Σάββατο, 01 Φεβρουαρίου 2014

Η τέχνη της σταθερής απώλειας

Κατηγορία Κριτικές
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 40
Ο Αλέξανδρος Ίσαρης. Αρχείο The Books' Journal Ο Αλέξανδρος Ίσαρης. Αρχείο The Books' Journal

Ποιήματα που μιλούν για τις τύχες της τέχνης και του καλλιτέχνη μέσα σε ένα ατομικό συνεχές του χώρου και του χρόνου: όχι για το τι οφείλει να πράξει ή να μην πράξει η τέχνη απέναντι στον τόπο και την εποχή της, αλλά για τα πού καταλήγουν, θέλοντας και μη, οι παραγωγοί της, αποφασίζοντας να ζήσουν τη ζωή τους υπό τη σκέπη της.

Αλέξανδρος Ίσαρης, Εγώ ένας ξένος. Ποιήματα 1967-2011, Κίχλη, Αθήνα 2013, 260 σελ.

Ο Αλέξανδρος Ίσαρης είναι ποιητής που έχει στραφεί εξ ολοκλήρου στο πεδίο της τέχνης. Τι θα πει, όμως, αυτό; Κάθε ποιητής δεν προσέρχεται με τα γραπτά του στην περιοχή της τέχνης, για να καλλιεργήσει ένα άλλοτε μεγαλύτερο κι άλλοτε μικρότερο κομμάτι της; Κάθε ποιητής που τιμά τον εαυτό του δεν ανακινεί ένα καλλιτεχνικό ζήτημα, παρακολουθώντας με τον τρόπο της γραφής του τις τάσεις του καιρού του; Καμία αμφιβολία. Η διαφορά με τον Ίσαρη είναι πως η τέχνη αποτελεί το συναισθηματικό και το βιωματικό υπέδαφος της ποίησής του. Τι μπορεί, ωστόσο, και πάλι να σημαίνει κάτι τέτοιο; Όλοι οι ποιητές δεν συγχρωτίζονται βιωματικά με τα υλικά της τέχνης τους και δεν προβάλλουν επάνω τους τα συναισθήματά τους για τον κόσμο ο οποίος τους περιβάλλει; Εκείνο που κάνει για άλλη μια φορά τη διαφορά με τον Ίσαρη είναι πως τα ποιήματά του μιλούν για τις τύχες της τέχνης και του καλλιτέχνη μέσα σε ένα ατομικό συνεχές του χώρου και του χρόνου: όχι για το τι οφείλει να πράξει ή να μην πράξει η τέχνη απέναντι στον τόπο και την εποχή της, αλλά για το πού καταλήγουν, θέλοντας και μη, οι παραγωγοί της, αποφασίζοντας να ζήσουν τη ζωή τους υπό τη σκέπη της.

ΠΟΙΗΣΗ, ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ, ΜΟΥΣΙΚΗ

Το παιχνίδι της τέχνης θα αρχίσει για τον Ίσαρη στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και θα εξακολουθήσει ανυποχώρητο μέχρι σήμερα. Ενοφθαλμίζοντας στον στίχο του μια πρόζα η οποία διακρίνεται για τον ρεαλισμό της (μια ποιητικίζουσα αφήγηση θα ήταν εν προκειμένω ασυγχώρητος πλεονασμός), ο Ίσαρης θα συμπλέξει την ποίηση με δύο ακόμα τέχνες: τη ζωγραφική και τη μουσική. Τα δυνατά αλλά όχι εκτυφλωτικά χρώματα των ποιητικών του εικόνων θα συμπλεύσουν συχνά με τα χρώματα του  εικαστικού έργου του ενώ η μουσική θα παρεισδύσει κατ΄επανάληψη στις ποιητικές του αποστροφές, τόσο διαμέσου των αναφορών του σε σημαντικά κεφάλαια και πρόσωπα της ιστορίας της όσο και με την κατά τόπους έρρυθμη έκφραση της φωνής του. Τον ρόλο τους σε αυτό το σταυροδρόμι των τεχνών θα παίξουν και δύο άλλες δραστηριότητες του Ίσαρη: η μετάφραση και η πεζογραφία. Μεταφράζοντας, μεταξύ άλλων, Ρόμπερτ Μούζιλ, Τόμας Μαν και Ράινερ Μαρία Ρίλκε, συγγραφείς οι οποίοι έχουν θητεύσει στο Kunstlerroman, το μυθιστόρημα που καταπιάνεται με  τη γέννηση και τη διάπλαση της προσωπικότητας του καλλιτέχνη, θα επιστρέψει από έναν διαφορετικό δρόμο στο επίκεντρο της ποιητικής του δουλειάς. Δημοσιεύοντας, από την άλλη μεριά, τη συλλογή πεζογραφημάτων Ανάμεσά τους η μουσική (1998) και τη συλλογή διηγημάτων Βίνκελμαν ή το Πεπρωμένο (2010), ο Ίσαρης θα επανέλθει εκ νέου από τη μια στη μουσική και από την άλλη στις εικαστικές τέχνες με πρωταγωνιστή, ως προς τις τελευταίες, τον θεμελιωτή της γερμανικής ιδεολογίας του νεοκλασικισμού Γιόχαν Γιόαχιμ Βίνκελμαν, ο οποίος διακήρυξε προς πάσα κατεύθυνση τη διαχρονική υπεροχή της αρχαιοελληνικής ζωγραφικής και γλυπτικής. Εδώ, ο Ίσαρης θα προσεγγίσει ξανά τον πυρήνα της ποίησής του, εστιάζοντας με πυρετική επιμονή στη στυφή μα και επικίνδυνη περιπέτεια του καλλιτεχνικού βιώματος.

Γιατί, όμως, είναι πικρή και επικίνδυνη μια τέτοια περιπέτεια; Μα, επειδή, όπως θα φανεί ήδη από τον Όμιλο Φίλων Θαλάσσης και τον Ισορροπιστή (1974), ο άνθρωπος της τέχνης δεν έχει τίποτε άλλο στις αποσκευές του εκτός από την ίδια. Απόβλητος από την πραγματικότητα, που μοιάζει με έναν εφιαλτικό σωρό οικτρά βασανισμένων σωμάτων, ο καλλιτέχνης είναι υποχρεωμένος να χαράξει μιαν άκρως μοναχική πορεία, η οποία θα προκαλέσει την μήνιν εναντίον του, για να τον μετατρέψει από την πρώτη σχεδόν στιγμή σε ένα είδος ιερού μάρτυρα:

Έλιωσα πάνω στην πέτρα τόσα χρόνια·

Εγώ κι αυτή γίναμε ένα.

Μονάχα το σπυρί που κουβαλώ

Σπάει και βγαίνει στον ήλιο

Και φωνάζει.

Λίγο να τ΄ ακουμπήσω σχίζεται·

Από τις ρωγμές του ξεπετάγονται ερπετά

Αίματα και φλέβες ανοιχτές.

Μόνος πάνω στην πέτρα

Δίπλα στη θάλασσα κι από μακριά

Φωνές ανθρώπων και βάρκες

Και ομιλίες σαν μουρμουρητά.

Ό,τι κι αν προσπαθήσει ο ποιητής προκειμένου να ισορροπήσει την απόκλισή του από τον ως εξ ορισμού στερητικό περίγυρό του, θα αποδειχθεί μάταιο. Όπως κι αν δοκιμάσει τα βήματά του στην άξενη γη η οποία τον υποδέχεται, δεν θα έχει άλλη κατάληξη από την εξορία και τον θάνατο – και η πίεση είναι τόσο ισχυρή ώστε δεν αποκλείεται ο θάνατος να  αποτελέσει, τουλάχιστον από ένα σημείο και μετά, και δική του λύτρωση. Προσαρμοσμένη σε αυτό το κλίμα είναι και η γλώσσα του Ίσαρη.  Χωρίς να έχει φτάσει ακόμη στον ρεαλισμό ο οποίος θα προσδιορίσει αργότερα τόσο την ποιητική του πρόζα όσο και τα αμιγώς πεζογραφικά του έργα, ο Ίσαρης δεν μοιάζει, αντίθετα από,τι πίστεψε ένα μέρος της κριτικής όταν δημοσιεύτηκαν ο Όμιλος Φίλων Θαλάσσης και ο Ισορροπιστής, να έχει σπουδαία σχέση με τον υπερρεαλισμό - ούτε, όμως, και με τον ρομαντισμό, όπως πολύ πρόσφατα ισχυρίστηκε ένα άλλο σκέλος, σχολιάζοντας το ξεκίνημα της πορείας του. Εξάρσεις του λόγου και διατάσεις της ψυχής παρουσιάζονται, βέβαια, σε τακτά διαστήματα, αν επιμείνουμε να εντοπίσουμε κάποια ρομαντική παράμετρο, χωρίς να λείπουν εκ παραλλήλου και οι υπερβάσεις της λογικής ακολουθίας ή του επαγωγικού νοήματος, αν θέλουμε να ανιχνεύσουμε ορισμένες υπερρεαλιστικές επιρροές. Πέραν τούτου, πάντως, ο Ίσαρης θα αποφύγει να διαταράξει υπέρ το δέον τη ροή της αφήγησης: χρησιμοποιώντας κατά κανόνα ένα αδιακόσμητο και απογυμνωμένο ύφος θα τείνει προς το εσωτερικό δράμα. Ένα δράμα που επιδιώκει να συγκινήσει με τη διατήρηση της ενότητας και της συνοχής του.

Ο ΛΑΟΣ ΤΩΝ ΛΥΠΗΜΕΝΩΝ

Περνώντας από τα Ψευδώνυμα και τη Μυθογραφία στους Τριστάνους και την Πηγή χαρίτων, που συγκεντρώνονται στον τόμο Οι Τριστάνοι (1993), ο οποίος θα συμπεριλάβει τα ποιήματα του Ομίλου Φίλων Θαλάσσης και του Ισορροπιστή, ο Ίσαρης θα διαγράψει πυκνότερα τα χαρακτηριστικά του απόβλητου και ανέστιου καλλιτέχνη: ένα πρόσωπο που θα μεταμορφωθεί πλέον σε μόνιμο, απαραγνώριστο ήρωα της ποίησής του. Ο ήρωας αυτός θα λειτουργήσει ως εδραίο σύμβολο, όπως κι αν τον ονομάσουμε: Τριστάνο, Ορέστη ή Πυλάδη (ο Βάγκνερ, τον οποίο ο Ίσαρης έχει μεταφράσει μαζί με πλήθος άλλων ορατορίων ή λιμπρέτων, δοκιμάζοντας ένα ακόμα παιχνίδι με τη μουσική, θα συναντηθεί πανηγυρικά στους Τριστάνους με την αρχαία τραγωδία). Το σύμβολο του ήρωα-ποιητή θα σημάνει την αγωνία της ύπαρξης, της φθοράς και του θανάτου, αποτυπωμένη σε μια σταθερή αισθητική: την αισθητική της μοιραίας απώλειας. Πώς θα πρέπει να αποκωδικοποιήσουμε μια τέτοια αισθητική; Ο ίλιγγος του κενού, η καθίζηση του καθημερινού βίου και η εικόνα του τεράστιου Τίποτε (το οποίο θα σημαδέψει πανομοιότυπα τα σημαντικά και τα ασήμαντα) μετασχηματίζονται σε δραματικά ή ειρωνικά ψηφία μιας τέχνης η οποία το μόνο που ξέρει και επιθυμεί είναι να λατρεύει την ομορφιά του πόνου μέσω της αυτογνωσίας και της ενδότερης μνήμης της:

Τις νύχτες πλάγιαζα νωρίς, Τριστάνε μου

Και σε ονειρευόμουν. Οι δρόμοι πλήγωναν

Τα βήματά μου και σε σκεφτόμουν.

Χιόνιζε στο δωμάτιο, το σώμα έπεφτε

Σαν πυρετός.

Το ξέρω πως θα ξυπνήσω αν ανοίξω

Την πόρτ΄ αυτή. Τυλίγομαι με χρώματα

Ακούω τα φαντάσματα

Βλέπω τον βράχο να επιπλέει

Στο κεφάλι μου

Που μόλις τον χωρά.

Τη θάλασσα να με παιδεύει.

Κι ο ποιητής;

Έσκασε μέσα σ΄ ένα αυτοκίνητο –

Άνοιξε, γέμισε καπνούς. Φούσκωσαν τα ποιήματα

Τον εκδικήθηκαν.

Η ποίηση είναι μνησίκακη.

Θυμάσαι που σου το ΄λεγα, Ρεγκίνα; 

Ο Ίσαρης θα αφήσει τη μυθοποιητική του φαντασία να ενεργήσει χωρίς περισπασμούς, σε ένα πεδίο εξαιρετικά δραστικών συνειρμών: κατάλογοι ιστορικών ή επινοημένων ονομάτων, θραύσματα θρύλων και ξεχασμένων παραδόσεων, γλωσσικά παραδοξολογήματα και εξωτικοί ήχοι οι οποίοι είναι σαν να έρχονται από το πουθενά με τον ποιητή να υφίσταται οβιδιακές μεταμορφώσεις - δεν είναι, άλλωστε, ο Οβίδιος, ένας άλλος εξόριστος, που θα γράψει από μια ξεχασμένη επαρχία τα ελεγειακά Tristia, θρηνώντας για τις αβαρίες της τέχνης του; Στην οβιδιακή αυτή γραμμή ο ποιητής θα γίνει τα πάντα: πρώτα γεννήτορας και θεός, ύστερα απελευθερωτής και προφήτης, κατόπιν ουρανός και πάθος, μετά δύναμη λήθης και πρωτοφανούς καταστροφής (αλλά και ηγέτης των Τριστάνων, του λαού των λυπημένων) και στο τέλος πάλι θεός και προστάτης μα και Απόλλωνας-Χριστός, που θα αναφλεγεί αίφνης από κάτι το οποίο δεν είναι συνηθισμένο για τον Ίσαρη: από την καυτή ανάσα της Ιστορίας.

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ

Με το Θα επιστρέψω Φωτεινός (2000), στους κόλπους του οποίου θα ενταχθούν οι Προσωπογραφίες, ο Ίσαρης θα εγκατασταθεί στη μοναξιά και στο πένθος. Η τέχνη δεν θα αποτινάξει τον πόνο και την ομορφιά της, αλλά θα αποκτήσει πλήρη συνείδηση του μελαγχολικού της περιθωρίου. Ο έρωτας, που παραφυλάει στα πιο απρόσμενα μέρη σε όλα τα προηγούμενα βιβλία του Ίσαρη, δεν θα πάψει να συγκλονίζει, αλλά  δεν θα ξαναεμπιστευτεί την αγάπη και θα μείνει καβαφικώ τω τρόπω ανεκπλήρωτος:

Έφτιαξα μια ζωή από πηλό

Που ράγισε στα χέρια μου

Λερώθηκε στα χέρια αλλωνών

Μέχρι που κομματιάστηκε.

Ζωγράφισα τη μοναξιά·

Με το βλέμμα τρομαγμένο ταξίδεψα

Σε έρημα νησιά χωρίς φωνή.

Αγάπησα φαντάσματα που σύρθηκαν

Μαζί μου σε κρεβάτια ηδονικά

Κι έπειτα πέταξαν από κοντά μου κρώζοντας.

Αρρώστησα σε κάτασπρα δωμάτια

Κρατώντας το κορμί να μη σκορπίσει.

Έκλαψα από πόνο κι από στέρηση.

Πύργους ονειρεμένους έχτισα

Μα η αρχιτεκτονική λειψή και χάλασαν,

Στον δεύτερο σεισμό δεν άντεξαν,

Κρίθηκαν κατεδαφιστέοι.

Με βλέμμα άτονο την παγωνιά προσμένω.

Νοέμβριος και στο μυαλό μου βρέχει καλοκαίρια.

Μα είμαι σίγουρος πως κάποτε

Μέσα από του χωραφιού την πρωινή δροσιά

Μέσα από τη λίμνη την ακύμαντη θα βγω

Και θα επιστρέψω φωτεινός.

Και οι καλλιτέχνες; Οι καλλιτέχνες (από τον Μπαχ και τον Μάλερ μέχρι τον Ταρκόφσκι) θα φιλοξενηθούν σε μια σειρά από ποιητικά πορτρέτα τα οποία θα σχηματίσουν μιαν ελλειπτική τροχιά και θα ταξιδέψουν σε μια γλώσσα που κατοικείται πια μόνο από φασματικές παρουσίες, χωρίς να έχει χάσει ως εκ τούτου το παραμικρό από τις πτητικές της δυνάμεις.

Οι Ελεγείες της απουσίας και ο Πάτροκλος είναι οι καινούργιες καταθέσεις της σημερινής έκδοσης και θα επισφραγίσουν τη διαδρομή του Ίσαρη η πρώτη με μια στροφή στο παρελθόν και στην πρωτογενή αθωότητα των παιδικών χρόνων και η δεύτερη με έναν έρωτα που θα συνταιριάξει την ομηρική φιλότητα (την ορκισμένη συμπόρευση των εταίρων) με τον γόο του μοιρολογιού (τη μαύρη, χωρίς θεό και δαίμονα απόγνωση απέναντι στη ρομφαία του θανάτου), για να προσκαλέσει την τέχνη σε έναν σπαρακτικό νεκρόδειπνο.       

Κλείνω με τη βεβαιότητα  πως ο Ίσαρης δεν έχει χρεία περαιτέρω συστάσεων. Η ποίησή του ξεχώρισε χωρίς δυσκολία στα πρώτα φανερώματα της γενιάς του και συνιστά σήμερα, πενήντα σχεδόν χρόνια μετά την είσοδό του στα ελληνικά γράμματα, ένα πολύτιμο και καθαρό σαν κρύσταλλο δείγμα της νεότερης παραγωγής.

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου

Κριτικός λογοτεχνίας. Έχει γράψει τα βιβλία Μίλτος Σαχτούρης: Η παράκαμψη του υπερρεαλισμού (1991), Οδόσημα (1999) και μαζί με την Ελισάβετ Κοτζιά επιμελήθηκε την ανθολογία Σύγχρονη Ελληνική Πεζογραφία (1995).

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Made in Britain Ο σινεφίλ χορογράφος της βίας

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά