένα ακόμα λαμπρό επεισόδιο αδιαμφισβήτητης γενναιότητας, συγκινητικής αυτοθυσίας και αγνού πατριωτισμού. Ωστόσο, η επιστημονική αποκατάσταση των «όντως όντων» σήμερα φέρει στο φως τα υλικά και τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή ενός δημοφιλέστατου «εθνικού παραμυθιού», υπογραμμίζοντας τις ιδεολογικές λειτουργίες της λογοτεχνίας και τον πολιτικό ρόλο του λογοτέχνη.[3]

Αν όμως η Δέλτα στο Μεσοπόλεμο αισθανόταν τόσο επισφαλής για την ένταξη σημαντικού τμήματος του μακεδονικού εδάφους εντός των ελληνικών συνόρων, ώστε να φροντίσει για τη στέρεη εδραίωσή του στους φανταστικούς τόπους της «εθνικής» μνήμης και της λαϊκής συνείδησης, την ίδια ακριβώς κακή ψυχολογία εξακολουθούσαν να έχουν οι διοικήσεις της παραμεθόριας βόρειας Ελλάδας στα χρόνια που διαδέχθηκαν τον εμφύλιο. Αν και στην περίπτωσή τους, η δυσθυμία τους πήγαζε από κάπου αλλού. Από την ανάγκη πειθάρχησης και ελέγχου των μειονοτικών πληθυσμών, που περιήλθαν στη δικαιοδοσία του ελληνικού εθνικού κράτους. Για τους ιθύνοντες, το καινούριο στοιχείο που έρχεται να προστεθεί στο μακρύ μακεδονικό ζήτημα είναι διττό: από τη μία, οι προσφυγικοί πληθυσμοί, σε μεγάλο βαθμό τουρκόφωνοι, που κλήθηκαν να κατοικήσουν μια σχεδόν έρημη γη, και από την άλλη οι εναπομείναντες ντόπιοι σλαβόφωνοι που διέθεταν το επιπλέον επιβαρυντικό στοιχείο της πρόσφατης συμπαράταξής τους με τον Δημοκρατικό Στρατό. Ο Καράβας, παρουσιάζοντας μια υπηρεσιακή έκθεση της XVΜεραρχίας, υπεύθυνης για την τήρηση της τάξης στα βορειοδυτικά σύνορα της χώρας, αποκαλύπτει τη λογική κατοχής των ελληνικών αρχών στην ευρύτερη περιοχή και τις πρακτικές ελέγχου του φρονήματός των κατοίκων της· και μάλιστα με τη σύνταξη και τη χρήση ειδικού βοηθητικού πίνακα ως εργαλείου ταξινόμησης και διαβάθμισης του «εθνικού κινδύνου» επί του εδάφους, ενός πίνακα εντελώς αδιανόητου σήμερα για οποιοδήποτε σύγχρονο κράτος δικαίου. 

 

ΣΤΟΧΟΣ, Η ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΣΗ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ

Τα Μυστικά και τα Παραμύθια είναι ένα βιβλίο γραμμένο σε σκληρή γλώσσα. Ωστόσο, δεν πρόκειται για κίνηση εύκολου εντυπωσιασμού. Κάθε άλλο. Ο τόμος στηρίζεται στη σφαιρική και εις βάθος γνώση της νεότερης και σύγχρονης ιστορίας, προϋπόθεση απαραίτητη προκειμένου να ενταχθεί το μακεδονικό ζήτημα στα ιδεολογικά, πολιτικά και κοινωνικά συμφραζόμενά του. Άλλωστε, οι εργασίες αυτές, τα Μακεδονικά του 20ού, έρχονται ως το λογικό συμπλήρωμα των αντίστοιχων μελετών του συγγραφέα που αφορούν τον προηγούμενο αιώνα, καθ’ ότι η Μακεδονία εξ αρχής κατείχε κομβική γεωπολιτική σημασία στα σχέδια του ελληνικού αλυτρωτισμού.

Όπως και στο παρόν βιβλίο, έτσι και στο επίκεντρο των ερευνών του Καράβα για τον 19ο, βρίσκεται πάντοτε η ελληνική εξωτερική πολιτική, με το φακό του να εστιάζει είτε σε μορφές ικανές να συλλάβουν ιδιοφυώς τα εκάστοτε ιστορικά διακυβεύματα, όπως π.χ. στην περίπτωση του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, είτε σε τουλάχιστον ατυχείς προπαγανδιστικές χαρτογραφικές απόπειρες με βασικό στόχο την παραπλάνηση της Δύσης.[4] Θεωρημένες στο σύνολό τους, τέτοιου είδους συσχετίσεις, αυτά τα γοητευτικά περάσματα που επιχειρεί ο συγγραφέας από τον ένα αιώνα στον άλλο, καθόλου δεν συνιστούν γραμμικές παρατάξεις μεμονωμένων γεγονότων και ασύνδετες εξιστορήσεις διακεκομμένων χρονικών στιγμών. Αντιθέτως, υποδεικνύουν συνάφειες και εικονογραφούν συνέχειες ισχυρές μέσα στον χρόνο. Γιατί, στην πραγματικότητα, οι υπόγειοι άξονες που υποστηρίζουν την ανάγνωση και την ερμηνεία του Μακεδονικού στην γραφή του Καράβα είναι οι ίδιοι που συνέχουν το σύνολο της  ελληνικής ιστορίας από την ίδρυση του κράτους της και έπειτα. Η αίσθηση ανωτερότητας έναντι των γειτονικών λαών, η πλεγματική σχέση με τη Δύση, η κοινωνική θέση του ελληνικού στοιχείου στη Βαλκανική χερσόνησο, τα δύο κέντρα του «ελληνισμού» –η Πόλη και η Αθήνα–, ο επεκτατικός χαρακτήρας του ελληνικού εθνικισμού, είτε οικονομικός είτε πολιτισμικός, ή ακόμη ο ελληνο-οθωμανισμός και η βούληση διατήρησης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τη δεκαετία του 1870 και έπειτα, σε πείσμα των κραταιών μύθων περί δήθεν «άσπονδων εχθρών», όλα αυτά, πλαισιώνουν και καθιστούν κατανοητή την ελληνική παρουσία και δράση στον μακεδονικό χώρο στη διαχρονία της.

Να το πούμε με λόγια διαφορετικά: πιάνοντας το μίτο από τη Μακεδονία ο Καράβας δεν μιλά αποκλειστικά και μόνο γι’ αυτήν. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, καλεί τον αναγνώστη του να συλλογιστεί στην ολότητά της την ιστορική διαδρομή ενός έθνους που, ενώ άνοιξε το δρόμο στην πολιτική χειραφέτηση των βαλκανικών λαών, εν τέλει αρνήθηκε στους άλλους το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και στέρησε από τους πολίτες του κράτους του έναν δημοκρατικό πολιτισμό αντάξιο του ονόματός του. Από αυτή τη σκοπιά, τα Μυστικά και Παραμύθια απευθύνουν, σε όσους θέλουν να ακούσουν, μια ανοικτή πρόσκληση για γόνιμο ιστορικό στοχασμό· μία πρόσκληση οδυνηρή ενδεχομένως, ίσως όμως σήμερα –σε μια ακόμη καμπή του εθνικού και κοινωνικού μας χρόνου– αναγκαία πολύ περισσότερο από κάθε άλλη φορά. 


[1] Το κείμενο αποτελεί επεξεργασμένη μορφή της ομιλίας που διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου του Σπύρου Καράβα, Μυστικά και Παραμύθια από την ιστορία της Μακεδονίας, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2014, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 31/10/2014 στη Θεσσαλονίκη, στο Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.  

[2] Βλ. σχετικά, Αγγελική Κωνσταντακοπούλου, «Ελληνικές εκδοχές του “Μακεδονισμού”», στο Άννα Ματθαίου - Στρατής Μπουρνάζος - Πόπη Πολέμη (εκδοτική φροντίδα), Στην τροχιά του Φίλιππου Ηλιού. Ιδεολογικές χρήσεις και εμμονές στην ιστορία και στην πολιτική, Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα 2008, σσ. 53-74.

[3]  Πβ. Αντώνης Λιάκος, «Τ’ άπλυτα της ελληνικής ιστορίας και η λογοτεχνική τους μπουγάδα», π. Χρόνος,  τχ. 14 (Ιούνιος 2014): http://www.chronosmag.eu/index.php/ls-pl-ll-s-lg-pge.html

[4] Σπ. Καράβας, «Oι εθνογραφικές περιπέτειες του ελληνισμού (1876-1878)», π. Tα Iστορικά, τ. 19, τχ. 36 (Iούνιος 2002), σσ. 23-74 και τ. 20, τχ. 38 (Iούνιος 2003) σσ. 49-112· «O Kωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος και οι εθνικές διεκδικήσεις (1877-1885)», στο Ιστοριογραφία της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας 1833-2002, Πρακτικά του Δ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Iστορίας, επιμέλεια: Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης - Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης, Αθήνα, ΚΝΕ-ΕΙΕ, 2004, σσ. 149-169.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά