Τετάρτη, 01 Ιανουαρίου 2014

Μπλέικ και Μόρτιμερ: η σκοτεινή πλευρά της καθαρής γραμμής

Κατηγορία Comics
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 39

Ο Εντγκάρ Ζακόμπς δημιούργησε μια σκοτεινή και προσωπική εκδοχή της «καθαρής γραμμής», αντλώντας έμπνευση από τα βιώματα και τα διαβάσματά του, τις αναμνήσεις του από την όπερα και τον κινηματογράφο. Ο επίσημος κανόνας περιλαμβάνει επτάμισι ιστορίες σε κείμενα και σχέδια δικά του, αλλά οι ιστορίες των Μπλέικ και Μόρτιμερ συνεχίστηκαν από επιγόνους του. Ο Ζαν Ντυφώ και οι συνεργάτες του, τελευταίοι στη σειρά αυτή των επιγόνων, οικειοποιήθηκαν μια φόρμα του χτες και κατάφεραν να μας τρομάξουν, χρησιμοποιώντας την για να εκφράσουν φόβους και αγωνίες του σήμερα.

«Δεν είμαι φαν, με τη στενή έννοια της λέξης, των Μπλέικ και Μόρτιμερ. Ζω μαζί τους από τα παιδικά μου χρόνια κι όμως  μου φαίνονται, ακόμα και σήμερα, παράξενοι. Ο Τεντέν ήταν ένας φίλος, οι Μπλέικ και Μόρτιμερ είναι ενήλικες, ελαφρώς αλλόκοτοι. Πάντα με τρόμαζαν. Στις μορφές τους, επιζεί κάτι από τη δεκαετία του 1950, κάτι τρομαχτικό, κάτι στο κλίμα ενός θρίλερ».

Ζοάν Σφαρ, Bo-Doï 72, Μάρτιος 2004

Αν το γαλλο-βελγικό κόμικς «ενηλικιώθηκε» στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1960, μαζί με τους αναγνώστες της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, οι περιπέτειες του λοχαγού Φράνσις Μπλέικ και του καθηγητή Φίλιπ Μόρτιμερ, που δημοσιεύτηκαν σε συνέχειες στο βελγικό περιοδικό Tintin από το 1946 ώς το 1965, θα πρέπει ίσως να θεωρηθούν ως η πρώτη «ενήλικη» σειρά για ανήλικους αναγνώστες. Ο επίσημος κανόνας περιλαμβάνει επτάμισι ιστορίες σε κείμενα και σχέδια του βέλγου Εντγκάρ Πιερ Ζακόμπς[1] που συνέβαλλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση της λεγόμενης «καθαρής γραμμής» –του σχεδιαστικού στυλ της οριστικής μορφής των περιπετειών του Τεντέν του Ερζέ– και στη θεματική και υφολογική ανανέωση της τέχνης της εικονογραφημένης αφήγησης. Η σειρά είχε ήδη καταξιωθεί ως κλασική και η επιρροή της ήταν φανερή στο έργο πολλών νεότερων δημιουργών, όταν, το 1996, ξεκίνησε η αναβίωσή της με την ιστορία L’AffaireFrancisBlake (Υπόθεση Φράνσις Μπλέικ), σε σενάριο του Ζαν Βαν Αμ και σχέδιο του Τεντ Μπενουά, και στη συνέχεια με την περιπέτεια LaMachinationVoronov (Η Συνωμοσία Βορονόφ), σε κείμενα του Υβ Σαντ και εικονογράφηση του Αντρέ Ζυγιάρ το 2000. Εκδότες και δημιουργοί προτίμησαν να παίξουν το χαρτί της νοσταλγίας και προσπάθησαν να υιοθετήσουν μια αισθητική που είχε κάποτε εντυπωσιάσει με την πρωτοτυπία της: «η πρόκληση είναι να φανταστούμε σήμερα μια μορφή επιστημονικής φαντασίας που θα μπορούσε να είχε επινοηθεί το 1957, αλλά μπορεί να συναρπάσει τους αναγνώστες του 2003», δήλωνε ο Υβ Σαντ στο περιοδικό L’Express. Η επιλογή αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια εύκολη εμπορική λύση, όμως με την καινούργια περιπέτεια των Μπλέικ και Μόρτιμερ, που κυκλοφόρησε στη Γαλλία στις αρχές Δεκεμβρίου με τίτλο L’OndeSeptimus, ο σεναριογράφος Ζαν Ντυφώ, σε συνεργασία με τους σχεδιαστές Αντουάν Ωμπέν και Ετιέν Σρεντέρ, κατάφερε να αποδείξει ότι η επιστροφή στις ρίζες μπορεί να εξελιχθεί σε μια άκρως συναρπαστική περιπέτεια με απρόβλεπτη έκβαση.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΠΕΡΑ ΣΤΑ ΚΟΜΙΚΣ

Ο Εντγκάρ Ζακόμπς ασχολήθηκε με τα κόμικς λόγω ανωτέρας βίας, όταν το ξέσπασμα του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου τον υποχρέωσε να παραιτηθεί οριστικά από την μάλλον μέτρια έως ασήμαντη καριέρα του ως λυρικός τραγουδιστής. Είχε παρακολουθήσει κάποια μαθήματα στην Ακαδημία Καλών Τεχνών στις Βρυξέλλες στα νιάτα του, όμως ώς το 1940 η ενασχόλησή του με το σχέδιο ήταν μόνο μια πρόσθετη πηγή εσόδων, κυρίως από την εικονογράφηση καταλόγων μεγάλων καταστημάτων. Μετά από μια τελευταία εμφάνιση στην Μανόν Λεσκώ στη σκηνή του θεάτρου της Μονς, αρχίζει να αναζητά δουλειά ως εικονογράφος για να κερδίσει τα προς το ζην, αλλά και, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος στα απομνημονεύματά του, για να μην καταλήξει ως άνεργος σε κάποιο στρατόπεδο εργασίας της ναζιστικής Γερμανίας. Μετά από κάποιες ελάχιστα φιλόδοξες δουλειές –ανάμεσά τους και δύο προπαγανδιστικά αλλά σχετικά ανώδυνα σχέδια για ένα κατοχικό έντυπο–, ο πρώην βαρύτονος θα αρχίσει μια τακτική συνεργασία με το παιδικό περιοδικό Bravo! Τον Νοέμβριο του 1942, θα αναλάβει να συνεχίσει τις περιπέτειες του Φλας Γκόρντον του Άλεξ Ρέυμοντ, αφού η εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο διέκοψε την άφιξη νέων επεισοδίων· στη συνέχεια, τoν Φεβρουάριο του 1943, θα ξεκινήσει μια δική του σειρά, σε παρεμφερές ύφος, με τίτλο LeRayonU (Η Ακτίνα U).

Όμως η πιο καθοριστική στιγμή αυτής της περιόδου ήταν η συνάντησή του με τον ήδη διάσημο και δημοφιλέστατο Ερζέ, τον δημιουργό του Τεντέν, το 1941. Οι δυο σχεδιαστές θα συνδεθούν με στενή φιλία και ο Ζακόμπς θα συμμετάσχει τόσο στην επεξεργασία των παλιών περιπετειών του Τεντέν εν όψει της έκδοσής τους σε έγχρωμα άλμπουμ, όσο και στη δημιουργία των νέων ιστοριών για το εβδομαδιαίο νεανικό συμπλήρωμα της ιστορικής εφημερίδας LeSoir, η οποία συνέχιζε να εκδίδεται, παρά την αντίθεση των ιδιοκτητών της, από ένα φιλογερμανικό επιτελείο υπό την καθοδήγηση των Ναζί.

Τον Οκτώβριο του 1945, ο εκδότης Ρεϋμόν Λεμπλάν θα προτείνει στον Ερζέ να στήσει ένα περιοδικό με κύρια ατραξιόν τον Τεντέν. Τον Σεπτέμβριο της επόμενης χρονιάς, στο οπισθόφυλλο του πρώτου τεύχους, θα δημοσιευτεί η πρώτη σελίδα της νέας δουλειάς του Ζακόμπς με τίτλο LeSecretdel’Espadon (Το Μυστικό του Ξιφία). Αυτό το «ηρωικό έπος μιας μικρής ομάδας από αποφασισμένους άντρες, αντιμέτωπους με τρομερές και εγκληματικές δυνάμεις που ξεχύθηκαν για να κατακτήσουν ολόκληρη την υφήλιο», ξεχωρίζει αμέσως ανάμεσα στα υπόλοιπα εικονογραφημένα αναγνώσματα του περιοδικού. Αν όχι για άλλο λόγο, επειδή σε αντίθεση με τη συνέχεια του TempleduSoleil (Ο Ναός του Ήλιου) του Ερζέ, τον Corentin του Πωλ Κυβελιέ και τους Quatrefilsd’Aymon του Ζακ Λωντύ, που είχαν νεαρούς ήρωες, οι πρωταγωνιστές δεν είναι παιδιά, έφηβοι ή νεαροί ανεξάρτητοι δημοσιογράφοι: οι ήρωες του Μυστικού του Ξιφία είναι ένας στρατιωτικός και ένας επιστήμονας, δυο φιγούρες που αντιπροσωπεύουν αν όχι τις πιο επίσημες και καταπιεστικές, οπωσδήποτε τις λιγότερο ρομαντικές πλευρές του κόσμου των ενηλίκων. Και σαν να μην έφτανε αυτό, οι νεαροί αναγνώστες θα χρειαστεί να περιμένουν δύο εβδομάδες για να τους αντικρίσουν: στην πρώτη μονοσέλιδη συνέχεια, εμφανίζεται μόνο ο γοητευτικός κακός της ιστορίας, ο Συνταγματάρχης Όλρικ, «αρχηγός της Μυστικής Υπηρεσίας και σύμβουλος της Αυτού Μεγαλειότητος» για να ανακοινώσει το ξέσπασμα ενός παγκοσμίου πολέμου, σαν εκείνον που είχε τελειώσει την προηγούμενη χρονιά... Το ξεκίνημα αυτό απέχει παρασάγγας από την ατμόσφαιρα των παιδικών κόμικς της εποχής, ακόμα και στην πιο περιπετειώδη εκδοχή τους. Εκείνο που δεν μπορούσαν να γνωρίζουν οι μικροί αναγνώστες ήταν πως αυτή η πρώτη σελίδα δεν ήταν παρά το εντυπωσιακό ντεμπούτο που είχε σκηνοθετήσει ο δημιουργός για τον εαυτό του και, κατά δεύτερο λόγο, για τους φίλους του: ο Όλρικ είναι μια αυτοπροσωπογραφία του ίδιου του Ζακόμπς, ο Λοχαγός Μπλέικ έχει τη φυσιογνωμία του Λωντύ και ο καθηγητής Μόρτιμερ έχει το επιβλητικό παρουσιαστικό του πληθωρικού Ζακ Βαν Μελκεμπέκε, ο οποίος ασκούσε τότε τα καθήκοντα διευθυντή σύνταξης σε συνθήκες πλήρους ανωνυμίας εξ αιτίας της στάσης του στα χρόνια της Κατοχής[2]. Ο Ζακόμπς έδωσε τους πρωταγωνιστικούς ρόλους στους φίλους του, σαν να ήθελε να ξορκίσει με τη μαγεία της μυθοπλασίας –ή του σαρκασμού– ένα παρελθόν για το οποίο δεν είχαν κανέναν λόγο να νιώθουν περήφανοι. Για τον εαυτό του, κράτησε μια φιγούρα που θα του έδινε την ευκαιρία για επεισοδιακά ρεσιτάλ ηθοποιίας στα καρέ των κόμικς, στο ρόλο ενός χαρισματικού δανδή με χίλια πρόσωπα που ενσαρκώνει το απόλυτο κακό: η επιλογή αυτή είναι απολύτως κατανοητή αν σκεφτούμε ότι είχε έξι χρόνια να ανεβεί στο σανίδι...

ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΚΑΘΑΡΗΣ ΓΡΑΜΜΗΣ

Η συνεργασία με τον Ερζέ και η συμβολή του στην αποκρυστάλλωση της αισθητικής της «καθαρής γραμμής» βοήθησε τον Ζακόμπς να διαμορφώσει το δικό του ύφος, πριν ακόμα ξεκινήσει το καθαρά προσωπικό του έργο. Ξαναδουλεύοντας τις παλιές ιστορίες του φίλου του, ο οποίος ενδιαφερόταν πρωτίστως για τον ρυθμό της αφήγησης, θα προσθέσει ρεαλιστικές πινελιές που θα μετατρέψουν το λιτό και σχηματικό φόντο των καρέ του Ερζέ σε ολοκληρωμένο ντεκόρ. Ταυτόχρονα, για τις καινούργιες περιπέτειες του Τεντέν, συνεισφέρει ιδέες και ερεθίσματα που αντλεί από τη σαφώς πιο πλούσια παιδεία του, ενώ δεν χάνει την ευκαιρία να εκμεταλλευτεί την εμπειρία του από το σανίδι της σκηνής όταν ο Ερζέ του ζητά να ποζάρει: στα επόμενα χρόνια, θα συνεχίσει να ποζάρει για τον εαυτό του, μπροστά στους καθρέφτες που θα τοποθετήσει στο ατελιέ του, φορώντας τα ανάλογα ρούχα και κρατώντας πιστόλι ή όποιο άλλο αξεσουάρ απαιτεί η περίσταση· είναι κι αυτός ένας τρόπος για να συνεχίσει να παίζει θέατρο.

Στις σελίδες του Μυστικού του Ξιφία, ο Ζακόμπς θα ξαφνιάσει τους νεαρούς αναγνώστες με μια σχεδόν μυθιστορηματική αφήγηση-ποταμό που περνά με άνεση από την μεγάλη κλίμακα στα τετ-α-τετ, από τα πανοραμικά καρέ στα γκρο πλαν, από τα εξωτικά τοπία σε κλειστοφοβικές σκηνές εσωτερικού χώρου. Το ύφος του είναι απρόσμενα ώριμο ακόμα και για έναν πρωτάρη που έχει πατήσει τα σαράντα και, στις επόμενες δουλειές του, θα συνεχίσει στην ίδια κατεύθυνση, με ατμοσφαιρικές νουάρ περιπέτειες με σύνθετη και καλοστημένη πλοκή. Ο Ζακόμπς υιοθέτησε την αισθητική του ευανάγνωστου σχεδίου με κλειστά περιγράμματα και ατόφια χρώματα που επέβαλλε ο Ερζέ στους συνεργάτες του, όμως, αν και αναγκάστηκε να παραιτηθεί από τη χρήση φωτοσκιάσεων, συνέχισε να παίζει με τις έντονες, δραματικές αντιθέσεις ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι. Οι ήρωές του εμφανίζονται σε στατικές αλλά θεατρικές, αν όχι θεατρινίστικες, πόζες με φόντο καλοδουλεμένα σκηνικά σε καρέ όπου φωτισμοί και αξεσουάρ συμβάλλουν στη δημιουργία ενός ιδιόμορφου μείγματος ρεαλισμού και εξπρεσιονισμού.

Αν ο Ερζέ ενδιαφερόταν κυρίως για τις αφηγηματικές δυνατότητες των εικόνων, ο Ζακόμπς ανέπτυξε ένα διαφορετικό μοντέλο, πιο κοντά στη λογοτεχνία. Για τον δημιουργό του Τεντέν το κείμενο στα κόμικς πρέπει να έχει τη θέση που έχουν οι διάλογοι σε μια κινηματογραφική ταινία· αντίθετα, για τον δημιουργό των Μπλέικ και Μόρτιμερ, οι λέξεις, που συχνά γεμίζουν ασφυκτικά τα καρέ του, αποτελούν τον συνεκτικό ιστό που δίνει νόημα στις εικόνες. Η διαδοχή των καρέ δεν υπαγορεύεται από τις ανάγκες της πλοκής: αντίθετα, στις καλύτερες στιγμές, η εξέλιξη της δράσης προσαρμόζεται στο συνολικό στήσιμο της σελίδας, η οποία αποκτά μια εικαστική αυτοτέλεια που θα ξαναβρούμε, στα επόμενα χρόνια, στις δουλειές ενός Ζακ Ταρντί ή ενός Φιλίπ Ντρυγιέ. Ο Ζακόμπς δεν υποτιμά τη δράση –το αντίθετο μάλιστα–, όμως προτιμά να την αποδώσει, όσο πιο έντονα μπορεί, παρουσιάζοντάς τη σαν μια διαδοχή από δραματικές «σκηνές». Μια περιπέτεια των Μπλέικ και Μόρτιμερ δεν είναι μια αφήγηση με εικόνες, όσο η εικονογραφημένη διασκευή ενός υπόρρητου αφηγήματος.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΙΣ ΡΙΖΕΣ

Θα ήταν πολύ δύσκολο, αν όχι τελείως μάταιο, για τους συνεχιστές μιας τέτοιας σειράς να δώσουν κάτι που να φαντάζει εξ ίσου πρωτότυπο και προσωπικό με τον κανόνα που έχουν πίσω τους. Για τους σχεδιαστές Τεντ Μπενουά και Αντρέ Ζυγιάρ, η υιοθέτηση της σκοτεινής εκδοχής της «καθαρής γραμμής» ήταν, πάνω απ’ όλα, μια απαιτητική άσκηση ύφους σε ένα στυλ που έχει πάψει να είναι πρωτότυπο εδώ και πολλές δεκαετίες. Για τους σεναριογράφους Ζαν Βαν Αμ και Υβ Σαντ, τα πράγματα ήταν κάπως πιο δύσκολα, αφού έπρεπε να προσαρμόσουν τη θεματολογία της σειράς στην ευαισθησία ενός σύγχρονου αναγνωστικού κοινού, να καλύψουν τα κενά που επέβαλλαν οι συμβάσεις της εποχής και, κυρίως, να ανασκευάσουν τις πιο προβληματικές πλευρές του έργου του Ζακόμπς.  Χωρίς θεαματικές καινοτομίες, στην MalédictiondesTrenteDeniers(H Κατάρα των Τριάκοντα Αργυρίων, 2009, 2010), ο Βαν Αμ αποκήρυξε οριστικά τις ακροδεξιές συμπάθειες της παρέας του Ερζέ και του Ζακόμπς, δίνοντας τον ρόλο των διόλου συμπαθητικών κακών σε μια συνωμοτική οργάνωση νοσταλγών του ναζισμού. Ήδη από τη Συνωμοσία Βορονόφ, ο Σαντ είχε δώσει έναν κεντρικό ρόλο σε μια γυναικεία φιγούρα, κάτι που ήταν αδιανόητο στη δεκαετία του 1950, ενώ στις Sarcophagesdu 6eContinent (Οι Σαρκοφάγοι της 6ης Ηπείρου, 2003, 2004), έδωσε περισσότερο βάθος στους χαρακτήρες των ηρώων με ένα μεγάλο φλας μπακ στα νεανικά τους χρόνια και κυρίως αναθεώρησε τις αναφορές της σειράς στην εποχή της αποικιοκρατίας.

Αυτή η διακριτική αναθεώρηση αποτέλεσε ένα γερό θεμέλιο για τον έμπειρο Ζαν Ντυφώ. Όταν διαδέχτηκε τον Βαν Αμ στο σενάριο, μπορούσε να ρισκάρει περισσότερα από τους προκατόχους του, γράφοντας μια «συνέχεια» της MarqueJaune (Το Κίτρινο Σημάδι[3]), της πιο σημαντικής, αλλά και της πιο σκοτεινής, ιστορίας του κλασικού κανόνα. «Αυτη η ιστορία μας είχε κάνει μεγάλη εντύπωση επειδή δεν είχε καμία σχέση με όσα δημοσιεύονταν εκείνη την εποχή στον παιδικό τύπο», θυμόταν ο βετεράνος συνεργάτης του Τεντέν, Αλμπέρ Βαϊνμπέργκ, το 2003· «ήταν κάτι πολύ διαφορετικό από τις ιστορίες του Ερζέ, που παρέμεναν πολύ αθώες μπροστά σ’ αυτήν την τρομακτική αφήγηση. Όλοι μας μπήκαμε στον πειρασμό, άλλοι περισσότερο κι άλλοι λιγότερο συνειδητά, να μιμηθούμε αυτόν τον καινούργιο τόνο, αυτήν την αινιγματική και μυστηριώδη ατμόσφαιρα»[4]. Οι ενήλικοι φαίνεται πως τρόμαξαν πολύ περισσότερο από τους ανήλικους: ο Ερζέ ψαλίδισε άγρια το σχέδιο του Ζακόμπς, εμπνευσμένο από μια σκηνή από τον βωβό Φάουστ του Φ.Β. Μούρναου, για το εξώφυλλο του τεύχους στο οποίο θα δημοσιευόταν η πρώτη συνέχεια και ο διευθυντής ενός καθολικού σχολείου, μέλος της εποπτικής επιτροπής του περιοδικού, απείλησε ότι θα διατάξει τους μαθητές του να διακόψουν την συνδρομή τους όταν είδε τα καλλίγραμμα πόδια μιας μπαλαρίνας στο εξώφυλλο ενός εντύπου που διακρίνεται στο κάτω μέρος κάποιου καρέ· σύντομα, όμως, στις Βρυξέλλες, οι αυλές των σχολείων γέμισαν με το χαρακτηριστικό μ μέσα σε κύκλο, σχεδιασμένο με κίτρινη κιμωλία...

Η πιο «ενήλικη» από τις περιπέτειες των Μπλέικ και Μόρτιμερ διαδραματίζεται στο Λονδίνο της δεκαετίας του 1950 και η καλοστημένη πλοκή της συνδυάζει στοιχεία επιστημονικής φαντασίας με αναμνήσεις από τον γερμανικό εξπρεσιονιστικό κινηματογράφο. Τον ρόλο του κακού έχει ένας μεγαλοφυής παράφρων που θέλει, πριν να κατακτήσει τον κόσμο, να εκδικηθεί την επιστημονική κοινότητα για την περιφρόνηση με την οποία υποδέχτηκε τις ρηξικέλευθες θεωρίες του· ο χαρισματικός Όλρικ είναι ένας σχεδόν τραγικός κομπάρσος στο ρόλο μιας άβουλης μαριονέτας στα χέρια του δαιμονικού επιστήμονα, σαν τον υπνοβάτη στο Εργαστήρι του Δόκτωρα Καλιγκάρι του Ρ. Βίνε. Οι «καλοί» μπορεί να έχουν το δίκιο με το μέρος τους, όμως έχουν κάθε λόγο να αισθάνονται ένοχοι, αφού η αλαζονεία και ο κονφορμισμός τους έσπρωξαν έναν συνάδελφό τους στην τρέλα. Ο Ζακόμπς χειρίζεται το θέμα του με τον μάλλον αφελή και ελαφρώς αντιδραστικό μανιχαϊσμό που χαρακτηρίζει το σύνολο της δουλειάς του, όπως άλλωστε και το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των νεανικών κόμικς της εποχής, όμως, αυτή τη φορά, οι συμβάσεις του είδους φτάνουν στα όριά τους: στην «καθαρή γραμμή» δεν υπάρχει χώρος για αποχρώσεις του γκρι και η ατμόσφαιρα της ιστορίας είναι τόσο σκοτεινή που είναι μοιραίο να κυριαρχεί το μαύρο.

Δανειζόμενος ιδέες από πολλές και διαφορετικές πηγές, ο Ντυφώ ανακυκλώνει τις αντιφάσεις του Κίτρινου Σημαδιού σε μια σχεδόν σουρεαλιστική τραγωδία παρεξηγήσεων: δεν είναι εντελώς τυχαίο πως η φιγούρα του μεγαλοφυούς παράφρονα της ιστορίας του Ζακόμπς επιστρέφει με την περιβολή  του μαυροντυμένου άντρα με την ομπρέλα και το στρογγυλό καπέλο του Ρενέ Μαγκρίτ[5]. Το σκηνικό είναι και πάλι το μεταπολεμικό Λονδίνο, όμως αυτή τη φορά ο σεναρίστας ζήτησε από τους σχεδιαστές να απεικονίσουν και τα σημάδια που άφησαν οι βομβαρδισμοί στα χρόνια του πολέμου. Όταν έρχονται αντιμέτωποι με μιαν απειλή μυστηριώδους προέλευσης, οι πρωταγωνιστές δεν καταφέρνουν να βρουν τη λύση του αινίγματος παρά μόνο όταν είναι πια πολύ αργά. Παρά τις καλές τους προθέσεις, ο ηρωισμός τους αποδεικνύεται τελείως άσκοπος, αν όχι θλιβερά άστοχος, ενώ ο εμβληματικός κακός είναι το αθώο θύμα μιας «δαιμόνιας μηχανής» που τον συντρίβει, μαζί με κάποιους άτυχους άσχετους, στα γρανάζια της: ο Ντυφώ δεν υπονομεύει τον μανιχαϊσμό των περιπετειών των Μπλέικ και Μόρτιμερ· τον αφήνει να καταρρεύσει φέρνοντάς τον αντιμέτωπο με την πολυπλοκότητα μιας ιστορίας σαν το Κίτρινο Σημάδι και, γενικότερα, του έργου του Εντγκάρ Ζακόμπς. Το φινάλε είναι ένα πικρό σχόλιο για την σκληρή ειρωνεία μιας μοίρας που στήνει απρόβλεπτες παγίδες σε δικαίους και αδίκους που αναζητούν, για οποιονδήποτε λόγο, κάποιας μορφής άσυλο...

Ο Εντγκάρ Ζακόμπς δημιούργησε μια σκοτεινή και προσωπική εκδοχή της «καθαρής γραμμής», αντλώντας έμπνευση από τα βιώματα και τα διαβάσματά του, τις αναμνήσεις του από την όπερα και τον κινηματογράφο. Σήμερα το έργο του είναι εξίσου μουσειακό και εξίσου συναρπαστικό με τους πίνακες των παλιών δασκάλων που του είχαν κάνει τόση εντύπωση όταν, στα νιάτα του, επισκεπτόταν τις αίθουσες του Βασιλικού Μουσείου Καλών Τεχνών στις Βρυξέλλες. Το 2004, ο Ζοάν Σφαρ, ένας από τους πιο χαρισματικούς και πολύπλευρους σύγχρονους δημιουργούς κόμικς, αποκάλυπτε ότι είχε επιδιώξει να αναλάβει τη συνέχιση της σειράς και παραδεχόταν ότι οι παλιές αυτές περιπέτειες εξακολουθούσαν να τον τρομάζουν και να ασκούν πάνω του μια παράξενη γοητεία[6]. Ο Ζαν Ντυφώ και οι συνεργάτες του οικειοποιήθηκαν μια φόρμα του χτες και κατάφεραν να μας τρομάξουν, χρησιμοποιώντας την για να εκφράσουν φόβους και αγωνίες του σήμερα.

Jean Dufaux, Antoine Aubin, Etienne Schréder, L’Onde Septimus, Dargaud, 2013, 64 σελ.

ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ

Onde Septimus Cover, Onde Septimus La Marque Jaune

Το εξώφυλλο της δέκατης έκτης περιπέτειας των Μπλέικ και Μόρτιμερ από τον Αντουάν Ωμπέν, η οποία αποτελεί μια συνέχεια του Κίτρινου Σημαδιού του Εντγκάρ Ζακόμπς.

OndeSeptimus p09 detail Tintin, OndeSeptimus p54 detail Magritte, OndeSeptimus p32 detail Magritte

Εκτός από τις απαραίτητες αναφορές στο έργο του Εντγκάρ Ζακόμπς, ο Ζαν Ντυφώ ζήτησε από τον Αντουάν Ωμπέν να εντάξει στην ιστορία τον Τεντέν (σελ. 9) και, κυρίως, τη φιγούρα του μαυροντυμένου άντρα με το στρογγυλό καπέλο και την ομπρέλα από το έργο του Ρενέ Μαγκρίτ. Ένας πίνακας του Βέλγου ζωγράφου διακρίνεται και στο γραφείο του διευθυντή ενός ψυχιατρείου (σ. 32).

Onde Septimus Murnau, Onde Septimus Tintin Cover project, Onde Septimus Tintin Cover Marque Jaune, Onde Septimus La Marque Jaune p13b detail, Onde Septimus M Lang

Για το Κίτρινο Σημάδι, την πιο σκοτεινή περιπέτεια των Μπλέικ και Μόρτιμερ, ο Εντγκάρ Ζακόμπς αναζήτησε έμπνευση στις αναμνήσεις του από τον γερμανικό εξπρεσιονιστικό κινηματογράφο. Η υπόθεση της ιστορίας οφείλει πολλά στο Εργαστήριο του Δόκτωρα Καλιγκάρι του Ρ. Βίνε, ενώ για το εξώφυλλο του τεύχους που θα φιλοξενούσε την πρώτη συνέχεια, ο Ζακόμπς σχεδίασε μια σύνθεση εμπνευσμένη από μια κλασική σκηνή του Φάουστ του Φ.Β. Μούρναου. Ο Ερζέ την θεώρησε υπερβολικά τρομακτική και τελικά το σχέδιο τυπώθηκε χωρίς τη δαιμονική φιγούρα πάνω από το Λονδίνο. Το ίδιο το «κίτρινο σημάδι» - ένα ελληνικό μ σε κύκλο – είναι μια ανάμνηση του Μ από τον Δράκο του Ντύσελντορφ του Φ. Λανγκ και ο δημιουργός δεν παραλείπει να το υπενθυμίσει στους αναγνώστες του με ένα καρέ βασισμένο σε μια από τις πιο γνωστές σκηνές της ταινίας.

Onde Septimus La Marque Jaune

Το εξώφυλλο της έκδοσης του Κίτρινου Σημαδιού σε άλμπουμ από τον Ε. Ζακόμπς.


[1] Le Secret de l’Espadon (Tintin, 26/9/1946-8/9/1949), Le Mystère de la Grande Pyramide (Tintin, 23/3/1950-28/5/1952), La Marque Jaune (Tintin, 6/8/1953-10/11/1954), L’Enigme de l’Atlantide (Tintin, 19/10/1955-19/12/1956), SOS Météores (8/1/1958-22/4/1959), Le Piège Diabolique (Tintin, 22/9/1960-21/11/1961), L’Affaire du Collier (Tintin, 24/08/1965-19/07/1966), Les Trois formules du Pr. Sato (Tintin, 5/10/1971-30/5/1972). Η τελευταία περιπέτεια έμεινε ημιτελής μέχρι το καλοκαίρι του 1990, όταν, τρία χρόνια μετά τον θάνατο του Ζακόμπς, το δεύτερο μέρος της δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό Télérama, σχεδιασμένο από τον Μπομπ ντε Μουρ. Εκτός από το Secretdel’Espadon (Το Μυστικό του Ξιφία), οι ιστορίες αυτές, καθώς και οι περισσότερες δουλειές των συνεχιστών της σειράς, έχουν κυκλοφορήσει στην Ελλάδα από τη Μαμουθκόμιξ.

[2] Ο Ζακ Βαν Μελκεμπέκε, παιδικός φίλος του Ζακόμπς, ήταν βασικός συνεργάτης του κατοχικού LeSoir, όπου γνώρισε τον Ερζέ. Ο πρώην αντιστασιακός Λεμπλάν δεν δυσκολεύτηκε να «εγγυηθεί» για τον δημιουργό του Τεντέν, ο οποίος, σε τελική ανάλυση, είχε κρατήσει μια στάση καιροσκοπική, αλλά σχετικά ουδέτερη, παρά τις φιλικές σχέσεις που τον συνέδεαν με κύκλους της άκρας Δεξιάς. Αντίθετα, δεν είχε καμία όρεξη να υποστηρίξει κάποιον σαν τον «Βαν Μελκ» και, με την πρώτη ευκαιρία, τον απομάκρυνε από το περιοδικό. Παρ’ όλα αυτά, ο Βαν Μελκεμπέκε θα συνεχίσει, όχι μόνο να συνεργάζεται ανώνυμα με το περιοδικό ως σεναριογράφος ακόμα και όταν ήταν στη φυλακή, αλλά και να παίζει τον ρόλο μιας éminencegrise στο πλευρό του Ερζέ και του Ζακόμπς. Πάντως, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι οι Μπλέικ, Μόρτιμερ και Όλρικ είναι εμπνευσμένοι από το πρωταγωνιστικό τρίο της Ακτίνας U, όμως μόνο ο Λωντύ είχε χρησιμεύσει ως μοντέλο για έναν από τους ήρωες.

[3] Ο τίτλος της ιστορίας έχει αποδοθεί στα ελληνικά ως Η Κίτρινη Σφραγίδα, παρ’ όλο που αναφέρεται ρητά ότι πρόκειται για ένα σημάδι σχεδιασμένο με κιμωλία...

[4] Benoît Mouchard, François Rivière, La Malediction d’Edgar P. Jacobs, Seuil, 2006.

[5] Αξίζει τον κόπο να υπενθυμίσουμε ότι, στα χρόνια της κατοχής, ο Βαν Μελκεμπέκε, ως τεχνοκριτικός σε φιλογερμανικά έντυπα, είχε επιτεθεί στον Μαγκρίτ.

[6] «L’OPA de Sfar sur Blake et Mortimer», Bo-Doï 72, Μάρτιος 2004.

Δημήτρης Δημακόπουλος

Φιλόλογος και μεταφραστής, θεωρητικός των κόμικς, επί πολλά χρόνια συγγραφέας των κειμένων στο περιοδικό ανθολογίας της Ντίσνεϋ, Κόμιξ.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά