Παρασκευή, 09 Μαΐου 2014

Χάννα Άρεντ: να σκέπτεσαι, να κρίνεις, να δρας

Κατηγορία Κριτικές
Γράφτηκε από τον 
Η Χάννα Άρεντ. Η φωτογραφία της από το βιβλίο Men in Dark Times (Mariner Books, 1968). Η Χάννα Άρεντ. Η φωτογραφία της από το βιβλίο Men in Dark Times (Mariner Books, 1968).

Hannah Arendt. Έγχρωμη ταινία γερμανικής παραγωγής 2012 σε σκηνοθεσία Margarethe von Trotta. Σενάριο: Pam Katz, Margarethe von Trotta. Παίζουν: Barbara Sukowa, Axel Milberg, Janet McTeer. Παραγωγή: Zeitgeist films. Διανομή: Strada Films. Διάρκεια: 113’

Πάντα μπορεί να είναι επίκαιρο ένα έργο όπως αυτό της Μαργκαρέτε φον Τρότα για τη Χάννα Άρεντ. Η ταινία αποτυπώνει τις βίαιες διαμάχες που ξέσπασαν μετά την έκδοση του γνωστότερου ίσως βιβλίου της Άρεντ, Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ: μια έκθεση για την κοινοτοπία του κακού. Απεσταλμένη του περιοδικού Νew Yorker στην Ιερουσαλήμ για να καλύψει τη δίκη του ναζί εγκληματία πολέμου Άντολφ Άιχμαν το 1961, η Άρεντ ήταν η αρμοδιότερη γι’ αυτή την αποστολή, μια και είχε δημοσιεύσει μια σημαντική ανάλυση του ναζιστικού φαινομένου στο μνημειώδες έργο της Οι ρίζες του ολοκληρωτισμού, που εκδόθηκε το 1951. Προς μεγάλη έκπληξη πολλών, ωστόσο, η έκθεσή της για τη δίκη του Άιχμαν κατέληξε στην επίμαχη θέση ότι ο Άιχμαν, ο ναζί αξιωματικός και από τους βασικούς οργανωτές της Τελικής Λύσης, δεν ωθήθηκε από επαίσχυντα, κακοήθη κίνητρα. Αντίθετα, υποστήριξε η Άρεντ, το κακό στον Άιχμαν ήταν κοινότοπο, «μπανάλ».

Δυστυχώς, η ιδέα της Άρεντ περί «κοινοτοπίας του κακού» συρρικνώθηκε σε ένα στρεβλό διανοητικό στερεότυπο: ο Άιχμαν δεν ήταν τίποτα περισσότερο από έναν ανόητο γραφειοκράτη κρατικό λειτουργό, που «ακολουθούσε εντολές», ένα ασήμαντο γρανάζι στην δολοφονική μηχανή των Ναζί. Όμως αυτή η πρόσληψη ισοπεδώνει την πλουσιότερη, πολύ πιο ανησυχητική θέση της. Κατά την άποψη της Άρεντ, η «κοινοτοπία» του κακού στον Άιχμαν αντανακλούσε την καθαρή ανικανότητά του να σκεφτεί. Πρόκειται για μια ενορατική σκέψη που προκάλεσε έντονες αντιπαραθέσεις και θα χρησίμευε ως πρόπλασμα των ιδεών του έργου της Σκέψη και ηθικοί στοχασμοί, που ακολούθησε. Σε αυτό το δοκίμιο η Άρεντ αντιμετωπίζει τη σκέψη ως διακριτή και οικουμενική ανθρώπινη δραστηριότητα –ως τον «σιωπηλό διάλογο ανάμεσα σε μένα και τον εαυτό μου»– και διερευνά τη σχέση της σκέψης με το πρόβλημα του κακού, ένα πρόβλημα αναπόδραστο, το οποίο έθεσαν στην ανθρωπότητα της Δύσης ο Άιχμαν και το καθεστώς που υπηρέτησε πιστά. Και πρέπει να αναγνωριστεί ότι η ταινία, στις συνεχώς κλιμακούμενες σκηνές της, χρησιμοποιεί την ασυμβίβαστη υπεράσπιση των θέσεών της από την Άρεντ σε μια διάλεξή της προς τους φοιτητές της, με σκοπό να ανατρέψει τις κοινοτοπίες που κατέληξαν να πάρουν τη θέση των πραγματικών της ιδεών.

Στην πραγματικότητα, η ιδέα ότι το κακό μπορεί να είναι κοινότοπο δεν βρισκόταν στο επίκεντρο της θύελλας που ξέσπασε μετά την έκδοση του βιβλίου της.  Ασφαλώς, η «κοινοτοπία του κακού» προκάλεσε διαμάχες όταν ορισμένοι θεώρησαν ότι η συγγραφέας υπαινισσόταν ότι ο Άιχμαν ήταν κατά κάποιον τρόπο αθώος – κι αυτό παρά το γεγονός ότι το βιβλίο τελειώνει με μια κατηγορηματική επιδοκιμασία της ποινής του θανάτου που του επέβαλε το ισραηλινό δικαστήριο. Αυτό, ωστόσο, που πραγματικά τροφοδότησε τις αντιπαραθέσεις ήταν η τολμηρή της έφοδος σε μια επικράτεια που ήταν συναισθηματικά εκρηκτική για τη γενιά η οποία ζούσε τις άμεσες συνέπειες του Ολοκαυτώματος. Επέκρινε τους ισραηλινούς ενάγοντες ότι χρησιμοποίησαν τη δίκη σαν προπαγανδιστική πλατφόρμα για να προβάλλουν τα βάσανα του εβραϊκού λαού, αντί να εστιάσουν στην εγκληματική ενοχή του Άιχμαν για τη διενέργεια των αποτρόπαιων πράξεων που πρόθυμα παραδέχτηκε ότι είχε διαπράξει. Αλλά χειρότερο ήταν ότι πολλοί από τους επικριτές της θεώρησαν ότι η Άρεντ διέπραττε θανάσιμο αμάρτημα επειδή τάχα κατέκρινε «άκαρδα» τους ηγέτες των εβραϊκών κοινοτήτων της Ευρώπης για τον τρόπο με τον οποίο συναλλάχθηκαν με τις ναζιστικές αρχές. «Για έναν Εβραίο», έγραψε η Άρεντ, «αυτό ήταν το πιο σκοτεινό κεφάλαιο μιας συνολικά σκοτεινής ιστορίας».

Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ καταγγέλθηκε ως χαρακτηριστικό δείγμα της «εβραϊκής αυτοαπέχθειας» και είχε αποτέλεσμα τα γραπτά της να αποτελέσουν ταμπού για το Ισραήλ επί τρεις και πλέον δεκαετίες. Όμως, σε προσωπικό επίπεδο, πιο οδυνηρό για την Άρεντ ήταν το γεγονός ότι οι επιθέσεις προέρχονταν από γερμανοεβραίους διανοούμενους όπως και η ίδια, πολλοί από τους οποίους είχαν διαφύγει, όπως κι εκείνη, στην Αμερική όταν η συμφορά έπληξε την Ευρώπη. Η ταινία χρησιμοποιεί τις συγκρούσεις με την ομάδα των ομολόγων της, οι περισσότεροι από τους οποίους είχαν σαν βάση τους τη Νέα Υόρκη, για να προσδώσει στην εξέλιξη της αφήγησης δραματική ένταση, και ταυτόχρονα ως ευκαιρία για αποκαλυπτικές αναδρομές στον βίο και την πολιτεία της και φευγαλέες ματιές στην προσωπικότητά της. Αυτές περιλαμβάνουν φλας μπακ στην ερωτική σχέση της Άρεντ με τον φιλόσοφο Μάρτιν Χάιντεγκερ, του οποίου τα σεμινάρια είχε παρακολουθήσει ως νεαρή φοιτήτρια φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Μάρμπουργκ στις αρχές της δεκαετίας του 1920 – την εποχή που εκείνος έγραφε το μνημειώδες έργο του Είναι και Χρόνος. Το 1933, η σχέση τους είχε πια τελειώσει και η Ιστορία τούς είχε στείλει σε ριζικά διαφορετικές κατευθύνσεις. Όταν, τον ίδιο χρόνο, ο Χίτλερ πήρε την εξουσία, ο Χάιντεγκερ έγινε πρύτανης στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ, οπότε και εκφώνησε τη διαβόητη εναρκτήρια ομιλία του που υμνούσε το Τρίτο Ράιχ ως μεγαλειώδη και ευγενή «εθνική αφύπνιση». Τον ίδιο χρόνο η Άρεντ, η οποία νωρίτερα είχε προσχωρήσει σε μια σιωνιστική οργάνωση ενάντια στον αναδυόμενο αντισημιτισμό στη Γερμανία, κρατήθηκε επί οκτώ μέρες στην Γκεστάπο και κατέληξε στο Παρίσι, όπου είχε ήδη αυτοεξοριστεί ο πρώτος της σύζυγος, ο γερμανός κομμουνιστής Γκύντερ Στερν. Μετά την κατάληψη της Γαλλίας το 1940, η Άρεντ κατόρθωσε να δραπετεύσει από ένα στρατόπεδο κράτησης στη Γαλλία και να εξασφαλίσει μια θέση σε ένα πλοίο που έφευγε για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκεί θα γινόταν κορυφαία μορφή του λαμπρού στερεώματος της μεταπολεμικής νεοϋορκέζικης πνευματικής ζωής.

ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΑ ΠΙΣΤΗ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Μέσα από την πειστική ερμηνεία της γερμανίδας ηθοποιού Μπάρμπαρα Σούκοβα, η ταινία μένει σχολαστικά πιστή  στην  Άρεντ, τόσο ως πρόσωπο, όσο και ως φιλόσοφο. Ευλόγως απουσιάζει από την προσωπογραφία της η βραχνή της φωνή της καπνίστριας, όπως εξ άλλου και οποιαδήποτε αναφορά στις ιδέες που ανέπτυξε στα γραπτά της μεταξύ της δημοσίευσης των Ριζών του Ολοκληρωτισμού (1951) και του βιβλίου για τον Άιχμαν (1963). Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου οι συναρπαστικοί της στοχασμοί περί πολιτικής, επανάστασης και νεωτερικότητας ξεδιπλώνονταν αδιάκοπα και αποτυπώνονταν  σε βιβλία και άρθρα, για να κορυφωθούν στο magnum opus της, Η ανθρώπινη κατάσταση (1958). Προωστική δύναμη αυτού του εγχειρήματος ήταν η ανάγνωση του ολοκληρωτισμού ως ριζοσπαστικά μοναδικού φαινομένου, του οποίου «οι ενέργειες έρχονται σε ρήξη με όλες μας τις παραδόσεις»· φαινόμενο που «ολοφάνερα διαρρηγνύει τις κατηγορίες πολιτικής σκέψης και τα δεδομένα της ηθικής κρίσης που ισχύουν παρ’ ημίν». Κληρονόμος ενός δυτικού πολιτισμού που η παράδοσή του είχε μετατραπεί σε ερείπια, η Άρεντ ανατρέχει στο παρελθόν, όχι σε μια κίβδηλη προσπάθεια να επανανακαλύψει και να επανεπιβεβαιώσει «παραδοσιακές αξίες», αλλά προκειμένου να αντλήσει από αυτό το παρελθόν μια καινούργια διόραση προς το μέλλον και ένα νέο νόημα.

Η Άρεντ ξεκίνησε αυτό το εγχείρημα με το δοκίμιο του 1953 Παράδοση και Σύγχρονη εποχή. Επικεντρωμένο εν πολλοίς στον Καρλ Μαρξ, το δοκίμιο επιδίδεται σε μια κριτική των «αντιφάσεων» του Μαρξ, σηματοδοτώντας την αρχική της (αρχική, διότι αργότερα εγκαταλείφθηκε) φιλοδοξία να συγκροτήσει μια μετα-μαρξιστική πολιτική θεωρία. Όμως η Άρεντ επ’ ουδενί ήταν αντι-μαρξίστρια. Αντιθέτως, προλόγισε την κριτική της στον Μαρξ με την πρόταση ότι «θεμελιώδεις και κατάφωρες αντιφάσεις σπάνια παρατηρούνται σε συγγραφείς δεύτερης διαλογής, στους οποίους μπορεί και να τις αγνοήσει κανείς. Στη δουλειά των μεγάλων συγγραφέων, οι αντιφάσεις οδηγούν στον σκληρό πυρήνα του έργου τους και είναι το πιο σημαντικό κλειδί για πραγματική κατανόηση των προβληματισμών και των καινοφανών στοχασμών τους». Πιστή στις ρίζες της στη γερμανική φιλοσοφία, η κριτική της κατορθώνει ταυτόχρονα να υπερβαίνει, να καταργεί και να διατηρεί τη σκέψη του Μαρξ, εγκαινιάζοντας τη δική της αφήγηση της σύγχρονης συνθήκης στον απόηχο της γαλλικής και της βιομηχανικής επανάστασης. Σε επόμενα δοκίμια καταπιάστηκε με σημαντικά ζητήματα όπως η ελευθερία, η εξουσία και η ιστορία, καταλήγοντας στην Ανθρώπινη Κατάσταση. Στο έργο αυτό διερευνά τις δραστηριότητες της εργασίας, του μόχθου και της δράσης – τομείς της vita activa, η αυθεντική φύση της οποίας, κατά την άποψή της, είχε στρεβλωθεί και συσκοτιστεί από τον Πλάτωνα, στις απαρχές εκείνου του ρεύματος σκέψης που θα εξελισσόταν στη δυτική μεταφυσική παράδοση.

Αν οι Ρίζες καθιέρωσαν την Άρεντ ως μείζονα μορφή της πνευματικά αποχαυνωμένης, τρομοκρατημένης  ψυχροπολεμικής δεκαετίας του 1950, τα γραπτά της απέκτησαν νέα δυναμική στη διάρκεια της ανάστατης δεκαετίας του 1960, όταν το κίνημα υπέρ της ελευθερίας του λόγου του Μπέρκλεϊ, ο αγώνας για τα πολιτικά δικαιώματα των μαύρων και η εναντίωση στην αμερικανική επέμβαση στον εμφύλιο πόλεμο του Βιετνάμ συνέτειναν στην πυροδότηση μιας αναπάντεχης αναβίωσης της προοδευτικής πολιτικής στη Βόρεια Αμερική και την Ευρώπη, που έγινε γνωστή ως Νέα Αριστερά.

Είναι αξιοσημείωτο ότι το έργο που προσέλκυσε νέο κοινό στα γραπτά της δεν ήταν η Ανθρώπινη κατάσταση. Αντίθετα, ήταν το επόμενο βιβλίο της, Για την επανάσταση, βασισμένο στα σεμινάρια που έδωσε στο Πρίνστον το 1959. Το βιβλίο εκδόθηκε το 1963, την ίδια χρονιά με την έκθεσή της για τη δίκη του Άιχμαν. Σ’ αυτό το βιβλίο, η Άρεντ αντιμετωπίζει την επανάσταση ως εκδήλωση της δυνατότητας της ανθρώπινης δράσης να αλλάξει τον κόσμο, ταυτόχρονα όμως αποδίδει τις αποτυχίες της Γαλλικής και της Οκτωβριανής Επανάστασης στην παρείσδυση του Κοινωνικού Ζητήματος (για να το θέσουμε απλά, του θέματος της φτώχειας) στην πολιτική τους.  Αυτή η απρόβλεπτη θέση καθιστούσε τη σκέψη της ακατάλληλη να αποτελέσει τη θεωρητική βάση της Νέας Αριστεράς και του πολύπλοκου αμαλγάματός της που συνδύαζε την εναντίωση στον πόλεμο, τον ρατσισμό και τη φτώχεια με το ενδιαφέρον για τον Τρίτο Κόσμο και την αντικουλτούρα. Αναζητώντας ιδεολογική καθοδήγηση, οι ριζοσπάστες των πανεπιστημίων στράφηκαν στην νεομαρξιστική κριτική θεωρία της σχολής της Φρανκφούρτης και, ιδίως στις ΗΠΑ, κατέστησαν ιδιαίτερα δημοφιλείς στοχαστές όπως ο Χέρμπερτ Μαρκούζε που εκείνη την εποχή είχε αρχίσει να γράφει τον Μονοδιάστατο Άνθρωπο.

Σε κάθε περίπτωση, η γοητεία που ασκούσαν τα γραπτά της Άρεντ μέσα στον πνευματικό και πολιτικό αναβρασμό της εποχής μικρή σχέση είχαν με τους συχνά διφορούμενους πολιτικούς τους υπαινιγμούς. Αντίθετα, η επανανακάλυψη της πολιτικής ως εννοηματωμένης δραστηριότητας ήταν αυτό που έκανε τα γραπτά της θεμελιώδες ανάγνωσμα για εκείνους για τους οποίους οι ιδέες είχαν σημασία. Εξυμνώντας την πολιτική δράση, το βιβλίο της Για την επανάσταση έδωσε στο σύνολο του έργου της, τουλάχιστον στον ακαδημαϊκό κόσμο, την ισχύ μιας αποκάλυψης, καθώς υποστασιοποιούσε το αίσθημα το οποίο συμμερίζονταν ευρύτατα αυτοί οι κύκλοι ότι ένας νέος κόσμος γεννιόταν· ότι η ιστορία έφερνε στο φως μια κοινωνία αυθεντικής ελευθερίας, απελευθερωμένη όχι μόνο από τον αμερικανικό γραφειοκρατικό καπιταλισμό αλλά και από τον σοβιετικό γραφειοκρατικό σοσιαλισμό. Για εκείνην, η «διάρρηξη» της παράδοσης την οποία είχε επιφέρει ο ολοκληρωτισμός προκαλούσε την ανάδυση νέων δυνατοτήτων πολιτικής δράσης. Το να ζει κανείς την επαύριο του ολοκληρωτισμού σήμαινε για την Άρεντ «να αντιμετωπίζει εκ νέου, χωρίς τη θρησκευτική εμπιστοσύνη σε μια ιερή αρχή και χωρίς την προστασία των παραδοσιακών και ως εκ τούτου αυταπόδεικτων δεδομένων συμπεριφοράς, τα βασικά προβλήματα της ανθρώπινης συνύπαρξης». Σε τέτοιες δηλώσεις, τα γραπτά της Άρεντ απηχούσαν τις ουτοπικές ελπίδες της Νέας Αριστεράς.

ΝΑ ΣΚΕΠΤΕΣΑΙ, ΝΑ ΒΟΥΛΕΣΑΙ, ΝΑ ΚΡΙΝΕΙΣ

Στα τελευταία χρόνια της ζωής της, η Άρεντ θέλησε να αναιρέσει τέτοιες ελπίδες. Αναφερόμενη στην αποδοχή της βίας από πλευράς της Νέας Αριστεράς, με αφορμή τις συγκρούσεις διαδηλωτών και αστυνομικών στο Σικάγο κατά τη διάρκεια του συνεδρίου του δημοκρατικού κόμματος το 1968 και την παρεπόμενη εκλογή της αυταρχικής κυβέρνησης Νίξον, έκανε μια εξέχουσα επισήμανση στη διάρκεια ενός συνεδρίου αφιερωμένου στο έργο της το 1972. «Συχνά ακούω ότι η πολιτική κατάσταση στις Ηνωμένης Πολιτείες αναπόφευκτα θα οδηγήσει είτε στην επανάσταση είτε στην δικτατορία», είχε παρατηρήσει τότε. «Όμως οι άνθρωποι ξεχνούν μια τρίτη πιθανότητα – να μη συμβεί ούτε το ένα ούτε το άλλο». Και φυσικά, η ιστορία έδειξε ότι επικράτησε αυτή η τρίτη πιθανότητα.

Στα τελευταία της έργα, η Άρεντ θα απομακρυνθεί από τη «δημόσια σφαίρα» και τον κόσμο της δράσης που υπήρξε το επίκεντρο των γραπτών της. «Το χρέος μου στην πολιτική το έκανα», είπε στον παλιό της φίλο, τον φιλόσοφο Χανς Γιόνας. Εγκαταλείποντας την πολιτική, επέστρεψε στις ρίζες της και στην πρώτη της αγάπη, την φιλοσοφία. Πέρασε τα τελευταία της χρόνια δουλεύοντας τη μελέτη της Η ζωή του πνεύματος, την οποία και άφησε ημιτελή. Σ’ αυτήν πραγματευόταν διεξοδικά τις βασικές «πνευματικές ικανότητες», οι οποίες, σύμφωνα με την ίδια, ήταν το να σκέφτεσαι, να βούλεσαι και να κρίνεις.

Η επιστροφή της Άρεντ στη φιλοσοφία χαρακτηρίστηκε από μια παράξενη απώλεια φωνής. Μολονότι διόλου συμβατικοί στην προσέγγισή τους, οι φιλοσοφικοί της στοχασμοί είναι αβέβαιοι, αποσπασματικοί και εν τέλει απογοητευτικοί. Δεν υπάρχει πια η ηθική ειλικρίνεια, η παθιασμένη «σκέψη ενάντια στο ρεύμα», η αίσθηση της διακύβευσης που έκανε τα παλαιότερα έργα της τόσο συναρπαστικά. Ένα οδυνηρό παράδοξο περιβάλλει αυτό το τελικό κεφάλαιο της πνευματικής της ζωής. Η διανοητική σημασία των πολιτικών γραπτών της έγκειτο στο ότι προήγαγαν την πολιτική ως ανθρώπινη δραστηριότητα και αναδείκνυαν τη σημασία της: εδώ εκδηλωνόταν εξάλλου η ισχυρή φιλοσοφική πρωτοτυπία της. Κατά ειρωνεία της τύχης, επιστρέφοντας στη φιλοσοφία, η Άρεντ έπαψε να είναι φιλόσοφος.

ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΧΑΝΝΑ ΑΡΕΝΤ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Η κρίση της κουλτούρας και άλλα κείμενα, μετάφραση: Γιώργος Ν. Μερτίκας, Στάσει Εκπίπτοντες, 2012, 117 σελ.

Ελευθερία, αλήθεια και πολιτική, μετάφραση: Γιώργος Ν. Μερτίκας, Στάσει Εκπίπτοντες, 2012, 115 σελ.

Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ. Μια έκθεση για την κοινοτοπία του κακού, μετάφραση: Βασίλης Τομανάς, Νησίδες, 2009, 255 σελ.

Υπόσχεση πολιτικής, μετάφραση: Κατερίνα Χαλμούκου, εισαγωγή-επιμέλεια: Τζερόμ Κον, Κέδρος, 2009, 279 σελ.

Η ανθρώπινη κατάσταση, μετάφραση: Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Στέφανος Ροζάνης, Γνώση, 2009 (α’ έκδ. 1986), 448 σελ.

Η πολιτική φιλοσοφία του Καντ, μετάφραση-επίμετρο: Βασίλης Ρωμανός, επιμέλεια: Γιώργος Σαγκριώτης, Νήσος, 2008, 221 σελ.

Για την επανάσταση, μετάφραση: Αγγελική Στουπάκη, Αλεξάνδρεια, 2006, 443 σελ.

Περί βίας, εισαγωγή - μετάφραση: Βάνα Νικολαΐδου-Κυριανίδου, Αλεξάνδρεια, 2000, 190 σελ.

Άνθρωποι σε ζοφερούς καιρούς, μετάφραση: Βασίλης Τομανάς, Νησίδες, 1998, 167 σελ.

Σπύρος Δραΐνας

Διδάκτωρ πολιτικών επιστημών του Πανεπιστημίου Γιορκ του Τορόντο. Υπηρέτησε για χρόνια ως ιστορικός στο Ίδρυμα Ανδρέα Γ. Παπανδρέου, έχει συνεργαστεί με το Διεθνές Κέντρο Γούντροου Ουίλσον στην Ουάσινγκτον, συμμετείχε σε ερευνητικά προγράμματα του Πανεπιστημίου Πρίνστον και έχει δώσει διαλέξεις σχετικά με την ελληνική Ιστορία στο US Foreign Service Institute, στα Πανεπιστήμια Γέιλ, Κολούμπια, Μίσιγκαν κ.ά., καθώς και στο Εθνικό Εθνικό Κέντρο Ερευνών της Ελλάδας. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο του, «Ανδρέας Παπανδρέου. Η γέννηση ενός πολιτικού αντάρτη».

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Από τα σκονισμένα σοκάκια της Ρώμης

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά