Σάββατο, 01 Φεβρουαρίου 2014

Οι Γερμανοί γράφουν για τους Γερμανούς

Κατηγορία Κριτικές
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 40

Deutschland! Deutschland? (Texte aus 500 Jahren von Martin Luther bis Guenter Grass), Fischer, 2002, 476 σελ.

Οι Γερμανοί γράφουν για τους Γερμανούς

Αυτή τη στιγμή διαθέτουμε το μεγαλύτερο εμπορικό πλεόνασμα στον κόσμο. Αυτό το τεράστιο πλεόνασμα φέρνει ένα είδος ηθικής αναγκαιότητας. Το χρέος της Ελλάδας πρέπει να διαγραφεί με τον τρόπο που διαγράφηκε το δικό μας τη δεκαετία του 1950, να της δώσουμε περισσότερο χρόνο για να επανέλθει.

Η δήλωση του πρώην καγκελάριου της Γερμανίας Χέλμουτ Σμιτ τον περασμένο Νοέμβριο ήταν σύντομη. Αλλά σε αυτές τις 46 λέξεις χώρεσαν ορισμένες από τις σημαντικότερες έννοιες που συνοδεύουν την ιστορική αυτοανάλυση των Γερμανών τις τελευταίες δεκαετίες. Χώρεσαν, δηλαδή, και η αυτοπεποίθηση που βασίζεται στις επιδόσεις του έθνους («μεγαλύτερο πλεόνασμα»),  και η αίσθηση του ηθικού χρέους απέναντι στους εταίρους, αλλά και η ευρωπαϊκή ενσωμάτωση του ισχυρότερου κράτους στην Ευρωπαϊκή Ένωση («με τον τρόπο που διαγράφηκε το δικό μας...»).

Το σημείωμα αυτού του τεύχους βασίζεται στη συλλογή κειμένων που έγραψαν Γερμανοί για τους Γερμανούς. Κυκλοφόρησε το 2002 και, μοιραία, είχε λάβει υπ' όψη του την προοπτική του ενιαίου νομίσματος, σε μια καλή εποχή για το κράτος που κυβερνούσε ο Γκέρχαρντ Σρέντερ. «Από τον Μαρτίνο Λούθηρο ώς τον Γκύντερ Γκρας» υπεδείκνυε ο υπότιτλος. Το βιβλίο ξεκινούσε με την περιγραφή των Γερμανών από τον Έντουαρντ Γκίμπον (η μοναδική εξαίρεση όσον αφορά την εθνικότητα των συγγραφέων) στην Άνοδο και πτώση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και κατέληγε με τον Γιανς Ασμαν που διερευνούσε το 2001 μια πιθανή Γερμανική νεύρωση. Ακολουθούν αποσπάσματα του τόμου που περιέχει ισόποσες δόσεις αυτογνωσίας, αμφισβήτησης, ενθουσιασμού, αναρώτησης και μελαγχολίας. Σε πείσμα όλων των Καμμένων, των Σκουρλέτηδων, των Παναγιώταρων και των Καρατζαφέρηδων της Ευρώπης, οι οποίοι θεωρούν ότι η ερμηνεία για την Γερμανία είναι μία – και είναι ελληνική.

Jean Paul,

Το σκοτάδι της Γερμανίας (1817)

Ο ρομαντικός σατιρικός συγγραφέας χρησιμοποιεί εικόνες από τη φύση για να ερμηνεύσει τη «γερμανική ψυχή»: ένα σήμα κατατεθέν για τον φίλο του Χέρντερ

Η γερμανική ψυχή δεν είναι φτιαγμένη από νερό, όπως ήθελε ο Θαλής για την ανθρώπινη, ούτε από φωτιά, όπως έλεγε ο Δημόκριτος. Είναι φτιαγμένη και από τα δύο, όπως λέει ο Ιπποκράτης. Αυτό το μείγμα φωτιάς και ψύχους –το οποίο εγώ ταυτίζω επίσης με τον γεωγραφικό διαχωρισμό νότιας και βόρειας Γερμανίας– θα μπορούσε να μας οδηγήσει σε μεγάλη ανάπτυξη. Καμία χώρα δεν λέει τόσες αλήθειες για την ίδια όσο η Γερμανία: μέσα από τη διάσπασή τους, τα κρατίδια αποτελούν το ένα την αντιπολίτευση του άλλου…

Χάινριχ Μαν,

Αυτοί οι Γερμανοί (1936)

Ο μεγάλος αδελφός του Τόμας Μαν δεν φείδεται κατηγοριών για τους δουλικούς συμπατριώτες του που ομνύουν πλέον στην εξουσία του ενός φύρερ. Αυτοεξόριστος, καταγγέλλει από τη Ζυρίχη το καθεστώς που φέρνει τη νύχτα στη Γερμανία. 

Αυτοί οι Γερμανοί, οι νεο-Γερμανοί, οι νεαροί Γερμανοί, οι Γερμανοί της ήττας και της έξωσης, ορκίζονται στον φύρερ τους ότι θέλουν να γίνουν καλοί στρατιώτες: πράγμα τόσο αληθινό, ευτυχώς, όσο κι ο δικός του όρκος. Έχουν γίνει επίσης καλοί υπηρέτες, ήταν όλοι τους υπάκουα μέλη της Εργατικής Ένωσης, καλοί συνδρομητές της Eher & Co (σσ. ο εκδοτικός οίκος που κυκλοφόρησε το πασίγνωστο βιβλίο του Χίτλερ, Ο Αγών μου), σωστοί φωνακλάδες, τα αδέλφια του «αίματος και της γης», οπορτουνιστές και βασανιστές – εθνικοσοσιαλιστές και υπηρέτες. Στέλνουν τηλεγραφήματα στον φύρερ τους: θέλουμε να είμαστε και καλοί στρατιώτες και καλοί ναζί. Και έτσι, κατέληξαν δουλικοί και δειλοί στρατιώτες.

Ως εθνικοσοσιαλιστές παρέμειναν σιωπηλοί μπροστά στην εξαχρείωση και την απονομιμοποίηση του έθνους, ή ακόμη και ενθουσιασμένοι. Η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας, των πολιτικών και ανθρώπινων δικαιωμάτων, ήταν γι’ αυτούς δίκαιη. Η καταστροφή της γνώσης και της νόησης τους συνεπήρε. Η αποδυνάμωση των σταθερών αξιών τούς ταίριαξε γάντι. Ήταν σύμφωνοι για το βρώμικο αλισβερίσι με το εξωτερικό, εμπορεύονταν αγαθά χωρίς αποδείξεις, με τη μεσολάβηση της Τράπεζας του Ράιχ. Γελούσαν κάτω απ’ τα μουστάκια τους όταν δανεικά χρήματα από το εξωτερικό παρακρατούνταν στη Γερμανία, σαν να μην πρόκειται για κλεψιά […].

Το Τρίτο Ράιχ δεν είχε αφοσιωμένους ειλικρινείς οπαδούς, αλλά συνεργούς απατεώνες […]. Το πιο ανεπτυγμένο από τα καπιταλιστικά κράτη είναι στην πραγματικότητα το Τρίτο Ράιχ: πρόκειται για έναν άφραγκο εθνικισμό που εξαρτάται αναμφισβήτητα από τους ξένους. Εδώ κυβερνά ο καπιταλισμός του παγκόσμιου πολέμου ανοιχτά και σε εξατομικευμένο επίπεδο. Εδώ οι βαλτοί πολιτικοί υπάλληλοι είναι αιμοσταγείς μασκαράδες.

Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον, η μοίρα μοιάζει προδικασμένη. Οι αιμοσταγείς μασκαράδες προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Από τη μια ενθουσιώδη κραυγή στην άλλη, σαν να παίζουν όλοι σε πρόβα, μπαίνουν τελικά στην τραγωδία. Κι ύστερα έρχεται η νύχτα – όχι μόνο γι’ αυτούς, αλλά για όλο τον κόσμο. Κάτι τέτοιο δεν ήταν απαραίτητα αναμενόμενο, όταν ξεκινούσε το Τρίτο Ράιχ. Από τότε η ανομία και το άδικο έχουν εξαπλωθεί σαν μια αθεράπευτη αρρώστια. Έπρεπε να βρεθεί ένας ολόκληρος λαός που, αν και τοποθετημένος σε μια περιοχή με ιστορική συνέχεια, ποτέ δεν έφτασε στο μεγαλείο του έθνους. Κατέληξε (αντιθέτως) ανελεύθερος, χωρίς κρίση και υπνωτισμένος. Τείνει μονίμως στον παράλογο θόρυβο και τον ενθουσιασμό. Την αίσθηση ότι κατέληξε ένας λαός κακομοίρης την καταπολεμά με φρενίτιδα. Αυτοί οι Γερμανοί είναι οι Δίκαιοι, αυτοί που αηδιάζουν με τον ορθό λόγο! Αρκεί μία ημέρα λογικής και θα άνοιγε η γη να τους καταπιεί απ’ την ντροπή τους.  Οι κωμικοί κυβερνήτες τούς παρέχουν μέχρι σήμερα ένα υπόδειγμα για να ακολουθήσουν. Η μίζα και το λάδωμα δίνει μεγαλείο και τιμή στο έθνος. Οι καλλιτέχνες φωνάζουν μέχρι να τους βρει το απρόσμενο χτύπημα και να τους διώξει από την παγκόσμια σκηνή, που έχει χάσει τις αξίες του πολιτισμού.

Οι Γερμανοί δεν κατανοούν ότι τους έχει επιλέξει η γενική θέληση ενός καπιταλιστικού συστήματος που τρέχει προς την καταστροφή του. Ότι τους έχει επιβάλει αυτόν τον ηγέτη. Ότι έχει προκαθορίσει πως οι ίδιοι θα προκαλέσουν και θα ολοκληρώσουν την καταστροφή τους… Δεν αισθάνονται ουδόλως σαν ενθουσιώδεις ηλίθιοι, τους οποίους διοικούν κακοί μασκαράδες. Γιορτές νίκης χωρίς νίκη, μεγάλοι άντρες, οι οποίοι δεν υπήρξαν κάποτε άντρες, φωνές χωρίς περιεχόμενο, η ενότητα του λαού μέσα στο ψεύδος, την προσωπική ψευδαίσθηση, την εξόφθαλμη απανθρωπιά: αυτή είναι η περίπτωση της Γερμανίας. 

Όσκαρ Μαρία Γκραφ,

Η γερμανική διαίρεση (1962)

Ακόμη ένας από τους αυτοεξόριστους συγγραφείς, ο Γκραφ εγκατέλειψε τη γενέτειρά του το 1993 και την Ευρώπη το 1938. Τα βιβλία του –με συχνές αυτοβιογραφικές αναφορές στη Βαυαρία– απαγορεύτηκαν από τους ναζί το 1934 . Στην καινούργια πατρίδα του, τη Νέα Υόρκη, θα ιδρύσει εκδοτικό οίκο μαζί με άλλους εξόριστους συμπατριώτες του, ενώ θα ταξιδεύσει στην Ευρώπη μόλις το 1958. Από αυτή την «επαναφορά» προέρχονται οι εντυπώσεις του για το Βερολίνο

Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η διαίρεση της χώρας έχει πλέον ενσωματωθεί στη μενταλιτέ των συμπατριωτών μου. Όλοι φωνάζουν υπέρ της επανένωσης, αλλά σκέφτονται παντού και πάντα: «Ευτυχώς που μένουμε μακριά απ’ αυτό το Κακό». Η πιο ξεκάθαρη απόδειξη γι’ αυτό, ότι δηλαδή έχει καθιερωθεί μία –ας την πούμε εσωτερική διχοτόμηση των Γερμανών, είναι ο διαχωρισμός σε Δυτικογερμανούς και «Γερμανούς της ζώνης», που μιλάνε δύο διαφορετικές γλώσσες. Οι μεν λένε «party» (πάρτι) και εννοούν την ψυχαγωγία, οι δε καταλαβαίνουν με την ίδια λέξη το «κόμμα» (Partei) και υπονοούν ένα εμπόδιο. Και οι δυο δείχνουν δυσπιστία ο ένας προς τον άλλο, και οι δύο κρατούν απόσταση σαν τους χειρότερους εχθρούς. To τρομακτικό και περιβόητο σ’ αυτή την έχθρα είναι ότι τους την έχουν επιβάλει άλλοι. Κατά τις τελευταίες επισκέψεις μου στη Γερμανία παρατηρούσα ολοένα και πιο συχνά καλοζωισμένους Δυτικοβερολινέζους στον τομέα ελέγχου. Τους άνδρες και τις γυναίκες του δυτικού τομέα που σχολούσαν απ’ τη δουλειά τους και πήγαιναν στο σπίτι με ποδήλατο τους έβλεπαν σαν ξένους – περίπου σαν ανθρώπους που ζουν στα δάση. Με το υπεροπτικό βλέμμα οίκτου ενός ανώτερου που κοιτάζει τους κακομοίρηδες, ανορεξικούς ζητιάνους – έτσι κοίταζαν εκείνους τους ποδηλάτες...

Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ,

Middle Class Blues (1964)

Ο συγγραφέας που θα μείνει περισσότερο γνωστός για τη Σύντομη ιστορία της αναρχίας μοιράζει τον χρόνο του μεταξύ δοκιμίων, μυθιστορημάτων, ρεπορτάζ και ποίησης.

Δεν πρέπει να γκρινιάζουμε

Δεν ξεμείναμε από δουλειά

Δεν μείναμε νηστικοί

Έχουμε να φάμε

Θέριεψε το χορτάρι,

Το κοινωνικό προϊόν,

Τα νύχια,

Το παρελθόν

Άδει’ οι δρόμοι.

Κλεισμένα τα συμβόλαια.

Σιωπηλές οι σειρήνες.

Κι αυτό θα περάσει.

Οι νεκροί έφτιαξαν τη διαθήκη τους.

Η βροχή έγινε ψιχάλα.

Ο πόλεμος δεν ανακοινώθηκε.

Δεν χρειάζεται βιασύνη.

Τρώμε το χορτάρι

Τρώμε το κοινωνικό προϊόν

Τρώμε τα νύχια

Τρώμε το παρελθόν

Δεν έχουμε τίποτε να κρύψουμε

Δεν έχουμε τίποτε να χάσουμε

Δεν έχουμε τίποτε να πούμε

Κάτι έχουμε

Το ρολόι έγινε κομμάτια

Οι λογαριασμοί μας είναι εντάξει

Το πλύσιμο τελείωσε

Περνά το τελευταίο λεωφορείο

Είναι άδειο

Δεν πρέπει να γκρινιάζουμε

Μα γιατί περιμένουμε;

Βίλλυ Μπραντ,

«Δεν υπάρχει εναλλακτική λύση» (1974)

Μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας –αν όχι η σημαντικότερη– προτείνει στους συμπατριώτες του «ακόμη περισσότερη Ευρώπη» για να επουλωθούν τα τραύματα της ιστορίας και, κυρίως, για να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις της νέας εθνικής νεότητας. Την ίδια χρονιά με την ελληνική Μεταπολίτευση. Την ίδια χρονιά, κατά την οποία ανατέλλει το άστρο ενός άλλου σοσιαλιστή που θα καταγγείλει την ΕΟΚ και το ΝΑΤΟ σαν το «ίδιο συνδικάτο».

Η συνένωση των δυτικών εθνών - κρατών της ηπείρου είναι η δομική απάντηση στις καταστροφές, οι οποίες μας έριξαν στην άβυσσο δύο φορές μέσα στον ίδιο αιώνα. Η αλήθεια αυτού του βιώματος δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κανέναν. Δεν υπάρχει καμιά εναλλακτική λύση που δεν θα έθετε σε κίνδυνο την ισορροπία Ανατολής και Δύσης και, ως εκ τούτου, δεν θα προκαλούσε νέες εντάσεις – με τον ίδιο τρόπο που στον τομέα της ασφάλειας δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση από τη συμμαχία με την Αμερική, τα τελευταία 25 χρόνια. Η Ατλαντική Συμμαχία, ωστόσο, που αποτελεί μία ασπίδα προστασίας για τους λαούς μας, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την Ευρωπαϊκή Κοινότητα.

Η Κοινότητα οφείλει να είναι κάτι περισσότερο από ένα πεδίο οικονομικών ή και αμυντικών συμφερόντων: εννοώ τη δημοκρατική και κοινωνική υπόσταση μιας μελλοντικής Ένωσης, η οποία, όπως έχω περιγράψει, πρέπει να δώσει στον υπόλοιπο κόσμο ένα παράδειγμα για την κυριαρχία της λογικής επί των παραγωγικών δυνάμεων, της δικαιοσύνης επί του εγωισμού της ισχύος, της αλληλεγγύης επί της ασθένειας της μισαλλοδοξίας. Αυτή η Ευρώπη μπορεί να δείξει στους λαούς της ποια δυναμική μπορεί να ξυπνήσει την ενέργεια της κοινωνίας μέσα σε ένα δημοκρατικά οργανωμένο πλαίσιο.

[…] Εμείς οι Γερμανοί θα έπρεπε να συνειδητοποιήσουμε ότι ο δρόμος προς την ευρωπαϊκή συνένωση είναι ευκολότερος απ’ ό,τι για τους γείτονές μας. Οι λόγοι είναι ξεκάθαροι:

Το συγκεντρωτικό έθνος - κράτος χαρακτηρίζει την ιστορία μας μόνο για ένα σύντομο διάστημα. Η ομοσπονδιακή δομή είναι που αντιστοιχεί στις παραδόσεις μας. Το νόμισμα, όπως ξέρουμε, έχει και πίσω όψη: μέσα από τη διαίρεση συντηρήθηκαν επίσης κάποιες γερμανικές παθογένειες. Κι όμως, εξαιτίας της ομοσπονδιακής τεχνογνωσίας επιτυγχάνεται η μεταφορά των (επί μέρους) κυριαρχικών δικαιωμάτων στην υπερισχύουσα ενότητα, όπως υποδεικνύει σαφώς το προοίμιο και το άρθρο 24 του Συντάγματός μας. Στη Γερμανία μάλιστα αυτό συναντά μικρότερη αντίσταση απ’ ό,τι στα γειτονικά κράτη, όπου οι δημοκρατικές διαδικασίες προωθούνται μέσα σε ένα εθνικό σύνολο – με το τίμημα συχνά ενός ασφυκτικού συγκεντρωτισμού.

Η εθνικοσοσιαλιστική δικτατορία και ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος κατέστρεψαν τη δική μας κρατική ενότητα. Οι ελπίδες για την αποκατάστασή της δεν εξέλιπαν, αλλά οι ευκαιρίες για την πραγμάτωσή της μέσα στο προβλεπόμενο μέλλον είναι λιγοστές. Αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος για τον οποίο ο λαός μας αναζητά μια «πατρίδα» στην ευρωπαϊκή τάξη, χωρίς να απωλέσει την εθνική ευθύνη, όπως έχουμε πάντοτε διακηρύξει στους δυτικούς μας συμμάχους και τους γείτονες της Ανατολής – με το βλέμμα στην κοινή κληρονομιά. Κι έτσι, μέσω της πολιτικής, στον πυρήνα της οποίας βρίσκεται η «αναγνώριση της πραγματικότητας», έχουμε κερδίσει την ελευθερία να υπηρετούμε την ευρωπαϊκή κοινότητα – πράγμα που σημαίνει: έχουμε παραιτηθεί από το να φορτώσουμε στην υπό δημιουργία Ένωση το βάρος του «γερμανικού προβλήματος», που δεν θα μπορούσε με τίποτε να σηκώσει.

Ζίγκφριντ Λεντς,

Η ιστορία μεταφέρει εμπειρίες (1988)

Αντί άλλου προλόγου αξίζει ένα απόσπασμα από την υπέροχη «Έκθεση ιδεών» (στην εξαντλημένη έκδοση του Οδυσσέα) ενός συγγραφέα που ήταν παθιασμένος με την ιστορία του: «Ο Γιούλιους Κορμπγιούν, ο καθηγητής μας των γερμανικών, δεν μπορούσε να καταλάβει τις δυσκολίες μου, δεν πίστευε πόσο βασανιζόμουνα για να βρω μιαν αρχή, του ήταν αδύνατο να φανταστεί ότι η άγκυρα της μνήμης δεν έπιανε πάτο πουθενά, ότι τσίτωνε την αλυσίδα, αλλά σερνόταν μονάχα το πολύ πολύ κροταλίζοντας και βροντώντας πάνω απ΄ το βυθό, αναδεύοντας τη λάσπη, έτσι που δεν ερχόταν η ηρεμία, η γαλήνη, που είναι απαραίτητη για να ρίξεις δίχτυα στα περασμένα».

Στο πρόσφατο διάστημα είδαμε μία ανταλλαγή απόψεων για τη γερμανική ιστορία, η οποία έκανε αίσθηση παγκοσμίως κάτω από τον τίτλο «διαμάχη των ιστορικών». Θορυβημένοι παρακολουθήσαμε την προσπάθεια ακαδημαϊκών δασκάλων να καταστήσουν ερμηνεύσιμη τη μοναδικότητα του Άουσβιτς, της βιομηχανοποιημένης, δηλαδή, εξόντωσης εκατομμυρίων ανθρώπων. Με αναφορά το αρχιπέλαγος Γκουλάγκ του Στάλιν, όπου είχαν βρει ήδη το θάνατο εκατομμύρια άνθρωποι, κάποιοι ήθελαν να μας πείσουν ότι ο Χίτλερ είχε ανακαλύψει εκεί ένα πρότυπο. Εν συντομία, το δίδαγμα ήταν: χωρίς το αρχιπέλαγος Γκουλάγκ δεν υπάρχει Άουσβιτς. Σοκαρισμένοι ακόμη από αυτό το συμπέρασμα, μάθαμε ότι ήρθε ο καιρός να δούμε την περίοδο του Τρίτου Ράιχ με αποκλειστικά ιστορικούς όρους, να κρίνουμε τις πράξεις και τα εγκλήματά του χωρίς συναισθηματισμό. «Ιστορικοποίηση» και «έλλειψη συναισθηματισμού»: οι όροι διαφημίστηκαν ως αυτοί που θα μας διαφώτιζαν για τις ιστορικές εμπειρίες.

Είναι, όμως, αυτοί οι όροι το όχημα για να γνωρίσουμε καλύτερα την ιστορία, που αποτελεί ένα κομμάτι της ιστορίας των ιδεών; Μπορεί η ιστορία να μας μιλήσει, μπορεί να μας αφορά, όταν εμείς την προσεγγίζουμε όπως ένα ανθολόγιο, ψυχρά και ατάραχα;  Και τι είδους ερμηνεία μάς απομένει, όταν παθαίνουμε ανοσία δίνοντας ένα επιστημονικό προσωπείο στα αμέτρητα εγκλήματά της; Δεν μπορώ να φανταστώ ότι η ψυχρότητα μπορεί να είναι μια αρετή των ιστορικών. Όταν «ιστορικοποίηση» σημαίνει να κρίνουμε ένα γεγονός σαν απομονωμένη δράση, πεπερασμένη, τελεσίδικη και αποκαθαρμένη από τον τρόμο που επέφερε, τότε αποδεικνύεται επισφαλής μέθοδος ιστορικής γνώσης. Κι αυτό επειδή η ιστορία δεν είναι ποτέ τελεσίδικη. Επενεργεί στο παρόν, μεταφέρει εμπειρίες, υπενθυμίζει και υποχρεώνει – μας αφήνει έκθαμβους μπροστά τις δυνατότητες των ανθρώπων. Για να γνωρίσουμε το πνεύμα –ή τον δαίμονα– κάθε εποχής, δεν χρειάζεται τόσο η «απο-συναισθηματοποίηση» όσο η κρίση με πνεύμα συμπάθειας... Τα ιστορικά ντοκουμέντα τα βρίσκουν όλοι, αλλά το πνεύμα της εποχής μόνον εκείνοι που δεν αποξενώνονται από αυτό. Τα εγκλήματα των άλλων δεν συνιστούν επιχείρημα για την εξάλειψη των ευθυνών. […] Το Άουσβιτς δεν αφήνει περιθώριο για ερμηνείες. Ασφαλώς, πρέπει πάντοτε να αναζητούμε την ερμηνεία πριν εκφέρουμε τελική κρίση, αλλά εδώ, μπροστά σε αυτό το έγκλημα, διαισθανόμαστε ότι έχουν τεθεί όρια στην κατανόηση…

Πόσο παράξενο μπορεί να ακούγεται: το Άουσβιτς παραμένει για εμάς ένα μυστικό. Μας ανήκει όσο μπορεί να μας ανήκει και η υπόλοιπη ιστορία μας. Το να ζήσουμε μαζί του χωρίς εντάσεις αποτελεί μία χίμαιρα: οι προκλήσεις και οι συμφορές δεν φτάνουν ποτέ στο τέλος.

Γκύντερ Γκρας,

Τα δικά μας (1993)

Η προσωπική του ατζέντα περιλαμβάνει το διαρκές αυτομαστίγωμα –των υπολοίπων, όχι το δικό του, την ανάμειξη με την οικονομία χωρίς τις επαρκείς γνώσεις οικονομικών και, όπως έγραψε ο Μαξ Φρις στο προσφάτως εκδοθέν Βερολινέζικο Ημερολόγιο, τη «λαχτάρα για δημοσιότητα», η οποία δεν εγκατέλειψε ποτέ τον άνθρωπο που ήθελαν όλοι να γνωρίζουν σαν την «εθνική συνείδηση» της Γερμανίας.

Πλατιά απλώνεται η χώρα – και στο τραγούδι της, όπως στις μπροσούρες, η ομορφιά εκτείνεται μέχρι τα ουράνια. Στο Βορρά είναι επίπεδη, πυκνοκατοικημένη, στενάχωρη (αυτό τον καιρό) κάτω από το ταβάνι.

Εκεί όπου έτρεχαν κάποτε τα παιδιά για ν’ αποφύγουν την οργή του πατέρα

δεν είναι καταφύγιο πια –όχι– καμιά προφύλαξη, κανένα μυστικό.

Όλοι μάς αναγνωρίζουν πλέον ξεκάθαρα, είμαστε πάντοτε εμείς,

ώστε όλοι οι γείτονες, παντού στον κόσμο

βλέπουν σαν ένδειξη δυστυχίας αυτό που για μας είναι ο σπόρος της τύχης.

Εδώ που βρισκόμαστε, μας έκανε λιπαρούς η στρεβλή οικονομία.

Χάρη στον πόνο και τη βαθιά θλίψη,

η παραλυτική μιζέρια χτύπησε σαν τη θεραπεία της ελεύθερης αγοράς:

Κι αμέσως στις αμαρτίες τις δικές μας ήρθαν οι εκπτώσεις.

Ακίνητη μοιάζει η χώρα του Νοέμβρη, καταδικασμένη στην ενάρετη εργατικότητα,

Με φόβο μπροστά στο δικαστήριο των νέων, που είναι το ύψιστο τίμημα.

Γιαν Άσμαν,

Μια γερμανική νεύρωση; (2001)

Μία αντίστροφη ανάγνωση του γερμανικού ενδιαφέροντος για το Ολοκαύτωμα, σαν εμμονή, από τον διάσημο αιγυπτιολόγο και μελετητή της επιστήμης των πολιτισμών.

Έλλειψη μνήμης – να μία πραγματικά διαχρονική αλήθεια! Όπως και ο Νίτσε πριν από 130 χρόνια, έτσι και ο Καρλ Χάιντς Μπόρερ διέγνωσε αυτή την κρίση ταυτότητας των Γερμανών, τον πόθο για την «επίπλαστη δύναμη». Ο καθένας βέβαια για διαφορετικούς λόγους: ο Νίτσε την απέδωσε στο πλεόνασμα, ο Μπόρερ στο έλλειμμα ιστορικής ανάλυσης. Η προσέγγιση του δεύτερου όσον αφορά την αμνησία βασίζεται στην επαναφορά μιας θέσης που χρεώνει στους Γερμανούς «ιστορική λήθη» και συνδέει τη μνήμη με τα εγκλήματα της νεότερης ιστορίας, κυρίως την εξόντωση των Εβραίων της Ευρώπης. Ενώ ο Μπόρερ θεωρεί ότι αυτή η μνήμη περιορίζει με την καταλυτική παρουσία της την προγενέστερη γερμανική ιστορία, άλλοι πιστεύουν ότι και αυτή η ίδια απειλείται σε μεγαλύτερο βαθμό από τη λήθη, τους περιορισμούς και τα στερεότυπα […]

Στην πραγματικότητα, το Ολοκαύτωμα κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα έχει αναχθεί σε γεγονός με σαρωτική σημασία. Δεν είναι πλέον ένα σημείο της Ιστορίας, αλλά της Ιστορίας των Ιδεών, η οποία διερευνά την υποδοχή ενός συμβάντος: ποιος αφηγείται τι, πότε, σε ποιον, γιατί, σε ποια μορφή, με ποιες προοπτικές; Έτσι γίνεται εύκολα κατανοητό γιατί από τα τέλη του 1970 τόσες και τόσες αφηγήσεις, σε ολοένα και περισσότερα μέσα και είδη –ταινίες, τηλεοπτικές σειρές, μυθιστορήματα, μουσεία, εκθέσεις, εγκαταστάσεις, ντοκυμαντέρ, σχολικά εγχειρίδια, μαθήματα, μνημεία, ημέρες μνήμης και ιστορικές εκδόσεις– έφτασαν σε ολοένα και περισσότερα κράτη δημιουργώντας ισχυρό αντίκτυπο. Ένα πράγμα γίνεται σαφές λοιπόν: ότι εδώ δεν πρόκειται για τη γερμανική ιδιοσυγκρασία, αλλά για μια διαδικασία διεθνούς, ίσως παγκόσμιου επιπέδου. Το γεγονός δεν αγγίζει μόνο τους Γερμανούς, αλλά πρωτίστως τους Εβραίους –στο Ισραήλ και τη Διασπορά–, όπως και άλλους λαούς: Γάλλους, Ιταλούς, Πολωνούς, Ελβετούς, Ούγγρους, Ρουμάνους κ.λπ. […]

Για τους Γερμανούς αυτό το επεισόδιο του παρελθόντος έχει «επενδυθεί» με μια καταναγκαστική νόρμα, η οποία επισκιάζει τις υπόλοιπες ιστορικές περιόδους ή, σε κάθε περίπτωση, δεν επιτρέπει την επί ίσοις όροις ανάλυσή τους (…).

Δεν είναι καθόλου τυχαίο, λοιπόν, που η ερώτηση «νιώθετε περήφανος ως Γερμανός;» παίρνει στη Γερμανία μια αρνητική χροιά, ενώ η αντίστοιχη ερώτηση στη Γαλλία, την Αγγλία και τις περισσότερες χώρες έχει επιβεβαιωτική διάσταση […]

Ναι, είναι όντως κρίμα για μια κοινωνία, όταν δεν θέλει να θυμάται. Αλλά αυτή δεν είναι η περίπτωση της Γερμανίας. Είναι ακριβώς η θέληση για  ενθύμηση, ακόμη κι όταν είναι τόσο επίπονη, που μας έχει απομακρύνει από την εθνική ιστορία.

Δημήτρης Δουλγερίδης

Δημοσιογράφος στα Νέα. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο του, Δεύτερη ανάγνωση (2012).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά