Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

Lanisters, γουρούνια, δολοφόνοι

Κατηγορία Κριτικές
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 46 Κριτικές
O Tywin Lannister (τον υποδύεται ο Charles Dance), επικεφαλής του Οίκου που νέμεται το θρόνο. Σκηνή από το απόλυτο τηλεοπτικό μπεστ σέλερ της εποχής μας, το Game of Throne. O Tywin Lannister (τον υποδύεται ο Charles Dance), επικεφαλής του Οίκου που νέμεται το θρόνο. Σκηνή από το απόλυτο τηλεοπτικό μπεστ σέλερ της εποχής μας, το Game of Throne. HBO

Virginie Marcucci, Νοικοκυρές σε απόγνωση. Μια ένοχη απόλαυση, μετάφραση από τα γαλλικά: Εριέττα Βασιλείου-Σγούρου, Καρδαμίτσα, Αθήνα 2014, 136 σελ.

 

Laurent Jullier, Barbara Laborde, Grey’s Anatomy. Φροντίδα από καρδιάς, μετάφραση από τα γαλλικά: Αντουανέττα Καλλέγια, Καρδαμίτσα, Αθήνα 2014, 160 σελ.

 

Το χιουμοριστικό σύνθημα σε αφίσα της ΡΑΣ ΕΑΑΚ που προανήγγειλε προβολή επεισοδίου του Game of Τhrones σε κάποιο πανεπιστημιακό αμφιθέατρο ήταν το εξής: «της Στάρκενας της φάγαν' το γιο και το εγγόνι, Lanisters, γουρούνια δολοφόνοι». Από τις Νοικοκυρές σε απόγνωση στο Game of thrones, το ενδιαφέρον για τις τηλεοπτικές σειρές κορυφώνεται. Όχι επειδή πρόκειται για «αμερικανιές» προκειμένου να περνάμε την ώρα μας…

 

Άλλος ένα κύκλος του Game of thrones ολοκληρώθηκε πριν από λίγο καιρό, αφήνοντας τη γλυκόπικρη γεύση που με επιμέλεια προετοιμάζει για το φανατικό κοινό του εδώ και τέσσερα χρόνια. Μια ακόμη σειρά ύστερα από τόσες (π.χ. Lost, Dexter, Wire, Νοικοκυρές σε απόγνωση, Βοργίας κ.λπ.) που έρχεται να σπάσει αφηγηματικά καλούπια, να παίξει με τα νεύρα των φανατικών φίλων της και με τις ορίζουσες του σύγχρονου «ηρωισμού», να κεντρίσει το ενδιαφέρον με τις ίντριγκες μεταξύ σεξουαλικότητας και εξουσίας, να αναπαραστήσει σε ένα κόσμο φανταστικό την απόλυτη συνεύρεση των πιο βαθιά αρχαϊκών χαρακτηριστικών της ανθρώπινης ιστορίας με τη μεταμοντέρνα ρευστότητα και το κενό μιας μεταφυσικής ή εγκόσμιας αυθεντίας. Η σειρά που έχει αποδιαρθρώσει με κάθε τρόπο τη χολιγουντιανή συνταγή του happy end, που έχει αναδομήσει τους αφηγηματικούς δρόμους του είδους της fantasy αφήγησης, που έχει ανατρέψει σχεδόν όλους τους κανόνες πορνογραφικής εικονογράφησης την οποία ακολουθεί η βιομηχανία του θεάματος, που έχει μετατρέψει το σκηνικό του μεσαιωνικού παραμυθιού σε ιστορία στην οποία συναντιέται (τουλάχιστον) ο ρωμαϊκός ηδονισμός, η παζολινική έκθεση της βαναυσότητας και ο ηθικός μετεωρισμός των σημερινών μεταμοντέρνων ταυτοτήτων, υπόσχεται στους «πιστούς» της ακόμη μια σεζόν, με τα ίδια, δοκιμασμένα πια, υλικά. Θα πρέπει να ανατρέξουμε πολύ πίσω στην ιστορία για να εντοπίσουμε ένα άλλο αφήγημα που να μιλά με τόσο νατουραλιστικό τρόπο για την αγριότητα της ανθρώπινης κατάστασης και να βρίσκει τέτοια πολύπλευρη απήχηση. O Χομπς πάντως παίρνει την εκδίκησή του εδώ και τέσσερις τηλεοπτικές σεζόν.
Είναι πολύ δύσκολο να κατανοήσει κανείς την τεράστια επιτυχία της συγκεκριμένης σειράς εάν τη δει αποκομμένη από το σύνολο των αμερικανικών σειρών που παράγονται τα τελευταία χρόνια. Είναι ακόμη πιο δύσκολο να προσεγγίσει τη σημασία της εάν δεν έχει κατανοήσει την επίδραση των σκοτεινών κόμικς της Marvel και της DC στον οπτικό πολιτισμό των τελευταίων δεκαετιών, εάν δεν έχει παρακολουθήσει τους αυτοϋπονομευόμενους ήρωες του Χόλιγουντ (από τον Ιντιάνα Τζόουνς μέχρι τους ήρωες του Ταραντίνο), εάν δεν έχει μυηθεί στον σταδιακό εξορθολογισμό της μεταφυσικής αφήγησης μέσα από τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας, την επάνοδο των μεσαιωνικών παραμυθιών (τύπου Χάρρυ Πότερ, Άρχοντας των Δακτυλιδιών κ.λπ.), τα παιχνίδια χαρακτήρων των video games, εάν δεν έχει εξοικειωθεί με την υπερσεξουαλικά πορνογραφημένη ταυτότητα των σύγχρονων σταρ της ποπ μουσικής σκηνής. Για όσους δεν έχουν παρακολουθήσει τις σημαίνουσες αλλαγές και αναμείξεις της δημοφιλούς κουλτούρας τα τελευταία περίπου σαράντα χρόνια, που κορυφώνονται με παραδειγματικό τρόπο στην τελευταία περίπου δεκαετία, είναι δύσκολο να κατανοήσουν και την επιτυχία και τη σημασία του Game of thrones. To μεγάλο πάντως μέρος του παγκόσμιου τηλεοπτικού κοινού, και ειδικά αυτό των νεότερων ηλικιών, έχει εμπεδώσει πλήρως αυτή την εξέλιξη και αφήνεται απολύτως συνειδητά στη σαδομαζοχιστική ελεγεία του.

ΠΩΣ ΑΛΛΑΖΕΙ ΤΟ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΟ ΜΕΣΟ
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα λίγο με τη σειρά. H τηλεόραση ήταν και παραμένει ένα από τα πλέον υποτιμημένα MME. Είναι το κατ’ εξοχήν μέσο που δαιμονοποιήθηκε ως εργαλείο πλύσης εγκεφάλου, παθητικοποίησης και ομογενοποίησης του κοινού. Η εποχή του ίντερνετ, και της εξατομικευμένης επικοινωνίας που αυτό αποκορύφωσε, υπέσκαψαν κι άλλο το κύρος της τηλεόρασης ως μοναδικής πηγής πληροφόρησης και ψυχαγωγικής μήτρας. Τα ίδια άλλωστε τα παράγωγα της τηλεόρασης, η καλωδιακή-συνδρομητική τηλεόραση και το βίντεο ή DVD, σε μεγάλο βαθμό απομαζικοποίησαν ήδη από τη δεκαετία του 1980 την τηλεοπτική εμπειρία και κατακερμάτισαν το κοινό της, ανάλογα με τα είδη και τις προτιμήσεις του. Εν τούτοις, ο προαναγγελθείς θάνατος της τηλεόρασης ως εκείνου του πανίσχυρου μαζικού μέσου που μπορεί να υποβάλει ιδέες, σύμβολα και συμφέροντα δεν έχει επέλθει ακόμη. Κι αυτό γιατί τόσο οι κώδικες και τα βιώματα επικοινωνίας που έχει καλλιεργήσει επί σειρά δεκαετιών μένουν ισχυρότατα (αν και πολλές φορές ασύνειδα) στη γενιά του κινητού, του διαδικτύου και των social media, όσο και γιατί η ίδια η τηλεόραση συνεχίζει να εξελίσσεται, να παίρνει νέες μορφές και να ενσωματώνεται στην ψηφιακή εποχή, όχι απλά με όρους επιβίωσης αλλά και αναβίωσης.
Το πεδίο των αμερικανικών τηλεοπτικών σειρών αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Ολόκληρη η δεκαετία του 2000 όπως και η τρέχουσα δεκαετία χαρακτηρίζεται από τη θριαμβική επάνοδο της αμερικανικής ψυχαγωγικής τηλεόρασης σε παγκόσμιο επίπεδο. Η διαφορά είναι ότι αυτή τη φορά «η Αυτοκρατορία αντεπιτίθεται» όχι μόνο στο προνομιακό της μέχρι πρότινος διασκεδαστικό πλαίσιο, όσο κυρίως εισάγοντας την τηλεόραση στον αστερισμό της «ποιότητας». Η μετατόπιση μεγάλου ποσοστού του κινηματογραφικού δυναμικού των ΗΠΑ στην τηλεόραση, όχι για λόγους μόνο οικονομικούς αλλά κυρίως καλλιτεχνικούς-πειραματικούς, είναι ένα γεγονός που έχει αναγγελθεί από τα πιο επίσημα χείλη και σε κάθε τόνο εδώ και καιρό. Η τηλεόραση, και κυρίως η καλωδιακή της εκδοχή (με εξέχοντα παραδείγματα τις παραγωγές της HBO και της Showtime), μεταμορφώνεται σε πλουσιότατο πεδίο καλλιτεχνικής αναζήτησης πάνω σε γνωστούς και καινούργιους δρόμους οπτικοακουστικής αφήγησης. Η εποχή του «τηλεοπτικού κινηματογράφου», μέσα από τις σειρές που παράγονται από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, έχει για τα καλά εγκαθιδρυθεί, με τη βοήθεια μάλιστα του διαδικτύου, που συμβάλλει τα μέγιστα με νόμιμους και πειρατικούς τρόπους προώθησης και διανομής του.
Η διεθνής επιστημονική κοινότητα που ασχολείται με τα ΜΜΕ, και ιδίως με την τηλεόραση, έχει επικεντρώσει το ενδιαφέρον της σε αυτή την εξέλιξη με μια πλούσια και συνεχώς αυξανόμενη σειρά βιβλίων και με σχετική αρθρογραφία. Τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1980, το επιστημονικό ενδιαφέρον για την τηλεόραση, τον τρόπο που γίνονται ή όχι διαπραγματεύσιμα από το τηλεοπτικό κοινό τα μηνύματά της, την ιστορική εξέλιξη της τόσο σε θεσμικούς όσο και σε αναπαραστασιακούς όρους είναι αμείωτο. Απέναντι στην πεπατημένη αντίληψη ότι η τηλεοπτική οθόνη αποτελεί απλά ένα «χαζοκούτι», η επιστημονική έρευνα έχει αναζητήσει σε αυτή σημαντικές αλλαγές της καθημερινής ζωής, έχει ανιχνεύει ένα εργαλείο κοινωνικής συνεννόησης σε μαζική κλίμακα, έχει εντοπίσει τη μεταμόρφωση του οικογενειακού χώρου σε πεδίο πρόσληψης ενημερωτικών και ψυχαγωγικών μηνυμάτων, έχει προσπαθήσει να ερμηνεύσει και να κατανοήσει την απόλαυση που αποκομίζεται από τις πιο απλές αφηγηματικές συμβάσεις (π.χ. σαπουνόπερα), έχει ανιχνεύσει τις πολύσημες ταυτότητες και τους κόσμους των fans που διαμορφώνει ο τηλεοπτικός δέκτης. Με άλλα λόγια, η μελέτη της τηλεόρασης έχει αναδειχτεί σε προνομιακό πεδίο άσκησης ενός κριτικού, συνάμα όμως και αντιελιτιστικού τρόπου κατανόησης της σύγχρονης δημοφιλούς κουλτούρας
Στην Ελλάδα διαθέτουμε ελάχιστες διεισδυτικές έρευνες για το ποιες είναι οι βασικές διαστάσεις του τηλεοπτικού πεδίου στη χώρα μας και σε ποιο βαθμό έχουν επηρεάσει τόσο τον δημόσιο λόγο όσο και τις καθημερινές αντιλήψεις και συμπεριφορές. Συνέπεια αυτής της έλλειψης είναι η κριτική στην τηλεόραση να ταυτίζεται με μια συλλήβδην απόρριψή της. Η πολιτισμική διάκριση εναλλακτικότητας, συνήθως αριστερόστροφης προέλευσης, συνοψίζεται στην υπερήφανη φράση: «δεν έχω τηλεόραση σπίτι». Πολλές φορές άλλωστε η αντίσταση κατά του «συστήματος» έχει μετουσιωθεί σε συνθήματα εναντίον της τηλεόρασης ή και σε συμβολικές καταστροφές της ίδιας της συσκευής. Η αδυναμία να μιλήσουμε για την τηλεόραση και, κυρίως, να ξεδιαλύνουμε το τι είναι προβληματικό σε αυτή και τι όχι, πέρα από μια στερεοτυπική συνθηματολογία, αντανακλά την τεράστια αμηχανία της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στους θεσμούς και τα μέσα διαμεσολάβησης. ακόμα και την ίδια τη μαζική δημοκρατία στην οποία ζούμε.
Το κενό της επιστημονικής έρευνας σε αυτό είναι κρίσιμο. Αν εξαιρέσει κανείς την επισκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας γύρω από τα τηλεοπτικά ζητήματα και τη μελέτη του θεσμικού πλαισίου μέσα στο οποίο λειτούργησε η ελληνική τηλεόραση (πριν και μετά τη χρονολογία ορόσημο 1989, που σήμανε το τέλος του κρατικού μονοπωλίου), το περιεχόμενο της τηλεόρασης και οι επιδράσεις του εν πολλοίς είτε δεν έχουν εξερευνηθεί είτε απλά έχουν εγκλωβιστεί μέσα στην αφ’ υψηλού γενικόλογη καταγγελία της μαζικής-θεαματικής κουλτούρας. Η κομβική σημασία της τηλεόρασης τόσο στον εκσυγχρονισμό και την προσαρμογή στην παγκοσμιοποίηση της ελληνικής κοινωνικής πραγματικότητας, όσο και στην αναδίπλωση ή αναμόρφωση των παραδοσιακών στοιχείων της, δεν έχει μελετηθεί επαρκώς και με συγκεκριμένο τρόπο. Παρ’ όλα αυτά, τα τελευταία χρόνια σημειώνονται ενδιαφέροντα βήματα, τόσο στο να μελετηθεί το τηλεοπτικό φαινόμενο με πιο σφαιρικό και αποδαιμονοποιημένο τρόπο (Ιωάννα Βώβου (επιμ.), Ο κόσμος της τηλεόρασης, Ηρόδοτος, 2010), όσο και να ερευνηθούν συγκεκριμένα παραδείγματά του με βάση επίκαιρα ερευνητικά ερωτήματα κοινωνιολογικού και ψυχολογικού προσανατολισμού (Αγγελική Γαζή, Sex and the City. Ταυτότητα και αναζήτηση νοήματος στη μετανεωτερική αφήγηση), ακριβώς όπως αυτό συμβαίνει στη διεθνή επιστημονική συζήτηση.

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΦΙΛΟΥΣ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ
Σε αυτές τις πρώτες σημαντικές εγχώριες προσπάθειες συγκεκριμενοποίησης της έρευνας γύρω από την τηλεόραση, έρχονται να προστεθούν δύο ακόμη μικρά αλλά εξόχως ενδιαφέροντα βιβλία από την ξένη βιβλιογραφία, που μεταφράστηκαν και κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καρδαμίτσα: το ένα είναι το βιβλίο της Virginie Marcucci, Νοικοκυρές σε απόγνωση. Μια ένοχη απόλαυση και το άλλο το βιβλίο των Laurent Jullier, Barbara Laborde, Grey’s Anatomy. Φροντίδα από καρδιάς, που μελετούν τις ομώνυμες σειρές. Τα δύο συγκεκριμένα βιβλία αποτελούν μέρος μιας ολόκληρης σειράς που εκδίδεται στη Γαλλία (από το Presses Univeritaires de France) υπό τη διεύθυνση των Jean-Baptiste Jeangene-Vilmer και Claire Secail. Η συγκεκριμένη σειρά βιβλίων διερευνά κάτω από τα πολλαπλά πρίσματα των πολιτισμικών σπουδών, της φιλοσοφίας, της πολιτικής επικοινωνίας και της κοινωνιολογίας τη σημασία των τηλεοπτικών σήριαλ όπως: Lost, Law and Order, 24, Six feet under, Sons of anarchy, In treatment κ.ά. Όλες αυτές οι τηλεοπτικές μυθοπλασίες συγκροτούν όχι μόνο για την αγγλοσαξονική σχολή (που ήδη έχει στο παρελθόν σκύψει με προσοχή σε τέτοια προϊόντα), αλλά και για τη γαλλική, ένα εξαιρετικό υλικό για να ανιχνευτούν σημαίνουσες συμβολικές, φαντασιακές, φιλοσοφικές και φυσικά ιδεολογικές μετατοπίσεις τόσο των καλλιτεχνικών αναπαραγωγών της δημοφιλούς κουλτούρας όσο και του πολυπληθούς παγκοσμιοποιημένου κοινού που τις παρακολουθεί ανελλιπώς.
Για παράδειγμα, η μελέτη της V. Marcucci για τις Νοικοκυρές σε απόγνωση ξεκινάει από την παράθεση στοιχείων για την πολυσυλλεκτικότητα του κοινού της. Δεν είναι μια σειρά που απευθύνεται αποκλειστικά σε γυναικείο κοινό, όπως συνέβαινε με τις παλιότερες σαπουνόπερες που προβάλλονταν σε ώρες αιχμής, αφού υπάρχει σημαντικό ενδιαφέρον παρακολούθησής της και από τον ανδρικό πληθυσμό. Άλλωστε, το αστυνομικό σενάριο που διατρέχει σε δεύτερο πλάνο όλες τις σεζόν της σειράς είναι αρκετά δελεαστικό για το ανδρικό κοινό, εκτός από τις όμορφες πρωταγωνίστριες. Οι πολιτείες των ΗΠΑ που κλίνουν προς τους Δημοκρατικούς επιλέγουν περισσότερο την παρακολούθησή της αλλά και στις Νότιες, πιο συντηρητικές, πολιτείες καταγράφονται σημαντικά ποσοστά επιτυχίας. Στηριζόμενη στο κλασικό ερμηνευτικό σχήμα της Ien Ang για τη σειρά Dallas της δεκαετίας του 1980, η Marcucci προχωρά τον προβληματισμό που θέλει την τηλεθέαση αυτών των υβριδιακών ως προς την ειδολογία τους σειρών (ως σύνθεση της σαπουνόπερας, της σειράς μυστηρίου μέχρι τα ριάλιτι) μια μορφή «ένοχης απόλαυσης», την απόλαυση δηλαδή που προκύπτει από την παρακολούθηση θεωρητικώς υποδεέστερων πολιτισμικών προϊόντων και τον εντοπισμό σε αυτά σημαντικών στοιχείων στα οποία καθρεφτίζεται η πραγματικότητα. Αυτό όμως που φαίνεται να χαρακτηρίζει το αναστοχαστικό στοιχείο της σειράς, το οποίο ελκύει περισσότερο τους τηλεθεατές της, είναι η ειρωνική στάση που κρατά απέναντι στον καταστατικό αφηγηματικό άξονά της, αυτόν της σαπουνόπερας, αλλά και οι διαρκείς παραπομπές που κάνει σε άλλα κινηματογραφικά ή τηλεοπτικά κείμενα με τρόπο απολύτως σαφή και προφανή. Οι σειρές, όπως οι Νοικοκυρές σε απόγνωση, κάνουν τη διακειμενικότητα της μεταμοντέρνας αισθητικής επιλογής όχι επιλογή για λίγους, μυημένους και εκλεκτούς, αλλά για το ευρύ-μαζικό τηλεοπτικό κοινό. Η αυτοσαρκαστική αντιμετώπιση των βασικών συνταγών αφήγησης του «είδους» αλλά και ο εκδημοκρατισμός του διακειμενικού παιχνιδιού είναι, κατά τη συγγραφέα, το μεγάλο μυστικό της επιτυχίας της.
Σε πιο κοινωνιολογικούς όρους, η Marcucci βλέπει στη σειρά μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση της προαστικοποιημένης ζωής των ΗΠΑ, τις μεγάλες αλλαγές που έχει φέρει στις ταυτότητες ανδρών και γυναικών αλλά και τα μεγάλα κενά που διαμορφώνει η προσχηματική κοινωνική γαλήνη η οποία επικρατεί εκεί. Σε αυτό βλέπει ότι η σειρά συνεχίζει τις μορφές αναπαραστάσεων που ήδη έχουν καταγραφεί από σημαντικές κινηματογραφικές ταινίες (The Stepford wifes, The Truman show, Mullholand drive κ.ά.), οι οποίες έχουν ασκήσει μια ευφάνταστη κριτική στην κοινωνική αυτή εξέλιξη που χρονολογείται στις ΗΠΑ από τη δεκαετία του 1960. Μια κριτική που στην κοινωνιολογική γραμματεία τη συναντάμε παραδειγματικά στις αναλύσεις του Κρίστοφερ Λας για τις αλλαγές οι οποίες έχουν επέλθει στις κοινωνικές και οικογενειακές σχέσεις με τη φυγή στα προάστια και το φόβο τις ανάμειξης με τα «επικίνδυνα» στοιχεία της μητρόπολης. Στο ιδεολογικό πλαίσιο που διαμορφώνει η σειρά, η συγκεκριμένη μελέτη δεν καταλήγει σε ένα τελικό συμπέρασμα ας πούμε περί προοδευτικότητας ή συντηρητικότητάς της. Το γεγονός ότι κεντρίζει το ενδιαφέρον από όλο το ιδεολογικό φάσμα των ΗΠΑ και ότι διάφοροι κύκλοι την έχουν χρησιμοποιήσει για να προωθήσουν είτε παραδοσιακά είτε υπερμοντέρνα (μεταφεμινιστικά) πρότυπα, καθιστά δυσχερή οποιαδήποτε απόλυτη διαπίστωση.
Και η άλλη συναφής μελέτη άλλωστε, για το Grey’s Anatomy, που επίσης κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καρδαμίτσα, αν και με πολύ περισσότερο φιλοσοφικό προσανατολισμό (για το πώς προωθεί η συγκεκριμένη σειρά τις σύγχρονες εγκόσμιες αντιλήψεις αλτρουισμού), καταλήγει ότι τα ψυχαγωγικά αυτά προϊόντα κάθε άλλο παρά συμβάλλουν στην αποθέωση ή την έμμεση υποστήριξη κάποιας πολύ μονοδιάστατης κοσμοθεώρησης για τα πράγματα. Ανεξάρτητα από το είδος, την υπόθεση, την προσωπική ή την υποκριτική αξία των πρωταγωνιστών, οι πετυχημένες αμερικανικές σειρές καλλιεργούν διφορούμενα νοήματα, αναπτύσσουν αντιφατικούς ήρωες, αναστοχάζονται διαρκώς για τους ηθικούς προσδιορισμούς του καλού και του κακού. Μπορεί να ακολουθούν στερεοτυπικές κατασκευές και κοινότοπες αφηγηματικές συνταγές, αλλά αυτό συμβαίνει πάντα με ειρωνικό, αμφίσημο και ανακλαστικό τρόπο. Έτσι άλλωστε πετυχαίνουν να ελκύσουν και να εκφράσουν ένα κοινό με πολύ διαφορετικές προσλαμβάνουσες και ιδεολογικές προτιμήσεις, αλλά και να μαζικοποιήσουν σε πρωτόγνωρο βαθμό αυτές ακριβώς τις αφηγηματικές αρχές που σηματοδότησαν την πεμπτουσία της avant guard κινηματογραφίας (διφορούμενο, διακειμενικότητα, ηθικός αναστοχασμός κ.λπ.).

Κατά συνέπεια, και για να επανέλθουμε στη εισαγωγική επισήμανση για την επιτυχία του Game of Τhrones (βασισμένου στη σειρά επικών μυθιστορημάτων του George R.R. Martin, To τραγούδι της φωτιάς και του πάγου), οι τηλεθεατές αυτής της σειράς, όπως και τόσων άλλων αμερικανικών τηλεοπτικών μυθοπλασιών της τελευταίας δεκαετίας, δεν θεωρούν ότι βλέπουν απλά ένα εύκολο και εύπεπτο θέαμα. Ξέρουν πολύ καλά ότι δεν βλέπουν τη Ζίνα, ούτε τον Ηρακλή ούτε τον Άρχοντα των δαχτυλιδιών, παρ’ ότι η σειρά μπορεί να οφείλει πολλά στην εικονογραφική ιστορία αυτών των προϊόντων μεγαλύτερης ή μικρότερης αξίας. Ελάχιστοι από τους «πιστούς» της θεωρούν ότι παρακολουθούν μια ακόμη «αμερικανιά» για να περάσει η ώρα. Αντίθετα, βλέπουν τους εαυτούς τους συμμέτοχους σε κάτι που ανατέμνει ριζοσπαστικά ένα ολόκληρο είδος αφήγησης (η συγκρίσεις με τον Άρχοντα των δακτυλιδιών πάνε και έρχονται), παρακολουθούν με μεγάλη αγωνία ένα παραμύθι που δεν μιλάει ούτε για το παρόν ούτε για το παρελθόν ούτε για το μέλλον αλλά για τις μεταξύ τους διασυνδέσεις, για ένα μύθο που σκοτώνει αργά και βασανιστικά όλους του τους ήρωες, μια σειρά εικόνων που φέρνει σε ευθεία παράθεση την πορνολαγνεία, την αιμομιξία, τον ευνουχισμό και το θάνατο πιο αναπάντεχα και από παλιές σειρές του BBC, πιο ευφάνταστα και φεμινιστικά και από ό,τι στην Αυτοκρατορία των αισθήσεων του Ναγκίσα Όσιμα.
Το σημαντικότερο όλων, τουλάχιστον όσον αφορά το ελληνικό κοινό, είναι ότι εκτίθεται εθελοντικά σε ένα αφήγημα που παρά τις πολλαπλές μεταφυσικές του αναφορές πραγματεύεται την εξουσία στην απόλυτη συνθετότητά της, στις λεπτές ισορροπίες της και όχι ως μια απλή υπόθεση επιβολής του ισχυρότερου ή του πλουσιότερου. Οι συνωμοσίες υφαίνονται για συγκεκριμένους ατομικούς ή συλλογικούς σκοπούς (συνήθως οικογενειοκεντρικούς-συντεχνιακούς) και όχι για να εξυπηρετηθούν αόρατες δυνάμεις, όσο κι αν γίνεται επίκληση σε αυτές.
Το χιουμοριστικό σύνθημα σε αφίσα της ΡΑΣ ΕΑΑΚ που προανήγγειλε προβολή επεισοδίου του Game of Τhrones σε κάποιο πανεπιστημιακό αμφιθέατρο είναι ενδιαφέρον: «της Στάρκενας της φάγαν το γιο και το εγγόνι, Lanisters, γουρούνια δολοφόνοι». Δεν παίζει ρόλο πόσο ψαγμένος ή αντιαμερικανός είσαι, το Game of Τhrones πρέπει να το δεις ή να το ξέρεις, να το σχολιάσεις, να το κοροϊδέψεις, γιατί ορίζει μια νέα υπερπραγματική μυθολογία. Είναι σίγουρο ότι τόσο για το Game of Τhrones όσο και για άλλες αμερικανικές σειρές θα ειπωθούν και θα γραφούν πολλά. Ας ελπίσουμε ότι η επιστημονική συζήτηση που θα αναπτυχθεί γι’ αυτό θα περάσει και στον ειδικευμένο και στον ενδιαφερόμενο αναγνώστη.

Βασίλης Βαμβακάς

Λέκτορας επικοινωνίας στο τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έχει γράψει το βιβλίο: Εκλογές και επικοινωνία στη Μεταπολίτευση. Πολιτικότητα και θέαμα (2006).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά