Παρασκευή, 09 Ιανουαρίου 2015

Σατανική τύχη: ξεφεύγοντας από «το τιμωρό χέρι του Αλλάχ»

Κατηγορία Κριτικές
Γράφτηκε από  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Τεύχος 24
2008, Νέα Υόρκη. Ο Σαλμάν Ρούσντι (δεύτερος από αριστερά), μαζί με τον Πολ Όστερ, συναντώνται με τον τότε ισραηλινό πρόεδρο Σιμόν Πέρες. 2008, Νέα Υόρκη. Ο Σαλμάν Ρούσντι (δεύτερος από αριστερά), μαζί με τον Πολ Όστερ, συναντώνται με τον τότε ισραηλινό πρόεδρο Σιμόν Πέρες. David Shankbone

Σαλμάν Ρούσντι, Τζοζέφ Αντόν, η βιογραφία ενός ψευδωνύμου, μετάφραση από τα αγγλικά: Χρήστος Καψάλης, Έλλη Συλλογίδου, Ψυχογιός, Αθήνα 2012, 563 σελ.

 

Η λογοτεχνία είναι έκφραση της ελευθερίας μας, δήλωσε ο συγγραφέας Μισέλ Ουελμπέκ με αφορμή την κυκλοφορία του νέου βιβλίου του, που λόγω της θεματικής του και της προκλητικότητάς του ήταν το θέμα και του Charlie Hebdo, που κυκλοφορεί. Ωστόσο, μετά τη δολοφονική δράση των ισλαμοφασιστών, ο Ουελμπέκ έσπευσε να εξαφανιστεί, δηλώνντας ότι αποσύρεται από τη διαφημιστική υποστήριξη του βιβλίου του και από τις παρουσιάσεις του. Η ιστορία του Ουελμπέκ θυμίζει την ιστορία ενός άλλου συγγραφέα, του Σαλμάν Ρούσντι, ο οποίος είχε επικηρυχτεί από τον Χομεϊνί και αναγκάστηκε να εξαφανιστεί για χρόνια από το κοινωνικό προσκήνιο. Τα παθήματα της ελευθερίας του λόγου στο πρόσωπο του Ρούσντι από το φανατικό Ισλάμ, ανακαλεί το κείμενο που δημοσιεύεται παρακάτω - είχε πρωτοδημοσιευθεί στο Books' Journal #24, Οκτώβριος 2012.

 

 

«Ό,τι ιεροποιεί σκοτώνει. Η απέχθεια γεννιέται από τη λατρεία». Ο Ραούλ Βάνεγκεϊμ με αυτή του τη φράση συνόψισε ολόκληρη τη φρίκη που κρύβει βαθιά μέσα του ο θρησκευτικός ολοκληρωτισμός, τούτο το θλιβερό και επικίνδυνο απομεινάρι του σκοτεινού Μεσαίωνα της ανθρώπινης ύπαρξης[i]. Αλλά ίσως, η χρονική δομή που έχει πλάσει για τις ανάγκες της αφήγησης  η σύγχρονη ιστοριογραφία, να είναι κι αυτή μια απάτη. Γιατί να μιλούμε για το μεσαίωνα, σαν κάτι το περασμένο,όταν πρόσφατα έκανε το γύρο του κόσμου η εικόνα του πτώματος του αμερικανού πρεσβευτή στη Βεγγάζη; Τι διαφορά έχει ένας νεκρός Αμερικανός που κάηκε υπό τις φρικτές ιαχές φανατικών πιστών του Αλλάχ, από τον νεκρό εδώ και τρεις αιώνες Ιππότη Ζαν-Φρανσουά ντε λα Μπαρ; Τον Ζαν Φρανσουά ντε λα Μπαρ που τον κάψανε σε σιγανή φωτιά, στη Γαλλία του 18ου αιώνα, επειδή τόλμησε να ασεβήσει σε βάρος του Τιμίου Σταυρού, και δεν έμεινε ασκεπής κατά τη διέλευση της λιτανείας. Τον δύστυχο Ζαν Φρανσουά, που πάνω στα απομεινάρια του κάψανε και το φιλοσοφικό λεξικό του Βολταίρου, άλλο σημάδι βλασφημίας και τούτο, ελπίζοντας πως έτσι θα απανθρακώσουν όχι μόνο τον καταδικασμένο αλλά και τις ίδιες του τις ιδέες:

 

«Πρέπει να ήταν περίπου χίλια άτομα στη διαδήλωση, όλοι τους άντρες. [...] Ένα αντίτυπο [...] είχε καρφωθεί πάνω σε ένα κοντάρι και στη συνέχεια παραδόθηκε στις φλόγες, σταυρώθηκε και έγινε παρανάλωμα. Ήταν μια εικόνα που δε μπορούσε να την ξεχάσει: τα ευχαρίστως οργισμένα πρόσωπα, να απολαμβάνουν το θυμό τους,νομίζοντας πως η ταυτότητά τους πήγαζε από την οργή τους»[ii]

 

Κάπως έτσι υποθέτουμε πως θα διαδραματίστηκε και η καύση του Φιλοσοφικού Λεξικού κάτω απ' το Ικρίωμα όπου ο Ντε λα Μπαρ είχε μόλις αφήσει την τελευταία του πνοή. Και λέμε «κάπως έτσι» γιατί, στην πραγματικότητα, η παραπάνω περιγραφή δεν ανήκει ούτε στον 18ο αιώνα, ούτε στα έργα και τις ημέρες της Ιεράς Εξέτασης. Αντίθετα, πρόκειται για περιστατικό που έλαβε χώρα το χειμώνα του 1989, στο Μπράντφορντ της θατσερικής Μεγάλης Βρεττανίας. Θύμα της οργής των νεο-θρησκόληπτων, το βιβλίο Σατανικοί Στίχοι, ένα βιβλίο που κρίθηκε βλάσφημο από τους φανατικούς μουσουλμάνους απανταχού της γης, και εξασφάλισε για το συγγραφέα του, τον Σαλμάν Ρούσντι, μια Ιερή Εντολή θανάτωσης (φετφά), μια επικήρυξη εκατομμυρίων δολαρίων για το κεφάλι του, και το οριστικό τέλος της παλιάς του «φυσιολογικής» ζωής.

Ίσως τελικά ο μεσαίωνας, περισσότερο από ιστορική φάση, να 'ναι πολιτιστικό φαινόμενο, ή χειρότερα, μια κατάσταση του νου, γι' αυτό άλλωστε και ανά τακτά διαστήματα υποτροπιάζει, αναδύεται από τα τρίσβαθα του ανθρώπινου ψυχισμού και ξεδιπλώνει φαρδιά-πλατιά τις φρίκες του στην επιφάνεια του πλανήτη. Αυτό είναι το συμπέρασμα που αβίαστα προκύπτει από την ανάγνωση του νέου βιβλίου του Ρούσντι με τίτλο Τζοζέφ Αντόν, η βιογραφία ενός ψευδωνύμου. Στην πραγματικότητα, το έργο είναι διφυές: συνιστά αφενός την αυτοβιογραφία του ίδιου του Ρούσντι στην εκρηκτική περίοδο που ακολούθησε την έκδοση των Σατανικών του Στίχων,  αφετέρου, αποτελεί τμήμα της βιογραφίας μιας Ιδέας:  τα  χρόνια ανελέητου κυνηγιού και διώξεων του συγγραφέα, μπορούν να ιδωθούν σε συμβολικό επίπεδο σαν αντανακλάσεις της άχαρης πορείας που εξακολουθεί να διανύει ο Διαφωτισμός στα αιχμηρά μονοπάτια της Ιστορίας. Ολόκληρο το πλέγμα αξιών που εκπροσωπεί τούτο το κίνημα, αποδείχθηκε τελικά (μέσα από την περίπτωση του Σαλμάν Ρούσντι) πως δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως δεδομένο, ως τετελεσμένο γεγονός ή κατάκτηση, αλλά μονάχα ως «διαδικασία», κίνηση προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, κίνηση που εύκολα αναχαιτίζεται από τα πυρά του φανατισμού και της μισαλλοδοξίας.

 

«"Η φλόγα του Διαφωτισμού εξασθενεί”, είπε ένας δημοσιογράφος στον Γκύντερ Γκρας.

-“Μα”, απάντησε εκείνος, “δεν υπάρχει άλλη πηγή φωτός”.» (σ. 147)

 

 

Το παρασκήνιο του δράματος.

Η Σαουδική Αραβία και το Ιράν είχαν προ καιρού εξελιχτεί σε λίκνα της «παγκόσμιας ισλαμικής επανάστασης». Το 1989, ένα ισλαμιστικό καθεστώς καταλαμβάνει την εξουσία στο Σουδάν, το Ισλαμικό Μέτωπο Σωτηρίας στην Αλγερία, γίνεται μαζικό κίνημα, η Χαμάς αποκτά πρωταγωνιστικό ρόλο στην Ιντιφάντα,  Σχεδόν όλες οι κυβερνήσεις του μουσουλμανικού κόσμου υποχρεώνονται σε υποχωρήσεις έναντι των ακραίων φονταμενταλιστικών αντιπολιτεύσεων, αναζητώντας θρησκευτική νομιμοποίηση στους ουλεμάδες. Δεν είναι τυχαίο ότι το 1989 εορτάζεται από τη Δύση σαν έτος θριάμβου της ελευθερίας κατά της σοβιετικής τυραννίας, ενώ από τη μουσουλμανική ανατολή μνημονεύεται ως έτος-νίκης του Αλλάχ κατά της Κόκκινης Αυτοκρατορίας (που έκανε το θανατηφόρο λάθος να εισβάλει στο Αφγανιστάν).

Την ίδια στιγμή, οι μουσουλμανικές κοινότητες στην Ευρώπη υπέφεραν από τις δικές τους αντιφάσεις: προβλήματα ενσωμάτωσης στον κοινωνικό και οικονομικό ιστό των κοινωνιών-υποδοχής, ζητήματα γυναικείας χειραφέτησης και ένταξης ενός ανατολίτικου τρόπου ζωής στα προχωρημένα ήθη της Δύσης. Ως αντίδραση σε αυτές τις αναζητήσεις νοήματος των πληθυσμών, αναδύθηκε μια ισλαμική ταυτότητα, η οποία ουσιαστικά, αναδιέτασσε την καθημερινή ζωή των πιστών, με κωδικοποιημένες πρακτικές, μία «τάξη» στο χάος του δυτικού πλουραλισμού. Οι δεσμοί ανάμεσα στο Ιράν και σε αυτές τις κοινότητες, δεσμοί που θα αποδεικνύονταν κομβικής σημασίας για την υπόθεση Ρούσντι, είχαν ήδη ενισχυθεί τα προηγούμενα χρόνια, με την ίδρυση μουσουλμανικών τεμενών, τη λειτουργία «αδελφοτήτων» και ευρωπαϊκών ισλαμικών οργανώσεων. Ένα νέο κοινοτικό πρότυπο είχε ανθίσει: μουσουλμάνες φόραγαν περήφανες τη μαντίλα, ενώ τα αδέρφια τους άφηναν μούσι στα πρότυπα του Προφήτη[iii]. Απ’ όποια πλευρά κι αν το δει κανείς, η εποχή δεν ευνοούσε την παραμικρή αμφισβήτηση του Κορανίου. Ο θρησκευτικός πυρετός, η υστερία της αδιαλλαξίας, ο κρυπτόμενος ολοκληρωτισμός περίμεναν το κατάλληλο έδαφος για να ξεσπάσουν.

To ασφυκτικό αυτό κλίμα, εκδηλώθηκε με τη σταδιακή υποκατάσταση της «λογοτεχνικής κριτικής» απέναντι στους «βλάσφημους» Σατανικούς Στίχους,  με κάτι εντελώς διαφορετικό και αρρωστημένο:

 

«Πολύ σύντομα, η γλώσσα της λογοτεχνίας θα πνιγόταν κάτω από την κακοφωνία των άλλων γλωσσών, της πολιτικής, της θρησκευτικής, της κοινωνιολογικής, της μετααποικιοκρατικής, οπότε το ζήτημα της ποιότητας, της σοβαρής καλλιτεχνικής πρόθεσης, θα φάνταζε σχεδόν ασήμαντο. Το βιβλίο που είχε γράψει με θέμα τη μετανάστευση και τη μεταμόρφωση θα εξαφανιζόταν και τη θέση του θα έπαιρνε ένα βιβλίο που μετά βίας υπήρχε». (σ. 108)

 

Ξαφνικά, κάποιες ανεπιβεβαίωτες φήμες έκαναν λόγο για τις πρώτες αντιδράσεις φανατικών και ελαφρώς γραφικών προσωπικοτήτων του μουσουλμανικού κόσμου. Ο ινδός συντηρητικός πολιτικός Σιεντ Σαχαμπουτίν ξιφούλκησε ενάντια στον Ρούσντι με  άρθρο του που δημοσιεύτηκε σε ινδικό περιοδικό, προτού καν το βιβλίο φτάσει εκεί. Κι ύστερα ήρθε το πρώτο χτύπημα: το βιβλίο απαγορεύτηκε στην Ινδία. Το πρώτο κομμάτι του ντόμινο είχε πέσει. Τα υπόλοιπα ακολούθησαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Η κυκλοφορία του βιβλίου απαγορεύτηκε στη Ρωσία, στη Σιγκαπούρη, στην Ινδονησία, στην Αίγυπτο, στη Νότιο Αφρική, στο Μεξικό και βέβαια στο Ιράν και στο Ιράκ· η απαγόρευση ισχύει ακόμα και σήμερα. Δεκάδες «αυθόρμητες» διαδηλώσεις άρχισαν να οργανώνονται σε Δύση και Ανατολή. Αντίτυπα του βιβλίου έγιναν στάχτη σε τελετουργικές πυρές, τα καμμένα απομεινάρια τους επιδεικνύονταν από περήφανους μουλάδες στις τηλεοπτικές κάμερες. Η κατάσταση άρχισε να ξεφεύγει εκτός ελέγχου: σε μια διαδήλωση στο Ισλαμαμπάντ πέντε άνθρωποι βρήκαν το θάνατο προσπαθώντας να εισβάλουν στην αμερικανική πρεσβεία.

Λίγο αργότερα, στις 14 Φεβρουαρίου του 1988, ο ετοιμοθάνατος ηλικιωμένος Αγιατολάχ Χομεϊνί, εκδίδει τον διαβόητο φετφά του, τον φετφά που καταδίκαζε τον Ρούσντι σε θάνατο, και τον οδήγησε στον εξοστρακισμό από σχεδόν κάθε έννοια κοινωνικής ζωής, για πάνω από 10 χρόνια.

 

«Ο Ρούσντι ενημερώθηκε ότι από τη στιγμή που η απειλή εναντίον του κρινόταν ως εξαιρετικά σοβαρή, τοποθετούνταν στο επίπεδο δύο, πράγμα που σήμαινε ότι θεωρούνταν πως διέτρεχε τον μεγαλύτερο κίνδυνο στη χώρα εκτός ίσως από τη βασίλισσα, και εφόσον τον είχε θέσει στο στόχαστρό της μια ξένη δύναμη, είχε δικαίωμα στην προστασία του βρετανικού κράτους» (σ.127)

 

Η συγκυρία φάνταζε ιδανική για την ιρανική ελίτ που αποζητούσε ένα εξιλαστήριο θύμα για να ξορκίσει τις φρίκες που η ίδια είχε προκαλέσει. Τον Ιούλιο του 1988 ο Αγιατολάχ Χομεϊνί αναγκάστηκε να δεχτεί το τέλος του (μάταιου) πολέμου με το Ιράκ. Η χώρα του είχε καταντήσει σκιά του παλιού της εαυτού, χιλιάδες ανάπηροι πολέμου στοιβάζονταν στους δρόμους, ενώ οι ποσοστώσεις είχαν καταστήσει απαγορευτικό το προσκύνημα των πιστών της στη Μέκκα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, καθώς, όπως ήδη είπαμε, το ευρωπαϊκό ισλάμ βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη, ο φετφάς του Χομεϊνί ήρθε για να εμφυσήσει νέα ορμή στην εξασθενημένη διεθνή επιρροή του Ιράν και στην επαγγελόμενη παγκόσμια ισλαμιστική επανάσταση. Επρόκειτο για το τελευταίο κομμάτι του παζλ στην υπομονετική δουλειά κοινοτικής οικοδόμησης, η οποία στόχο είχε να δημιουργήσει ισλαμικούς θύλακες στην καρδιά της Ευρώπης (ακραία έκφανση των οποίων ήταν η ίδρυση ενός Μουσουλμανικού Κοινοβουλίου, ανταγωνιστικού προς το εκλεγμένο του Γουέστμινστερ, από τον Καλέμ Σιντίκι , φιλοϊρανό ακτιβιστή και μετέπειτα νέμεση του Ρούσντι).

 

«Ηταν δύσκολο να μη θαυμάζει την αποτελεσματικότητα των αντιπάλων του. Φαξ και τέλεξ στέλνονταν με καταιγιστικούς ρυθμούς από τη μία χώρα στην άλλη, έγγραφα κυκλοφορούσαν στα τζαμιά και σε άλλους θρησκευτικούς οργανισμούς οπότε πολύ σύντομα όλοι αντλούσαν τα επιχειρήματά τους από το ίδιο υλικό. Η σύγχρονη τεχνολογία πληροφοριών χρησιμοποιούνταν στην υπηρεσία αντιδραστικών ιδεών. Το σύγχρονο στεφόταν εναντίον του εαυτού του από το μεσαιωνικό, έμπαινε στην υπηρεσία μιας κοσμοθεωρίας που αντιπαθούσε τον ίδιο τον εκσυγχρονισμό.»  (σ. 123)

 

 

Στη μέγκενη της «πολιτικής ορθότητας»

Παράλληλα με το προσωπικό του δράμα, η διεθνής συζήτηση για το έργο του κορυφωνόταν, με απρόσμενες συνέπειες. Το τείχος προστασίας που 300 χρόνια διαφωτισμού είχαν υψώσει γύρω από την ελευθερία της έκφρασης, εμφάνιζε αναπάντεχες ρωγμές. Στο Λονδίνο, ο υπουργός Εσωτερικών της κυβέρνησης των Εργατικών Τζακ Στρο, πρότεινε την επέκταση του νόμου περί βλασφημίας, ώστε να καλύπτει και άλλες θρησκείες πέρα από την Εκκλησία της Αγγλίας. Οι μουσουλμάνοι εκλογείς συνιστούσαν, κατά τα φαινόμενα, επαρκή λόγο για να αφοπλιστεί νομοθετικά η ελευθερία της έκφρασης, η ίδια δηλαδή ελευθερία που ξεπρόβαλε  από τα βάθη της ιστορίας βουτηγμένη στο αίμα μαρτύρων. Η θρησκεία έπαυε να είναι υπόθεση προσωπικής συναλλαγής,ανάμεσα στον πιστό και το υπερφυσικό ον της επιλογής του. Η γκροτέσκα αυτη προσπάθεια αυτοφίμωσης μιας ολόκληρης κοινωνίας θα αποτύγχανε τελικά, όμως οι απόπειρες καταπολέμησης της «ισλαμοφοβίας» με νομοθετικά μέσα δεν είχαν τελειωμό. Ξαφνικά, η άσκηση κριτικής στη «στρατευμένη αυστηρότητα» του Ισλάμ θεωρήθηκε δείγμα... φανατισμού.  Για μια στιγμή φάνηκε ότι ο φάρος των κατακτήσεων του δυτικού κόσμου τρεμόσβηνε επικίνδυνα στο ίδιο του το λίκνο. Η τέχνη, «έκφραση της ολότητας, ικανή να διεκδικήσει το αξίωμα του απόλυτου» (Χορκχάιμερ-Αντόρνο), η τέχνη «πρότυπο της επιστήμης - που πρέπει να φθάσει μελλοντικά εκεί όπου βρίσκεται η τέχνη» (Σέλινγκ) γινόταν όμηρος της πίστης, δηλαδή της άρνησης της γνώσης. Όποιος παραβίασε τα σύμβολα, εν προκειμένω ο Ρούσντι,  καταδικαζόταν να πέσει στα χέρια επίγειων δυνάμεων, στο όνομα υπέργειων. Είναι βέβαιο πως οι πολιτικοί εισηγητές της «αυτοσυγκράτησης» στην κριτική θρησκειών, δεν είχαν επίγνωση της ιστορικής οπισθοδρόμησης που αντιπροσώπευαν. Είναι εξίσου βέβαιο, πως δεν αντιλήφθηκαν ότι αυτό το ελάχιστο δείγμα ανοχής στη μισαλλοδοξία άνοιξε μια κερκόπορτα στην ανεκτική βρετανική κοινωνία:  μουσουλμάνοι «διανοούμενοι» φτάσανε στο σημείο να προπαγανδίζουν ακόμα και στο BBC την αδήριτη ανάγκη άμεσης θανάτωσης του Ρούσντι. Ο «καρκίνος του φανατισμού», όπως σημειώνει ο Ρούσντι,  εκδηλωνόταν με εκρηκτικό τρόπο πέρα από τα όρια του Ισλάμ.

Πλάι σε αυτή την ακραία πολιτικοποίηση της θρησκευτικής κριτικής, δεν έλειψαν και οι κακόβουλες, δηλητηριώδεις κρίσεις από διάφορες προσωπικότητες των γραμμάτων και της πολιτικής. Για την Ζερμέρ Γκριρ ήταν ένας μεγαλομανής. Ο Τζον Λε Καρέ τον αποκαλούσε «χαμένο», ενώ ο Τζορτζ Στάινερ δήλωνε πως «είχε βαλθεί να δημιουργήσει μεγάλη φασαρία». Ο Αλ Αλβάρεζ έσπευσε να δηλώσει πως το «είχε κάνει γιατί ήθελε να γίνει ο διασημότερος συγγραφέας στον  κόσμο», ενώ η Σίμπιλ Μπέντφορντ ήταν της άποψης πως το «έκανε για να βγάλει χρήμα». Για τον Πατ Μπιουκάναν, ο Ρούσντι ήταν ένας «πορνογράφος» το έργο του οποίου ήταν χυδαίο. Ο Άρθουρ Μίλλερ αρνήθηκε να εμπλακεί στην υπόθεση λέγοντας πως η εβραϊκή του καταγωγή ίσως να περιέπλεκε ακόμα περισσότερο τα πράγματα. Είναι μάλλον σίγουρο ότι πολλοί από αυτούς που κατηγόρησαν τον Ρούσντι ή κράτησαν αποστάσεις από το έργο του δεν ταυτίζονταν με τις απόπειρες φίμωσης της ελευθερίας της έκφρασης. Ωστόσο, όλες αυτές οι αμφιταλαντεύσεις, οι διαφωνίες, το «ναι μεν, αλλά» της πνευματικής εμπροσθοφυλακής του δυτικού κόσμου δημιούργησαν ένα κλίμα αξιακού σχετικισμού που ερχόταν σε χτυπητή αντίθεση με τον μαζικό λαϊκό παραλογισμό του θρησκευτικού φανατισμού, ο οποίος ενίσχυε καθημερινά τα ερείσματά του.

Καθώς ο κόσμος αρχίζει να μοιάζει επικίνδυνα με άσυλο ψυχοπαθών, η  κοινή λογική του Ρούσντι αντηχεί μέσα απ’τους τοίχους του ψυχιατρείου:

 

«[...] ήθελε να γράψει για την εικονοκλασία, να πει ότι σε μια ανοιχτή κοινωνία καμιά άποψη ή πεποίθηση δε θα έπρεπε να θεωρείται ταμπού και όφειλε να απολαμβάνει ασυλία από κάθε είδους αμφισβητήσεις [...] Το μόνο που απαιτούσε η ελευθερία ήταν να προστατεύεται ο χώρος που χρειαζόταν για την ύπαρξη διαλόγου. Η ελευθερία έγκειται στην ίδια τη διαφωνία, όχι στην επίλυση της διαφωνίας, στη δυνατότητα να διατυπώνουμε αντιρρήσεις ακόμα και για τις βαθύτερες πεποιθήσεις των άλλων.Μια ελεύθερη κοινωνία δεν ήταν ατάραχη, αλλά τρικυμιώδης. Το παζάρι των αντικρουόμενων απόψεων ήταν η σκηνή όπου αντηχούσε η ελευθερία.» (σ.191)

 

Το Τζοζέφ Αντόν είναι, λοιπόν, σε τελική ανάλυση, μια ανταπόκριση «πρώτης γραμμής» από έναν ακήρυκτο πόλεμο ανάμεσα στη λογική και τον παραλογισμό, έναν πόλεμο που διαρκεί  αιώνες τώρα σε διαφορετικά, εναλλασσόμενα μέτωπα και με έκβαση κάθε άλλο παρά προκαθορισμένη. Στο βιβλίο, η λύτρωση του Ρούσντι, το «σωτήριο» φινάλε της αφήγησης, συμπίπτει με την εντολή αποχώρησης της αστυνομικής συνοδείας που συνόδευε το συγγραφέα κυριολεκτικά σε κάθε του μετακίνηση τα τελευταία 13 χρόνια. Στην πραγματικότητα όμως, ο κίνδυνος ποτέ δεν έπαψε να τον συνοδεύει: μέχρι και πριν από μερικούς μήνες αναγκάστηκε να ματαιώσει ένα ταξίδι του στην Ινδία, επειδή οι ντόπιες μυστικές υπηρεσίες τον προειδοποίησαν πως είχε οργανωθεί σχέδιο δολοφονίας του (μια αρκετά σκοτεινή υπόθεση που ακόμα δεν έχει εξιχνιαστεί). Είναι προφανές ότι όσο θα υπάρχουν εκεί έξω αρρωστημένα μυαλά, η ζωή του Ρούσντι θα βρίσκεται σε διαρκή κίνδυνο. Ας ελπίσουμε ειλικρινά, η ίδια «σατανική» τύχη που τον φύλαξε από τις βόμβες και τις χατζάρες των φανατικών, να συνεχίσει να τον συνοδεύει και στα χρόνια που θα ακολουθήσουν. Όχι μόνο για χάρη του ίδιου και της οικογένειάς του, αλλά και για χάρη όλου αυτού του πνευματικού οικοδομήματος, που μάθαμε να αποκαλούμε Ορθό Λόγο, και που εκείνος, με τόση αυταπάρνηση υπερασπίστηκε.



[i] Ραούλ Βάνεγκεϊμ, Τίποτα δεν είναι Ιερό, Όλα μπορούν να λεχθούν, μετάφραση: Α. Καραστάση,  Σαββάλας, Αθήνα, 2005, σελ. 21.

[ii] Σαλμάν Ρούσντι, Τζοζέφ Αντόν, η βιογραφία ενός ψευδωνύμου, μετάφραση από τα αγγλικά: Χρήστος Καψάλης, Έλλη Συλλογίδου, Ψυχογιός, Αθήνα 2012, σ. 121.

[iii] Ζιλ Κεπέλ, Τζιχάντ, Ιερός Πόλεμος, Καστανιώτη, Αθήνα 2001.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά