Τετάρτη, 01 Ιανουαρίου 2014

Ο λεπιδοπτερολόγος της ελληνικής αγωνίας

Κατηγορία Comics
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 39

O Δημήτρης Χαντζόπουλος, τα χρόνια της κρίσης, με τις καθημερινές γελοιογραφίες του οι οποίες περιλαμβάνονται στο νέο βιβλίο του, Στο τούνελ. Σκίτσα 2010-2013, κράτησε την Ελλάδα και τους Έλληνες ψηλά, τους κράτησε μαζί, τους στήριξε, όχι προσφέροντας μια εύθυμη πινελιά για να διασκεδάσουν το βαρύ κλίμα της πραγματικότητας που βίωναν ούτε κολακεύοντας συλλογικά αισθήματα και αυταπάτες, αλλά κάνοντάς τους κάθε μέρα να σκεφτούν την κατάστασή τους, το παρελθόν τους, το παρόν τους και το μέλλον τους.

Υπήρξε για όλους ένας στυλοβάτης, ένα σημείο αναφοράς που έφερνε στην επιφάνεια, στις συντεταγμένες της γελοιογραφίας του που ήταν οι συντεταγμένες της ζωής μας, τα σημαντικά, τα επικίνδυνα, τα γελοία, τα ευτράπελα, τα τραγικά, με ωμότητα, με τρυφερότητα, με βουβό σπαραγμό, με απελπισία, με πίκρα, με αποφασιστικότητα (Σε κάθε μια λέξη θα μπορούσα να βάλω δίπλα ένα σκίτσο). Χάραξε ένα πλαίσιο που μας συνέχει. Αν δεν ακουγόταν βαρύγδουπο, αν δεν ήξερα πόσο μετριόφρων και σεμνός είναι, θα έλεγα ότι αισθάνομαι σχεδόν δέος (και γι’ αυτό μεγάλη τιμή) να αναμετρηθώ με αυτό που έκανε και κάνει. Είναι σαν να αναμετριέσαι με την πολιτική κατάσταση της χώρας όλη την περίοδο της κρίσης.

Αισθάνομαι δέος και για έναν άλλο λόγο: καθώς αναρωτιόμουν τι θα αναφέρω, σκεφτόμουν τι χαρακτηρίζει τον Δημήτρη Χαντζόπουλο ως σκιτσογράφο, που διαφέρει από άλλους πολιτικούς γελοιογράφους τους οποίους θαυμάζω, τον Ανδρέα Πετρουλάκη, τον Γιάννη Ιωάννου και από τους παλιότερους τον ΚΥΡ και τον μεγάλο Κώστα Μητρόπουλο. Πώς να αναμετρηθείς πάλι με αυτά τα μεγέθη! Από τους παλιότερους, ο ΚΥΡ είναι νομίζω πιο κοινωνικός, μιλάει για την πολιτική από τη σκοπιά της κοινωνίας (αυτό που μου έρχεται στο νου από τα σκίτσα του είναι η γριά με το τσεμπέρι), ο Κώστας Μητρόπουλος, με ελάχιστες γραμμές και λέξεις φθάνει κατ’ ευθείαν στο στόχο της επικαιρότητας, ο Ιωάννου έχει έναν σαρωτικό σαρκασμό – έχεις την αίσθηση ότι θεωρεί αυτούς που σκιτσάρει συλλήβδην για τα μπάζα. Ο Πετρουλάκης κάνει την ανατροπή –πέταξε τον Άγιο Βασίλη στον σταυρό το Πάσχα με τροπολογία του Αρβανιτόπουλου, για να μην χαθεί το εξάμηνο!–  αναδεικνύοντας καίρια, με μία κίνηση, το σημαντικό, χαρίζοντας το λυτρωτικό γέλιο που μας δίνουν οι παρέες μας. Οι φιγούρες του, του τρυφηλού και ραδιούργου Βενιζέλου με τα καλοσχηματισμένα χείλη, του κουρασμένου και ταλαίπωρου Κουβέλη, του ξινού Σαμαρά, αποτυπώνουν με απαράμιλλη ευστοχία χαρακτήρες και καταστάσεις.

Ο Δημήτρης Χαντζόπουλος –δεν ξέρω αν θα του αρέσει αυτό– είναι πιο διανοούμενος. Στα σκίτσα του φέρνει μπροστά μας πολλές όψεις του κάθε ζητήματος, σαν να τις εκδιπλώνει για να τις φανερώσει, να τις θέσει ενώπιόν μας για να τις λάβουμε υπ’ όψη μας. Δεν είναι διδακτικός, δεν έχει τις απαντήσεις για να τις βάλει με το ζόρι και με το δάκτυλο σηκωμένο στο κεφάλι μας, σπάνια χρησιμοποιεί σταθερούς τύπους. Επισημαίνει, δείχνει και μας αφήνει να σκεφτούμε και να ζυγίσουμε. Θα δώσω δύο παραδείγματα: ένα πολύ πρόσφατο κι ένα από το βιβλίο. Το πρόσφατο δημοσιεύθηκε το Σάββατο 7/12/13 στα Νέα, αμέσως μετά τον θάνατο του Μαντέλα. Μαύρος ο χάρτης της Αφρικής σε κόκκινο φόντο. Αμέσως μετά, στο ίδιο φόντο, ο χάρτης διπλασιάζεται αντικριστά με σημείο επαφής το κέρας της Αφρικής. Η μία και η άλλη Αφρική. Οι δύο χάρτες μετασχηματίζονται σε δύο αντικριστές φιγούρες – δύο αντικριστά πρόσωπα. Τα δύο πρόσωπα της Αφρικής, χωρισμένα και απέναντι. Ανάμεσά τους εισχωρεί ένα σκουλήκι που εν τέλει ενώνει τα αντικριστά πρόσωπα σχηματίζοντας μια πεταλούδα. Στο τέλος η πεταλούδα πετά μακριά… Δεν έχω τι άλλο να πω, τα έχει πει όλα, και χωρίς λόγια μάλιστα!

Στο βιβλίο υπάρχει η γελοιογραφία της 3/10/2013, την επομένη της επιβολής μόνο περιοριστικών όρων σε τρεις βουλευτές της Χρυσής Αυγής. Η φιγούρα της δικαιοσύνης με τα δεμένα μάτια, φοβισμένη σηκώνει τα χέρια ψηλά, της πέφτει η ζυγαριά και το ξίφος. Απέναντί της δύο, μεγάλοι σε διάσταση, καρποί σε χειροπέδες με τα χέρια να σχηματίζουν ένα αιλουροειδές αρπακτικό που μεγεθύνεται στη σκιά του. Η δικαιοσύνη στη γωνία, λεπτοκαμωμένη και μικρή σε μέγεθος, σκιάζεται. Φοβάται μια σκιά; Κλονίζεται από μια σκιά; Είναι η απειλή ψεύτικη; Αλλά παράγεται από πραγματικά χέρια που βρίσκονται σε δεσμά. Απειλούν τα χέρια, ή μήπως τα καμώματα, τα παιχνίδια που κάνουν τα φυλακισμένα χέρια; Κλονίζουν τη δικαιοσύνη τα δεσμά ή τα φαντάσματα; Και τι είναι αυτό που κλονίζεται; Η δικαιοσύνη ως αρχή, ως έννοια, από τα καμώματα της φυλάκισης και της δίωξης ή οι λειτουργοί της δικαιοσύνης από μία συνειδητά μεγεθυμένη απειλή; Θα μπορούσα να πω κι άλλα. Όταν είδα αυτό το σκίτσο, έστειλα στον Χαντζόπουλο ένα e-mailκαι του έγραψα: «δεν παίζεσαι!» Κάνει ιδιοφυείς αναλύσεις με αισθητική λιτότητα! Αυτό το μικρό, χωρίς λόγια, σκίτσο ήταν η καλύτερη ανάλυση της κατάστασης, πολύ καλύτερη από πολλές αναλύσεις που δημοσιεύθηκαν και εξακολουθούν να δημοσιεύονται για το θέμα και οι οποίες δεν κάνουν άλλο από το να επαναλαμβάνουν ιδεολογικές κοινοτοπίες.

Όταν, λοιπόν, λέω διανοούμενος δεν εννοώ ψυχρός, μπουρδουκλωμένος, θεωρητικός, ξερόλας, νάρκισσος.  Εννοώ σύνθετος αλλά όχι στριφνός. Εννοώ πλούσιος, σε τρόπους και σε μέσα (από το λαϊκό τραγούδι και τον Άκη Πάνου μέχρι τον Αϊνστάιν και τη φυσική, από τον Νταλί στη μυθολογία, από το παράλογο στο λαϊκό, από το σινεμά στη διαφήμιση, από τον Λένιν και τον Ομπάμα στο Dancingwiththestars). Εννοώ ευαίσθητος σε ό,τι συμβαίνει, εννοώ διεισδυτικός και παρατηρητικός. Με βλέμμα που κόβει και ανοίγει, με βλέμμα που αγκαλιάζει, με λόγο που εκφράζει. Το πενάκι του, λεπίδι που αποσυνδέει και επανασυνδέει (τα πόδια από τις χορεύτριες καν-καν με τα πρόσωπα Τσίπρα και Καμμένου οι οποίοι yestheycan-can!), που επινοεί, που παίζει με τις λέξεις και τα γράμματα. Η γελοιογραφία του για την εκδήλωση στις τρεις του Σεπτέμβρη στο ΙΣΤΑΜΕ: Σημίτης, Βενιζέλος, Παπανδρέου με τα χέρια υψωμένα χαιρετούν μαζί από τη σκηνή το κοινό. Και η λεζάντα: οι τρεις του Σεπτέμβρη. Σημίτης –Παρ-ίσταμε, Βενιζέλος –Προ-ΐσταμε, Παπανδρέου –δι-ίσταμε. Μετά ο Γιουρογκρουπιέρης, ήθος ή Πούτιν στο κοτόπουλο Βιστωνίδος με τον Εφραίμ, ο Άκης Πάνου και ο Άκης Κάτου, στα σίδερα.  Σε άλλο σκίτσο, ο Συριζαίος Ήφαιστος, από τα ΤΕΙ Μεταλλουργών, που έριξε μια πέτρα και άνοιξε το κεφάλι ενός μπάτσου της ομάδας Δίας απ’ όπου βγήκε το σχέδιο Αθηνά! Κι ο Τσίπρας που λέει στους δικούς του «Σόιμπλε συν σοϊκόκκινο ίσον σόιμωβ!»

Δηλητηριώδης και δίκαιος: Στη Βουλή, εκφωνείται: –Φώτης Κουβέλης. –Π =αρών! –Νομίζεις… Και για τον Μίκη σε συνεδρίαση του Σύριζα: «--Δεν μπορεί ο κάθε Λαφαζάνης να λέει ό,τι του κατέβει… –Αυτό, Τσίπρα, δεν το ’πιασα! Δηλαδή για να πω μια μαλακία θα πρέπει να έχω γράψει το Κάντο Χενεράλ;» Αλλά συγχρόνως σε άλλο σκίτσο: «έτσι είναι τα γεράματα … πώς ρε Μίκη; Να είσαι ανήμπορος να χαλάσεις ακόμα και την ίδια σου την εικόνα».

Οι δύο εικόνες που για μένα κυριαρχούν στα σκίτσα του Δημήτρη Χαντζόπουλου σε αυτό το βιβλίο αυτό το διάστημα είναι η εικόνα του ελληνικού Κοινοβουλίου και, ακόμη εντονότερα, ο χάρτης της Ελλάδας. Το κτίριο του Κοινοβουλίου είναι το ντεκόρ της πλατείας Συντάγματος, το φόντο των διαδηλώσεων, μοιάζει με βάρκα βυθισμένη σε νερά από φτύσιμο, είναι για πούλημα στον πάγκο του μικροπωλητή, γκρεμίζεται σιγά-σιγά από ένα κομπρεσέρ, στάζει κρεμασμένο ανάποδα στα μανταλάκια, γίνεται ιπτάμενος στόχος σκοποβολής, μία ταινία τερματισμού που σκίζεται.

Ο χάρτης της Ελλάδας κυριαρχεί στον χάρτη της Ευρώπης, fullyupdated, όπως λέει, αναπαραγόμενος στη θέση της Ιρλανδίας, της Ισπανίας, της Πορτογαλίας και της Ιταλίας, σχηματίζεται από τα καυσαέρια στην εξάτμιση των ταξί, βρίσκεται σε αναπηρικό καροτσάκι, λερώνει σαν λεκές το φόρεμα της Ευρώπης, δίνεται ελεημοσύνη, είναι κολλημένη στην άσφαλτο και στον κύλινδρο του οδοστρωτήρα, κρέμεται στο σχοινί με αναποδογυρισμένη την καρέκλα του αυτόχειρα, είναι σταμπαρισμένη στην πλάτη του μετανάστη, και βέβαια σχηματίζεται με τη συγκλονιστική προέκταση του αίματος που φεύγει από την έξοδο της σφαίρας αυτού που αυτοκτονεί τον Μάιο του  2012, ανάμεσα στις δύο εκλογές. Να μην παραλείψω τελευταία και τον χάρτη που σχηματίζεται από τις αναθυμιάσεις του μαγκαλιού και πνίγει το σπίτι της μικρής Σάρας με το άδειο κρεμασμένο κοριτσίστικο λευκό φόρεμα.

Αυτός ο χάρτης της Ελλάδας με τις μεταμορφώσεις του, μας πνίγει, μας προσβάλλει, μας απελπίζει, αλλά είναι δικός μας, μας κρατάει μαζί, είμαστε εμείς.

Τα σκίτσα του Δημήτρη Χαντζόπουλου μας εκφράζουν. Δεν εκφράζουν κάτι που έχουμε ήδη έτοιμο. Δεν έρχεται να μας χτυπήσει στην πλάτη  κολακευτικά και να μας πει, «κοίτα, κι εγώ σκέφτομαι το ίδιο με σένα και το κάνω σε μια ωραία ζωγραφιά». Μας εκφράζει γιατί δίνει μορφή και έκφραση σ’ αυτό που βιώνουμε και δεν μπορούμε να το φέρουμε σε σειρά, να το καταλάβουμε, να το αναλύσουμε, να το σκεφτούμε. Είναι ο καλλιτέχνης που μπορεί να κάνει αυτό που δεν μπορούμε να κάνουμε εμείς και στο έργο του ανακαλύπτουμε εκ των υστέρων τις σκέψεις μας και τον εαυτό μας. Έναν εαυτό πιο λόγιο, πιο articulate, πιο μορφωμένο, αλλά και πιο περπατημένο, πιο αθυρόστομο. Κι αυτό μας δίνει χαρά, μας χαρίζει ικανοποίηση ακόμη κι όταν τα θέματα είναι ζοφερά. Είναι η χαρά της ανακάλυψης και της επικοινωνίας, της κοινωνίας ως δώρου και της κοινωνίας ως κοινής ζωής.  

Δημήτρης Χαντζόπουλος, Στο τούνελ: Σκίτσα 2010 - 2013, Άγρα, Αθήνα 2013, 262 σελ.

Βάσω Κιντή

Καθηγήτρια της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η κατεύθυνση της έρευνάς της ορίζεται από το βιβλίο της Kuhn & Wittgenstein. Φιλοσοφική έρευνα της δομής των επιστημονικών επαναστάσεων (1995), Υπεύθυνη σύνταξης του περιοδικού για τη φιλοσοφία Cogito

1 σχολιο

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά