Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2015

Θυμάμαι

Κατηγορία Κριτικές
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Ιστορία
Το Μνημείο Ολοκαυτώματος στην Αθήνα. Το Μνημείο Ολοκαυτώματος στην Αθήνα. Άννα Μαρία Δρουμπούκη

 

Άννα Μαρία Δρουμπούκη, Μνημεία της λήθης. Ίχνη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, πρόλογος: Χάγκεν Φλάισερ, Πόλις, Αθήνα 2014,  510 σελ.

Συχνά γίνεται λόγος για τη μνήμη του πολέμου στην Ελλάδα και των επιπτώσεών του. Αλλά δεν έχει αναπτυχθεί σοβαρός προβληματισμός γύρω από τις πολιτικές της μνήμης και τη διαχείριση του παρελθόντος. Ιδιαίτερα η μελέτη των τόπων μνήμης (το Χαϊδάρι, το σκοπευτήριο της Καισαριανής, το εβραϊκό νεκροταφείο Θεσσαλονίκης, το στρατόπεδο Παύλου Μελά κ.ά)  αποτελεί «παρθένο» έδαφος στην πλούσια πλέον ελληνική ιστοριογραφία γύρω από τη δεκαετία του 1940. Αλλά ποια ερωτήματα εγείρει η διεκδίκηση αποκατάστασης της ιστορικής μνήμης, σε μια χώρα που η ιστορία χρησιμεύει πολύ συχνά για να επιβεβαιώνει ιδεολογίες; [ΤΒJ]

 

Χαίρομαι ιδιαιτέρως που υποδεχόμαστε ένα σημαντικό βιβλίο μιας νέας ιστορικού. Με την Άννα Μαρία Δρουμπούκη γνωριζόμαστε από το 2007, όταν συμμετείχα στην τριμελή επιτροπή του μεταπτυχιακού της, και διατηρούμε από τότε έναν διάλογο για τα κοινά μας ενδιαφέροντα. Πεδίο διαλόγου αποτέλεσαν και τα σεμινάριά μου για την εβραϊκή μνήμη και τη μνήμη των πολιτικών κρατουμένων μέσα από τη στρατοπεδική λογοτεχνία στο Εβραϊκό Μουσείο, στα οποία συμμετείχε. Συζητούσαμε επίσης για την πορεία της διατριβής της και γνώριζα ορισμένα κεφάλαια. Αλλά η χαρά της ανάγνωσης του ολοκληρωμένου πια έργου στη μορφή βιβλίου είναι μεγάλη. Και μάλιστα, όταν περιέχεται σ’ έναν καλαίσθητο και ευανάγνωστο τόμο, με τις σημειώσεις υποσελίδιες, πράγμα σπάνιο πια, και συνοδεύεται από φωτογραφικό υλικό (συχνά φωτογραφίες που έχει τραβήξει η ίδια), που δεν διακοσμεί απλώς, αλλά υποστηρίζει και τεκμηριώνει τα λεγόμενα. 

Το βιβλίο διατρέχει ως οδηγητικό νήμα η διαλεκτική παρόντος/παρελθόντος, μνήμης/λήθης, καθώς, αφού αναφερθεί συνοπτικά στην πραγματολογική διάσταση του κάθε γεγονότος ή του κάθε τόπου, παρακολουθεί αναλυτικά την πορεία του μέσα στο χρόνο. Βλέπουμε έτσι πότε και τι λησμονούμε ως κοινωνία, πότε αρχίζουμε να θυμόμαστε και με ποιον τρόπο, πώς και γιατί. Εξ ου και ο ευρηματικός τίτλος του βιβλίου: Μνημεία της λήθης. Έτσι, το βιβλίο, με το διαρκές πήγαιν’-έλα του από το παρελθόν στο παρόν, αποκαλύπτει τα ισχυρά νήματα που συνδέουν το ένα με το άλλο. Εγγράφεται λοιπόν στις μνημονικές σπουδές, που δεν έχουν δώσει ακόμη πολλά δείγματα στην Ελλάδα, αλλά που είναι ένα πεδίο το οποίο όλο και διευρύνεται στη διεθνή βιβλιογραφία. Και είναι υποδειγματικό στο πεδίο του. 

ΤΑ ΔΥΝΑΤΑ ΣΗΜΕΙΑ

Πριν αναφερθώ στα περιεχόμενα του βιβλίου θα ήθελα να σταθώ στα, κατά τη γνώμη μου, δυνατά σημεία της δουλειάς της Α. Μ. Δρουμπούκη:

Και πρώτα πρώτα, στο εύρος της διεθνούς βιβλιογραφίας που έχει διατρέξει, την οποία με γόνιμο και όχι με μηχανικό τρόπο ενσωματώνει στη δουλειά της. Κλασικά έργα της δεκαετίας του 1970, όπως το Surveilleretpunir του Μισέλ Φουκώ,[1] συνυπάρχουν με  νεότερες μελέτες αναφοράς, όπως του Τζέιμς Γιανγκ (JamesYoung), Thetextureofmemory,[2] που επικεντρώνεται στα μνημεία Ολοκαυτώματος,  δίνει το πλαίσιο για την «ανάγνωση» των μνημονικών τόπων ως «κοινωνικών κειμένων» που επιδέχονται πολλές αναγνώσεις.[3]     

Η επάρκεια της συγγραφέα στη γερμανική γλώσσα, που τονίζεται και από τον επόπτη της διατριβής της, καθηγητή Χάγκεν Φλάισερ, στον πρόλογό του, δεν είναι διόλου δεδομένη για τους μελετητές και ερευνητές της περιόδου στην Ελλάδα. Αλλεπάλληλα ερευνητικά ταξίδια και παραμονές στη Γερμανία έδωσαν στην ερευνήτρια τη δυνατότητα να αξιοποιήσει αρχεία και βιβλιογραφία, αλλά και να αποκτήσει εμπειρίες σ’ ένα άλλο περιβάλλον. Έτσι, κατ’ εξοχήν η γερμανική και αγγλόφωνη βιβλιογραφία, και κατά δεύτερο λόγο η γαλλική και η ιταλική, αρδεύουν τη σκέψη της, και αντλεί παραδείγματα που εφαρμόζει επιτυχημένα στα ελληνικά πράγματα. Δεκασέλιδη είναι η ξενόγλωσση βιβλιογραφία που παρατίθεται στο τέλος. Ο διάλογος της Δρουμπούκη μ’ αυτήν υποστηρίζει τη διεθνή διάσταση του βιβλίου, που υπερβαίνει τα ευρωπαϊκά σύνορα στην Εισαγωγή, μετά επικεντρώνεται στην Ευρώπη, για να εμβαθύνει στα παραδείγματα της Ελλάδας και της Γερμανίας, καθώς η χώρα των θυτών είναι το δεύτερο παράδειγμα του βιβλίου πλάι στο ελληνικό. Τα παραδείγματα φυσικά δεν είναι ομόλογα, καθώς η ναζιστική Γερμανία διέπραξε τα αδικήματα, ενώ η Ελλάδα τα υπέστη ως κατεχόμενη χώρα, αλλά και οι δύο χώρες μεταπολεμικά έπρεπε να στραφούν προς το παρελθόν τους και να το αντιμετωπίσουν. Η κάθε κατεχόμενη χώρα είχε και την πλευρά της συνεργασίας και του δωσιλογισμού που έπρεπε μεταπολεμικά να αντιμετωπίσει. Σε μας, ήταν πρόβλημα ακόμη κι η ίδια η πλευρά της Αντίστασης, που έμεινε αποσιωπημένη για δεκαετίες.

Άστοχη κρίνω όμως την έκφραση του οπισθόφυλλου για την επιτυχημένη «τακτοποίηση λογαριασμών» της ενωμένης πια Γερμανίας με το παρελθόν της (έστω και σε εισαγωγικά), γιατί αυτή η χώρα έχει λογαριασμούς που δεν θα κλείσουν και δεν πρέπει να κλείσουν ποτέ, εξ άλλου το πελώριο μνημείο Ολοκαυτώματος στο κέντρο του Βερολίνου, πράξη πολιτικής ωριμότητας και ευφυΐας, συνιστά μια διαρκή υπόμνηση.

Δεύτερο σημαντικό σημείο: Η συγγραφέας επιχειρεί και επιτυγχάνει την ένταξη του ελληνικού παραδείγματος στο ευρωπαϊκό του πλαίσιο. Αν αυτό μπορούσε να θεωρηθεί αυτονόητο για γεγονότα που επέδρασαν σε τόσες χώρες (την εμπειρία της Κατοχής, της Αντίστασης, της εκτόπισης και της εξόντωσης των Εβραίων μοιράστηκαν όλες οι κατεχόμενες χώρες), και γι’ αυτό η συγκριτική τους οπτική επιβάλλεται από μόνη της, δεν είναι όμως διόλου κοινός τόπος όσον αφορά την ελληνική ιστοριογραφική παραγωγή. Η ελληνική ιστοριογραφία παράγεται πιο συχνά απ’ ό,τι θα περίμενε πια κανείς intramuros και δεν βρίσκεται σε πραγματικό διάλογο με ένα ευρύτερο πλαίσιο. Και είναι σαφές ότι όταν το γεγονός τοποθετείται στο ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο και σε συγκριτική προοπτική, η ανάλυση κερδίζει. Εξ άλλου, την είχε εγκαινιάσει η συγγραφέας και στη διπλωματική εργασία της, που βασιζόταν σε μια ανάλυση του Άουσβιτς ως επισκέψιμου μνημονικού τόπου, και στη μουσειολογική της πρόταση για μετατροπή του στρατοπέδου του Χαϊδαρίου σε μνημονικό τόπο.[4]

Στο βιβλίο της μας θυμίζει, λόγου χάριν, ότι μαρτυρικά χωριά δεν υπήρξαν μόνο στην Ελλάδα, καθώς στην αφήγηση για τα Καλάβρυτα υπάρχει εκτενής αναφορά στο χωριό Οραντούρ της Γαλλίας και πολλές αναφορές σε χωριά και τόπους της Ιταλίας, εκ των οποίων γνωστότερο σ’ ένα ευρύτερο κοινό είναι το Σαν Μινιάτο χάρη στην ταινία των αδελφών Ταβιάνι. Το κοινό νήμα που συνδέει τη σφαγή του ανδρικού πληθυσμού των Καλαβρύτων στις 13 Δεκεμβρίου 1943 και την καταστροφή του χωριού με το γαλλικό Οραντούρ και το ιταλικό Σαν Μινιάτο είναι η εγγραφή τους στη συλλογική μνήμη. Στην περίπτωση του Οραντούρ, όπως και των Καλαβρύτων, έμεινε εντονότατη στη συλλογική μνήμη η ευθύνη της Αντίστασης που είχε προβεί σε βίαιες πράξεις, γιατί οι αποτρόπαιες πράξεις των Γερμανών προσέλαβαν τη μορφή αντιποίνων γι’ αυτές τις πράξεις. Από την άλλη, στην αριστερή παράταξη αρνούνται τη σύνδεση των δύο γεγονότων και αμφισβητούν την έννοια των αντιποίνων. Στην περίπτωση του Σαν Μινιάτο δεν είχε ξεκαθαρίσει για χρόνια αν την ευθύνη για μια βόμβα που προκάλεσε πολλά θύματα είχαν οι Αμερικανοί ή οι Γερμανοί. Η συγγραφέας μιλά για «διαιρεμένη μνήμη», ακολουθώντας την ιταλική βιβλιογραφία, και εγκαινιάζοντας τον όρο στα ελληνικά. Αναρωτιέμαι αν η μετάφραση «διχασμένη μνήμη» δεν θα ήταν επιτυχέστερη για τη μετάφραση του «dividedmemory».

ΤΟΠΟΙ ΜΝΗΜΗΣ Ή ΤΟΠΟΙ ΛΗΘΗΣ;

Επιστρέφοντας στο παρόν των μνημονικών τόπων, οι αναφορές αντλούνται από αρχεία που συμβουλεύτηκε στα πολλά ταξίδια της, από τον Τύπο, από ομιλίες στις εκδηλώσεις μνήμης ή από κείμενα διαδικτυακά που έχουν δημοσιευτεί έως σήμερα. Έτσι καταγράφεται και ανασυντίθεται η ιστορία του μνημονικού τόπου και μέσα απ’ αυτήν η ιστορία του γεγονότος στη δεύτερη ζωή της, σ’ αυτή της εγγραφής του στη μνήμη και στο λόγο, της εξιδανίκευσής του, της αποσιώπησής του ή της διαστρέβλωσής του. Σ’ αυτή, τέλος, της εργαλειοποίησής του, από πολιτικούς και κοινωνικούς φορείς και εκπροσώπους. Πλάι λοιπόν στα δύο μεγαλύτερα στρατόπεδα της Ελλάδας που χρησιμοποιήθηκαν από τους ναζί για τους δικούς τους κρατούμενους κατά τη διάρκεια της Κατοχής, γράφοντας μια ματωμένη σελίδα στην ιστορία τους, το στρατόπεδο στο Χαϊδάρι και το στρατόπεδο Παύλου Μελά στη Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης, υπάρχουν κεφάλαια για τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης που ήσαν σε γερμανικό ή αυστριακό έδαφος. Στα στρατόπεδα αυτά κρατήθηκαν πολιτικοί κρατούμενοι διαφωνούντες με το καθεστώς, κυρίως κομμουνιστές, και μάλιστα γερμανοί κομμουνιστές από την ίδρυσή τους κιόλας, κοινωνικά απόβλητοι (αλκοολικοί, πόρνες), ομοφυλόφυλοι, Εβραίοι, Τσιγγάνοι, και άλλοι όμηροι από πολλές χώρες. Τα στρατόπεδα εξόντωσης των Εβραίων (Άουσβιτς, Τρεμπλίνκα, Μπελζέτς, Σομπιμπόρ) βρίσκονταν σε πολωνικό έδαφος και μ’ αυτά, ορθά, δεν ασχολείται η μελέτη, καθώς αποτελούν μια χωριστή κατηγορία: είναι τα στρατόπεδα στα οποία έγινε πράξη η «τελική λύση».

Το Χαϊδάρι το αναδεικνύει ως τόπο μνήμης όχι μόνο της ελληνικής αντίστασης, που αποτελεί την πιο γνωστή όψη του, αλλά και της εβραϊκής γενοκτονίας, καθώς σε αυτό συγκεντρώθηκαν το 1944 και έμειναν αρκετό διάστημα πριν από την αναχώρησή τους με τα τραίνα οι Εβραίοι των Αθηνών, της Χαλκίδας, της Θεσσαλίας και των Ιωαννίνων (όλων δηλαδή των πόλεων που η εκτόπιση συνετελέσθη τη νύχτα της 24ης προς 25η Μαρτίου του 1944) και, λίγο αργότερα, της Ρόδου και της Κω (τον Ιούλιο του 1944), όταν πια έχει γίνει φανερό ότι το παιχνίδι έχει χαθεί για τη Γερμανία. Τα ελληνικά στρατόπεδα, σε αντίθεση με τα γερμανικά που είναι επισκέψιμα ως τόποι μνήμης, παραμένουν μνημεία της λήθης, καθώς δεν έχουν αναχθεί σε μνημονικούς τόπους. Το Σκοπευτήριο της Καισαριανής, που συνδέεται με το Χαϊδάρι, αφού εκεί μεταφέρονται οι όμηροι προς εκτέλεσιν, έχει τη δική του ιστορία που μας τη διηγείται αναλυτικά η συγγραφέας. Ούτε αυτό αποτελεί τόπο μνήμης ως όφειλε, παρά τον ετήσιο εορτασμό κάθε Πρωτομαγιά.    

Χωριστές ενότητες αναφέρονται στα μεγαλύτερα ναζιστικά στρατόπεδα εντός γερμανικού και αυστριακού εδάφους, στα γνωστότερα στην Ελλάδα Νταχάου και Μαουτχάουζεν (γνωστότερο από το ομώνυμο βιβλίο του Ιάκωβου Καμπανέλλη και τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη), ενώ άλλες σε διόλου γνωστά στην Ελλάδα, όπως το περίφημο στρατόπεδο γυναικών Ράβενσμπρυκ, στο οποίο βρήκε τον θάνατο και η αγαπημένη Μιλένα του Κάφκα, ή το Ζάξενχάουζεν. Εκτενής αναφορά υπάρχει για το Μπούχενβαλντ[5], που έχει ζωντανέψει μέσα από τις σελίδες πολλών βιβλίων του Χόρχε Σεμπρούν, έχοντας γίνει αλησμόνητο στους αναγνώστες του και εμβληματικό για τη μνήμη των πολιτικών κρατουμένων σε ναζιστικό στρατόπεδο, αλλά και για την ιδιαιτερότητα της μετατροπής του σε σοβιετικό μετά τον πόλεμο.[6] Στην αναφορά για το Μπέργκεν Μπέλζεν θα ήθελα να προσθέσω ότι συνδέεται με την εκτόπιση των Ελλήνων Εβραίων, αφού σ’ αυτό κρατήθηκαν οι 366 Θεσσαλονικείς Εβραίοι ισπανικής υπηκοότητας, γλιτώνοντας έτσι την εξόντωση, γιατί δεν ήταν στρατόπεδο εξόντωσης αλλά συγκέντρωσης. Ήταν λοιπόν «προνόμιο» η αποστολή σ’ αυτό, αλλά οι κακουχίες δεν έπαυαν να είναι φοβερές και οι άνθρωποι να πεθαίνουν από αυτές.  

Συνοπτικές είναι οιπληροφορίες για τα ίδια τα στρατόπεδα (θα άξιζε να είναι λίγο διευρυμένες), αλλά παρουσιάζεται πολύ αναλυτικά η μετατροπή τους σε μνημονικούς τόπους. Το πότε και το πώς καθένα από αυτά έγινε επισκέψιμο. Γιατί μόνο σε ταινίες γυρισμένες τη δεκαετία του 1950, όπως το ντοκιμαντέρ Νύχτα και Καταχνιά του Αλαίν Ρεναί, μπορούμε να δούμε πια την εικόνα των εγκαταλελειμμένων και χορταριασμένων στρατοπέδων εκεί όπου σήμερα βρίσκονται πάρκινγκ και εκδοτήρια εισιτηρίων. Μαθαίνουμε πολλά για τη διαδικασία μνημειοποίησής τους. Έμαθα λόγου χάριν ότι παρ’ ολίγον να ανεγερθεί άγαλμα με ανδρικές φιγούρες στο Ράβενσμπρυκ, το κατ’ εξοχήν στρατόπεδο των γυναικών από 18 χώρες, αλλά αυτή η γκάφα αποσοβήθηκε τελευταία στιγμή χάρh στην παρέμβαση της Επιτροπής πρώην Κρατουμένων Γυναικών σ’ αυτό, και έτσι το μνημείο τελικά αποτελείται από γυναικείες φιγούρες.  

ΜΝΗΜΕΙΑ ΜΝΗΜΗΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΒΡΑΙΩΝ

Δεν θα επεκταθώ στο κεφάλαιο της Α. Μ. Δρουμπούκη το σχετικό με τα γερμανικά στρατιωτικά νεκροταφεία στην Ελλάδα (Μάλεμε, Νεκροταφείο Διονύσου-Ραπεντόζα). Θα σταθώ όμως στα μνημεία της εξόντωσης των Ελληνοεβραίων, που αποτελούν ένα μεγάλο κεφάλαιο 80 σελίδων. Ξεκινώντας από την «πόλη των φαντασμάτων» (κατά τον Μαζάουερ) ή από την Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων και τη Μάδρε δε Ισραέλ, όπως χαρακτηρίζεται στη διεθνή βιβλιογραφία η Θεσσαλονίκη, η συγγραφέας θυμίζει την εκκωφαντική απουσία του οιουδήποτε ίχνους αυτής της καταστροφής στην πόλη ώς πενήντα περίπου χρόνια μετά τον πόλεμο.[7] Στη συνέχεια παρακολουθεί τις περιπέτειες του μνημείου που στήθηκε το 1997, από τότε έως σήμερα. Αυτές σηματοδοτούν τη σχέση της πόλης με την ιστορία της, τη δύσκολη σχέση με την εβραϊκή κοινότητα, παρά ή μάλλον εξαιτίας της πολύ μακράς και πολύ λαμπρής παρουσίας της στην πόλη.

Οι μνημονικοί τόποι τεσσάρων άλλων πόλεων με διαφορετική ιστορία, Γιάννενα, Λάρισα, Ρόδος και τέλος το πιο πρόσφατο μνημείο, αυτό των Αθηνών, που υπερβαίνει την τοπική κλίμακα εκπροσωπώντας όλους τους Ελληνοεβραίους και εγκαινιάστηκε μόλις τον Μάιο του 2010, είναι πρόσφορος δρόμος για να προσεγγίσει κανείς τη  σιωπή δεκαετιών γύρω από το θέμα, αλλά και για να εντοπίσει πότε αυτή σπάει, με ποιους όρους και πώς γίνεται αυτό αντιληπτό και αποδεκτό από την κοινωνία. Η περίπτωση της Λάρισας φέρνει στην επιφάνεια και μια άλλη διάσταση, αυτή της ένταξης των Ελληνοεβραίων στην Αντίσταση. Καθώς το μεγαλύτερο μέρος της κοινότητας διεσώθη καταφεύγοντας εγκαίρως στα γύρω χωριά της Ελεύθερης Ελλάδας, και αρκετοί νέοι εντάχθηκαν στον ΕΛΑΣ, στις επετειακές ομιλίες τονίζεται αυτή η σχέση με την Αντίσταση. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι σ’ αυτή την πόλη, που δεν κουβαλά ενοχή για την εξόντωση των Εβραίων της, στήθηκε και το πρώτο μνημείο ήδη από το 1987.[8] Κάποια άλλα μνημεία θα στηθούν τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, ορισμένα με πρωτοβουλία δήμων σε πόλεις δίχως Εβραίους πια (το τελευταίο στα Χανιά, τον Ιούνιο του 2013). Άλλα πάλι δεν έχουν γίνει ακόμη, ή ίσως να μη γίνουν και ποτέ, σε πόλεις της Βόρειας Ελλάδας όπου έγιναν κυριολεκτικά «judenrein», όπως ήταν και ο στόχος των ναζί («καθαρές από Εβραίους»). Μπορεί να άργησαν να γίνουν τα υπάρχοντα μνημεία, αλλά όποιος είναι εξοικειωμένος με τη δυσκολία ανάδυσης αυτής της μνήμης μπορεί να κατανοήσει ότι συμβάδισαν με όλες τις άλλες εκδηλώσεις που στοιχειοθετούν την επανεγγραφή της στη συλλογική συνείδηση: δημοσίευση μαρτυριών, ταινίες, εκδόσεις, συνέδρια και επετειακές εκδηλώσεις για την Ημέρα Μνήμης του Ολοκαυτώματος (27η Ιανουαρίου), που θεσπίστηκε το 2002 και τιμάται από το  2004 και στην Ελλάδα. Η συγγραφέας δεν αρκείται στην αφήγηση των διεκδικήσεων για την ολοκλήρωση κάθε μνημείου (ενίοτε πολύχρονες, όπως στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης), αλλά το παρακολουθεί και μετά πώς λειτουργεί μέσα στον ιστό της πόλης, είτε με θετική χροιά, στις επετειακές εκδηλώσεις είτε με αρνητική, στις βεβηλώσεις, που και εδώ, όπως και παντού, δεν λείπουν. Θέλω όμως να τονίσω πως για να βεβηλώνονται τα μνημεία του Ολοκαυτώματος πρέπει πρώτα να υπάρχουν, κι επειδή ζήσαμε δεκαετίες ολόκληρες δίχως την ύπαρξή τους, για μένα παραμένει βασικότατο το ότι σήμερα υπάρχουν και οπωσδήποτε αυτό δεν ακυρώνεται από τη βία που ασκείται και προς κάθε άλλου είδους μνημείο, κτίριο ή τοίχο με τα γνωστά γκράφιτι. Βέβαια, στην περίπτωση των μνημείων του Ολοκαυτώματος βλέπουμε συχνά νεοναζιστικά σύμβολα, δείγματα πρωτόγονου αντισημιτισμού, γι’ αυτό και αποτελούν βεβήλωση, επιμένω όμως πως το μνημείο δεν ακυρώνεται. Η φύλαξη των μνημείων και η προστασία τους είναι ένα θέμα που πρέπει να απασχολήσει τους αρμόδιους. Όσο για τη σύλληψη και καταδίκη των ενόχων φαίνεται ότι είμαστε πολύ πίσω.[9]  

Τέλος, για τη Θεσσαλονίκη, η συγγραφέας, πέρα από την εξονυχιστική αναφορά τη σχετική με το μνημείο, επεκτείνεται και σε άλλες συνοπτικές αναφορές, καθώς όλη η πόλη είναι διάσπαρτη από σημάδια της μακραίωνης κατοίκησης των Εβραίων, αν αναζητήσει κανείς τα ίχνη της, κι ας καταστράφηκαν 34 συναγωγές από το ναζιστικό σχέδιο  εξαφάνισης όχι μόνο των Εβραίων αλλά και των ιχνών τους. Έτσι υπάρχουν αναφορές στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό απ’ όπου έφευγαν τα τραίνα για το Άουσβιτς, στην πλατεία Ελευθερίας όπου συγκεντρώθηκαν και ταπεινώθηκαν οι άρρενες Εβραίοι τον Ιούλιο του 1942, στην αγορά Μοδιάνο, στη Βίλλα Αλλατίνι, ή στο μεταπολεμικό νεκροταφείο, όπου και το πρώτο ενδοκοινοτικό μνημείο της εξόντωσης. Αυτά και άλλα πολλά σηματοδοτούν τη μακραίωνη και δημιουργική παρουσία της πολυπληθέστερης για αιώνες κοινότητας της πόλης, της εβραϊκής. Τραγικότερη ήταν η μοίρα του νεκροταφείου της με τη μακραίωνη ιστορία, από την άφιξη κιόλας των Σεφαραδιτών στα τέλη του 15ου αιώνα, που καταστράφηκε και λεηλατήθηκε στην Κατοχή, με τον χειρότερο τρόπο (ξέθαμμα οστών, σπάσιμο πλακών κ.λπ.), από τους ναζί, με ευθύνη και των ελληνικών αρχών που πρόθυμα παραχώρησαν την άδεια. Πολλά κτίρια του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου χτίστηκαν σε εδάφη του κατεστραμμένου νεκροταφείου και επί εβδομήντα χρόνια (1943-2013) ούτε μία αναμνηστήρια πλάκα δεν αναφερόταν σ’ αυτή την πρωτοφανούς έκτασης και αγριότητας πράξη. Μόλις τον Μάιο του 2014, σημάδι κι αυτό ότι τα πράγματα σιγά σιγά αλλάζουν, εγκαινιάστηκε μια εικαστική σύνθεση στο φουαγιέ της αίθουσας τελετών του Πανεπιστημίου, που αποτελεί υπόμνηση του οδυνηρού παρελθόντος και σηματοδοτεί την ιστορία του χώρου για τις νεότερες γενιές.     

Θέλω να τονίσω εδώ τη σημασία και το ενδιαφέρον που έχει η ένταξη της μνήμης της γενοκτονίας των Εβραίων στη μελέτη αυτή μέσω της μελέτης των μνημείων Ολοκαυτώματος. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να συνυπάρχει αυτή η μνήμη με τις υπόλοιπες μνήμες του πολέμου (την αντιστασιακή, τη μνήμη άλλων μαρτυρικών τόπων, όπως τα Καλάβρυτα για την Ελλάδα) σε μια μελέτη για τη μνήμη της Κατοχής. Συνήθως αντιμετωπίζεται ως το ξεχωριστό γεγονός το οποίο πραγματευόμαστε σε άλλο πεδίο σπουδών είτε, το συνηθέστερο, το λησμονούμε και το αποσιωπούμε. Και βέβαια συντάσσομαι με όσους πιστεύουν πως η μνήμη της Shoah δεν έχει τίποτε να χάσει από αυτό, πως δεν κινδυνεύει με δυο λόγια η μοναδικότητά της. Μακάρι να μην ήταν έτσι, αλλά, δυστυχώς, η ιδιαιτερότητά της είναι τέτοια που επιβάλλεται εξ ορισμού.

ΟΙ ΝΕΟΤΕΡΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ

Θα μπορούσα να πω πολλά ακόμη, αλλά δεν θα επεκταθώ. Θα επαναλάβω μόνο τη χαρά μου που αυτά τα ζητήματα θεματοποιήθηκαν επιτέλους και στην Ελλάδα και που η νεότερη γενιά ιστορικών προχωρεί με επιτυχία σ’ αυτά τα μονοπάτια.

Και μια τελευταία παρατήρηση για να κλείσω: μου άρεσε ο τρόπος που η ΄Αννα Μαρία Δρουμπούκη εντάσσει με φυσικότητα μέσα στην κεντρική αφήγηση αναφορές σε καλλιτεχνικά έργα, όπως ταινίες ή λογοτεχνήματα. Στιγμές του ανθρώπινου πόνου, σχόλια για την ίδια την εμπειρία και το βίωμα, που η τέχνη τις αποτυπώνει με διαφορετική δύναμη από την ιστοριογραφία. Δείγμα κι αυτό της ευρύτερης κουλτούρας της νέας ιστορικού και της ελευθερίας με την οποία αντιμετωπίζει τη γραφή της. Έτσι το βιβλίο γίνεται ευανάγνωστο για ένα ευρύτερο κοινό, που αναγνωρίζει σ’ αυτό πολλές αναφορές, και συγχρόνως παραμένει ενδιαφέρον για την ακαδημαϊκή κοινότητα, στοίχημα καθόλου εύκολο.                                  

                              ----------------------------------

Επεξεργασμένη μορφή ομιλίας που εκφωνήθηκε στην παρουσίαση του βιβλίου, στις 31 Οκτωβρίου 2014, στο βιβλιοπωλείο «Επί λέξει» (άλλοι ομιλητές: ο καθ. Χάγκεν Φλάισερ, ο καθ. Νίκος Αλιβιζάτος, η συγγραφέας Μάρω Δούκα. Συντονιστής ήταν ο δημοσιογράφος Ηλίας Κανέλλης).


[1] Το έργο αυτό, από τα μείζονα του Φουκώ και έργο αναφοράς για χώρους εγκλεισμού, εκδόθηκε από τις εκδ. Γκαλιμάρ το 1975. Στην Ελλάδα μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε το 1989 στις εκδόσεις Ράππα σε μετάφραση Ιουλιέττας Ράλλη - Καίτης Χατζηδήμου, ενώ επανακυκλοφόρησε το 2011 σε νέα μετάφραση του Τάσου Μπέτζελου, από τις εκδ. Πλέθρον. Και στις δύο εκδόσεις, ο τίτλος είναι κοινός: Επιτήρηση και τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής. Σχόλιο για τη μετάφραση του τίτλου: είναι γεγονός πως η μετάφραση των γαλλικών απαρεμφάτων είναι προβληματική, αλλά πιστεύω ότι όταν γίνονται ουσιαστικά χάνουν κάτι από τη δυναμική τους.     

[2] James Ypung, The texture of memory. Holocaustmemorialsandmeaning, YaleUniverstiyPress, NewHeaven 2000.

[3] . Βλ. Α. Μ. Δρουμπούκη, Μνημεία της λήθης, ό.π., σ.  75, σημ. 118.

[4] Άννα Μαρία Δρουμπούκη, Μνημονικοί τόποι: Το στρατόπεδο- μουσείο του Άουσβιτς και προτάσεις μουσειολογικής ανάδειξης του στρατοπέδου Χαϊδαρίου, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Μουσειακές Σπουδές», 2009.  Βλ. και: Άννα Μαρία Δρουμπούκη, «Στρατόπεδο Χαϊδαρίου: Όψεις της κατοχικής βιογραφίας μιας πόλης», περ. Σύγχρονα Θέματα, τχ. 116, Ιανουάριος- Μάρτιος 2012, σσ. 73-79.

[5] Σημείωση ενδεχομένως χρήσιμη για  την β’ έκδοση: πρέπει να προστεθεί το –ν στην κατάληξη του Μπούχενβαλντ.  Επίσης αν και η προφορά «Ντάχαου» είναι προφανώς η σωστή, στα ελληνικά ξενίζει και είναι εντελώς δυσπρόφερτη, η γλώσσα μας το έχει δεξιωθεί επί δεκαετίες ως «Νταχάου».

[6] Ιδιαίτερα γνωστός στην Ελλάδα, καθώς πολλά βιβλία του έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά, τα περισσότερα από τις εκδ. Εξάντας της Μάγδας Κοτζιά, που αγαπούσε ιδιαίτερα αυτόν τον συγγραφέα. Δύο από τις postmortem εκδόσεις του είδαν, επίσης, το φως πρόσφατα στη χώρα μας: Χ. Σεμπρούν, Πατρίδα μου είναι ο λόγος. Συζητήσεις με τον Φρανκ Απρεντερίς, μτφρ.: Ευγενία Γραμματικοπούλου, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 2013 και Χ. Σεμπρούν, Ασκήσεις επιβίωσης, μτφρ.: Έφη Κορομηλά, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2014, βιβλίο που εστιάζει και στις τρεις μεγάλες θεματικές του στην αντιστασιακή του εμπειρία, την εμπειρία της παρανομίας στην Ισπανία και την εμπειρία εγκλεισμού στο Μπούχενβαλντ. Βλ. και το μοναδικό στην Ελλάδα αφιέρωμα για τον Σεμπρούν με αφορμή το θάνατό του, τον Ιούνιο του 2011, στο Books’ Journal, τχ. 9, Ιούλιος 2011 (κείμενα Οντέτ Βαρών-Βασάρ, Κατερίνα Σχινά, Μαρία Τοπάλη). 

[7] Βλ. σχετικά και Ο. Βαρών-Βασάρ, Η ανάδυση μιας δύσκολης μνήμης. Κείμενα για τη γενοκτονία των Εβραίων, β’ επαυξημένη έκδ., Εστία, Αθήνα 2013, σσ. 199-204 και  σσ. 140-141.

[8]. H ΄Εκθεση του Εβραϊκού Μουσείου Ελλάδος για τη συμμετοχή Ελληνοεβραίων στην Αντίσταση, με τίτλο «Συναγωνιστής», με έρευνα και παρουσίαση του ιστορικού Ιάσονα Χανδρινού, θα παραμείνει ανοιχτή  μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου του 2014.   

[9] Βλ. άρθρο του Παναγιώτη Δημητρά στο Books’ Journal, τχ 49, Νοέμβριος 2014 («Ελλάδα, πρωταθλήτρια στον αντισημιτισμό»), σσ. 34-35, όπου γίνεται αναφορά σε 26 τέτοιες βεβηλώσεις εβραϊκών μνημείων στην Ελλάδα. Ακόμη κι όταν εντοπίστηκε/αν ο/οι δράστης/ες, καμία υπόθεση δεν κατέληξε σε δίκη ή σε τιμωρία. 

Οντέτ Βαρών-Βασάρ

Iστορικός που ασχολείται ερευνητικά με τη δεκαετία του 1940, συγγραφέας των βιβλίων Ελληνικός νεανικός τύπος, Καταγραφή 1941-1945 (1987), Η ενηλικίωση μιας γενιάς. Νέοι και νέες στην Κατοχή και στην Αντίσταση (2009) και Η ανάδυση μιας δύσκολης μνήμης. Κείμενα για τη γενοκτονία των Εβραίων (2013). Διδάσκει Ιστορία στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο και κάνει ένα Σεμινάριο σχετικό με τη γενοκτονία των Εβραίων, τη μνήμη της και τις αναπαραστάσεις της  στο Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδος.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά