Σάββατο, 01 Φεβρουαρίου 2014

Στις ρωγμές του χρόνου

Κατηγορία Κριτικές
Γράφτηκε από  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 40
Ο Ιάκωβος Ανυφαντάκης Ο Ιάκωβος Ανυφαντάκης

Ιάκωβος Ανυφαντάκης, Αλεπούδες στην πλαγιά, Πατάκη, Αθήνα 2013, 117 σελ.

Πώς αρχίζουν και πώς τελειώνουν οι ιστορίες; Πώς τοποθετούνται μέσα στο χρόνο και πώς νοηματοδοτείται  το τέλος τους αν το ξεκίνημά τους μπορεί να αναμορφωθεί μέσα στο λογοτεχνικό συμβάν; Ο πεζογράφος Ιάκωβος Ανυφαντάκης αντιμετωπίζει την ανθρώπινη σχέση και όλα εκείνα που την περιβάλλουν ως πεδίο στοχασμού και αναστοχασμού, συνδέοντας το φαντασιακό των σχέσεων και τον βιωμένο χρόνο και χώρο τους με τα βιβλία που καθόρισαν τις ζωές των πρωταγωνιστών τους.

Δυσκολεύεται ίσως κανείς να αντιληφθεί, πριν ολοκληρώσει την ανάγνωση, τη βαρύτητα και τη σημασία που έχει στη συνθήκη την οποία διαμορφώνει  στη νουβέλα του ο Ιάκωβος Ανυφαντάκης των στίχων του Ουάλλας Στήβενς:  

Τα παιδιά που θα βρουν τα κόκαλά μας

δεν θα σκεφτούν ποτέ

ότι κάποτε αυτά υπήρξαν γρήγορα

σαν αλεπούδες στην πλαγιά.

Το ποίημα του Στήβενς, ένας στοχασμός πάνω στο χρόνο και στον τρόπο με τον οποίο η φαντασία τροφοδοτεί τη συνείδηση για την πρόσληψη και την επεξεργασία μιας πραγματικότητας που θα επιβληθεί έτσι κι αλλιώς, δείχνει να εμπνέει τον νεαρό πεζογράφο στον τρόπο με τον οποίο οργανώνει την ιστορία που αφηγείται.

Ο Ανυφαντάκης επιλέγει να εμπιστευτεί τον υπαινιγμό εστιάζοντας στις ρωγμές του χρόνου, εκεί όπου η φαντασία μπορεί να δημιουργήσει τον δικό της χώρο, όχι βέβαια γιατί μπορεί να αλλάξει τα όσα συμβαίνουν αλλά για να αξιοποιήσει με τους δικούς της όρους εκείνα που έχουν ήδη συμβεί. Γι’ αυτό, αν και η ιστορία του ξεκινά από ένα αυστηρά προσδιορισμένο σημείο στο χώρο και στο χρόνο, εκβάλλει τελικά στο παρελθόν, μετατρέποντας σε ενεργό χρόνο και τα όσα προηγήθηκαν.

Με άλλα λόγια, Οι αλεπούδες στην πλαγιά, αν και τοποθετούνται στο διάστημα μεταξύ του 2009 και του 1997, μοιάζουν να κινούνται σε ένα διαρκές παρόν με αποτέλεσμα η ιστορία να δίνει τη δυνατότητα για μια διαρκή αναμόρφωσή της. Αυτή η κινητικότητα της ιστορίας, με τα τόσο ρευστά όρια, προδιαθέτει για αντίστοιχη  ανάγνωση, με αποτέλεσμα ο αποδέκτης της να γίνεται τμήμα του συνόλου, ένα κομμάτι της σύνθεσής της.

Από τον Δρέπανο μέχρι τη Βενετία

Ο Ανυφαντάκης σκάβει σε οικείο υλικό, χρησιμοποιώντας ωστόσο εκλεπτυσμένα εργαλεία. Ένας λέκτορας στο Πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων, που παλεύει –μάλλον μάταια– να ολοκληρώσει τη διατριβή του στον μυθιστόρημα του Χάινριχ Μπελ, Ο Κλόουν, μένει το καλοκαίρι στην πόλη και πηγαίνει για μπάνιο στην παραλία του Δρέπανου. Εκεί θα συναντήσει μια παλιά συμφοιτήτρια του, που έκανε κάποτε τη δική της διατριβή στο Θάνατο στη Βενετία του Τόμας Μαν και, σήμερα, είναι παντρεμένη, μητέρα τριών παιδιών, η οποία κάνει στη περιοχή τις, μάλλον βαρετές, θερινές διακοπές της. Ανάμεσά τους δεν θα ξυπνήσει κάποια παλιά και απωθημένη ερωτική επιθυμία. Το ότι θα συναντηθούν όμως ερωτικά μοιάζει να είναι το αποτέλεσμα μιας άλλης αθέατης διαδικασίας, το περιεχόμενο της οποίας θα γίνει αντιληπτό μόλις ο συγγραφέας αποφασίσει να επιτρέψει στο παρελθόν να εισχωρήσει στο παρόν ώστε να φωτίσει, και μάλιστα με αμείλικτη ειλικρίνεια, τι ακριβώς συμβαίνει μεταξύ τους.

Όμως ο συγγραφέας  δεν ενδιαφέρεται και τόσο για τις νοσταλγικές αναδρομές στα περασμένα. Οι χαρακτήρες του, εξ άλλου, ούτε νοσταλγούν ούτε και επενδύουν συναισθηματικά στο χθες. Γι’ αυτό και στην αφήγησή του καταργεί αυτό που μπορεί να προσδιοριστεί ως χθες, προτιμώντας να το μετατρέψει σε παράλληλο αφηγηματικό χρόνο. Αυτή η επιλογή δεν θα γίνει αμέσως αντιληπτή. Το υλικό οργανώνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να υπάρξει μετά την τεσσαρακοστή τέταρτη σελίδα του βιβλίου η έκπληξη και η ανατροπή, όπου πλάι στη φωνή του κεντρικού χαρακτήρα, για τον οποίο μαθαίνουμε όσα μας είναι απαραίτητα από τις πρώτες σελίδες, διαπιστώνουμε πως «ακούμε» με ολοένα και μεγαλύτερη σαφήνεια και καθαρότητα, τις φωνές των προσώπων που τον πλαισιώνουν, κυρίως χαρακτήρες γυναικείους και κάποιους ανδρικούς, από επιλογή ημιφωτισμένους.

Στο βάθος η κρίση

Τον Ανυφαντάκη τον ενδιαφέρει η δράση, όμως δεν είναι περιγραφικός. Μια τέτοια τεχνική εξ άλλου κινδυνεύει να χάσει το νεύρο και την πρωτοτυπία της, κινδυνεύει να μείνει εκτεθειμένη και να γίνει ανεπαρκής αν ψάξει για στηρίγματα σε εξωτερικά περιβάλλοντα, ακόμη κι αν αυτά δίνουν έναν τόνο οικειότητας στα όσα συμβαίνουν, γι’ αυτό και τεκμηριώνεται μέσα στο σώμα του κειμένου, με αποτέλεσμα να μη χάσει το ρυθμό και τον τόνο του. Σωστά επιλέγει ο συγγραφέας μια φόρμα μικρότερη από εκείνη του μυθιστορήματος, παρά το γεγονός πως πρόκειται για υλικό πλούσιο και πολυσυλλεκτικό, που του επιτρέπει την πυκνότητα και το να ελέγχει ανά πάσα στιγμή τη «θερμοκρασία» του.

Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι οι χαρακτήρες του συγγραφέα δεν έχουν την ψυχρότητα μιας κατασκευής που επιδιώκει την τεχνική αρτιότητα, ούτε έρχονται από το πουθενά. Αντιθέτως, πρόκειται για πρόσωπα που διαμορφώθηκαν μέσα στο συγκριμένο περιβάλλον μιας χώρας που προχωρούσε με αμεριμνησία προς την πολύπλευρη κρίση της. Ο Ανυφαντάκης γράφει για όλα αυτά χωρίς να τα κατονομάζει και να τα επιδεικνύει. Η έντασή τους είναι εσωτερική και υποδόρια αλλά υπαρκτή, οδυνηρή και διαλυτική, χωρίς όμως να παράγεται ο γνωστός θόρυβος. 

Όλοι οι χαρακτήρες του, ο λέκτορας, η Λίνα που πάντα σκέφτεται, η Γεωργία με τα τρία της παιδιά, η Βίκυ που τα παράτησε όλα για να ντυθεί νυφούλα, οι άνδρες της Γεωργίας και της Βίκυς, η ερωτική Μισέλ που ο λέκτορας όταν ήταν φαντάρος την επισκεπτόταν στο πορνείο όπου εργαζόταν, οι άνδρες με τους οποίους δημιούργησε μια φιλία στο στρατό δείχνουν να είναι όμηροι ενός τετελεσμένου, μιας κατάστασης που άπλωσε τον ιστό της με την ενεργή συμμετοχή τους. Ο χρόνος έχει κυλήσει πλέον γι’ αυτούς. Δεν είναι ηλικιωμένοι, έχουν ίσως ακόμη μπροστά τους πολλά χρόνια να ζήσουν, έχουν όμως ήδη χαράξει τον δρόμο τους. Έχουν την προσωπική τους ιστορία, έχουν κάνει τις κρίσιμες για την ζωή τους επιλογές. Δεν μπορούν να γυρίσουν πίσω; Ή μήπως μπορούν;

Και κάπου εδώ αναλαμβάνει να δώσει όχι διέξοδο, αλλά τις άλλες εκδοχές του εαυτού και της ιστορίας τους η λογοτεχνία.

Ο Άχενμπαχ, η Μαρί και η Έμμα Μποβαρύ

Στην προσέγγιση του Ανυφαντάκη, τα βιβλία που διάβασαν τα πρόσωπα της ιστορίας του, ή καλύτερα τα βιβλία που τους βασάνισαν στη ζωή τους, εκείνα που διάλεξαν για να τους αφιερώσουν χρόνο, είναι το ίδιο αποκαλυπτικά με τις πράξεις και τις δράσεις τους. Ο Χανς και η σχέση που μοιράζεται με τη Μαρί από τον Κλόουν που διαβάζει ο λέκτορας, η έξαψη του Άχενμπαχ στην θέα του Τάτζιο στο Θάνατο στη Βενετία που μελετούσε κάποτε η Γεωργία, τα βήματα της Έμμας Μποβαρύ όταν πήγαινε να συναντήσει τον εραστή της στη Μαντάμ Μποβαρύ του Φλωμπέρ που διάβασε φοιτήτρια η Βίκυ, πείθουν πως ακόμη κι όταν η λογοτεχνία είναι αναγκασμένη να σκάψει στο οικείο και στο γνώριμο, στο καθημερινό και στο τετριμμένο, έχει την ικανότητα να μεταπλάσει την πραγματικότητα, να δώσει μια νέα προοπτική στην επιθυμία.

Αν το καθημερινό και το πραγματικό είναι ο χώρος στον οποίο κινείται ο Ανυφαντάκης στη νουβέλα του, η επιθυμία, ζωντανή και βασανιστική, πέρα από τη κρίση, την ατομική και τη συλλογική, είναι το καύσιμό του για το αφηγηματικό παιχνίδι του με το χρόνο και τα όσα μπορούν να οριοθετηθούν μέσα σε αυτόν, είναι η πλευρά με την οποία αποφασίζει να συνομιλήσει με τον κόσμο.

Γεννημένος το 1983, υποψήφιος διδάκτορας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο με αντικείμενο τη μνήμη του ελληνικού Εμφυλίου, με παρουσία έως τώρα σε συλλογικούς τόμους και σε λογοτεχνικά περιοδικά, με τη νουβέλα αυτή ο Ιάκωβος Ανυφαντάκης δείχνει τις δυνατότητές του, δημιουργώντας προσδοκίες για μια εξ ίσου τολμηρή συνέχεια. 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά