Πέμπτη, 04 Σεπτεμβρίου 2014

Ο σινεφίλ χορογράφος της βίας

Κατηγορία Κριτικές
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 46
Ο Κουέντιν Ταραντίνο. Ο Κουέντιν Ταραντίνο. The Weinstein Company

Ο Κουέντιν Ταραντίνο ξεχωρίζει εντελώς από τους άλλους ανεξάρτητους σκηνοθέτες του αμερικανικού κινηματογράφου λόγω του κυνισμού και του μαύρου χιούμορ του, της ευφυούς χρήσης των εκρήξεων της βίας, της εκκεντρικής πλοκής των μυθοπλασιών του που βρίθουν από ανατροπές και της αγάπης του προς τα b movies. Τι τον κάνει διακριτό και αξιοπρόσεκτο.

 

Ο Ταραντίνο είναι ένας φανατικός κινηματογραφόφιλος, λάτρης των παλαιών, ταπεινών ειδών, που τα ντύνει με μια νέα φόρμα για να τα ξανασερβίρει εξ ίσου φρέσκα όπως ήταν παλιά... Η σκηνοθετική κι αφηγηματική δεξιοτεχνία του κάνουν τα φιλμ του ζωντανά, δροσερά, εκρηκτικά, αστεία και δυναμικά. Η ανηθικολογική οπτική του, η σκηνοθετική σφραγίδα και το επιθετικό στυλ του ξεχωρίζουν. Παρά τη σπάνια ιδιαιτερότητά του, δημιούργησε σχολή στο γκανγκστερικό φιλμ, με «βρώμικες», βίαιες μυθοπλασίες, που προβάλλουν την εξυπνάδα της πλοκής τους... Επηρεάστηκε από το φιλμ νουάρ, τα φιλμ καράτε, τα σπαγγέτι γουέστερν και άλλα λαϊκά, εμπορικά είδη. Μεταχειρίζεται τα είδη ανανεώνοντας και διαστρέφοντάς τα, επιτελώντας διάφορες ανατροπές πέρα από τους συμβατικούς κανόνες τους. Χρησιμοποιεί περίτεχνες μεθόδους αφήγησης και τροπές της πλοκής, που κάνουν τα φιλμ του πολύπλοκα από μυθοπλαστική άποψη.

Ο Ταραντίνο είναι ένας ευφυής μάστορας του κινηματογράφου, γεμάτος ζωντάνια και καυστικότητα. Χρησιμοποιεί σπιρτόζους, σαρκαστικούς διαλόγους, σκηνοθετικά τεχνάσματα, βιαιότητα και σαρδόνιο χιούμορ. Ένας κινηματογραφιστής ενταγμένος σωστά στη μεγάλη παράδοση του αμερικανικού κινηματογράφου, που αφομοίωσε καλά τα διδάγματα από πολλά και διάφορα κλασικά κινηματογραφικά στυλ. Είναι βιρτουόζος της σκηνοθεσίας, σκωπτικός, εκκεντρικός και ταυτοχρόνως cult κι εμπορικός σκηνοθέτης. Θα προσεγγίσουμε τις ταινίες του ξεκινώντας από τις πιο πρόσφατες και πηγαίνοντας προς τα πίσω.


Django, ο Τιμωρός

Ο Django, ο Τιμωρός (2013), το τελευταίο του φιλμ, είναι μείγμα αντιρατσιστικού κοινωνικού φιλμ, σπαγγέτι γουέστερν (ένα είδος που ο Ταραντίνο λάτρεψε), μαύρης κωμωδίας, ταινίας περιπλάνησης και ταινίας blaxploitation (εμπορικές περιπέτειες της δεκαετίας του ’70 για το αφροαμερικάνικο κοινό, με ήρωες μαύρους). Ο Ταραντίνο ανακατεύει, και θα λέγαμε μπασταρδεύει, τα είδη. Έτσι, έμμεσα, σχολιάζει την αφηγηματική, κινηματογραφική γλώσσα. Συνδυάζει τον κυνισμό, την πολιτική, το σαρκαστικό και μαύρο χιούμορ, ήτοι το ιλαρό με το σοβαρό.

Έχει αφετηρία του το σπαγγέτι γουέστερν Django του Σέρτζιο Κορμπούτσι, του 1966. Η ταινία αφηγείται με ιδιότυπο, ρηξικέλευθο ταραντινικό τρόπο, τη συνεργασία ενός γερμανού κυνηγού επικηρυγμένων (Κρίστοφ Βαλτς) και ενός απελευθερωμένου μαύρου (Τζέιμι Φοξ), με σκοπό το επ’ αμοιβή κυνήγι των επικηρυγμένων και τη διάσωση της γυναίκας του μαύρου από ένα περίκλειστο ράντσο με σκλάβους. Παρακολουθούμε, δηλαδή, μια ιστορία ανδρικής φιλίας και εκδίκησης που εκτυλίσσεται στον αμερικανικό Νότο, λίγο πριν από τον εμφύλιο πόλεμο. Η περιπέτεια αυτή ασχολείται με μια απωθημένη πλευρά της αμερικανικής ιστορίας, κατά την οποία θεμελιώθηκε το αμερικανικό όνειρο πάνω στη σκλαβιά, στην εκμετάλλευση και την καταπίεση εκατομμυρίων μαύρων δούλων. Ο Ταραντίνο, βέβαια, δεν ενστερνίζεται την πολιτική ορθότητα, υιοθετεί μια αναθεωρητική, ανορθόδοξη ματιά πάνω στην ιστορία και λοξοδρομεί από την ιστορική αλήθεια, όπως έκανε και στην ταινία Άδωξοι μπάσταρδη, που είχε θέμα το ναζισμό. Και φτιάχνει με πολύ μεράκι και τρέλα μια ταινία ανατρεπτική και ταυτόχρονα διασκεδαστική.

Ο σκηνοθέτης επεξεργάζεται και σε αυτό το φιλμ, επίμονα κι έξυπνα, τους εύστροφους διαλόγους και τις σπαρταριστές ατάκες των προσώπων. Η λεκτική επιθετικότητα αρκετές φορές εξελίσσεται σε υλική βία. Η χρήση της βίας, άλλοτε καρτουνίστικης και άλλοτε ρεαλιστικής, είναι για άλλη μια φορά στον Ταραντίνο απενοχοποιητική κι απελευθερωτική. Σημειώνουμε, ακόμη, πως ο αιφνιδιστικός φόνος του μέντορα του Αφροαμερικανού Τζάνγκο σηματοδοτεί μια αναπάντεχη στροφή στην αφηγηματική εξέλιξη, χαρακτηριστική του τρόπου ανέλιξης της ταραντινικής κινηματογραφικής διήγησης…


Inglourious Basterds

Το 2009, ο Ταραντίνο γύρισε το Inglourious Basterds (ελλ.τίτλος: Άδωξοι μπάσταρδη), μια πολεμική περιπέτεια. Αν και έχει αφετηρία μια ταινία του εμπορικού ιταλού σκηνοθέτη Έντζο Καστελάρι, ουσιαστικά μας θυμίζει τις αντίστοιχες αντιναζιστικές περιπέτειες της χρυσής εποχής του Χόλλυγουντ και ειδικότερα την αντιναζί κωμωδία Το be or not to be, του σπουδαίου Ερνστ Λιούμπιτς. Μόνο που, στη θέση του θεάτρου ως σκηνής, όπου διαδραματίζονταν τα μπερδέματα κι οι παρεξηγήσεις, ο Ταραντίνο, ως ακόρεστος σινεφίλ, χρησιμοποιεί τη σκηνή του κινηματογράφου.

Από το Inglourious Basterds περνούν πολλές έξυπνες κινηματογραφοφιλικές αναφορές, στη ναζί σκηνοθέτρια Λένι Ρίφενσταλ, στην υπό τον Γκαίμπελς ναζιστική βιομηχανία κινηματογράφου, αλλά και στον σπουδαίο γερμανό σκηνοθέτη Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ, στο χολλυγουντιανό σινεμά (και στην έντονη παρουσία των Εβραίων σ’αυτό), στον Τσάπλιν και τον Μαξ Λίντερ, στα σπαγγέτι γουέστερν κ.ο.κ. Ανάμεσα στα πρόσωπα της μυθοπλασίας υπάρχουν ηθοποιοί, αιθουσάρχης, κριτικός κινηματογράφου, μηχανικός προβολής, σινεφίλ στρατιωτικοί, κ.ά. Η κινηματογραφόφιλη αίσθηση ενδυναμώνεται από τις μουσικές του Μορικόνε και του Μπερνστάιν, που χρησιμοποιεί συχνά.

Για άλλη μια φορά, ο Ταραντίνο σκηνοθετεί με ασυναγώνιστη δεξιοτεχνία και δυναμισμό, ενσωματώνοντας στο φιλμ μέρη (σύντομα ή μεγάλα) που έχουν δράση και σασπένς που σου κόβει την ανάσα (συχνά μάλιστα, μέρη βασισμένα, περιέργως, στους αστραφτερούς, κυνικούς διαλόγους). Η κάμερά του κινηματογραφεί και κινείται με δεξιοτεχνία, τα πλάνα του είναι λειτουργικά και μεστά.

Η αφηγηματική δεινότητα είναι συνυφασμένη με το στυλ του. Χρησιμοποιεί σύντομα, επεξηγηματικά φλας μπακ και αναμνήσεις (βλέπε την αφήγηση του πώς ο Γερμανός, που μεταφέρει τις πληροφορίες στους ανωτέρους του, γλίτωσε από τη διμοιρία των αμερικανών κομάντος). Ο σκηνοθέτης, για να διηγηθεί με συνεχή ροή, χρησιμοποιεί ακόμη και το παράλληλο μοντάζ. Απροσδόκητες εκπλήξεις και δυναμικές εκρήξεις διανθίζουν την εξέλιξη της ταινίας. Στη μνήμη μας εντυπώνονται ορισμένα δυνατά πρόσωπα, π.χ. ο κακός, διαβολικός, είρων, ευφραδής, οπορτουνιστής και μακιαβελικός ναζί συνταγματάρχης Άλντα (Κρίστοφ Βαλτς) και οι δύο αισθησιακές, σκληροτράχηλες γυναίκες της αντίστασης, η σαγηνευτική κι εύστροφη γερμανίδα σταρ του σινεμά (Ντάιαν Κρούγκερ) και η νεαρή Εβραία που εκδικείται ανελέητα τη σφαγή των γονιών της (Μελανί Λορέν).

Oι διάλογοι του Ταραντίνο είναι γενικά, μα και ειδικότερα στο Άδωξοι μπάσταρδη, δυνατοί, λαμπεροί και συνάμα δηλητηριώδεις, αστείοι, σφριγηλοί κι επιθετικοί. Περικυκλώνουν, παγιδεύουν και πυροβολούν τον συνομιλητή (βλέπε τις τρομερές ανακρίσεις του συνταγματάρχη Άλντα) και ενίοτε γεννούν ένα εντονότατο σασπένς γιατί αφήνουν σε εκκρεμότητα, καθυστερούν την απόληξη των δρώμενων (βλέπε τη σκηνή στην ταβέρνα, όπου, δίπλα στους ναζί, λαμβάνει χώρα το μυστικό ραντεβού των αντιστασιακών). Οι διάλογοί του, γενικά, τσακίζουν κόκαλα. Το σινεμά του στηρίζεται τόσο στα πλάνα, όσο και στους διαλόγους (κι ας μην ξεχνάμε τη λειτουργική και κινηματογραφοφιλική, αναφορική χρήση της μουσικής, που περιλαμβάνει τη μουσική του Μορικόνε στο Αλονζανφάν των αδελφών Ταβιάνι και στα σπαγγέτι γουέστερν, καθώς και τη μουσική της ποπ κουλτούρας, π.χ. τραγούδι του Νταίηβιντ Μπάουι).

Το χιούμορ της ταινίας είναι διαβρωτικό, σκωπτικό, σαρδόνιο. Εδώ, βρίσκουμε κυνικότητα, βία, μερικές φορές ωμότητα και δόσεις γκροτέσκο (π.χ. στην απεικόνιση του Χίτλερ)…

 

Death Proof

To 2007, γύρισε μια ανάλαφρη, διασκεδαστική, σέξυ και βίαιη ταινία, το Death Proof, φτιαγμένη σαν παλιό, εμπορικό, b movie, από αυτά που προβάλλονταν στους αμερικανικούς, λαϊκούς κινηματογράφους δυο-δυο (σχεδίαζε να το προβάλλει μαζί με το Planet Terror του φίλου του, Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ, σε μερικές χώρες έγινε δυνατό). Ο Ταραντίνο τοποθέτησε στο φιλμ του ίχνη ξυσιμάτων, κολλήσεων, αποχρωματισμούς και άλλα σημάδια που μας θυμίζουν τις μέτριες τεχνικά κόπιες που προβάλλονταν στις λαϊκές αίθουσες. Το Death Proof είναι μια αθυρόστομη, χιουμοριστική, κυνική, φορτισμένη ερωτικά, ψυχαγωγική ταινία, επικεντρωμένη σε δυο παρέες χειραφετημένων κοριτσιών, προκλητικά ντυμένων, που κυκλοφορούν συνέχεια με αυτοκίνητα. Έχει, όπως συνηθίζεται στα φιλμ του Ταραντίνο, σπιρτόζους, σκαμπρόζικους και τολμηρούς διαλόγους…

Ανήκει στο ταπεινότατο, εμπορικό είδος της περιπέτειας με αυτοκίνητα, τα οποία εδώ τρέχουν ιλιγγιωδώς, καταδιώκονται και συγκρούονται αδιάκοπα. Περιγράφει τη συνάντηση των αυτοκινήτων των δύο γυναικείων ομάδων με το φτιαγμένο, θωρακισμένο αυτοκίνητο ενός σαδιστή και παρανοϊκού κασκαντέρ του σινεμά (Κερτ Ράσσελ), που ερεθίζεται σεξουαλικά τρακάροντας τα αυτοκίνητα ωραίων γυναικών, δολοφονώντας τις μ’ αυτό τον τρόπο…

Το βασικό στοιχείο του φιλμ είναι η εντονότατη, αισθησιακή παρουσία των νέων, όμορφων, σκληρών μα γενναίων γυναικών, που μιλούν για γκόμενους και σεξ, βρίζουν, ακκίζονται, φλερτάρουν, χορεύουν, πίνουν, τουρλώνουν τους πισινούς τους, επιδεικνύουν, κάτω από τα καυτά σορτς και τα μίνι τα γυμνά πόδια τους και οδηγούν επικίνδυνα… Ο Ταραντίνο τις σκηνοθετεί και τις φιλμάρει με πολύ ερωτισμό, με λατρεία, απροκάλυπτο πόθο και θαυμασμό (κάτι που έχει ξανασυμβεί στο Jackie Brown και στο Kill Bill, στο βλέμμα του προς την Π. Γκρίαρ, την Μπρίτζετ Φόντα και την Ούμα Θέρμαν, αντίστοιχα). Η ταινία, όπως και τα δυο προαναφερθέντα φιλμ, είναι ένας ύμνος στο δυναμισμό, τη σκληρότητα, την εξυπνάδα και την ικανότητα των γυναικών…

Ο παράφρων κασκαντέρ, αφού τρακάρει και φονεύει την πρώτη παρέα γυναικών, επιτίθεται στη δεύτερη. Ο Ταραντίνο, όμως, μετά από λίγο αντιστρέφει τη σχέση: μετά την πρώτη επίθεση του οδηγού-φονιά, οι σκληροτράχηλες, γοητευτικές κι απελευθερωμένες κοπέλες μετατρέπονται από θύματα σε διώκτες και θύτες. Τα άγρια θηλυκά κυνηγούν και σκοτώνουν το θρασύ μα πανικόβλητο αρσενικό. Ο αντρικός σαδισμός δίνει τη θέση του στη γυναικεία επιθετικότητα κι αντεκδίκηση…


Kill Bill

Το δίπτυχο του Ταραντίνο, Kill Bill (2003-2004), αποτίει φόρο τιμής σε διαφορετικά είδη: στα ασιατικά φιλμ πολεμικών τεχνών, στα σπαγγέτι γουέστερν, στα κόμικς και στα φτηνά αστυνομικά. Το Kill Bill είναι κατ' αρχάς μια στυλιζαρισμένη ταινία κουνγκ φου, με δυνατές, θεαματικές σκηνές συγκρούσεων, με φαντασμαγορική δράση και πλούσια, χορταστική περιπέτεια. Στο δεύτερο, όμως, και καλύτερο μέρος, Kill Bill vol 2, ξεκαθαρίζουν τα ψυχολογικά και ηθικά κίνητρα της αδυσώπητης εκδίκησης της ηρωίδας Μπίατριξ Κίντο (Ούμα Θέρμαν), πρώην δολοφόνου, καθώς και τα ελατήρια της μυθοπλασίας. Κατά συνέπεια, το φιλμ ανεβαίνει ένα επίπεδο, μετατρέπεται σε δραματική περιπέτεια, με όλη την απλότητα και την αφέλεια του δράματός του (που θυμίζει παλιό χολλυγουντιανό δράμα, μα και Σέρτζιο Λεόνε). Γενικά, στο δεύτερο μέρος, ο Ταραντίνο πλάθει ολοκληρωμένους χαρακτήρες και χτίζει στέρεα τη δραματουργία του.

Η αφήγηση, στα μέσα του Kill Bill vol 2, μας επεξηγεί ότι ο μέντορας, εργοδότης και εραστής (Νταίηβιντ Καραντάιν) της Κίντο πήγε με τη συμμορία του στην πρόβα του γάμου της, σκότωσε όλους τους παριστάμενους συγγενείς και την πυροβόλησε στο κεφάλι από ζήλεια, γιατί τον παράτησε προκειμένου να παντρευτεί έναν κοινό θνητό, έναν καλό και όμορφο νέο, και να ζήσει μαζί του, ξεκόβοντας από τις κοινές δολοφονικές δραστηριότητές τους, επειδή έμεινε έγκυος. Η Κίντο πέφτει σε κώμα για χρόνια και, αφού συνέρχεται, αρχίζει να αναζητεί τους φονιάδες.

Η αφήγηση του Kill Bill vol 2 εξελίσσεται χρησιμοποιώντας τα φλας μπακ, τα πηδήματα στο χρόνο. Χωρίζεται σε κεφάλαια, που το καθένα προχωρά ακόμη περισσότερο την περιπέτεια και φωτίζει το δράμα. Οι σεκάνς που περιέχει, συχνά διαθέτουν μεγάλη δραματική δύναμη και πραγματεύονται πρωταρχικά κι αρχέγονα θέματα, τον θάνατο και τη ζωή, τη σύγκρουση του κακού με το δίκαιο. Χαρακτηριστική είναι η ταφή της ηρωίδας, ζωντανής, δεμένης μέσα σε ένα φέρετρο θαμμένο στο χώμα, και του αγώνα της να το σπάσει και να βγει έξω, ακολουθώντας τα μαθήματα της εκπαίδευσής της από έναν αυστηρό, κινέζο δάσκαλο των πολεμικών τεχνών. Τη σκληρή εκπαίδευσή της παρακολουθούμε σε ένα μεγάλο κεφάλαιο-φλας μπακ, που όταν τελειώνει, ξαναγυρνάμε επιδέξια στην προσπάθεια της Κίντο να σπάσει το φέρετρο και να βγει στην επιφάνεια της γης. Στη σεκάνς του εγκλεισμού μέσα στο χώμα, ο Ταραντίνο ενεργοποιεί τον κλειστοφοβικό, οικουμενικό φόβο του θανάτου, τον ανθρώπινο τρόμο του πνιγμού απ’ τον θάνατο, σε εικόνες υπόγειας φρίκης.

 

Jackie Brown

Το Jackie Brown (1997), η τρίτη ταινία του Ταραντίνο, είναι ένα ρεαλιστικής κατασκευής φιλμ νουάρ, βασισμένο σε νουάρ μυθιστόρημα του Έλμορ Λέναρντ. Ένα φιλμ νουάρ με μαύρη απόχρωση επιδερμίδας, δηλαδή με αρκετούς αφροαμερικανούς ήρωες (τους υποδύονται η Παμ Γκρίαρ, ο Σάμιουελ Τζάκσον και ο Κρις Τάκερ). Όπως και το Death Proof (2007), είναι ένας ύμνος στη γυναικεία αποφασιστικότητα, ετοιμότητα και ισχύ. Στο Jackie Brown, ο Ταραντίνο κατασκευάζει, με πολλά απρόοπτα και ανατροπές στην αφήγηση, την ιστορία της ομώνυμης, ωραίας, μαύρης, σαρανταπεντάρας αεροσυνοδού που παλεύει, χάρη στην εξυπνάδα, τη θέληση και τον ερωτισμό της, να επιβιώσει και να φτιάξει ένα καλό κομπόδεμα για τα χρόνια της ωριμότητάς της. Οι αρετές του Jackie Brown είναι η δυνατή, στιβαρή αστυνομική πλοκή, γεμάτην από ίντριγκες και συνωμοσίες, και η αδρή, γλαφυρή και ρεαλιστική σκιαγράφηση όλων των χαρακτήρων. Ακόμη και οι δεύτεροι χαρακτήρες (π.χ. η ελαφρόμυαλη γκόμενα που ενσαρκώνει πειστικότατα η Μπρίτζετ Φόντα) έχουν έντονο περίγραμμα και οντότητα, και είναι ολοκληρωμένοι κι αληθινοί. Ο σκηνοθέτης ζωγραφίζει με αδρές πινελιές, με ρεαλιστικό τρόπο, τον υπόκοσμο και τα ρεμάλια, τους αλήτες που τον κατοικούν. Το φιλμ νουάρ του Ταραντίνο μοιάζει να ξεπροβάλλει έντονα μέσα από τη ζωή και, ταυτόχρονα, από την κλασική τυπολογία του είδους.

Η αφήγηση ξεκινά με κλασικό τρόπο, περιγράφοντας τους χαρακτήρες. Όταν περνάμε στο θέμα της κομπίνας που στήνει η Τζάκι (Γκρίαρ) για να κλέψει τα λεφτά που φέρνει λαθραία απ’ το Μεξικό για τον κακοποιό εργοδότη της, έμπορο όπλων (Τζάκσον), η αφήγηση υιοθετεί τις γνωστές, περίτεχνες μεθόδους του Ταραντίνο: Η κλοπή των χρημάτων προβάρεται μια φορά πριν πραγματοποιηθεί. Κατόπιν, η δράση της κλοπής αυτής καθαυτής ξετυλίγεται μπροστά μας τρεις φορές, με πισωγυρίσματα στο χρόνο, κάθε φορά ιδωμένη μέσα από το βλέμμα ενός από τα πρόσωπα, της Τζάκι, του κακοποιού Ρόμπερτ Ντε Νίρο και, τέλος, του δικηγόρου, συνεργού της Τζάκι στην κλοπή. Η Τζάκι, στην ουσία, σκηνοθετεί τους πάντες και τα πάντα, αναπαράγοντας το ρόλο του σκηνοθέτη. Ξεγελά τον ανελέητο αρχικακοποιό-έμπορο όπλων, τον συμπαθή δικηγόρο, αλλά και τους αστυνομικούς (με επικεφαλής τον Μάικλ Κήτον). Στήνει μια διπλή και τριπλή σκευωρία, ένα τριπλό κόλπο για να πάρει αυτή τα μαύρα χρήματα του εμπόρου όπλων, που τα εισάγει η ίδια παράνομα, στις ΗΠΑ. Χάρη στο μυαλό, την ακτινοβολία και τον αισθησιασμό κατορθώνει να τους εμπαίξει όλους. Το βλέμμα του Ταραντίνο στις γυναίκες είναι ερωτικό και υμνητικό!...

 

 

ΟΙ ΤΑΙΝΙΕΣ ΠΟΥ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣΕ Ο ΚΟΥΕΝΤΙΝ ΤΑΡΑΝΤΙΝΟ

My Best Friend's Birthday (1987)

Reservoir Dogs (1992)

Pulp Fiction (1994)

ER - Πρώτη περίοδος, Επεισόδιο 24: "Motherhood" (1995) - Tηλεοπτική σειρά

Four Rooms (1995) (σκηνοθεσία τμήματος The Man from Hollywood)

Jackie Brown (1997)

Kill Bill Vol. 1 (2003)

Kill Bill Vol. 2 (2004)

Sin City (2005) (συμμετοχή στη σκηνοθεσία)

CSI: Crime Scene Investigation (2005), διπλό επεισόδιο "Grave Danger: Vols. I & II"

Death Proof (2007)

Άδωξοι Μπάσταρδη (Inglourious Basterds) (2009)

Django, ο Τιμωρός (2013)

 

 

 

Θόδωρος Σούμας

Σκηνοθέτης και κριτικός κινηματογράφου. Βιβλία του: Κινηματογράφος και σεξουαλικότητα-ερωτισμός (1983), Έρωτας, ψυχολογία και αισθητική στο χολλυγουντιανό σινεμά (1992), 12 Ευρωπαίοι σκηνοθέτες (1999), Η Κλαίρη και η θάλασσα (2001), Κινηματογράφος και έρωτας (2005), Εθνικές κινηματογραφίες, στιλ και σκηνοθέτες (2009).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά