Σάββατο, 23 Απριλίου 2016

Σαίξπηρ, ένας γνωστός μας

Κατηγορία Κριτικές
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Θέατρο Βιογραφίες Πρόσωπα Τεύχος 4
Πορτραίτο του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, από το βιβλίο From: H.F. Helmolt (ed.): History of the World. New York, 1901. Πορτραίτο του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, από το βιβλίο From: H.F. Helmolt (ed.): History of the World. New York, 1901. From: H.F. Helmolt (ed.): History of the World. New York, 1901.

Πήτερ Ακρόυντ, Σαίξπηρ. Η βιογραφία, μετάφραση Σπύρος Τσούγκος, Μικρή Αρκτος, Αθήνα 2010, σελ. 624

Ήταν επαρχιώτης. Ως παιδί «διάβαζε μανιωδώς». Κατάφερε να απογειώσει τη δραματική τέχνη κομίζοντας σε αυτή τη βαθιά γνώση της σκηνικής πράξης, που του προσέφερε η πολύχρονη και καθημερινή συνύπαρξή του με τους ανθρώπους και τους όρους του επαγγέλματος. Και βρέθηκε στη σωστή πόλη, στο Λονδίνο, τη σωστή στιγμή. Αυτή η βιογραφία του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ δεν είναι απλώς συναρπαστική. Είναι και μια πλήρης, γοητευτική απόπειρα να αναπαρασταθεί η ζωή και να αποτιμηθεί το έργο ενός θεατρικού συγγραφέα που συνεχώς τον ανακαλύπτουμε.[Αναδημοσίευση από το Books’ Journal, τχ. 4, Φεβρουάριος 2011, με αφορμή την επέτειο των 400 χρόνων από το θάνατό του. Ο Σαίξπηρ πέθανε σαν σήμερα, στις 23 Απριλίου 1616. Το τεύχος του Books' Journal που ετοιμάζεται είναι αφιερωμένο στη μείζονα αυτή προσωπικότητα του θεάτρου και της ποιήσεως] 

Τα αντανακλαστικά της ελληνικής εκδοτικής αγοράς σε ό,τι αφορά τη μετάφραση ξένων τίτλων έχουν αναμφισβήτητα οξυνθεί τα τελευταία χρόνια, ακόμη και όταν πρόκειται για έργα μη λογοτεχνικά. Περιοχές της γνώσης που απασχολούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την καθημερινότητά μας, όπως η οικονομία, η ιστορία, οι διεθνείς σχέσεις ή η κοινωνιολογία, καλύπτονται πλέον σε ικανοποιητικό εύρος (τουλάχιστον για τον μέσο αναγνώστη), ενώ έχει σημαντικά μειωθεί και η χρονική απόσταση μεταξύ πρωτότυπης και ελληνικής έκδοσης. Αντίθετα, η θεατρική βιβλιογραφία παραμένει απογοητευτικά φτωχή. Παρά την εντυπωσιακή διεύρυνση του ξένου ρεπερτορίου στις θεατρικές σκηνές και την ανάλογη πλούσια μεταφραστική δραστηριότητα, ακόμη και τα σπουδαιότερα θεωρητικά κείμενα και έργα αναφοράς της παγκόσμιας βιβλιογραφίας παραμένουν στη χώρα μας αμετάφραστα. Η ανάπτυξη των θεατρικών σπουδών, η πληθώρα των σχολών και των εργαστηρίων θεάτρου και η υπερπληθώρα θιάσων, ομάδων και θεατρικών παραστάσεων διαμορφώνουν, όπως φαίνεται, ένα τοπίο που ανθίζει στην πράξη, αλλά δεν επενδύει ιδιαίτερα στη θεωρία. 

Το γεγονός ότι μέσα σε μία μόλις χρονιά, το 2010, εκδόθηκαν στα ελληνικά δύο βιογραφίες του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, σίγουρα δεν προδίδει μια αιφνίδια στροφή του αναγνωστικού κοινού προς βιβλία θεατρικού ενδιαφέροντος. Τόσο ο Πήτερ Ακρόυντ, του οποίου το εντυπωσιακό έργο Σαίξπηρ. Η Βιογραφία κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μικρή Άρκτος τον Δεκέμβριο της χρονιάς που μας πέρασε, όσο και ο Μπιλ Μπράυσον, συγγραφέας του Σαίξπηρ. Όλη η αλήθεια για τη ζωή του (Μεταίχμιο, Μάρτιος 2010),[1] είναι γνωστοί σε ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό από τις εκδοτικές τους επιτυχίες σε τομείς που καμία σχέση δεν έχουν με το θέατρο. Ως εκ τούτου, η σύμπτωση των δύο εκδόσεων συνδέεται μάλλον με την αμείωτη και διαχρονική γοητεία που ασκεί στους αναγνώστες, αλλά και στους συγγραφείς, η τέχνη της βιογραφίας. Επιπλέον, ο Σαίξπηρ, αν και πρωτίστως δραματουργός, εγγράφεται στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας ως κομβική μορφή της αγγλικής λογοτεχνικής παράδοσης και γλώσσας, που υπερβαίνει το δραματικό είδος στο οποίο κυρίως διακρίθηκε.

Το γιατί κάποιος γράφει και κάποιοι άλλοι σπεύδουν να διαβάσουν τη βιογραφία μιας διασημότητας είναι κάτι που εξηγείται σχετικά εύκολα. Το πώς όμως κάποιος, σαν τον Πήτερ Ακρόυντ, καταγράφει σημαντικές πωλήσεις συγγράφοντας, κατόπιν εξαντλητικής έρευνας, βιογραφίες για τον Τσαρλς Ντίκενς, τον Ουίλιαμ Μπλέικ, τον Τόμας Μορ, τον Έντγκαρ Άλαν Πόε (που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη και θα παρουσιαστεί αναλυτικά σε προσεχές τεύχος) ή τον Τ. Σ. Έλιοτ, είναι άξιο απορίας, αν όχι και μετρημένου έστω θαυμασμού. Θα μπορούσε κανείς να κάνει την κάπως βιτριολική σκέψη ότι η ανάγνωση μιας έγκυρης και λεπτομερούς βιογραφίας ενός μεγάλου συγγραφέα μπορεί να απαλλάξει τον αναγνώστη, εν μέρει ή και διά παντός, από το κοπιώδες εγχείρημα τού να διαβάσει το έργο του αυτό καθεαυτό. Η επιτυχία του Ακρόυντ, πάντως, μπορεί εύκολα να αποδοθεί στο χάρισμά του να στενεύει την ψαλίδα μεταξύ βιογραφίας και καλής λογοτεχνίας, όχι γιατί ρέπει προς τη μυθοπλασία, αλλά επειδή μετουσιώνει την εμπεριστατωμένη γνώση για το αντικείμενο της έρευνάς του σε συναρπαστικό βιογραφικό αφήγημα.

Ο Ακρόυντ ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1970 ως ποιητής, κατόπιν πέρασε –με αξιώσεις– στην πεζογραφία, αλλά ήταν η ενασχόλησή του με τη βιογραφία που του απέφερε τελικά τη μεγαλύτερη αναγνώριση, καθώς και πολλά υψηλού κύρους βραβεία. Έχει υπάρξει εξαιρετικά παραγωγικός (κάποιος κριτικός έχει πει ότι η ιστορία της ζωής του μοιάζει λιγότερο με βιογραφία και περισσότερο με βιβλιογραφία), αν και το έργο του είναι πάντα αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς και πολυετούς μελέτης. Όταν εκδόθηκε το βιβλίο του Σαίξπηρ. Η βιογραφία, το 2005, ο Ακρόυντ είχε ήδη κατακτήσει τον τίτλο ενός από τους επιφανέστερους βιογράφους στα αγγλοσαξονικά γράμματα και, άρα, μια συνάντησή του με τον Σαίξπηρ θα ήταν αναμενόμενη, αν όχι επιβεβλημένη. Από την άλλη, βέβαια, τι έχει μείνει να ειπωθεί για τον Ουίλιαμ Σαίξπηρ;

Υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο εκδίδονται πολλές εκατοντάδες συγγράμματα για ζητήματα σαιξπηρικής φιλολογίας και σκηνικής πράξης. Μόνον από το 2005, μάλιστα, μέχρι σήμερα, είδαν το φως αρκετές νέες βιογραφικού περιεχομένου μελέτες, εκ των οποίων τουλάχιστον οι δέκα θεωρούνται έργα με βαρύτητα και ενδιαφέρον για τις σαιξπηρικές σπουδές. Το 2010 κυκλοφόρησε, στη σειρά Oxford Shakespeare Topics, το βιβλίο του Ντέιβιντ Μπέβινγκτον (David Bevington), Shakespeare and Biography (Oxford University Press), το οποίο επιχειρεί μια καταγραφή και κριτική προσέγγιση των δεκάδων σημαντικών ή απλά επίδοξων βιογράφων του Σαίξπηρ, από τον 18ο αιώνα μέχρι τις μέρες μας. Είχε προηγηθεί βέβαια η πολύτιμη μελέτη του Σάμιουελ Σένμπαουμ (Samuel Schoenbaum), ShakespeareLives (1991, η αναθεωρημένη έκδοση), που αποτύπωνε για πρώτη φορά συστηματικά, με βάση το αρχειακό υλικό, τα πολλαπλά πρόσωπα του Σαίξπηρ, όπως προέκυπταν από τους κατά καιρούς βιογράφους ή σχολιαστές του έργου του, συμπεριλαμβανομένων και των σύγχρονών του συγγραφέων ή λογίων.

Ο Ακρόυντ φυσικά δεν αγνοεί ούτε υποτιμά τον όγκο της έρευνας που έχει προηγηθεί, όπως φαίνεται από την πολυσέλιδη βιβλιογραφία που παραθέτει. Αλλά ούτε και πτοείται. Όπως δεν πτοήθηκαν όλοι όσοι υπέκυψαν στο μυστήριο του Σαίξπηρ, ακολουθώντας και τροφοδοτώντας τη μόδα των βιογραφιών του που ξεκινά τον 18ο αιώνα, σε πείσμα του γεγονότος ότι τα πραγματικά στοιχεία για τη ζωή του που έχουμε στη διάθεσή μας είναι συγκριτικά ελάχιστα. Αλλά, όπως έγραψε στις αρχές του 20ού αιώνα ο σατιρικός Ε. Κ. Μπέντλεϋ (E.C.Bentley), στην –ιδιαίτερα δημοφιλή στην εποχή της– ποιητική συλλογή του Biography for Beginners[Βιογραφίες για αρχάριους]:[2]  

 

What I like about Clive

Is that he is no longer alive.

There is a great deal to be said

For being dead.

 

Ο ΣΑΙΞΠΗΡ ΤΟΥ ΑΚΡΟΫΝΤ

Ο Πήτερ Ακρόυντ είναι ένας έντιμος βιογράφος, επιμελής στην έρευνα και αυστηρός με τον εαυτό του. Δεν διεκδικεί ακαδημαϊκές δάφνες, αλλά η εντυπωσιακή εξοικείωσή του με το σαιξπηρικό έργο και τη σχετική με τον Σαίξπηρ βιβλιογραφία οδήγησε ακόμη και την επιστημονική κοινότητα να αντιμετωπίσει την εργασία του με σεβασμό. Το βιογραφικό αφήγημα που συνθέτει δεν είναι απλό συμπίλημα πληροφοριών από δεύτερο χέρι, αλλά μια προσωπική εκδοχή της βιογραφίας του Σαίξπηρ, στη βάση της οποίας βρίσκεται απολύτως αφομοιωμένη όλη η γνώση των πηγών από τις οποίες αντλεί (αν και ποτέ μέσω πρωτογενούς έρευνας). Σε αυτόν τον μη-ειδικό «ερευνητή» οφείλει να αναγνωρίσει κανείς, επιπλέον, την άνεση με την οποία δείχνει να κινείται μέσα στο δραματικό και ποιητικό έργο του Σαίξπηρ, αλλά και (όπως δείχνουν οι συχνές αναφορές του) σε σχετικού ενδιαφέροντος κριτικά και θεωρητικά κείμενα πολλών άλλων συγγραφέων και διανοητών της δυτικής πνευματικής παράδοσης. Στα ειδικά εφόδια του Ακρόυντ, καθώς περιδιαβάζει τον κόσμο του Σαίξπηρ, πρέπει ιδιαίτερα να επισημανθεί η βαθιά γνώση του της ιστορίας της πόλης του Λονδίνου, όπως αποτυπώνεται σε ένα παλαιότερο βιβλίο του, που υπήρξε και μια από τις μεγαλύτερες εμπορικές του επιτυχίες, το London:the biography (2000).

Με αυτά τα δεδομένα, τελικά, ο Ακρόυντ μας λέει κάτι καινούργιο για τον Σαίξπηρ; Ή, για να επιστρέψουμε στο ερώτημά μας της αρχής: υπάρχει κάτι για τον Σαίξπηρ που δεν έχει ειπωθεί ακόμη, μια «άλλη» βιογραφία σε εκκρεμότητα;

Αν κάποιος αγνοήσει ή παρερμηνεύσει τις πηγές και το αρχειακό υλικό μπορεί, βεβαίως, να εφεύρει τον Σαίξπηρ που του ταιριάζει. Προσφάτως, για παράδειγμα, στο βιβλίο της με τίτλο Shadowplay (2005), η Κλερ Άσκουιθ (Clare Asquith) υποστηρίζει ότι ο Σαίξπηρ υπήρξε ένας στρατευμένος φορέας πολιτικής και θρησκευτικής αντίδρασης, που είχε τη μυστική αποστολή να διασώσει, μέσω του έργου του, τον καθολικισμό και κατ’ επέκταση την ίδια την Αγγλία. Η Άσκουιθ ισχυρίζεται ότι τα θεατρικά κείμενα του Σαίξπηρ περιέχουν κωδικοποιημένα μηνύματα υπέρ της καθολικής πίστης, τα οποία η ίδια επιχειρεί να αποκωδικοποιήσει με επιστημονικοφανή ζήλο. Μια τέτοιου τύπου, αλά Νταν Μπράουν, βιογραφία, έχει στον αντίποδά της όλη την παραφιλολογία και τη σχετική βιβλιογραφία που αμφισβητούν εν γένει την ύπαρξη του Σαίξπηρ. Σε αυτές τις θεωρίες, οι οποίες συνήθως αποδίδουν σε άλλους συγγραφείς το σύνολο ή μέρη του σαιξπηρικού έργου, έχουν κατά καιρούς προσχωρήσει προσωπικότητες όπως ο Μαρκ Τουέιν, ο Τσαρλς Ντίκενς, ο Σίγκμουντ Φρόυντ, ο Χένρυ Τζέιμς, ο Μάλκολμ Χ, αλλά και περίφημοι σαιξπηρικοί ηθοποιοί, όπως ο σερ Τζον Γκίλγκουντ και ο σερ Ντέρεκ Τζακόμπι. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ακρόυντ, που έχει σε μεγάλη εκτίμηση και την επιστήμη και τη λογοτεχνία, αγνοεί παντελώς τους λεγόμενους αντι-σαιξπηριστές ή αντι-οξφορδιανούς.

Οι ερευνητές με θετική σκέψη λένε ότι, σε σχέση με άλλους σύγχρονούς του συγγραφείς, οι πληροφορίες που έχουμε για τον Σαίξπηρ δεν είναι και λίγες. Στην πραγματικότητα, βέβαια, έχουμε όλο κι όλο ορισμένα πιθανά πορτρέτα του, ένα αμφισβητούμενο χειρόγραφο, τις αφιερώσεις με άγνωστο (;) αποδέκτη στα δύο μεγάλα ποιητικά του έργα και κάποια ελάχιστα νομικά και διοικητικά έγγραφα, συμπεριλαμβανομένης της διαθήκης του – που γέννησε περισσότερες ερωτήσεις από όσες απάντησε. Αυτό που κυρίως μας έχει παραδοθεί είναι το σωζόμενο δραματικό και ποιητικό του έργο, το οποίο ευτυχώς φαίνεται ότι περιλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος των έργων που του αποδίδονται συνολικά. Μέχρι την έκδοση εκείνου που θεωρείται το πρώτο συγκροτημένο βιογραφικό σημείωμα, την εισαγωγή του Νίκολας Ρόου (Νicholas Rowe) στην έκδοση των έργων του Σαίξπηρ του 1709, δεν εντοπίζονται άλλες άξιες λόγου πληροφορίες για τον συγγραφέα, παρά μόνο σκόρπιες αναφορές, κάποια ανέκδοτα που κατά καιρούς αναπαράγονται και ορισμένα κριτικά σημειώματα, που είδαν το φως στη διάρκεια της ζωής του ή που γράφτηκαν μετά το θάνατό του. Σε επίπεδο πρωτογενών πηγών, η έρευνα δείχνει να έχει εξαντληθεί προ πολλού – μέχρι, φυσικά, να ανακαλυφθεί το επόμενο χαμένο χειρόγραφο ή πορτρέτο. Λόγω της έλλειψης νέων στοιχείων, η έρευνα απλώθηκε περαιτέρω προς δύο κατευθύνσεις. Από τη μια, επιχειρήθηκε μια ανασύνθεση του «κόσμου» του Σαίξπηρ, στο Στράτφορντ, στο Λονδίνο, στον κόσμο του ελισαβετιανού θεάτρου. Από την άλλη, μπήκαν στον μεγεθυντικό φακό τα θεατρικά και ποιητικά του έργα, εις άγραν ιχνών της προσωπικότητας του συγγραφέα τους.

Ο Ακρόυντ δεν επενδύει ιδιαίτερα στη δεύτερη αυτή ερευνητική προσέγγιση, που απεδείχθη έδαφος μάλλον σαθρό για τους βιογράφους. Αντίθετα με άλλους συναδέλφους του (όπως ο Μπεν Τζόνσον), ο Σαίξπηρ είναι εξαιρετικά «σιωπηλός» ως συγγραφική περσόνα. Δεν διακηρύσσει τα πιστεύω του δημοσίως, δεν γράφει εισαγωγές, δεν θεωρητικολογεί περί την τέχνη του – ή, τουλάχιστον, δεν έχουμε στα χέρια μας αποδείξεις για το αντίθετο. Ο Σαίξπηρ ήταν, θα έλεγε κανείς, ένας επαγγελματίας «γραφιάς» του θεάτρου, που ακολουθούσε παραδόσεις και συμβάσεις, δανειζόταν πλοκές και ιστορίες από άλλους συγγραφείς, από έργα παλαιότερα ή από ιστορικά κείμενα· σπανίως δημιουργεί μια πλοκή αποκλειστικά δικής του έμπνευσης, πράγμα που κάνει ακόμα πιο δύσκολη την εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τα προσωπικά του ενδιαφέροντα, τις ιδεολογικές του συγγένειες ή τις προτιμήσεις του. Επιπλέον, η ίδια η φύση του σαιξπηρικού θεατρικού κειμένου, καθώς ενσωματώνει τις αμφισημίες των ηρώων και τις αντικρουόμενες απόψεις των δραματικών προσώπων, δεν μπορεί εύκολα να διυλιστεί για να μας αποκαλύψει τις απόψεις του συγγραφέα του. Βέβαια, αυτά τα προβλήματα δεν αναιρούν, για παράδειγμα, την αξία μιας βιογραφικής μελέτης όπως αυτή του Τζέιμς Σαπίρο (James Shapiro), με τίτλο 1599: Year in the Life of William Shakespeare (2005), η οποία επικεντρώνεται στη χρονιά που γράφτηκαν τέσσερα από τα σημαντικότερα έργα του Σαίξπηρ: Ιούλιος ΚαίσαρΕρρίκος Ε΄Όπως σας αρέσει και (πιθανόν) Άμλετ. Σε γενικές γραμμές, ωστόσο, η κειμενοκεντρική προσέγγιση δεν απέδωσε σημαντικούς καρπούς στη έρευνα, αφού ακόμη και τα σονέτα του Σαίξπηρ, που μοιάζουν να είναι τα πιο προσωπικά του γραπτά, έχουν μέχρι σήμερα αντισταθεί στην βιογραφική ανατομία.

Η περιφερειακή έρευνα, από την άλλη πλευρά, έχει συμπληρώσει με αληθοφανή και ουσιαστικό τρόπο αρκετά από τα κενά της ισχνής πραγματικής βιογραφίας. Αυτή η ερευνητική προσέγγιση μας έχει δώσει πολλές ενδιαφέρουσες μελέτες, οι οποίες εκκινούν από ανοικτά ερωτήματα της σαιξπηρικής φιλολογίας, αποκαλύπτουν απροσδόκητες όψεις του κόσμου στον οποίο έζησε και δημιούργησε ο Σαίξπηρ και συνθέτουν τελικά ένα πιο σταθερό φόντο, που κάνει τον συγγραφέα λιγότερο αόρατο. Έτσι λειτούργησε, για παράδειγμα, το βιβλίο του Μαρκ Έκλς (Marc Eccles), Shakespeare in Warwickshire (1961),[3] μια ενδελεχής έρευνα στα αρχεία της περιοχής, που έφερε στο φως πολύτιμα στοιχεία για τους προγόνους του Σαίξπηρ, την ευρύτερη οικογένειά του, τους γείτονες, το σπίτι όπου μεγάλωσε, το σχολείο της πόλης, την καθημερινότητα ενός μέσου νοικοκυριού. Εξαιρετικά χρήσιμη για τη σαιξπηρική φιλολογία απεδείχθη επίσης η μελέτη του Τόμας Ουίτφιλντ Μπόλντουιν (Thomas Whitfield Baldwin), William ShakspereSmall Latine & Lesse Greeke, που δημοσιεύτηκε το 1944. Ο Μπόλντουιν, ορμώμενος από την περίφημη κριτική του Μπεν Τζόνσον προς τον σύγχρονο και συνάδελφό του Σαίξπηρ (ότι δηλαδή ήξερε ελάχιστα λατινικά και ακόμη λιγότερα ελληνικά),[4]παρέδωσε στην επιστημονική κοινότητα μια πολύτιμη εργασία επάνω στη δομή και το περιεχόμενο του εκπαιδευτικού συστήματος κατά τον 16o αιώνα, καθώς και μια περιγραφή του διδακτικού προγράμματος που θα πρέπει να παρακολούθησε ο Σαίξπηρ στα σχολικά του χρόνια.

Αυτού του τύπου την κυκλωτική βιογραφική ανάγνωση, που έχει γεννήσει ορισμένες από τις πιο έγκυρες σαιξπηρικές μελέτες την τελευταία εικοσαετία, επιλέγει για το δικό του πορτρέτο του βάρδου και ο Ακρόυντ. Το βιβλίο του οργανώνεται σε εννέα μέρη, ως μια κλασική γραμμική αφήγηση, που ξεκινά με τη γέννηση και τελειώνει με τον θάνατο του δραματουργού. Παρά το γεγονός ότι ο συγγραφέας αποφεύγει, όπως είπαμε, να αλιεύσει βιογραφικό υλικό στο έργο του δημιουργού, ωστόσο τιτλοδοτεί τα 91 σύντομα και ευανάγνωστα κεφάλαια της έκδοσης με στίχους από τα θεατρικά και ποιητικά κείμενα του Σαίξπηρ. «Χόρευε κάποιο αστέρι και κάτω απ’ αυτό γεννήθηκα εγώ», λέει η Βεατρίκη στο Πολύ κακό για το τίποτα και αυτό επιλέγει ο Ακρόυντ ως τίτλο του πρώτου κεφαλαίου, όπου η περιγραφή της γέννησης του μικρού Ουίλιαμ συνδυάζεται με τα στατιστικά στοιχεία που αποδεικνύουν πόση τύχη θα έπρεπε να έχει ένα παιδί, όχι μόνο για να επιβιώσει στα πρώτα χρόνια της ζωής, αλλά και για να ζήσει τελικά περισσότερα από πενήντα χρόνια, σε μια εποχή που το προσδόκιμο ζωής ήταν τα σαράντα επτά. Αυτή η ιδέα του ανθεκτικού παιδιού με το τυχερό αστέρι είναι ίσως η μόνη ανορθολογική παρασπονδία του Ακρόυντ, ένας φόρος τιμής ίσως στο ανεξήγητο της ιδιοφυΐας.

 

Ο ΓΕΝΕΘΛΙΟΣ ΤΟΠΟΣ, Ο ΝΟΣΤΟΣ

Ο ελαφρύς ετούτος μεταφυσικός τόνος δεν θα επανέλθει παρά μόνον σε ένα σύντομο σχόλιο στο κεφάλαιο είκοσι, όπου επιχειρείται να ερμηνευθεί γιατί ο Σαίξπηρ εγκατέλειψε την οικογένειά του στο Στράτφορντ και αναχώρησε για το Λονδίνο:

 

Κάποια δύναμη, ισχυρότερη από την οικογενειακή αγάπη, τον παρακίνησε […] … στις ζωές των μεγάλων ανδρών και γυναικών υπάρχει κάποιο σχέδιο της μοίρας. Ο χρόνος και ο τόπος δείχνουν, κατά περίεργο τρόπο, να προσαρμόζονται γύρω τους ενόσω προχωρούν. Ο Σαίξπηρ δεν θα υπήρχε δίχως το Λονδίνο.

 

Γύρω από αυτή τη σκέψη, ότι δηλαδή ο τόπος και ο άνθρωπος λειτουργούν διαδραστικά και συν-διαμορφώνουν το παρόν και το μέλλον, χτίζεται εν πολλοίς η αφήγηση του Ακρόυντ. Ο «τόπος», όμως, εδώ δεν νοείται απλά με όρους ηθογραφίας, λαϊκής παράδοσης, τοπιογραφίας, ούτε και με όρους αμιγώς ψυχολογικούς. Ο «τόπος» του Ακρόυντ, οι δύο τόποι του Σαίξπηρ εν προκειμένω, το Στράτφορντ και το Λονδίνο, έχουν «ψυχή», το αποτύπωμα της οποίας φέρει ο κάτοικός τους: φυσικά, όσο πιο ευαίσθητος ο δέκτης, τόσο πιο ανεξίτηλο το σημάδι, τόσο πιο βαθιά η επίδραση. Η «ψυχές» του Στράτφορντ στην κομητεία του Γουώρικσιρ, και του Λονδίνου, όπως αποτυπώνονται στα δύο πιο γοητευτικά μέρη του βιβλίου (το πρώτο και το τρίτο αντίστοιχα), δεν έχουν τίποτα το μεταφυσικό. Η περιγραφή των δύο πόλεων εκπορεύεται από μια αντίληψη για την ιστορία λίγο παγανιστική και ταυτόχρονα πραγματιστική, όπου ο χαρακτήρας ενός τόπου συντίθεται εξίσου από τις παραδόσεις, τις δοξασίες, τις ιδιαιτερότητες του τοπίου, το είδος και την εγγύτητα των σπιτιών ή των καταλυμάτων, την κοινωνική οργάνωση, τις ποικιλίες της εντόπιας βλάστησης, τις θρησκευτικές ισορροπίες, τη διαχείριση του θανάτου, την εξοικείωση με τα ζώα, τις μυρωδιές, τις αρρώστιες, τις επιδημίες και, φυσικά, από την ανθρώπινη ενέργεια που εκλύεται εντός αυτού του περιβάλλοντος, ως δημιουργία ή, απλώς, ως προσπάθεια για την επιβίωση. Πρόκειται για μια οργανική ή ολιστική, θα λέγαμε, αντίληψη της βιογραφίας, που «διαβάζει» τον Σαίξπηρ και το έργο του ως αναπόσπαστο κομμάτι του τόπου και της ιστορικής συγκυρίας.

Η περιγραφή του Γουώρικσιρ (που χαρακτηρίζεται η «πεμπτουσία της βουκολικής Αγγλίας»), του περίφημου δάσους του Άρντεν στις παρυφές του Στράτφορντ, αλλά και η ολοζώντανη απεικόνιση της καθημερινότητας στη μικρή πόλη της ελισαβετιανής Αγγλίας, λειτουργούν ως βάση για την κατανόηση και του Σαίξπηρ, αλλά και του έργου του:

 

Τι σχέση όμως, με την ευρύτερη έννοια, έχει αυτό το τοπίο με τον Σαίξπηρ ή ο Σαίξπηρ με το τοπίο; Ο ιδιοφυής τοπογράφος του μέλλοντος ενδεχομένως μας δώσει εξηγήσεις σχετικά με την επονομαζόμενη «εδαφική επιταγή», την αίσθηση του τόπου που δεσμεύει και καθορίζει τη φύση όσων μεγαλώνουν σε ένα συγκεκριμένο κομμάτι γης. Σε ό,τι αφορά τον Σαίξπηρ ωστόσο, μπορούμε να διακινδυνεύσουμε ένα συμπέρασμα. Το έργο του παρέχει αδιαμφισβήτητες αποδείξεις πως δεν γεννήθηκε ούτε μεγάλωσε στο Λονδίνο. Δεν διαθέτει την τραχύτητα και τη μεγαλοστομία του Τζων Μίλτον, γεννημένου στην οδό Μπρεντ· δεν έχει τη σκληρότητα του Μπεν Τζόνσον, που μορφώθηκε στο σχολείο του Γουεστμίνστερ· ούτε την οξύτητα του Αλεξάντερ Πόουπ από το Σίτυ ή την εμμονή του Ουίλιαμ Μπλέικ από το Σόχο. Είναι τέκνο της υπαίθρου.

 

Το σχέδιο μπορεί να μοιάζει απλοϊκό, εντούτοις η εκτέλεσή του από τον Ακρόυντ δημιουργεί ένα βιογραφικό κείμενο θεωρητικά πειστικό και αφηγηματικά συναρπαστικό. Παράλληλα, η ανάγνωσή του δεν αναιρεί καθόλου την αξία και τη μοναδικότητα του βιογραφούμενου:

 

Το Γουώρικσιρ έχει περιγραφεί σαν η καρδιά ή ο ομφαλός της Αγγλίας, με τη σαφή υποδήλωση ότι ο Σαίξπηρ ενσαρκώνει κάποια κεντρική εθνική αξία. Ο Σαίξπηρ συνιστά το απόλυτο κέντρο, τον πυρήνα ή την πηγή της ίδιας της αγγλικότητας.

 

Οι σελίδες που αφιερώνονται στην παιδική και νεανική ηλικία του δραματουργού στο Στράτφορντ θέτουν ταυτόχρονα δύο από τα ζητήματα που ο Ακρόυντ θεωρεί κομβικά για τη μετέπειτα εξέλιξη του Σαίξπηρ, ως πολίτη και διακεκριμένου επαγγελματία του θεάτρου. Το ένα είναι το θέμα των θρησκευτικών πεποιθήσεών του, που έχει απασχολήσει πολύ την έρευνα, όχι τόσο σε σχέση με την ερμηνεία του έργου του (παρά τις ακραίες αναγνώσεις, όπως αυτή της Άσκουιθ που είδαμε νωρίτερα), όσο για την κατανόηση της κοινωνικής και επαγγελματικής του διαδρομής, σε μια εποχή μετάβασης από την καθολική στην προτεσταντική κουλτούρα. Η θρησκευτική μεταρρύθμιση υπήρξε βίαιη και εκδικητική ενώ, επιπλέον, η μεταβατική περίοδος κράτησε πολλά χρόνια. Μπορεί η βασιλεία της Ελισάβετ να γεφύρωσε αρκετά από τα χάσματα που είχαν δημιουργηθεί, ωστόσο, σε γενικές γραμμές, στην Αγγλία του Σαίξπηρ δεν ήταν καθόλου καλή ιδέα να είναι κανείς (και να φαίνεται) καθολικός. Οι περισσότεροι μελετητές συμφωνούν ότι η οικογένεια του Σαίξπηρ, τόσο από την πλευρά του πατέρα του Τζων, όσο και από την πλευρά του μητρογονικού κλάδου των Άρντεν, υπήρξαν καθολικοί. Διαφωνούν όμως ως προς τη σημασία που είχε αυτό το γεγονός για τη ζωή του δραματουργού. Ο Ακρόυντ συντάσσεται με την περί καθολικισμού άποψη και επενδύει σε αυτή (ίσως, μάλιστα, λίγο περισσότερο απ’ ό,τι επιτρέπουν τα διαθέσιμα στοιχεία) προκειμένου να διαμορφώσει τις δικές του εκδοχές για τα γενικώς αποδεκτά ως σκοτεινά χρόνια της ζωής του Σαίξπηρ, δηλαδή το τέλος της δεκαετίας του 1570 και το διάστημα 1585-1592. Ο βιογράφος υποστηρίζει ότι ο Σαίξπηρ, μέσω ενός δικτύου καθολικών οικογενειών, εργάστηκε ως δάσκαλος σε σπίτια ευγενών και ασχολήθηκε με τη συγγραφή θεατρικών έργων ήδη από τα νεανικά του χρόνια (θεωρία που αμφισβητείται από πολλούς), μέσα σε ένα περιβάλλον αλληλοϋποστήριξης που του εξασφάλιζαν αυτές οι γνωριμίες. Από την άλλη, διατυπώνεται και η εικασία ότι, ακριβώς λόγω αυτών των δεσμών τους με την καθολική θρησκεία, οι Σαίξπηρ βρέθηκαν ενίοτε και σε δύσκολη θέση: έτσι ίσως εξηγείται η ξαφνική απόσυρση από τα κοινά του επιφανούς πολίτη Τζων Σαίξπηρ, πατέρα του ποιητή. Ο Ακρόυντ επανέρχεται συχνά στο θέμα της θρησκείας με σκόρπιες υπομνήσεις κατά τη ροή της αφήγησής, κυρίως για να υπογραμμίσει την ατμόσφαιρα του φόβου και των διωγμών που κατά καιρούς επικρατούσε στην Αγγλία. Είναι πεπεισμένος ότι ο Σαίξπηρ μεγάλωσε σε οικογένεια διαφωνούντων, καθώς όμως δεν ήταν άνθρωπος των άκρων, όχι μόνον επιβίωσε, αλλά και διέπρεψε σε έναν κόσμο στον οποίο

 

…οι δίδυμες δυνάμεις της μεταρρυθμιστικής και αναγεννησιακής παιδείας έπεισαν λογίους και συγγραφείς να κοιτάξουν πέρα από την εκκλησιαστική εσχατολογία… Ο Σαίξπηρ ήταν παρών τη στιγμή κατά την οποία στην αγγλική ιστορία επινοούνται το ανθρώπινο κίνητρο και ο ανθρώπινος σκοπός.

 

Το δεύτερο ζήτημα που θέτει ο Ακρόυντ εξαρχής, και το οποίο διατρέχει ολόκληρη τη ραχοκοκαλιά του βιβλίου, είναι το θέμα του σαιξπηρικού «νόστου», που το συνδέει αφενός με την κυκλική πορεία ζωής του Σαίξπηρ (Στράτφορντ-Λονδίνο-Στράτφορντ) και, αφετέρου, με το συνεχές αίτημα της οικογένειας για κοινωνική αναρρίχηση και ταξική αναβάθμιση. Με άλλα λόγια, ο Σαίξπηρ ταυτίζεται με τον γενέθλιο τόπο, προς τον οποίο «το χρέος είναι συγκεκριμένο και βαθύτατο». Ως διάσημος και εύπορος επαγγελματίας του θεάτρου, επιλέγει να επενδύσει σε γη και ακίνητα στο Στράτφορντ, που φαίνεται να του ασκεί αμείωτη επιρροή:

 

Ήταν ο τόπος των πρώτων του φιλοδοξιών και προσδοκιών και, όπως θα δούμε, επιθυμούσε να αποκαταστήσει τη μοίρα των Σαίξπηρ εκεί μέσω των προσωπικών του επιτευγμάτων. Ήθελε να επιβάλει ξανά το όνομα του πατέρα του μεταξύ των συμπολιτών του.  Ήταν επίσης ο τόπος μόνιμης διαμονής της οικογένειάς του και το μέρος όπου επέστρεψε στο τέλος της ζωής του. Το Στράτφορντ παρέμεινε το κέντρο της ύπαρξής του.

 

Η διεκδίκηση της αριστοκρατικότητας ενισχύθηκε από τις επίμονες αξιώσεις της μητέρας του, Μαίρυ Άρντεν, περί ευγενικής καταγωγής, και επισημοποιήθηκε με την κατάθεση αίτησης για οικόσημο από την πλευρά του Τζων Άρντεν, όταν ανέλαβε δήμαρχος ή διαχειριστής του Στράτφορντ. Το αίτημα αυτό απεσύρθη από τον ίδιο για άγνωστους λόγους, το επανέφερε όμως ο γιος του, Ουίλιαμ, είκοσι οκτώ χρόνια αργότερα, και κατάφερε να πείσει τις αρμόδιες αρχές να το ικανοποιήσουν, πληρώνοντας παράλληλα το (υψηλό) νόμιμο τίμημα, για να αποδώσει στον πατέρα του, έστω και με καθυστέρηση, τον τίτλο του τζέντλεμαν. Για τον Ακρόυντ, αυτοί οι ανοιχτοί λογαριασμοί με το παρελθόν, παρέμεναν ανοιχτοί ή ανατροφοδοτούνταν, διότι συνιστούσαν για τον Σαίξπηρ κίνητρο δημιουργικότητας και ανεξάντλητη πηγή ζωτικής ενέργειας.

 

ΣΤΟ ΛΟΝΔΙΝΟ

«Ο βιογράφος μπορεί να διερευνήσει μια σειρά από πιθανές σαιξπηρικές ταυτότητες χωρίς να διαστρεβλώσει τη βασική ουσία του ανθρώπου». Ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ του Πήτερ Ακρόυντ, λοιπόν, αναχωρεί το 1592 για το Λονδίνο, ενδεχομένως διότι αισθάνεται τα γκρίζα σύννεφα των διώξεων να πυκνώνουν πάνω από τη γενέθλια πόλη του. Στο μεταξύ έχει παντρευτεί την Ανν Χαθαγουέυ και έχει αποκτήσει μαζί της τρία παιδιά, την κόρη τους Σουζάννα και τα δίδυμα Τζούντιθ και Άμνετ. Εγκαταλείπει την οικογένειά του υπακούοντας, όπως είδαμε νωρίτερα, σε μια εσωτερική παρόρμηση ισχυρότερη από το καθήκον, πιθανότατα έχοντας ήδη εξασφαλίσει πρόταση συνεργασίας από κάποιον θίασο. Στο κεφάλαιο με τίτλο «Αύριο θα κινήσουμε ξανά για το Λονδίνο» (Ερρίκος VI, τρίτο μέρος, πράξη Γ΄, σκηνή 1), ο αναγνώστης έχει σχεδόν την αίσθηση ότι περπατά μαζί με τον Πήτερ Ακρόυντ στο πλάι του νεαρού Σαίξπηρ, καθώς μπαίνει για πρώτη φορά σε αυτή την βρώμικη, επικίνδυνη, χαοτική, αλλά και γεμάτη ενέργεια, συναρπαστική πόλη. Το πορτρέτο του Λονδίνου σκιαγραφείται σε μερικές από τις ωραιότερες σελίδες του βιβλίου:

 

Η πόλη, με την οξύτητα και το σφρίγος της, επιτίθετο βίαια σε όλες τις αισθήσεις. Ήταν μια δίνη ενέργειας. Αδηφάγα.

 

Με προσδόκιμο ζωής κάτω από τον μέσο όρο της υπόλοιπης χώρας, συγκέντρωνε κυρίως νεανικό πληθυσμό, που ζούσε έντονα τη βραχεία ζωή του, αντιμετωπίζοντας την ύπαρξη σαν ένα παροδικό ξέσπασμα, μια σύντομη περιπέτεια. Ο Σαίξπηρ βρέθηκε μάρτυρας της μετάβασης προς έναν νέο κόσμο, που ο Ακρόυντ ονομάζει το πέρασμα από μια κοινωνία οργανωμένη γύρω από την καταγωγή, σε μια κοινωνία των πολιτών. Μετοχικές εταιρείες, επιχειρηματικότητα, φιλόδοξα αποικιοκρατικά εγχειρήματα έφερναν στο προσκήνιο την ανθρώπινη δημιουργικότητα και διέγραφαν το περίγραμμα ενός πρώιμου αστικού περιβάλλοντος. Τα ψήγματα του μοντέρνου που εισάγει εδώ ο βιογράφος, του υποβάλλουν την ιδέα της θεατρικότητας της πόλης, έναν τόπο όπου η ζωή και το θέατρο διασταυρώνονται προκειμένου, στη συγκεκριμένη συγκυρία, να φιλοξενήσουν και να αναδείξουν τον δραματικό ποιητή.

 

Καθώς η Εκκλησία αποϊεροποιήθηκε, στερούμενη τα κεριά και τις εικόνες της, η αστική κοινωνία αποκτούσε όλο και βαθύτερα τελετουργικά και θεαματικά χαρακτηριστικά. Αυτό έχει υπέρτατη σημασία για την όποια κατανόηση της ιδιοφυΐας του Σαίξπηρ, ο οποίος γνώρισε την επιτυχία σε μια πόλη όπου το δραματικό θέαμα έγινε το κύριο μέσο κατανόησης της πραγματικότητας.

 

Το περιρρέον πνεύμα της εποχής, που διαμορφώνεται από την ακμάζουσα επιχειρηματικότητα και την ανάπτυξη των συνεταιρισμών, διέπει και τη λειτουργία των θιάσων με τους οποίους συνδέθηκε ο Σαίξπηρ, αρχικά ως ηθοποιός και κατόπιν κυρίως ως συγγραφέας και μέτοχος, στη διάρκεια της μακράς καριέρας του. Η εικόνα της θεατρικής ζωής που μας παρουσιάζεται, μέσα από λεπτομερείς πληροφορίες για τη δομή των θεατρικών συνεταιρισμών, την εσωτερική διάρθρωση των θιάσων, τον τρόπο συγγραφής των έργων, την οικονομική διαχείριση των θεατρικών επιχειρήσεων, την εύνοια των βασιλικών οίκων και των ευγενών αυλικών, την εκπαίδευση και το υποκριτικό ύφος των ηθοποιών, αποκαλύπτουν έναν κόσμο στον οποίο το πρακτικό μυαλό δεν είναι λιγότερο πολύτιμο από την υψιπετή έμπνευση. Ο Ακρόυντ δεν προσεγγίζει ούτε τη θεατρική τέχνη ούτε και τον Σαίξπηρ με τους όρους του ρομαντισμού: το θέατρο είναι ένα métier και ο άνθρωπος του ελισαβετιανού θεάτρου είναι περισσότερο «τεχνίτης», παρά «καλλιτέχνης» με τη σύγχρονη έννοια του όρου. Ο Σαίξπηρ δεν ταυτίζεται με το έργο του: το ελέγχει, το μετρά, το αναθεωρεί, το προσαρμόζει στις συνθήκες.

 

Ο ήρεμος χαρακτήρας του ταλέντου του και η σχεδόν απρόσωπη ένταση της τέχνης του, έπεισαν πολλούς κριτικούς του 18ου αιώνα ότι συγγένευε με την ίδια τη φύση· η ίδια αδιαφορία τον διέκρινε και για τη ζωή των δημιουργημάτων του. Δεν έχουμε λόγο να πιστέψουμε ότι θορυβήθηκε ή βασανίστηκε από τον θάνατο της Δυσδαιμόνας, για παράδειγμα – φυσικά το γεγονός του προκάλεσε έντονη ταραχή, αφού είχε εμπλακεί με όλη τη δύναμη και την ορμή της εκφραστικότητάς του. Αλλά δεν τον συγκίνησε βαθιά. Ίσως μάλιστα κάποιοι να παρατήρησαν πως εκείνη την ημέρα ήταν ιδιαίτερα ευδιάθετος.

 

Ο Ακρόυντ δεν μυθοποιεί το αντικείμενο της βιογραφίας του. Ο Σαίξπηρ δεν εφευρίσκει το θέατρο ούτε και αναμορφώνει από μόνος του την εποχή του. Φτάνει στο Λονδίνο σε μια εποχή εκρηκτικής ενέργειας και συναντά ένα ρεύμα δημιουργικότητας στη ροή του οποίου αφήνεται και ο ίδιος. Παρά το γεγονός ότι άλλοι σύγχρονοί του συγγραφείς, όπως οι Κυντ και Μάρλοου, διέθεταν τα πνευματικά εφόδια που τους είχε εξασφαλίσει η πανεπιστημιακή τους μόρφωση, ο νεαρός επαρχιώτης Σαίξπηρ (που ως παιδί «διάβαζε μανιωδώς») κατάφερε να απογειώσει τη δραματική τέχνη κομίζοντας σε αυτή τη βαθιά γνώση της σκηνικής πράξης, που του προσέφερε η πολύχρονη και καθημερινή συνύπαρξή του με τους ανθρώπους και τους όρους του επαγγέλματος. Έχοντας κατοχυρώσει ότι ο Σαίξπηρ βρέθηκε στη σωστή πόλη, τη σωστή στιγμή, ο Ακρόυντ διατυπώνει τη βεβαιότητα ότι το Λονδίνο «αποτελεί την άγρια γενέτειρα του συνόλου της δραματουργίας του». Το δεύτερο μισό του βιβλίου είναι κατά κύριο λόγο αφιερωμένο στην αναλυτική παρουσίαση των δραματικών και ποιητικών κειμένων, τα οποία διαβάζονται με βάση την ίδια ολιστική συλλογιστική με την οποία συντίθεται η βιογραφία του Σαίξπηρ. Τα έργα γίνονται κατανοητά σε συνάρτηση με το ιστορικό τους πλαίσιο, ενώ «ο καλύτερος τρόπος θεώρησής τους βρίσκεται στη σχέση του ενός με το άλλο. Αν θέλει κανείς να ξεχωρίσει κάτι από αυτή την αριστοτεχνικά διαπλεκόμενη, οργανική ανάλυση του συνόλου του έργου από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, δεν μπορεί παρά να σταματήσει στο θαυμάσιο δοκίμιο με τον τίτλο «Έτσι, στον αγκώνα μου ακουμπώντας, αρχίζω» (κεφ. 45, Βασιλιάς Ιωάννης, πράξη Α΄, σκηνή 1), μια εξαιρετικά διεισδυτική ματιά στη διαδικασία με την οποία ο δημιουργός συλλαμβάνει την ευαισθησία της εποχής του και τη μετουσιώνει σε δραματουργική τέχνη. Το κείμενο αυτό συμπυκνώνει όλες τις συγγραφικές αρετές του Ακρόυντ και θυμίζει κάτι που ο ίδιος λέει κάπου στην αρχή του βιβλίου για τον Σαίξπηρ: «η ικανότητά του αφομοίωσης και ενσυναίσθησης είναι ανεκτίμητη».   

Η βιογραφία αυτή δεν είναι ανθρωποκεντρική με τον αυτονόητο τρόπο του είδους, αλλά επειδή συναιρεί στο πρόσωπο του Σαίξπηρ έναν τόπο και μια ολόκληρη εποχή. Πρόκειται για ένα συγκρατημένο εγκώμιο στην ιδιοφυΐα, που οφείλει τον διακριτικό του χαρακτήρα στην κομψή, χαμηλόφωνη, επίμονη στη λεπτομέρεια και περίτεχνη στην απόχρωση γραφή του Πήτερ Ακρόυντ. Η μετάφραση του Σπύρου Τσούγκου προσφέρει σημαντική υπηρεσία στο πρωτότυπο: έχουμε να κάνουμε με ένα απαιτητικό, αλλά ιδιαίτερα γοητευτικό ανάγνωσμα.


[1] Βλ. σχετικό άρθρο: Ι. Ταξοπούλου, «Ολόκληρος ο Σαίξπηρ σε 176 σελίδες», The Athens Review of Books, τχ. 9, σσ. 58-59.

[2] Έντμουντ Κλέριχιου Μπέντλεϋ (Edmund Clerihew Bentley, 1875-1956). Δημοσιογράφος και σατιρικός συγγραφέας, έγινε γνωστός ως συγγραφέας ιστοριών μυστηρίου, αλλά και από τις ποιητικές του συλλογές με τον κοινό τίτλο Biography for Beginners, η πρώτη από τις οποίες δημοσιεύτηκε το 1905. Επρόκειτο για τετράστιχα βιογραφικά σχόλια που αναφέρονταν σε γνωστές (σύγχρονές του και ιστορικές) προσωπικότητες, σε μια στιχουργική μορφή προσωπικής του έμπνευσης, που, για ευνόητους λόγους, έγινε γνωστή ως «κλέριχιου». Το «κλέριχιου» με το οποίο καταθέτει τον ορισμό του για τη βιογραφία, συνοψίζει θαυμάσια το αγγλικό φλέγμα: «The Art of Biography / Is different from Geography. / Geography is about Maps / But Biography is about Chaps.» [chap: παλαιάς κοπής λέξη που προσδίδει έναν φιλικό και συμπαθητικό τόνο στην έννοια του άνδρα = συμπαθητικός τύπος]

[3] Το Γουώρικσιρ είναι η κομητεία στην οποία ανήκει διοικητικά η γενέτειρα του Σαίξπηρ, το Στράντφορντ-απόν-Έιβον.  

[4]Ο Σαίξπηρ, που δεν είχε πανεπιστημιακή μόρφωση, υφίστατο συχνά ειρωνικά σχόλια σχετικά με την ακαδημαϊκή του κατάρτιση, ιδιαίτερα από τον κύκλο των λεγόμενων «πανεπιστημιακών» συγγραφέων και λογίων της εποχής του. Ωστόσο, αυτό είναι ένα από τα ελάχιστα αρνητικά σχόλια του Μπεν Τζόνσον, που έχει πολλές φορές εγκωμιάσει τις ικανότητες του συναδέλφου του στα κείμενά του.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά