Τρίτη, 02 Σεπτεμβρίου 2014

Από τα σκονισμένα σοκάκια της Ρώμης

Κατηγορία Κριτικές
Γράφτηκε από  Θοδωρής Ρακόπουλος Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 46 Κριτικές Ποίηση
O Σάντρο Πέννα με τον Πιερ Πάολο Παζολίνι. O Σάντρο Πέννα με τον Πιερ Πάολο Παζολίνι. Comune Cagliari

 

Sandro Penna, Ο σκονισμένος ποδηλάτης. Ποιήματα 1928-1976, ανθολόγηση-μετάφραση από τα ιταλικά: Ερρίκος Σοφράς, Το Ροδακιό, Αθήνα 2012, 142 σελ.

 

Eugenio Montale, Ημερολόγιο του ’71, μετάφραση από τα ιταλικά: Νίκος Αλιφέρης, Άγρα, Αθήνα 2013, 144 σελ.

 

Δύο σημαντικά βιβλία της ιταλικής ποιητικής γραμματείας κυκλοφόρησαν πρόσφατα στη γλώσσα μας. Αφορούν δύο ποιητές του δεύτερου μισού του ιταλικού 20ού αιώνα, με πορείες διαφορετικές και μεταφραστικές τύχες εξίσου διαφορετικές. Τον Σάντρο Πέννα και τον Εουτζένιο Μοντάλε.

 

Το πρώτο  βιβλίο είναι μια εκλογή περίπου ογδόντα ποιημάτων, που ο μεταφραστής Ερρίκος Σοφράς διάλεξε από τις πέντε συλλογές του Σάντρο Πέννα (Ο Σκονισμένος Ποδηλάτης, εκδ. Ροδακιό). Με αυτό το βιβλίο έρχονται στα ελληνικά, επιτέλους, τα ποιήματα  ενός σπουδαίου ποιητή, που διέγραψε μια πορεία πολύ ξεχωριστή, κι αγαπήθηκε όσο λίγοι στην πατρίδα του.

Το δεύτερο δεν είναι ούτε ανθολόγηση ούτε «συνολική» (αν κι οσοδήποτε εκλεκτική) παρουσίαση ενός ποιητή, όπως είναι το πρώτο. Πρόκειται για τη μετάφραση μιας συλλογής του Εουτζένιο Μοντάλε και, άρα, τη μεταφορά ενός συγκεκριμένου βιβλίου –βιβλίου πολύ ιδιαίτερου μάλιστα (Ημερολόγιο του '71, εκδ. Άγρα). Για την ακρίβεια, πρόκειται σχεδόν για τη μεταφορά του άλλου μισού ενός βιβλίου εν προόδω: όπως επισημαίνει ο μεταφραστής Νίκος Αλιφέρης, ύστερα από 20 χρόνια, με την παρούσα έκδοση συμβάλλει στην ολοκλήρωση των Ημερολογίων (μετά το Ημερολόγιο του '73, και πάλι από τις εκδόσεις Άγρα), έργων που σηματοδοτούν μια υφολογική στροφή του ποιητή.

Ας δούμε ξεχωριστά τις δύο περιπτώσεις, αλλά έχοντας υπ’ όψη πως οι δύο ποιητές γνωρίζονταν μεταξύ τους, κι ο μεγαλύτερος (σε ηλικία κι επιρροή) Μοντάλε βοήθησε αρκετά τον Πέννα. Ας έχουμε, επίσης, υπ’ όψη πως ο Πέννα διήγε όλη τη ζωή του σε ένα σχετικό βιωματικό και λογοτεχνικό περιθώριο, ενώ ο Μοντάλε, με το συγκεκριμένο βιβλίο, επέδειξε μια στροφή ύφους, που αν και δεν τον περιθωριοποίησε, κάπως περιόρισε τον κύκλο θαυμαστών του.

 

Σάντρο Πέννα: υποβολή, αισθητισμός, μονομέρεια

Η αισθησιοκρατία του ποιητή κυριαρχεί στο υποβλητικό βιβλίο. Ο λεπταίσθητος μεταφραστής σημειώνει στην εισαγωγή πως ο Πέννα βρίσκεται κοντά στους αρχαίους λυρικούς, ένεκα της «θεματικής μονομέρειάς»του (σ. 19) με τον έρωτα, και δη τον έρωτα για ευειδή «αγόρια». Κι όταν μιλάμε για μονομέρεια, ας είμαστε ξεκάθαροι: σχεδόν τίποτα άλλο δεν εμφιλοχωρεί στην ποιητική του Πέννα, που μοιάζει σαν μασίφ έπιπλο σε άδειο κατά τα άλλα δωμάτιο. Το βιβλίο είναι μια χαμηλόφωνη κατάθεση αυτού του κλειστού αλλά συναρπαστικού κόσμου: έχει συγκεκριμένα όρια, αλλά πείθει για τον κόσμο που περικλείει σε τούτα τα  όρια.

Ο Πέννα καταγράφει τον ερωτισμό διά της αφαιρέσως, συναισθητικά – κάποιες στιγμές μεγαλουργώντας, όταν το υποκείμενο της δράσης υπονοείται στη σκιά, στη σκέψη, ή στην έξαψη, κι όταν, στο ποίημα καθεαυτό, το ρήμα θυσιάζεται για το ουσιαστικό: που δεν πράττει, αλλά υποβάλλει. Αντιγράφω:

 

Στα δροσερά ουρητήρια του σταθμού

κατέβηκα απ' τον πυρωμένο λόφο.

Πάνω στο δέρμα μου σκόνη και ιδρώτας

με μεθούν. Στα μάτια τραγουδάει ακόμα

ο ήλιος. Ψυχή και σώμα εγκαταλείπω τώρα

στην άσπρη στιλπνή πορσελάνη.

 

Πολλά μικρά μνημεία τέτοιας κινηματογράφησης κοσμούν το βιβλίο: ενσταντανέ μιας ηρεμίας, μιας εσωτερικής πραότητας, τελικά, μέσα στη λεπτοφυή κοσμολογία του ποιητή. Στατικά τα περισσότερα, με τη μορφή του Πέννα σε παραίτηση, απόσταση, ικεσία ή δικαίωση – κάποτε αυτές οι διαστάσεις συμπίπτουν, και διαλύονται η μία μέσα στην άλλη, στην πειστική του ατμόσφαιρα. Βρισκόμαστε στη Ρώμη, πάντα, και στα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια, ανάμεσα στους Ακατόνε και τους Τάτζιο που φαντασιώνεται ή πλησιάζει το ποιητικό υποκείμενο. Η παναισθητική διάσταση της εποχής εξυφαίνεται πάντα διά της υπονοήσεως (Φλέγεται κιόλας το καρπούζι. Το βράδυ /  πέφτει τώρα πιο πυκνό. Κι εσύ γυρνάς / λιγάκι μελαγχολικός στην έξαψή μου). Στα παιχνίδια, στις στιγμές αυτές, είναι εντυπωσιακές οι αναδιατάξεις της σκηνοθεσίας, της έντασης, για παράδειγμα από το φυσικό περιβάλλον στο ανθρωπογενές, με μια κίνηση: Περνάνε τα μεγάλα βόδια με τ’ αλέτρι / μες στο μεγάλο φως. Κλείσε με σ’ ένα φιλί.

Ο Πέννα έφερε τα ινδάλματα της ηδονής στην καθημερινότητά του: έπεισε το αισθητικό παιδί Ραφφαέλε («ένα αγόρι», σημειώνεται στην εισαγωγή), έναν 14χρονο, να τον συνοδεύσει στο σπίτι του, όπου έμενε με τη μητέρα του. Σημαντική συμβολή στην καθιέρωση του Πέννα υπήρξε (όπως επίσης σημειώνεται στην εισαγωγή) η υμνητική κριτική της δουλειάς του από τον Ντομινίκ Φερναντέζ (Dominique Fernandez), γάλλο κριτικό και μέλος της Ακαδημίας. Η σημειολογία μετράει: ο Φερναντέζ  επέλεξε την φιγούρα του Γανυμήδη ως κόσμημα στο τελετουργικό ξίφος του στην Académie Française.  

Φρονώ πως το κλίμα σκιών και αιθάλης, το «σκονισμένο», αν θέλετε, της ποίησης του Πέννα, συνομιλεί περισσότερο με τη ρωμαϊκή κι ελληνιστική, παρά με την ποίηση της αιγαιακής κλίμακας του 6ου αιώνα, όπως υπονοεί ο Σοφράς στην εισαγωγή του (και, ίσως, στη μετρική του προσέγγιση;). Η παραίτηση, η απόσταση, η υποβολή, η υπονόηση των γηρατειών αντιπαραθετικά προς την εξιδανίκευση των νιάτων: όλα τούτα, σε μένα τουλάχιστον, θυμίζουν Ρώμη – αλλά μια Ρώμη είκοσι σχεδόν αιώνες πριν τη ζήσει ο ποιητής.

Γνώμη μου ή, έστω, αίσθησή μου, επίσης, είναι πως μια τέτοια ποιητική έχει εγνωσμένα όρια και δεν αφήνει διαρκές στίγμα. Αυτό αφορά το πώς μπορούμε να δεξιωθούμε την ποίηση του Πέννα σήμερα, καθώς δεν βρισκόμαστε στην εποχή του Μαρτιάλη ή του Πετρώνιου, και το ιστορικό κενό της γραφής (εννοώ: την έλλειψη εναργούς αναφοράς) στο οποίο ο Πέννα φαίνεται να δημιουργεί τις «εντυπώσεις» του (σωστά σημειώνει ο Σοφράς: «moments musicaux»), αναδεικνύεται. Αυτό το έωλο της γραφής, παρελθόντος του χρόνου, δείχνει την ηλικία της. Συμβαίνει, με τον Πέννα, το ακριβώς αντίθετο απ’ ό,τι με τον Καβάφη, του οποίου οι σκηνοθετημένες και ιστορικοποιημένες βινιέττες βρίσκονται υπόλογες στο Χρόνο, και θριαμβεύουν αισθητικά επ’ αυτού, ακριβώς λόγω αυτής τους της αφηγηματικής ιστορικοποίησης. Αντιθέτως, η ποιητική του Πέννα ακροβατεί στο κενό.

Θα αντιτείνει κάποιος πως η εμμονή με το εφηβικό σώμα ήταν παρούσα στον 20ό αιώνα περισσότερο από ποτέ. Πολλοί συγγραφείς έχουν εμπνευστεί από την μορφή του έφηβου, συχνά σε κείμενα αισθητισμού τόσο έντονου και συμπυκνωμένου, που μας παρασέρνει σε μιαν αισθητική περιδίνηση: ο Ζιντ, ο Τόμας Μαν, ο Βερλαίν. (Όχι όμως ο προσεκτικός Καβάφης). Εξ άλλου, το έργο δημιουργεί στον ελληνόφωνο αναγνώστη ενδιαφέρουσες συμπαραδηλώσεις. Σε αυτές, ο ποιητικός πόθος συμφύρεται με αυτόν για τα «παιδιά» λαϊκής καταγωγής στην ελληνική ποιητική γεωγραφία της Σαλονίκης ή του Πειραιά (Χριστιανόπουλος, Χρονάς), που ωστόσο δεν αφορά ακριβώς εφήβους. αλλά νέους: φαντάρους, κ.ά. (Εύστοχα, πάντως, σημειώνεται η συνάφεια –αν είναι να γίνουν αντιστοιχίσεις με την ελληνική γραμματεία– με τον Ασλάνογλου. Ο ακυρωμένος, χαμηλόφωτος και «σκονισμένος» λυρισμός, τελικά, εκεί θα παρέπεμπε, ως αναγνωστική οικειότητα, για  τον έλληνα αναγνώστη.) Στο σύμπαν του Πέννα, που έζησε εξ άλλου σε ακραία ένδεια, παιδιά της εργατικής τάξης ή και στοιχεία λούμπεν, ή αγροτικές μορφές στα περίχωρα της Ρώμης (έναν μικρό βοσκό), παρατάσσονται στις σελίδες σε μια χορεία ομορφιάς.

Ωστόσο, ο κριτικός λόγος έρχεται, δεκαετίες αργότερα, να υποσημειώσει: μήπως είναι ώρα να (ξανα;)δούμε ένα λεπτό ζήτημα πολιτικής ορθότητας στην ποίηση;  Ίσως να είχε νόημα να ξαναβλέπαμε την «αθωότητα» επικλήσεων στον γανυμηδικό έρωτα. Η λέξη, για παράδειγμα, αγόρι (ποιας λέξης είναι μετάφραση; ragazzo, giovane, fanciullo;), χρησιμοποιείται συνέχεια, θυμίζοντας τον δήθεν αθώο κόσμο του Ελύτη, σχετικά με τον ηδονικό θαυμασμό του οποίου για 14χρονα «κορίτσια» (για παράδειγμα, στις σελίδες του Μικρού Ναυτίλου) ακόμη εκκρεμεί να γραφεί ένα πραγματικά [επι]κριτικό δοκίμιο.

Η ηθικολογία μού είναι αδιάφορη, αλλά πρέπει να γίνει μια κατάταξη της παιδόφιλης πρακτικής που προτείνεται εδώ, σε έναν παρόντα εννοιολογικό ορίζοντα πρόσληψης, νομίζω. Εννοώ: η παιδόφιλη επιτέλεση ή φαντασίωση στη λογοτεχνία είναι ένα ζήτημα τρομακτικά ευαίσθητο, η κριτική του οποίου δεν μπορεί να εξαντλείται στο στενά ορισμένο φιλολογικό πεδίο. Απαιτείται η ένταξη της αισθητικής αυτής σε ένα, με την ορολογία της κοινωνικής ανθρωπολογίας, ευρύτερο πολιτισμικά ενημερωμένο πεδίο ανάλυσης. Απαιτείται η ιστορικοποίηση του κειμένου, κι η παράταξή του στο ύψος των κοινωνικών του διαστάσεων. Το ότι ο συγγραφέας «μπορεί να γράφει ό,τι θέλει» είναι αναμφισβήτητο – πάντως κι ο κριτικός μπορεί (ή μάλλον: πρέπει) να δεξιώνεται το κείμενο στον κόσμο που το κείμενο ζει και στον κόσμο με τον οποίο και επί του οποίου επιδρά. Θα μπορούσε κάποιος να μου αντιτείνει πως κορφολογώ, ή πως το πτολεμαϊκό ή ρωμαϊκό κλίμα είναι επίκαιρο σήμερα, πιο επίκαιρο από ποτέ – άρα η έκλυση του γανημυδικού έρωτα έχει «ένα νόημα». Δε φτάνει αυτό, ως αντίλογος. Πράγματι, εντός της τέχνης, επιτρέπονται τα πάντα, ακόμα και τα ποινικώς κολάσιμα εντός του βίου. Αλλά αυτό δεν σημαίνει κάτι: η γενίκευση αυτού του κανόνα προτείνει τη μόνιμη απαγκίστρωση της πρόσληψης του έργου τέχνης από το κοινό που την υποδέχεται. Εδώ, εμφιλοχωρεί ένας αισθητισμός. Κι ο αισθητισμός μού φαίνεται φτωχό πεδίο κρίσης του έργου τέχνης – οριακά, σε κάποιες περιπτώσεις, και ελιτίστικο: αφού αφήνει τον χώρο ελευθερίας (που πράγματι είναι η τέχνη), έωλο, χωρίς αναφορά στις κοινωνικές της βάσεις, χωρίς ευαισθησία για τον ορίζοντα της αναγνωστικής πρόσληψης. Αλλά το θέμα δεν είναι της παρούσης.

Σε κάθε περίπτωση, οι υπέροχες στην υφή (χαρτί Old Mill 130 ml, Ιταλίας – ταιριαστή η λεπτομέρεια) σελίδες της έκδοσης γυρνούν, ενώ η στοιχειοθέτηση συντείνει στη βιβλιοφιλική αίσθηση: το Ροδακιό έκανε πάλι τη δουλειά του. Τυπογραφικό θαύμα το βιβλίο. Η καταβύθιση στον κόσμο του Πέννα που επιχείρησε ο μεταφραστής είναι ολοκληρωτική: το βιβλίο, εκτός από την εμπεριστατωμένη εισαγωγή (την οποία ακολουθούν βιβλιογραφικές αναφορές), κοσμείται από επίμετρο με φωτογραφίες, ορισμένες από τις οποίες έχει τραβήξει ο ίδιος ο Σοφράς σε επίσκεψή του στη Ρώμη, και οι οποίες στοιχειοθετούν κάτι από τον χαμηλόφωνο κόσμο του ποιητή. Υψηλά κατορθωμένη στιγμή, η καθηλωτική ατμόσφαιρά του.

 

Εουτζένιο Μοντάλε: εξάσκηση στην ειρωνική απόσταση

Πιο «απλά» ίσως είναι τα πράγματα με τον Μοντάλε, όπως συχνά συμβαίνει με τα πιο ευρεία ανύσματα λόγου. Ο ποιητής είναι ήδη γνωστός στο ελληνικό κοινό, και η στοχαστική του, ελαφρώς αποστασιοποιημένη και ειρωνική ποιητική, η οποία συνεχίζεται και στο Ημερολόγιο ’73, είναι παρούσα ήδη εδώ. Τα Ημερολόγα δεν είναι οι πιο γνωστές ή οι πιο δημοφιλείς συλλογές του ποιητή. Είναι όμως τολμηρές, με την έννοια της καταβύθισης στο ποιητικό  εγώ με τρόπους έμμεσους, και εξασκούμενους στην απόσταση τόσο από την Ιστορία όσο και από το Εγώ.

Ο Μοντάλε είναι ένα βήμα πριν το Νόμπελ ήδη (βραβεύτηκε το 1975), είναι καταξιωμένος σε επίπεδο λατρείας στην πατρίδα του, έχει πατήσει τα 73. Και γράφει αναστοχαζόμενος τη ζωή και την εποχή του. Διεκδικεί, για τη συμπλοκή του υποκειμένου με το ιστορικό, έναν χώρο ελευθερίας που είναι η αβεβαιότητα κι η καχυποψία: Η αβεβαιότητα είναι σκληρότερη από τον γρανίτη. Κοιτά πίσω την πλούσια ζωή του, και δε μετανιώνει που δεν «εντάχθηκε»: Ρωτάς γιατί αρμενίζω / μες στην αβεβαιότητα και δεν / αλλάζω πορεία; Μάθε από το πουλί / που την γλιτώνει αλώβητο / γιατί το πυροβόλησαν από μακριά / και σκόρπισαν τα σκάγια.

Πολλές από τις, άψογα αρθρωμένες σε ποιητικό λόγο πάντως, στιγμές του βιβλίου μοιάζουν πράγματι «ημερολογιακές». Δεν είναι όμως μόνο παρακολούθημα της ιδιοφυούς περίπτωσης ενός σημαντικού ποιητή το βιβλίο, αλλά και ολοκληρωμένο ποιητικό έργο. Με το χιούμορ, την ειρωνεία και την απόσταση από την ιστορική ζέση, προτείνει μια αισθητική τάξη που σήμερα είναι ιδιαίτερα επίκαιρη, στις ακραίες στιγμές πόλωσης που ζούμε. Προτείνει ένα ξαναδιάβασμα της ιδεολογικής σιγουριάς που τόσο ταλάνισε τον μονταλικό εικοστό αιώνα δια του σκώμματος: Ποιο είναι το μεγάλο ζήτημα δεν μάθαμε ποτέ.

Η συλλογή τελικά είναι αυτό που υπονοεί ο τίτλος: μια ασυγκράτητα, όσο και διακριτικά, μεταφερμένη συλλογή στοχασμών στο ποιητικό πεδίο. Πρόκειται όμως για μια στοχαστική ποίηση που διατηρεί την έντονη, πλέον βαθύτατα εμπεδωμένη, λυρικότητα του πρώιμου Μοντάλε, μεταστοιχειωμένη σε οξεία ειρωνεία και αδιόρατο χιούμορ. Η αποστασιοποίηση από τον γρήγορα εξελισσόμενο και μετασχηματιζόμενο κόσμο γύρω του, καθιστά το γηράσκον ποιητικό υποκείμενο ιδιαίτερα εμβριθές, και η ιλαρή στάση του ακυρώνει κάθε υποφώσκουσα τάση προς τον πατερναλισμό ή τον διδακτισμό. Το βιβλίο είναι, αντίθετα, μια μαθητεία (κι έμμεσα μια διδαχή) στην τέχνη της αμφιβολίας. Οι παρατηρήσεις του για τον φυσικό κόσμο, το πολιτικό τοπίο, είναι τόσο χωνεμένες στο κλίμα της Βόρειας σχεδόν απόστασης από τα πράγματα που ο Γενοβέζος διατηρεί, στη Μιλανέζική του τελευταία περίοδο, που ο έλληνας αναγνώστης αναρωτιέται  πολλές φορές πού διακρίνεται ένα ελληνόφωνο αντίστοιχο. (Ίσως σε είρωνες και σε απόσταση από ιστορικές επιλογές του [πολιτικού] χώρου τους μορφές, όπως ο Αλεξάνδρου ή ο Αναγνωστάκης.) Φαντάζει πάντως πράγματι αλλότρια η ποίηση αυτή – όσο και συναρπαστική.

Μεταφραστικές ελευθερίες παρατηρούνται πολλές, κάποτε με την τόλμη που φέρνει τον στίχο σε άλλη, νομίζω, από τη μονταλική κλίμακα. Είναι όμως όλες δικαιολογημένες –και πετυχημένες– στο ειδοποιημένο πνεύμα του έμπειρου μεταφραστή, που έχει τριβή υπερεικοσαετή με την ποίηση του Μοντάλε. Βρήκα ελάχιστες δημιουργικές επιλογές που να είναι συζητήσιμες: (για παράδειγμα: επιμελώς αναιμική και μελιστάλακτη, σ. 45, όπου, νομίζω, η επιλογή της φράσης μειώνει τη στιβαρότητα του πρωτότυπου). Πιο συχνά, μιλάμε για εξαιρετική απόδοση λεπτής ποίησης, που στέκεται ανεξάρτητα από το πρωτότυπο (το οποίο κοσμεί τη συλλογή, δίπλα στις μεταφράσεις). Οι σημειώσεις και το χρονολόγιο φωτίζουν τις όποιες στιγμές κατά τις οποίες το αναγνωστικό μάτι σκοτίζεται για λίγο, με χρήσιμες πληροφορίες.

 

Δύο σπουδαίες προσθήκες

Διαπιστώνεται μια σχετική έλλειψη της ιταλικής γραμματείας του 20ού αιώνα, με λαμπρές περιπτώσεις που απασχόλησαν το κοινό στην Ελλάδα διά της απουσίας τους – την οποία καλύπτει σχεδόν ολοσχερώς η έκδοση Πέννα κι εν μέρει η έκδοση Μοντάλε, στο μεταφραστικό παλίμψηστο που αργά και σταθερά κατορθώνει ο Αλιφέρης. Λείπουν εκκωφαντικά, κατά τη γνώμη μου, οι φωνές των Σάμπα και Παζολίνι, καθώς θα χρειαστεί περισσότερη προσπάθεια ώστε να εμπεδωθούν μεταφραστικά στα ελληνικά. Αλλά κι άλλοι πολλοί από τη λατρεμένη γειτονική χώρα, ειδικά όσοι γράψαν σε ιδιολέκτους, μια παράδοση που η ιταλική χερσόνησος κρατά αδιάλειπτα από τους τροβαδούρους του Μεσαίωνα ώς τους πιο ακραίους μοντερνιστές της: αναφέρομαι, για παράδειγμα, σε ποιητές, θεατρικούς συγγραφείς, και πεζογράφους όπως ο Loi, ο Gadda, ο πρώιμος Παζολίνι, κι ακόμη κι ο συνήθως πρόχειρα μεταφερμένος στα ελληνικά αλλά πολύ αγαπημένος από το ελληνικό κοινό Ντάριο Φο. Λείπει ακόμη η εμπέδωση της απήχησης και σημαντικότητας ορισμένων μεγάλων συγγραφέων: του Βιττορίνι, όπως και του Σβέβο (εκτός κυκλοφορίας η Συνείδηση του Ζήνωνα, ιδρυτική πράξη του μοντερνισμού στην Ιταλία, κι από τις σπουδαίες ευρωπαϊκές στιγμές της λογοτεχνικής νεωτερικότητας), αλλά και του Sciascia, οι οποίοι δεν έγιναν δεκτοί ακριβώς με δάφνες στην Ελλάδα. Όσο κι αν είναι προβληματική η έλλειψη τέτοιων μεγεθών, είναι πάντως παρήγορος ο εκδοτικός πλούτος σε ό,τι αφορά τον Καλβίνο, αλλά και τον Πιραντέλλο, τον Κουαζίμοντο, τη Μοράντε. Σε αυτή την ωραία ιταλική στοίβα, προστίθενται τώρα οι δύο νέες, όμορφες και χρήσιμες εκδόσεις.

 

 

 

 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά