Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

Ο Ζούμπιν Μέτα, η... Σταχτοπούτα και ο Απόλλωνας

Κατηγορία Κριτικές
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική μουσικής web only
Η ταλαντούχος σοπράνο Χριστίνα Πουλίτση, στη σκηνή του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Η τραγουδίστρια επέστρεψε στην αίθουσα την οποία πολλά χρόνια πριν είχε γνωρίσει  ως ταξιθέτρια Η ταλαντούχος σοπράνο Χριστίνα Πουλίτση, στη σκηνή του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Η τραγουδίστρια επέστρεψε στην αίθουσα την οποία πολλά χρόνια πριν είχε γνωρίσει ως ταξιθέτρια Χάρης Ακριβιάδης

Φιλαρμονική Ορχήστρα του Ισραήλ υπό τη μουσική διεύθυνση του Zubin Mehta στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 31 Ιανουαρίου και 1 Φεβρουαρίου

Χάρις στη γενναία προσφορά χορηγού ο οποίος επιθυμεί να παραμείνει ανώνυμος, αλλά είναι ασφαλώς γνωστό ότι ανήκει σε εφοπλιστικούς κύκλους του Λονδίνου, είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε, για δεύτερη φορά μέσα στην καλλιτεχνική περίοδο, τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Ισραήλ υπό τη διεύθυνση του Ζούμπιν Μέτα στην Αίθουσα του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, στην αλλαγή του μήνα, την Κυριακή 31 Ιανουαρίου και τη Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2016.

 

Πρόκειται για μια εξαιρετική ορχήστρα και θεσμό αρχαιότερο του κράτους του Ισραήλ, αφού ιδρύθηκε από φυγάδες μουσικούς το 1936 ως Ορχήστρα της Παλαιστίνης. Σε μια εξαιρετικά συμβολική χειρονομία, την πρώτη της συναυλία διηύθυνε ο μη Εβραίος αλλά δηλωμένα αντιφασίστας ιταλός αρχιμουσικός, ο σπουδαίος Αρτούρο Τοσκανίνι.

Επίσης μη Εβραίος είναι και ο ογδοντάχρονος πλέον (γενν. στη Βομβάη, 1936) ινδός πυρολάτρης πάρσι Ζούμπιν Μέτα, ένας από τους πιο επιτυχημένους και γνωστούς αρχιμουσικούς της γενιάς του, που παραμένει εξαιρετικά δραστήριος. Γνωστός για την προτίμησή του να εμβαθύνει σε μακροχρόνιες καλλιτεχνικές συνεργασίες, είναι ισόβιος αρχιμουσικός της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Ισραήλ, ενώ αντίστοιχα διαχρονική σχέση έχει και με το Φεστιβάλ του Φλωρεντινού Μουσικού Μάη, στην αποτελμάτωση του οποίου συνέβαλε τα μέγιστα από τη δεκαετία του ‘80 ως σήμερα.

Μαθητής του Χανς Σβαρόφσκυ στη Βιέννη, υπήρξε πάντοτε εξαιρετικά επικοινωνιακός και δημοφιλής, ενώ έχει ιδρύσει και υποστηρίζει ενεργά θεσμούς κλασικής μουσικής εκπαίδευσης στην Ινδία και σε σχολεία αράβων του Ισραήλ. Από την κριτική χαιρετίστηκε η λαμπερή και εξωστρεφής απόδοση των έργων, η σχεδόν «μυστηριώδης» γοητεία του, χωρίς αντίθετα να διακριθεί για την αίσθηση του τραγικού ή το βάθος των ερμηνειών του. Αναμφίβολα όμως θέτει σε ό,τι ερμηνεύει την ξεκάθαρη σφραγίδα της καλλιτεχνικής του προσωπικότητας, που σαφώς ταιριάζει περισσότερο σε κάποια έργα, και κάποιους ακροατές, σε άλλα λιγότερο.

 

Επεισοδιακό ξεκίνημα

Η συναυλία της Κυριακής ξεκίνησε… πριν ξεκινήσει – με μια παρ’ ολίγον «βούτα» του αρχιμουσικού στο πόδιον. Ευτυχώς ούτε έπεσε ούτε χτύπησε, αλλά με εκπληκτική ετοιμότητα ισορρόπησε και ανέβηκε χαμογελαστός στη θέση του.  

Η συναυλία ξεκίνησε λοιπόν με έργα του Μωρίς Ραβέλ που δύσκολα θα μπορούσαν να αποδοθούν καλύτερα, με πρώτο το χορογραφικό ποίημα «το Βαλς». Αν και, όντας στην αρχή του προγράμματος, ήταν ίσως ακόμα ανεπαίσθητα στατικό, είχε όλη την ελαφράδα, τον αισθησιασμό, την αγάπη για την ηχητική διαύγεια και την ανάδειξη των ηχοχρωμάτων που χαρακτηρίζει γενικά τη γαλλική μουσική και ειδικότερα τους λεγόμενους ιμπρεσιονιστές, και φυσικά τον αρχιμάστορα των ηχοχρωμάτων Ραβέλ.

Ακόμα καλύτερη ήταν η σουίτα «Δάφνις και Χλόη»  αρ. 2 σε τρία μέρη  (Ξημέρωμα, Παντομίμα, Γενικός Χορός). Έχοντας απλά ξεπεράσει όλα τα τεχνικά ζητήματα της ερμηνείας, η μουσική χορογραφία αποκτούσε σχεδόν απτό και ορατό χαρακτήρα,. Το ξημέρωμα ήταν μια πραγματική κοσμογονία, η παντομίμα ένας πίνακας, ο γενικός χορός μια αποθέωση. Θα πρέπει να ανατρέξει κανείς στις ηχογραφήσεις του Πωλ Παραί για να ακούσει τόσο καλοπαιγμένο Ραβέλ.

Στο δεύτερο μέρος δόθηκε η Συμφωνία αρ. 3 του Καμίλ Σαιν-Σανς, η λεγόμενη «με το εκκλησιαστικό όργανο». Έργο  επίσης γαλλικό αλλά εντελώς διαφορετικό, απαιτεί όχι την ορχηστρική διαύγεια, αλλά την ομογενοποίηση των ηχοχρωμάτων, που ήταν το μεγάλο μάθημα του Βάγκνερ στους ύστερους ρομαντικούς, και που ο Σαιν-Σανς προώθησε ακόμα παραπέρα με την τολμηρή για την εποχή ένταξη του πιάνου και του εκκλησιαστικού οργάνου στην ορχήστρα, μαζί με αρκετά κρουστά. Έργο αρκετά απομακρυσμένο από τη σύγχρονη αισθητική, όλο και λιγότεροι καλλιτέχνες καταφέρνουν να το αναδείξουν με πειθώ, χωρίς να μοιάζει με άσκηση εκκεντρικής ενορχήστρωσης.

Παρά τη συνολικά σωστή αρχιτεκτονική εποπτεία και τη δυναμική διεύθυνση, η ερμηνεία υπέφερε από μια κατά το πλείστον αδιαφοροποίητη φραστική, ελάχιστα ατμοσφαιρική· τα ηχοχρώματα του πιάνου και του οργάνου δεν μπόρεσαν να ενωθούν με την υπόλοιπη ορχήστρα, ενώ το δυναμικό εύρος περιορίστηκε σε ένα γενικό μετσοφόρτε, χωρίς να εκμεταλλευτεί την ακουστική της αίθουσας για εκφραστικά πιανίσσιμι ή αποθεωτικά φορτίσσιμι. Στα θετικά καταγράφεται ότι παρά την απόσταση μεταξύ οργάνου και ορχήστρας δεν υπήρξε διαφορά κλασμάτων του δευτερολέπτου μεταξύ τους, κάτι που δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Εξαιρετικός ο οργανίστας, που ανήκε στο προσωπικό της ορχήστρας, αλλά δεν δηλώθηκε ονομαστικά.

Σε αντίθεση με ό,τι μας είχε συνηθίσει από την προηγούμενη εμφάνισή του, ο αρχιμουσικός δεν έπαιξε κάποιο έργο εκτός προγράμματος. 

 

Η «Σταχτοπούτα» επιστρέφει

Τη Δευτέρα η συναυλία ξεκίνησε με την εισαγωγή από την όπερα «Όμπερον» του πρωτο-ρομαντικού Καρλ Μαρία φον Βέμπερ, συνθέτη κομβικού στην ιστορία της όπερας και αδίκως υπο-εκπροσωπούμενου στα προγράμματα συναυλιών,  σε μια ερμηνεία λαμπερή και εξωστρεφή αλλά και αρκετά λεπταίσθητη.

Ακολούθως εμφανίστηκε η σοπράνο Χριστίνα Πουλίτση, η οποία επέστρεψε στην αίθουσα που πολλά χρόνια πριν είχε γνωρίσει  ως ταξιθέτρια. Είναι μια ιστορία παραμυθιού και τεράστιου ταλέντου, που την καθιέρωσε διεθνώς, και μάλιστα ο Ζούμπιν Μέτα ήταν ένας από αυτούς που συνειδητοποίησαν εγκαίρως την αξία της. Φορώντας μια εξαιρετικά καλοραμμένη τουαλέτα ερμήνευσε απανωτά τρεις από τις δημοφιλέστερες και απαιτητικότερες άριες του ρεπερτορίου: την άρια της Βασίλισσας της Νύχτας “Die hölle rache” από τον Μαγικό Αυλό του B.A. Mότσαρτ, την άρια  της Τζίλντα “Caronome” από τον Ριγκολέττο του Τζ. Βέρντι, και την άρια της Ροζίνα "Una voce poco fa" από τον Κουρέα της Σεβίλλης του Τζ. Ροσσίνι.

Με άνεση που ποτέ δεν εξέπιπτε σε αδιάφορη ευκολία, χωρίς την παραμικρή επίδειξη, πιστή στο γράμμα της μουσικής και ακόμα πιο πιστή στο νόημα, ερμήνευσε και τις τρείς άριες υπέροχα και υποδειγματικά. Το εκπληκτικό μέγεθος φωνής χρησιμοποιήθηκε σε πολύ σωστές φράσεις, σε πολλές  από τις οποίες θα μπορούσε αν ήθελε και να τραβήξει την προσοχή, τις χρησιμοποίησε όμως μόνο για να αποδώσει καλύτερα το μουσικό νόημα. Στις πολύ ψηλές νότες η αίθουσα έκανε και λίγη αντήχηση, ενώ η καταληκτική τρίλια του “Caronome” δεν ακούστηκε ολόκληρη εντελώς καθαρά.

Ο αρχιμουσικός διηύθυνε διατηρώντας επιθυμητά χαμηλά τα ηχητικά επίπεδα της ορχήστρας, αν και στο Βέρντι θα μπορούσε να εκμαιεύσει φράσεις με περισσότερη προσωπικότητα από τα πνευστά, που υπήρξαν μάλλον άτολμοι συνοδοί, παρά συνομιλητές της σοπράνο.

Στο δεύτερο μέρος ακούσαμε την Συμφωνία αρ. 6, «Παθητική» του Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι. Οι επιφυλάξεις της προηγούμενης μέρας τώρα εξέλιπαν όλες. Ωραία πλασμένες φράσεις, δραματικότητα, ομοιογενής ήχος, τολμηρές δυναμικές, προκάλεσαν τον ασυγκράτητο ενθουσιασμό του κοινού που πολύ συνειδητά ξεπέρασε τα ειωθότα και χειροκρότησε στο τέλος του δευτέρου και τρίτου μέρους. Η δραματουργία και το πάθος πάντοτε χειραγωγήθηκαν από μια ευγενή αυτοσυγκράτηση που μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ως το ώριμο ερμηνευτικό ύφος του Μέτα στην καλύτερη εκδοχή του.  

Απευθυνόμενος στο κοινό είπε στα αγγλικά ότι θα ήθελε να ολοκληρώσει τη συναυλία αφήνοντας μια χαρούμενη και όχι τραγική ανάμνηση του Τσαϊκόφσκυ, και ερμήνευσε με μεγάλη ελαφράδα το βαλς από τη «Λίμνη των Κύκνων», υπενθυμίζοντας ότι για αυτόν η μουσική παραμένει η τέχνη του Απόλλωνα και όχι του Διονύσου.

Δημήτρης Γ. Κιουσόπουλος

Μουσικοκριτικός.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά