Σάββατο, 01 Φεβρουαρίου 2014

Καθολικισμός - νεωτερικότητα: μια ασυμφιλίωτη σχέση

Κατηγορία Κριτικές
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 40
Ο Μέγας Κωνσταντίνος, όπως απεικονίζεται σε χρυσό νόμισμα που χρονολογείται στα 313. Ο Μέγας Κωνσταντίνος, όπως απεικονίζεται σε χρυσό νόμισμα που χρονολογείται στα 313.

Jean - Pierre Moisset, Ιστορία του καθολικισμού, μετάφραση από τα γαλλικά: Μιχάλης Ρούσσος, Αιμίλιος Βαλασιάδης,  Μάρκος Ρούσσος, Γιάννης Κώστας, επιμέλεια: Θεόδωρος Κοντίδης, Κωνσταντίνος Αγόρας, επίμετρο: Θεόδωρος Κοντίδης, Πόλις, Αθήνα 2011, 486 σελ.

Εξέπληξε θετικά με τις παρεμβάσεις του ο νέος πάπας Φραγκίσκος. Ο τρόπος με τον οποίο τοποθετήθηκε στα ζητήματα των κοινωνικών ανισοτήτων και το φιλελεύθερο πνεύμα που επέδειξε για τις πολιτικές της καθολικής Εκκλησίας έναντι των ζητημάτων της βιοηθικής δεν ήταν συνηθισμένες προσεγγίσεις για τις παραδοσιακές αξίες της Καθολικής Εκκλησίας. Οι εξελίξεις στην Αγία Έδρα κάνουν ξανά επίκαιρο το σημαντικό βιβλίο του Ζαν-Πιερ Μουασσέ.

Η σχέση του σύγχρονου καθολικισμού με το φιλελεύθερο πνεύμα της νεωτερικότητας αποτελεί το νήμα που συνδέει τα διαφορετικά κομμάτια του βιβλίου, που πρωτοεκδόθηκε στη Γαλλία το 2006. Ναι μεν το πλαίσιό του είναι η ιστορία της Καθολικής Εκκλησίας, η ουσία του όμως αγγίζει το μεγάλο ερώτημα, κατά πόσο είναι συμβατό το πνεύμα του καθολικισμού και κάθε θρησκευτικής θεώρησης ευρύτερα με το φιλελεύθερο πνεύμα και πρακτικές.

Ο  Ζαν-Πιέρ Μουασσέ, νέος ιστορικός και αναπληρωτής καθηγητής σύγχρονης ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Μπορντώ, φροντίζει από την αρχή να μας προϊδεάσει ότι σκοπός του δεν είναι να παρουσιάσει μια αγιογραφία, ούτε όμως και ένα λίβελο για την πορεία του χριστιανισμού από ένα ρεύμα του ιουδαϊσμού προς μια παγκόσμια θρησκεία, με πάνω από ένα δισεκατομμύριο πιστούς. Στην εργασία του επιδιώκει, και εν πολλοίς κατορθώνει να παρουσιάσει με εντυπωσιακή πληρότητα την ιστορία μιας θρησκείας που έμελλε να παίζει μέχρι σήμερα σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής αλλά και της παγκόσμιας ιστορίας.

Μια νέα θρησκεία γεννήθηκε

Η Ιστορία του καθολικισμού δεν αναφέρεται μόνο στην εμφάνιση, την εξέλιξη και την εδραίωση μιας θρησκείας, αλλά είναι και μια παγκόσμια και προπαντός μια ευρωπαϊκή ιστορία. Ο συγγραφέας, ήδη από την εισαγωγή του, τονίζει ότι η αντίληψη που ήθελε τον πιστό να θεωρεί την αγιότητα της Εκκλησίας εγγύηση ενάντια στην πλάνη είναι ήδη ξεπερασμένη. Κυρίως όμως είναι ξεπερασμένη η αντίληψη που θεωρούσε τα πρόσωπα ως φορείς του λάθους, αλλά ποτέ την ίδια την Εκκλησία, η οποία εμφανιζόταν ως ο τέλειος θεσμός. Γι’ αυτό δεν είναι δυνατόν, σήμερα, να είναι κανείς καθολικός ή πιστός, όπως ήταν π.χ. τον 3ο αιώνα. Την ίδια όμως στιγμή, η οπτική του καθολικισμού στα πράγματα, αλλά και κάθε θρησκείας, είναι απαραίτητη για την κατανόηση των κοινωνιών στις οποίες ζούμε. Η ιστορία του Μουασσέ συμβάλλει σ’ αυτή την κατανόηση, γιατί δεν είναι μια ιστορία των δογμάτων καθεαυτών, αλλά της αποδοχής τους από τους πιστούς και της αντιμετώπισής τους από τους μη πιστούς.

Το διάστημα από το 30 ώς το 135, ο χριστιανισμός διαμορφώθηκε από μια κατά βάση θρησκεία εντός του ιουδαϊσμού σε μια νέα θρησκεία που υπερβαίνει αυτά τα όρια, με στόχο να «κυριεύσει» και τις ψυχές των Εθνικών. Η ιδρυτική μορφή της νέας θρησκείας, ο Ιησούς, είτε ως Χριστός-Θεάνθρωπος είτε ως απλός Ιησούς-άνθρωπος, ήρθε σε αντίθεση με τις συνήθειες της εποχής του, συναναστρεφόμενος και Ιουδαίους  και Εθνικούς, και αμαρτωλούς και «αναμάρτητους». Αυτή του η ελευθερία οφείλεται στο ότι έθεσε την εντολή της αγάπης πάνω από κάθε άλλη εντολή, πάνω από κάθε κοινωνικό αποκλεισμό. Η ιστορία του καθολικισμού είναι η ιστορία της μετατροπής μιας κοσμοαντίληψης για την αγάπη σε θρησκεία, που χρειάζεται την εξουσία για να πείσει για την ανωτερότητα της πίστης της. Επειδή το βιβλίο ολοκληρώθηκε το 2006, ίσως χρειαστεί να συμπληρωθεί, παρακολουθώντας τη μοναχική πορεία του πάπα Φραγκίσκου προς τον  φιλελευθερισμό.

Το πρώτο σημείο στον γεωγραφικό χάρτη του ανερχόμενου χριστιανισμού ήταν η Ιερουσαλήμ. Αλλά χάρη στον Απόστολο Παύλο ο χριστιανισμός ανοίχτηκε εκτός των ορίων της ιερής πόλης της Ιουδαίας, αρχικά στην υπόλοιπη Μέση Ανατολή. Η μεγάλη πάντως ανάπτυξή του γεννήθηκε στη Ρώμη, στην καρδιά της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ο χριστιανισμός εμφανίστηκε ως νέα θρησκεία, κατά συνέπεια δεν είχε τα ειδικά δικαιώματα που είχαν παραχωρηθεί στον ιουδαϊσμό. Το μείζον όμως πρόβλημα ήταν ότι οι χριστιανοί αρνούνταν να συμμετάσχουν σε οποιαδήποτε ειδωλολατρική τελετουργία, ακόμη και όταν αυτή γίνονταν προς τιμήν του ρωμαίου αυτοκράτορα. Αυτό οδήγησε σε διωγμούς, οι οποίοι όμως δεν ήσαν συνεχείς και τόσο ωμοί, όσο τους παρουσιάζει μια εκκλησιαστική ιστοριογραφία και μυθολογία. Πάντως, στον 1ο αιώνα, η συγκυρία ήταν ευνοϊκή για την άνοδο του χριστιανισμού. Αφ' ενός επειδή η κοινωνία ήταν έτοιμη να δεχτεί ένα μεσσιανικό μήνυμα, αφ' ετέρου διότι η νέα θρησκεία στηρίχτηκε στην πολυετή παρουσία του ελληνισμού στην αρχαία Παλαιστίνη.

Οι χριστιανοί άρχισαν να πληθαίνουν από τα μέσα του 2ου αιώνα, αλλά θεωρήθηκαν κακοί πολίτες με αποτέλεσμα να αποτελέσουν στόχο του λαϊκού μίσους. Σ’ αυτό το πλαίσιο άρχισαν να δημιουργούν τη δική τους κοινότητα, τη δική τους ιεραρχία και το δικό τους τελετουργικό. Έχει ιδιαίτερη σημασία, μάλιστα, ο τρόπος με τον οποίο οι διανοητές του χριστιανισμού της εποχής ενσωματώνουν τη στωική ηθική και την πλατωνική σκέψη στις πρώτες χριστιανικές νοητικές παραστάσεις και, ιδίως, στη λεγόμενη χριστιανική αποκάλυψη.

Η μεγάλη ανατροπή έγινε τον 4ο αιώνα, όταν η νέα θρησκεία παύει να είναι παράνομη.  Δυο ρωμαίοι αυτοκράτορες, αρχικά ο Γαλέριος (305-311) και, μετέπειτα, ο Κωνσταντίνος (312-337), υιοθετούν τη χριστιανική θρησκεία. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, αυτό γίνεται και για λόγους πολιτικού υπολογισμού, αλλά και λόγω προσωπικών πίστεων. Είναι πάντως η εποχή που ο μονοκράτορας, πλέον, Κωνσταντίνος συνδέει τον μοναδικό θεό με την άσκηση της αποκλειστικής εξουσίας του. Ταυτοχρόνως, εμφανίζονται οι διάφορες «αιρέσεις», οι οποίες φυσικά διεκδικούν τη δική τους γνήσια ανάγνωση του χριστιανικού μηνύματος. Η αρχική σχέση Εκκλησίας και Κράτους δεν είναι ευθύγραμμη, αλλά εκτυλίσσεται σε μια πορεία εκατό ετών, από τον Κωνσταντίνο στον Θεοδόσιο (379-395). Ο χριστιανισμός αντικατέστησε την ειδωλολατρία, αλλά η θρησκεία παρέμεινε ο συνεκτικός ιστός των κοινωνιών. Και θα παραμείνει ώς τη νεωτερικότητα.

Ο 5ος και ο 6ος αιώνας είναι εποχές των μεταναστευτικών αλλαγών και των θεολογικών προκλήσεων. Έχουμε πλέον τη σαφή συγκρότηση της ανατολικής Εκκλησίας και της σχέσης της με τον αυτοκράτορα, ο οποίος αφ' ενός υποστηρίζει το ιεραποστολικό έργο του κυρίαρχου πλέον επίσημου χριστιανισμού, αφ' ετέρου προβαίνει σε ενέργειες καταστολής κατά των αιρετικών και των ειδωλολατρών. Το διάστημα αυτό παγιώνεται με σαφήνεια η διαφορετική λειτουργία της λατινικής Εκκλησίας, μέσα σ’ ένα κλίμα προκλήσεων από τους  βαρβάρους. Εμφανίζονται οι πρώτες μορφές λατρείας της Θεοτόκου και των αγίων ενώ ανθεί ο μοναχισμός. Η συσσώρευση θεολογικών αντιδικιών οδηγεί αναπόφευκτα σε εκκλησιαστικές αποσχίσεις. Ωστόσο, ο βασικός κορμός της Εκκλησίας διαθέτει ενιαία έκφραση.

Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες δογματικές αντιπαραθέσεις του 5ου αιώνα είναι αυτή ανάμεσα στον ασκητή από τη Βρετάνη Πελάγιο και τον επίσκοπο Ιππώνος Αυγουστίνο, τον μετέπειτα γνωστό ως Ιερό Αυγουστίνο (354-430), για το ποια θέση αρμόζει στη Θεία Χάρη κατά τον αγώνα του πιστού για τη σωτηρία. Ο Πελάγιος ισχυρίζεται ότι η σωτηρία βρίσκεται στα χέρια του ανθρώπου, που είναι απόλυτα ελεύθερος και υπεύθυνος για τις πράξεις του, ορισμένοοι μάλιστα εντοπίζουν στις θέσεις αυτές τα πρώτα ψήγματα της σκέψης του Διαφωτισμού. Ο Ιερός Αυγουστίνος, αντίθετα, διατείνεται ότι ο άνθρωπος είναι ελεύθερος, αλλά αυτή η ελευθερία του εξαρτάται από τη Χάρη που του δίνει ο Θεός. Όπως ήταν φυσικό για μια Εκκλησία που ήδη είναι εξουσία και εκπροσωπεί τη Χάρη του Θεού στην επίγεια πόλη, το δίκιο είναι με το μέρος του Αυγουστίνου. Γι’ αυτό και ο πάπας Ιννοκέντιος Α’ και ο αυτοκράτορας Ονώριος αποδοκιμάζουν το 418 τις απόψεις του Πελάγιου.

Ρώμη και Κωνσταντινούπολη

Η ενότητα, ωστόσο, έμελλε να διαταραχθεί, άλλωστε ήδη η Ανατολή είχε αυτονομηθεί σε συνήθειες, σε καθημερινά ήθη αλλά και σε λατρευτικές χρήσεις από τη Δύση. Στο κατώφλι του 7ου αιώνα η χριστιανική πίστη φαινόταν να οδηγείται όλο και περισσότερο σε δυο διαφορετικά μονοπάτια. Το ένα οδηγεί στη Ρώμη και το άλλο στην Κωνσταντινούπολη.  Χρειάστηκε, βέβαια, αρκετός καιρός μέχρι την επίσημη ρήξη. Στο μεταξύ, το Βυζάντιο έπρεπε να συγκρουστεί πολεμικά με τους Αβάρους και με τους Πέρσες, ενώ ταλαιπωρήθηκε από την ιδεολογική και δογματική σύγκρουση που ονομάστηκε εικονομαχία, και όσο συνέβαιναν αυτά η Εκκλησία στη Ρώμη ερχόταν όλο και πιο κοντά στην πολιτική εξουσία.

Η εξουσία στη Ρώμη έχει πλέον διττή έκφραση, πολιτική και πνευματική. Μάλιστα, οι συγκρούσεις της Εκκλησίας με τους αυτοκράτορες για τη διατήρηση και των δυο εξουσιών είναι η πηγή της δύναμης αλλά συχνά και της αδυναμίας του πρωτογενούς παπισμού. Η κρατικοποίηση του εκκλησιαστικού πνεύματος και η ιεροποίηση της αυτοκρατορικής εξουσίας αποτελούν τις τομές της εποχής. Η παποσύνη κερδίζει σε ασφάλεια και αποκτά εδάφη ενόσω το βασίλειο των Φράγκων αποκτά την πολιτική νομιμότητα που ήθελε. Αργότερα, με τη διεύρυνση των κατακτήσεων του χριστιανισμού, από τον Νότο στον Βορρά της Μεσογείου και από τον Ρήνο στη Σκανδιναβία, θα έλθουν και οι συγκρούσεις για τα πρωτεία.

Από το 1049, με τον Λέοντα Θ’, αρχίζει μια προσπάθεια, πετυχημένη εν πολλοίς, για την ανανέωση της παπικής εκκλησίας. Ωστόσο, το 1054 προέκυψε το Σχίσμα των Εκκλησιών, που απομάκρυνε οριστικά την Ανατολή από τη Δύση. Για τον Μουασσέ, το Σχίσμα ήταν μια περιττή θρησκευτική ρήξη. Δεν νομίζω ότι θα βρει πολλούς υποστηρικτές αυτής της θέσης. Ούτε ο ίδιος είναι τόσο καλός υποστηρικτής αυτής της άποψης, αφού δεν κρύβει τους πολιτικοεξουσιαστικούς λόγους αυτής της διάσπασης.

Αντίθετα, κανείς δεν θα διαφωνήσει ότι οι σταυροφορίες, ανάμεσα στο 1096 και το 1270, αποτελούν ένα ξεχωριστό και πολύ σημαντικό κεφάλαιο στην προσπάθεια εδραίωσης της λατινικής χριστιανοσύνης. Μέσα σ’ αυτή τη διελκυστίνδα ανάμεσα στους πάπες και τους ηγεμόνες για την εξουσία, δεν εκπλήσσει η εμφάνιση κινημάτων για τη σωτηρία που βασίζονται στον μοναχισμό και στις αιρέσεις (Καθαροί). Η αντιμετώπιση των αιρέσεων οδηγεί στην ίδρυση του Τάγματος των Δομηνικανών και στην Ιερά Εξέταση (1231), την οποία ο Μουασσέ αντιμετωπίζει μάλλον υποτονικά, μη αποδίδοντας το ζόφο της πρακτικής της. Ωστόσο, επισημαίνει  το πρόβλημα που προκύπτει όταν μια κοινωνία ιεραρχεί ως πρώτο αγαθό την πίστη και όχι τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η ανεκτικότητα, υποστηρίζει ο Μουασσέ, εμφανίζεται σε κάποιες στιγμές, αλλά δεν αποτελεί κοινωνική αξία.

Η ταραγμένη χριστιανοσύνη

Οι επόμενοι δύο αιώνες 14ος και 15ος είναι οι αιώνες της ταραγμένης χριστιανοσύνης. Ο 14ος αιώνας εισέρχεται με τη σύγκρουση του πάπα Βονιφάτιου Η’ και του πάπα Κλήμη Ε’ με τον γάλλο βασιλιά Φίλιππο τον Ωραίο και με τη μεταφορά της παπικής έδρας στην Αβινιόν (1309). Η μεταφορά αυτή κράτησε πάνω από έναν αιώνα ενώ υπήρξαν περίοδοι με δυο πάπες, έναν στην Αβινιόν και έναν στο Βατικανό. Η επιστροφή στη Ρώμη συνδυάστηκε με ποντίφηκες που ζούσαν μέσα στη διαφθορά, τον νεποτισμό και τη σπατάλη. Τα σκάνδαλα και ο προκλητικός τρόπος ζωής ξεπερνούσαν τα όρια κάθε φαντασίας με τον Αλέξανδρο ΣΤ’ Βοργία (1492-1503). Στη συνέχεια, με τον Ιούλιο Β’ (1503-1513), αρχίζει η θεσμική εμπορευματοποίηση της μετάνοιας, με τη διανομή, έναντι αμοιβής, συγχωροχαρτιών, λυσιποίνων. 

Την ίδια περίοδο, ωστόσο, ο ουμανισμός, που εμφανίζεται ως ρεύμα, αμφισβητεί το πολιτιστικό μονοπώλιο της Εκκλησίας. Ως απάντηση, ο Γουλιέλμος του Όκκαμ, φιλόσοφος, θεολόγος και φραγκισκανός μοναχός (περ. 1285-1349), εισηγητής του φιλοσοφικού ρεύματος του νομιναλισμού, προωθεί την αποσύνδεση της Πίστης από το Λόγο. Κατ’ αυτόν, μόνο η Πίστη και η Αποκάλυψη μας επιτρέπουν να γνωρίζουμε τον Θεό. Η διαμάχη Πελάγιου- Αυγουστίνου επανέρχεται σε νέες συνθήκες για τη δυτική χριστιανοσύνη.

Χρειάστηκε να φτάσουμε στον 16ο αιώνα για να σηματοδοτηθεί η έναρξη μιας περιόδου ρήξεων και μεταρρυθμίσεων. Το 1517, ο Μαρτίνος Λούθηρος (1483-1546) τοιχοκολλεί στον Καθεδρικό Ναό της Βιττεμβέργης τις περίφημες 95 θέσεις του. Ο πάπας Λέων Ι’ (1475-1521) καταδικάζει αμέσως τις 41 από αυτές, για να ακολουθήσει η καταδίκη τους και στη Δίαιτα της Βορμς, αυτή τη φορά από την πολιτική εξουσία του αυτοκράτορα Καρόλου Ε’.  Η απόσχιση είχε πάρει το δρόμο της.

Κύρια δογματική αιτία διαφωνίας δεν ήταν μόνο τα λυσίποινα, αλλά ιδίως η επίκληση εκ μέρους των προτεσταντών της αρχής ότι «μόνο η πίστη σώζει» (Sola Fides: Μόνο η Πίστη).  Η καθολική Εκκλησία δεν μπορούσε να αποδεχθεί οποιονδήποτε να υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος λογοδοτεί μόνο στο Θεό, χωρίς την παρέμβαση του κλήρου και τη μεσιτεία των αγίων. Ωστόσο, ο λουθηρανισμός οφείλει την εδραίωσή του στη μεταστροφή των ηγεμόνων που δεν ανέχονταν να μοιράζονται την εξουσία τους με τον πάπα.

Ο Μουασσέ, στο σημείο αυτό, αποδεικνύεται ιδιαίτερα συστηματικός. Εκτός από τον Λούθηρο, προσεγγίζει και τις άλλες μεγάλες προσωπικότητες της περιόδου, μεταξύ των οποίων ο Τόμας Μύντσερ, ο Ούλριχ Σβίγγλιος και ο Καλβίνος, που διαδίδουν τη διαμαρτυρία κατά του παπισμού. Η Νύκτα του Αγίου Βαρθολομαίου, η σφαγή των Γάλλων προτεσταντών (Ουγενότων), δηλαδή, από τους Καθολικούς στο Παρίσι στις 24 Αυγούστου 1572, η ίδρυση της αγγλικανικής εκκλησίας και, γενικώς, η στροφή πολλών κρατών προς τον προτεσταντισμό είναι «στιγμιότυπα» αυτής της ταραγμένης χριστιανοσύνης.

Σε όλη αυτή την αναταραχή, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία έπρεπε να βρει μια πειστική απάντηση. Η απάντηση αυτή επιχειρήθηκε να δοθεί σε μια κορυφαία, μεγάλης διάρκειας Σύνοδο, που έγινε στο Τρέντο της Ιταλίας, μεταξύ 13 Δεκεμβρίου 1545 και Δεκεμβρίου 1563. Η Σύνοδος του Τρέντο διάρκεσε είκοσι πέντε συνεδριάσεις, επί τρεις περιόδους, και επιχείρησε να αναστηλώσει τα καθολικά επιχειρήματα, εξηγώντας τη σωτηρία ως αποτέλεσμα τόσο της πίστης όσο και των έργων, χάρη στην ελευθερία που δόθηκε στον άνθρωπο να δέχεται ή να απορρίπτει τη Θεία Χάρη. Αντί όμως να αποτελέσει μια Σύνοδο συμφιλίωσης, τέτοιες άλλωστε φαίνονταν να είναι οι προθέσεις, στην πραγματικότητα λειτούργησε διορθωτικά για το κύρος και την εδραίωση του καθολικισμού στις χώρες που έμειναν πιστές στον πάπα, που έγινε κατορθωτή μόνο  με μερικές προσαρμογές.

Στο μεταξύ, η διδασκαλία του Λούθηρου είχε διαδοθεί στη Γερμανία. Η εμμονή του αυτοκράτορα Καρόλου Ε΄ να τον απαγορεύσει, είχε οδηγήσει σε  γενικευμένη συμπλοκή των οπαδών του Λούθηρου και των οπαδών του βασιλιά. Η σύρραξη τερματίστηκε με την υπογραφή της Ειρήνης της Αυγούστας (1555), με την οποία έγινε αποδεκτή η αρχή cujus regio, ejus religio: εφεξής, ό,τι είναι ο ηγεμόνας, τέτοιο θρήσκευμα θα έχει και ο λαός. Η απάντηση του καθολικισμού στην απώλεια των ευρωπαϊκών κρατών είναι η επέκτασή του στον υπόλοιπο κόσμο με τις κατακτήσεις και τις ιεραποστολές. Ο καθολικισμός όμως εξακολουθεί να γνωρίζει μεγάλες κρίσεις και αμφισβητήσεις, όπως ο γιανσενισμός. Αυτός θέλει έναν καθολικισμό αποκαθαρμένο από το βάρος της αντίληψης του κρατικού συμφέροντος εντός μιας εκκοσμικευμένης διεθνούς τάξης.  Όλα αυτά, μαζί με τα δεινά των θρησκευτικών πολέμων, προαναγγέλλουν την επερχόμενη νεωτερικότητα.

Τα δεινά της νεωτερικότητας

Ο Κοπέρνικος και ο Γαλιλαίος στις φυσικές επιστήμες και ο Καρτέσιος στη φιλοσοφία είναι οι πρώτοι εκπρόσωποι ενός κόσμου που αμφισβητεί τα πρωτεία της Πίστης έναντι του Λόγου. Η φύση εξακολουθεί να είναι έργο του Θεού, αλλά η αποκρυπτογράφηση των μυστικών της όχι μόνο δεν αναιρεί αυτό το έργο, αλλά και το δοξάζει. Στα μέσα του 18ου αιώνα, το σοκ της νεωτερικότητας είναι πολύ δυνατό για την καθολική θρησκευτική συνείδηση. Ο Διαφωτισμός αναγνωρίζει τη θρησκευτική συνείδηση ως προσωπική. Η Εκκλησία που ταυτίζει τον εαυτό της με το σύνολο της κοινωνίας δέχεται ισχυρό κτύπημα, και δεν μπορεί να ανεχτεί κάτι τέτοιο.

Οι διαφωτιστές αποδέχονται, στην πλειονότητά τους, τη θρησκεία ως παράγοντα σταθεροποίησης, αφού πρώτα αυτή αυτοαποκαθαρθεί. Δεν αμφισβητούν την πίστη, ούτε καν την Εκκλησία. Αμφισβητούν τη μεταφυσική της θρησκείας που οδηγεί στο φανατισμό. Βεβαίως, το πράγμα δεν έμεινε ώς εδώ, γιατί η κριτική στους θρησκευτικούς μύθους συνοδεύτηκε και με την πολιτική κριτική ενός θεσμού που «συνέχιζε να πνίγει την κοινωνία». Ο Διαφωτισμός όμως, σύμφωνα με τον Μουασσέ, βοήθησε την καθολική Εκκλησία να εξελιχτεί. Στο σημείο αυτό, γεννάται το ερώτημα (αν και ο Μουασσέ δεν το θέτει ευθέως) μέχρι ποίου σημείου μπορεί η Εκκλησία να εξελιχθεί, χωρίς να χάσει την πίστη για τον ξεχωριστό ρόλο της. Αυτό το ερώτημα βασανίζει και τον σημερινό πάπα Φραγκίσκο.

Υπήρξαν και τότε εκκλησιαστικές φωνές οι οποίες υποστήριζαν ότι η Εκκλησία είναι  πρωτίστως αγάπη και ελευθερία, και όχι μόνο πίστη. Γι’ αυτούς τους ιερείς, αλλά και τους επιστήμονες-πιστούς, η πίστη είναι ένα ζωντανό φαινόμενο το οποίο εξελίσσεται. Αλλά ο συγγραφέας σπεύδει να υποστηρίξει ότι, στο σύνολο και όχι μεμονωμένα, «το καθολικό ιδεώδες είναι ελάχιστα συμβατό με τα φιλελεύθερα καθεστώτα, αφού η Διδάσκουσα Εκκλησία επιμένει στη θεολογική άποψη του ομολογιακού κράτους, παρ' όλο που μια τέτοια θέση οδηγεί σε επικύρωση αυταρχικών πολιτικών επιλογών» (σελ. 381).

Η Αγία Έδρα, διά του Πίου Θ’ (1846-1878), σπεύδει το 1864 να προστατεύσει την ύπαρξή της, υιοθετώντας τον κατάλογο λαθών (Syllabus Εrrorum). Μέσα στα λάθη που επισημαίνονται, είναι ή άποψη ότι «ο ρωμαίος Ποντίφηκας μπορεί και οφείλει να συμφιλιώνεται και να συμβιβάζεται με την πρόοδο, τον φιλελευθερισμό και τον νεωτερικό πολιτισμό». Αυτή ήταν για τον Πίο Θ’ μια εντελώς λανθασμένη άποψη.

Προσωπικά δεν νομίζω ότι για το χαρακτήρα της θρησκευτικής συνείδησης θα μπορούσε να ισχυριστεί κάτι διαφορετικό και να παραμείνει γνήσιος προκαθήμενος της Καθολικής Εκκλησίας. Γι’ αυτό και για την ουσία της κάθε είδους πίστης ο κάθε Πίος Θ’ είναι καταλληλότερος εκφραστής από τον οποιονδήποτε Φραγκίσκο. Επειδή, όπως δεν υπάρχει φιλελεύθερος κομμουνισμός, έτσι δεν υπάρχει και φιλελεύθερος καθολικισμός. Στα δόγματα, κυρίαρχο στοιχείο είναι η πίστη και όχι η ελευθερία. Αυτός που αμφισβητεί το θεμέλιο της πίστης για τον καθολικισμό βρίσκεται έξω και πέρα από την ουσία του. Το ίδιο ίσχυε και για όποιον αμφισβητούσε την κομματοκρατική ερμηνεία των μαρξικών γραφών. Δεν χωράει ελευθερία εκεί όπου υπάρχει πίστη και, φυσικά, δεν χωρούν ούτε αλληλεγγύη ούτε αγάπη. Μα, θα ισχυριστεί κάποιος, ο χριστιανισμός είναι αγάπη και όχι πίστη. Ίσως. Δεν ξέρω. Μπορεί. Αλλά ο θεμέλιος λίθος για κάθε θρησκευτικό δόγμα είναι η πίστη και η απορρέουσα απ’ αυτή σωτηρία. Δεν υπάρχει όμως αγάπη εκεί όπου κυριαρχεί η πίστη. Γι’ αυτό και ο Φραγκίσκος (επανέρχομαι) είναι ένας μεγάλος «αιρετικός» πάπας.

Στον 20ό αιώνα, πλέον, η Αγία Έδρα ήρθε αντιμέτωπη με τους εθνικισμούς   και τους ολοκληρωτισμούς. Σε μερικές περιπτώσεις, όπως στην έξαρση των εθνικισμών του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, δεν κατόρθωσε να ξεφύγει από αυτούς. Σε κάποιες άλλες περιπτώσεις, όπως η εξόντωση των Εβραίων από τον Χίτλερ, ο πάπας Πίος ΙΒ’ τήρησε μια διφορούμενη και αμφιλεγόμενη στάση,  φοβούμενος, κατά την προσέγγιση του Μουασσέ, ότι μια επέμβασή του θα μπορούσε να προκαλέσει πολύ περισσότερα δεινά, όχι μόνο για τους Εβραίους αλλά και για τους καθολικούς. Αλλά, τότε, πού είναι η αγάπη;

Τέλος οι προσπάθειες δυο ιδιαίτερα εμπνευσμένων παπών, όπως ο Ιωάννης ΚΓ΄ (1958-1963) και, στη συνέχεια, ο Παύλος ΣΤ΄ (1963-1978), οι οποίοι, στη Β΄ Βατικανή Σύνοδο (1962-1965), επιδίωξαν να σβήσουν το Συνοδικό Διάταγμα Pastor Αeternus του 1870 για το αλάθητο, αλλά και το Syllabus Εrrorum, έρχονται να δώσουν το στίγμα ενός ανανεωνόμενου καθολικισμού. Στο κοινωνικό επίπεδο, τις προσπάθειές τους ακολούθησε και ο Ιωάννης-Παύλος Β’ (1978-2005), με τα δικά του ανοίγματα και την καταδίκη των ανισοτήτων. Ο σημερινός τούς υπερβαίνει όλους. Ουδείς πάπας, όμως, ούτε οι προαναφερθέντες, μπορεί να υπερβεί τη μεγάλη αντίθεση της Εκκλησίας ως φορέα πνευματικής εξουσίας στηριγμένου στην πίστη με τη φιλελεύθερη κοσμική εξουσία και τη νεωτερικότητα.

Σε παρόμοιο συμπέρασμα καταλήγει και ο συγγραφέας, τελειώνοντας το βιβλίο του. Αφού εξετάζει την ικανότητα προσαρμογής του καθολικισμού στις νέες συνθήκες, υποστηρίζει ότι η εγκατάλειψη της εξομολόγησης και της απειλής των φλογών της κόλασης ή των απολαύσεων του Παραδείσου είναι μέσα στο φαντασιακό των σύγχρονων ανθρώπων και ότι  «τελικά, περισσότερο και από την καθολική θρησκεία, είναι η καθολική θρησκευτικότητα που βγήκε μεταμορφωμένη από τον μισό αιώνα που μόλις παρήλθε» (σελ. 439). Ο καθολικισμός, συνεχίζει ο Μουασσέ, αν μπορέσει να αναζωογονηθεί κατά τον 21ο αιώνα, θα το κατορθώσει με τίμημα μια βαθιά ανασυγκρότηση. Μολονότι, όπως ήδη ανέφερα, δεν έχω καμία μεταφυσική ανησυχία για το μετα-γήινο μέλλον μου, ελπίζω να έχει δίκιο. Αλλά πολύ αμφιβάλλω.

Θα ήμουν εξαιρετικά άδικος αν σ’ αυτή την παρουσίαση δεν έκανα ιδιαίτερη αναφορά και στο εξαιρετικό επίμετρο του έλληνα καθολικού ιερέα Θεόδωρου Κοντίδη. Ένας ιερέας που, για όσους γνωρίζουν τη δράση και τη συμπεριφορά του, αποτελεί δείγμα ενός κλήρου όπως τον περιγράφει ο Μουασσέ στούς στόχους του μεταρρυθμιστικού καθολικού κινήματος. Ενός κλήρου «περισσότερου μορφωμένου, σταθερού, αφιερωμένου στην ενορία του και προσαρμοσμένου στα καθολικά πρότυπα ευπρέπειας» (σελ. 294).

Ο Κοντίδης αντιλαμβάνεται τη θρησκευτική εμπειρία ως μια διαρκή Έξοδο, κατά τον συμβολισμό της βιβλικής Εξόδου, προς τη δικαιοσύνη. Γιατί, όπως υποστηρίζει (αυτός, ένας ιερέας), «δεν αρκεί μόνο η λατρεία και οι θυσίες για να είναι ο άνθρωπος ευσεβής προς τον Θεό, χρειάζεται και η δικαιοσύνη απέναντι στον συνάνθρωπο, όπως το βλέπουμε στον κώδικα των Δέκα Εντολών» (σελ 457). Ο Κοντίδης διαβάζει το καθολικό δόγμα ως Έξοδο και Διαθήκη (πρόδρομο του Κοινωνικού Συμβολαίου;).

Πολύ ενδιαφέροντα και αξιόλογα όλα αυτά. Δεν πρέπει μάλιστα να ξεχάσω να αναφέρω τη συμβολή και των πατέρων Ιησουιτών της Αθήνας για την έκδοση αυτού του βιβλίου, ενός έργου που δεν κολακεύει τα πεπραγμένα της Καθολικής Εκκλησίας. Παρ’ όλα αυτά, πιστεύω ότι καθολικός α λα καρτ δεν γίνεται, γι’ αυτό και πιο κοντά στον καθολικισμό είναι το Syllabus Εrrorum, το Μόνο η Πίστη και η Αγία Γραφή (Sola Fides – Sola Scriptum) και ο Αυγουστίνος απ’ ό,τι ο Πελάγιος, η Β’ Βατικανή Σύνοδος και η τελευταία παπική εγκύκλιος Evangelii Gaudium (Η Χαρά του Ευαγγελίου) του Νοεμβρίου 2013, η οποία στρέφεται κατά του αχαλίνωτου καπιταλισμού που παράγει τεράστιες κοινωνικές ανισότητες.

Ελπίζω, σ’ αυτή την προσέγγιση, εγώ να είμαι ο δογματικός και όχι οι Πατέρες της Εκκλησίας. Γιατί όπως έλεγε και ο παππούς Μαρξ, η μεγαλύτερη αρετή του νεωτερικού ανθρώπου είναι το ρητό De omnibus dubitantum: να αμφιβάλεις για όλα.

Γιώργος Σιακαντάρης

Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας, διετέλεσε επιστημονικός διευθυντής στο ΙΣΤΑΜΕ. Βιβλία του: Οι μεγάλες απουσίες. Η ελληνική δημοκρατία σε άμυνα (2011), Ζαν-Ζακ Ρουσσώ: Ο φιλόσοφος της πεφωτισμένης δημοκρατίας (2012).

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Στις ρωγμές του χρόνου Lanisters, γουρούνια, δολοφόνοι

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά