Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

Ο Λεωνίδας Καβάκος στο Μέγαρο Μουσικής: δεξιοτέχνης και αρχιμουσικός

Κατηγορία Κριτικές
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική μουσικής web only
O Λεωνίδας Καβάκος. O Λεωνίδας Καβάκος. Marco Borggrevo

Φιλαρμονική Ορχήστρα της Γαλλικής Ραδιοφωνίας - Λεωνίδας Καβάκος. - Wolfgang Amadeus Mozart: Κοντσέρτο για βιολί αρ. 3. - FerruccioBusoni: Berceuse élégiaque, έργο 42. - Μόντεστ Μουσόργκσκι: Εικόνες από μια έκθεση (ενορχήστρωση του Ravel). Orchestre Philharmonique de Radio France, Βιολί και μουσική διεύθυνση: Λεωνίδας Καβάκος

 

Ορόσημο μιας εποχής… μεταβατικής για το μέλλον του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών ήταν η συναυλία που έδωσε την Πέμπτη 12 Μαΐου 2016 ο Λεωνίδας Καβάκος, ως σολίστ αλλά και αρχιμουσικός της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Γαλλικής Ραδιοφωνίας.

Η συναυλία είναι γνωστό ότι είχε προγραμματιστεί από την προηγούμενη διεύθυνση, αλλά παραμένει αντικείμενο εικασιών αν πραγματοποιήθηκε και αυτή χάρις στην οικονομική συνδρομή του «ανώνυμου» χορηγού, αφού πουθενά δεν δηλώθηκε κάτι τέτοιο. Ίσως η ειλικρινής επιθυμία του χορηγού είναι να παραμείνει όχι απλώς ανώνυμος, αλλά πραγματικά αφανής – αυτό τουλάχιστον άφησε να εννοηθεί αξιόπιστη πηγή, που επιθυμεί να παραμείνει ανώνυμη.

Το πρώτο μέρος της βραδιάς χαρακτηρίστηκε από ασυνήθιστη διαρρύθμιση, αφού ξεκίνησε απευθείας με το Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα αρ. 3 σε σολ μείζονα, του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ. Πρόκειται για έργο που ο Λεωνίδας Καβάκος έχει ερμηνεύσει πολλές φορές και έχει ηχογραφήσει, επίσης διευθύνοντας από το βιολί. Το ενδιαφέρον του φάνηκε να επικεντρώνεται κυρίως στην ανάδειξη της αρχιτεκτονικής του κομματιού,  με πολύ καλό έλεγχο όλων των τεχνικών  παραμέτρων, ενώ κατά γενική ομολογία το λυρικό δεύτερο μέρος ήταν και ερμηνευτικά το πιο ευαίσθητο. Η ορχήστρα, σε μικρό κλιμάκιο, απέδωσε πολύ όμορφα τη μουσική του Μότσαρτ, μερικές φορές λίγο ουδέτερα, και με κάποια μικρά προβλήματα συντονισμού στο πρώτο και τρίτο μέρος, ένδειξη ότι μάλλον δεν έχει συνηθίσει ακόμα να παίζει χωρίς μαέστρο, όταν αυτός είναι απασχολημένος ως σολίστ.

Μετά τα έντονα χειροκροτήματα ο τελευταίος έπαιξε την γκαβότα από την 3η παρτίτα για βιολί  του Μπαχ. Τα μικρά αυτά κομμάτια μπορούν συχνά να είναι και τα πιο ενδιαφέροντα μιας συναυλίας. Ο ερμηνευτής απέδωσε με ζωηράδα και ελευθερία το βασικό θέμα και τα διαφορετικά επεισόδια, αναδεικνύοντας εξίσου και τη «χορευτική» μελωδία όσο και τις πολυφωνίες, τονίζοντας την αρμονική βάση στους χαμηλούς φθόγγους, με μπρίο και χιούμορ. Στα έργα αυτά ο Λεωνίδας Καβάκος συχνά ενδίδει και σε μια πιο προσωπική του συνήθεια, να οικονομεί μέχρι τα άκρα το δοξάρι για να συνδέσει δύο φράσεις – τεχνικό επίτευγμα που δεν είναι σαφές αν μουσικά  είναι πράγματι αναγκαίο, αλλά κατά κάποιον τρόπο είναι και η ηχητική του υπογραφή σε αυτά τα έργα.

Το πρώτο μέρος ολοκληρώθηκε με την «Berceuse élégiaque» (Ελεγειακό νανούρισμα) του Φερούτσο Μπουζόνι (1866-1924), θρυλικού πιανίστα, θεωρητικού της μουσικής και συνθέτη, στον οποίο αναγνωρίζεται κομβικός ρόλος για το πέρασμα από τον ύστερο ρομαντισμό στην πρωτοπορία του 20ου αιώνα, αλλά τα έργα του παίζονται σχετικά σπάνια. Οι «Ελεγείες» μάλιστα αποτελούν την χαρακτηριστικότερη έκφραση αυτής της μετάβασης, οπότε η επιλογή του έργου ήταν μια εξαιρετικά καλοδεχούμενη πρόταση. Η ερμηνεία που ακούσαμε ήταν εξαιρετικά διαυγής, με έμφαση στα νεωτερικά στοιχεία της σύνθεσης σε επίπεδο αρμονίας, κάτι που αποκάλυπτε τον Μπουζόνι ως πρόδρομο του Σαίνμπεργκ. Αντίθετα το λυρικό στοιχείο ήταν  ως επί το πλείστον εξουδετερωμένο, απομακρύνοντας έτσι το έργο από τον ελεγειακό προσδιορισμό του.

Ανεπιφύλακτα ενθουσιώδεις ήταν οι εντυπώσεις που άφησε το δεύτερο μέρος, όπου παίχθηκαν οι «Εικόνες από μία έκθεση» του Μόδεστου Μουσόργκσυ στην –δικαίως – καθιερωμένη ενορχήστρωση του μάγου των ηχοχρωμάτων Μωρίς Ραβέλ. Θα πρέπει βέβαια να επισημανθεί ότι στην συναυλία ο αριθμός 4 «Μπύντλο» («βοϊδάμαξα», ή «τα ζωντανά») ξεκίνησε με δυνατή την ένταση του ήχου (φόρτε), αποκαθιστώντας την αρχική οδηγία του συνθέτη, αλλά παραβλέποντας ότι ο Ραβέλ είχε ενορχηστρώσει έχοντας κατά νου την οδηγία του Ρίμσκυ-Κόρσακοφ για σιγανό ξεκίνημα (πιάνο) και βαθμιαία κλιμάκωσηˑπρόκειται για δίλημμα αυθεντικότητας, που προφανώς δεν έχει αμετάκλητη λύση.

Για την ορχήστρα ήταν μια εξαιρετική ευκαιρία να αναδείξει τους εκπληκτικούς μουσικούς της, τόσο ως εξαιρετικά συντονισμένο σύνολο όσο και με τις επιμέρους σολιστικές συνεισφορές τους, ενώ η δυνατότητά τους για δυναμικές και φραστικές εκλεπτύνσεις είναι μάλλον ακόμα μεγαλύτερη από αυτήν που αξιοποίησε ο αρχιμουσικός. Η προσέγγιση του δεν φάνηκε να επικεντρώνεται στον προγραμματικό-περιγραφικό χαρακτήρα του έργου, αλλά περισσότερο στην αμιγώς μουσική διάσταση. Την επιλογή του την υποστήριξε με εξαιρετικό δυναμισμό, συνεπαίρνοντας το ακροατήριο με μια ερμηνεία στην οποία δεν υπήρχαν στιγμές αδιαφορίας ή χαλάρωσης, ενώ εκπληκτική ήταν και η εμφανής ικανότητά του να εμφυσά στους μουσικούς της ορχήστρας πάθος και ευχαρίστηση για αυτό που έκαναν. 

Δημήτρης Γ. Κιουσόπουλος

Μουσικοκριτικός.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά