Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

Στερεότυπα, κοινοτοπίες και εικονογραφημένη αρχαιολογική μυθοπλασία

Κατηγορία Comics
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Comics
Στο εσωτερικό του μνημειακού τάφου. Σκηνή από την κόμικς σειρά των Isabelle Dethan, Julien Maffre, Le Tombeau d’Alexandre.. Στο εσωτερικό του μνημειακού τάφου. Σκηνή από την κόμικς σειρά των Isabelle Dethan, Julien Maffre, Le Tombeau d’Alexandre.. Delcourt

Τα κόμικς έχουν προβληματισθεί ιδιαίτερα για τον τρόπο παρουσίασης των αρχαιολογικών ανακαλύψεων. Το παρελθόν ασκεί γοητεία, η προσέγγιση της οποίας είναι πάντα μια πρόκληση για τους αφηγητές. Ακόμα κι αν, για να δείξουν μια ανασκαφή (όπως π.χ. αυτή στην Αμφίπολη) μπορεί να καταφεύγουν στα κλισέ - τα παιχνίδια με τα οποία δεν είναι κατ'  ανάγκην καταδικαστέα. [TBJ]

«Ο αρχαιολόγος δεν είναι Ιντιάνα Τζόουνς», έγραφε ο Ηλίας Κανέλλης στα Νέα (8/9/2014), αναφερόμενος στον τρόπο που το υπουργείο Πολιτισμού διαχειρίζεται τη δημοσιότητα των ανασκαφών στην Αμφίπολη και έχει απόλυτο δίκιο: παρ’ όλο που στην πράξη είναι αδύνατον να αποφύγει κανείς τα στερεότυπα, η επιλογή τέτοιου στερεοτύπων στην συγκεκριμένη περίπτωση, είναι τουλάχιστον άστοχη.

Όμως τα παιχνίδια με τα κλισέ δεν είναι κατ’ ανάγκην καταδικαστέα. Στον χώρο των κόμικς, τα στερεότυπα περί αρχαιολογίας συγκαταλέγονται ανάμεσα στους πιο συναρπαστικούς αφηγηματικούς τόπους, ήδη από την δεκαετία του 1930 και τα Πούρα του Φαραώ του Ερζέ που δημοσιεύτηκαν σε συνέχειες από τα τέλη του 1932 ως τις αρχές του 1934. Στα πρώτα κιόλας καρέ, ο Τεντέν συναντά έναν αφηρημένο αρχαιολόγο που ζει στον κόσμο του και πηγαίνει στην Αίγυπτο για να ανακαλύψει τον τάφο ενός φαραώ, αψηφώντας την αναπόφευκτη κατάρα που απειλεί όσους τον αναζητούν.

 

Η σύντομη σεκάνς στην καρδιά του τάφου στα Πούρα του Φαραώ αποτελεί σημείο αναφοράς στην ιστορία των κόμικς αρχαιολογικής φαντασίας. Αξίζει τον κόπο να σταθούμε στην εικόνα των αρχαιολόγων που αναζήτησαν τον περίφημο αυτό τάφο και κατέληξαν κι εκείνοι σε σαρκοφάγους: η τραγική μοίρα τους, που δεν οφείλεται σε υπερφυσικές δυνάμεις, είναι μια ειρωνική παρωδία της αρχαίας ιερουργίας της οποίας αναζητούσαν τα απομεινάρια.

Περισσότερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επόμενη μεγάλη περιπέτεια του Τεντέν. Το Σπασμένο Αυτί, που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά από τα τέλη του 1935 ως τις αρχές του 1937, δεν έχει άμεση σχέση με την αρχαιολογία: αναζητώντας ένα είδωλο της φανταστικής φυλής των Αρουμπάγια που εκλάπη από το Εθνογραφικό Μουσείο, ο ήρωας καταλήγει στη Νότια Αμερική, στη ζούγκλα του επίσης φανταστικού ποταμού Μπαντουραγιάλ· εκεί, ένας Άγγλος εξερευνητής, ο οποίος έχει εγκαταλείψει τον πολιτισμό, του αποκαλύπτει την ιστορία του ειδώλου. Επιστρέφοντας με άδεια χέρια στην Ευρώπη, το βρίσκει μπροστά του, σε αμέτρητα αντίγραφα, στις βιτρίνες των αντικέρ. Ο αδελφός του δολοφονημένου κλέφτη το είχε ανακαλύψει τυχαία ανάμεσα στα πράγματα του μακαρίτη και, χωρίς να γνωρίζει την προέλευσή του, το αναπαρήγαγε σε βιομηχανική κλίμακα για να το εμπορευτεί.

Όταν λύνεται τελικά το μυστήριο, το στραπατσαρισμένο πρωτότυπο, πρόχειρα συντηρημένο, επιστρέφει τελικά στην θέση του στο μουσείο.

 

Η περιπέτεια έχει έμμεση αλλά στενή σχέση με τον προβληματισμό για την φύση και την αποστολή της αρχαιολογίας, αν λάβουμε υπ’ όψη μας ένα πραγματολογικό στοιχείο και μια χρονική σύμπτωση. Αφ’ ενός, ο ευρωπαίος που συναντά ο Τεντέν στα βάθη της ζούγκλας είναι, κατά πάσα πιθανότητα, εμπνευσμένος από τον ιδιόρρυθμο εξερευνητή και αρχαιολόγο Πέρσυ Φώσετ, ο οποίος είχε εξαφανιστεί το 1925, αναζητώντας μια χαμένη αρχαία πόλη, κάτι ανάμεσα στην Ατλαντίδα και το Ελ Ντοράντο, στα βάθη της ζούγκλας της Βραζιλίας· από την άλλη, το Σπασμένο Αυτί δημοσιεύτηκε την  εποχή που ο Βάλτερ Μπένγιαμιν έγραφε και επεξεργαζόταν το δοκίμιό του για την Τέχνη στην εποχή της τεχνολογικής του αναπαραγωγιμότητας. Ο εκκεντρικός Φώσετ χάθηκε αναζητώντας αρχαίες χίμαιρες μοντέρνας κοπής σε μια σχεδόν απεγνωσμένη προσπάθεια να βρει κάποια τελευταία άγνωστη γωνιά σε έναν κόσμο που είχε πια εξερευνηθεί και ανασκαφεί εξονυχιστικά, σε μια εποχή που τόσο η κληρονομιά των αρχαίων και των «αγρίων», όσο και η καλλιτεχνική δημιουργία των νεοτέρων, έχουν μπει για τα καλά στην εποχή της βιομηχανικής αναπαραγωγής των έργων τέχνης. Ο Ερζέ δεν μπορούσε φυσικά να γνωρίζει τι έγραφε εκείνη την εποχή ο Μπένγιαμιν, όμως το χιουμοριστικό εύρημα του αποδίδει, ίσως όχι εντελώς ασυνείδητα, αυτό που επιχειρεί να αναλύσει ο μεγάλος στοχαστής· πάντως ο αναγνώστης δεν μπορεί να μην συσχετίσει την περίπτωση του Φώσετ και την εμπορευματοποίηση της τέχνης σε μαζική κλίμακα. Από τους αρχαιολόγους στις σαρκοφάγους στα Πούρα του Φαραώ ως τα πολλαπλά βιομηχανικά αντίγραφα του ειδώλου στο Σπασμένο Αυτί, ορίζεται, κατά κάποιον τρόπο, το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται η μυθοπλασία αρχαιολογικής έμπνευσης – αλλά και τα στερεότυπα που συσχετίζονται με την αρχαιολογική επιστήμη – σε μια εποχή που το αρχαιολογικό εύρημα, το οποίο έχει χάσει προ πολλού την αίγλη του ως αισθητικό πρότυπο, χάνει και την «αύρα» του ως έργο τέχνης.

Προσπερνώντας πολλές άλλες εκδοχές της εικονογραφημένης αρχαιολογικής μυθοπλασίας, από τις ανακαλύψεις των Ντακ του Καρλ Μπαρκς και το αριστουργηματικό Μυστήριο της Μεγάλης Πυραμίδας του Ε.Π. Ζακόμπς ως τις δουλειές που μεταφέρουν στα καρέ των κόμικς το ύφος και την θεματολογία των μπεστ σέλερ του Νταν Μπράουν, αξίζει να σταθούμε, αναμένοντας νεότερα για την πρόοδο των ανασκαφών στην Αμφίπολη, στον τρίτομο Τάφο του Αλέξανδρου, σε κείμενα της Ιζαμπέλ Ντετάν και σχέδιο του Ζυλιέν Μαφρ, που κυκλοφόρησε από το 2008 ως το 2012. Πρόκειται για μια ατμοσφαιρική περιπέτεια εποχής που διαδραματίζεται το 1858 στην Αίγυπτο, με ήρωες μια ομάδα Γάλλων αρχαιοκάπηλων οι οποίοι αναζητούν, ανακαλύπτουν και τελικά καταστρέφουν τον τάφο του «πιο μεγάλου κατακτητή» όλων των εποχών στην Αλεξάνδρεια.

 

Όταν κυκλοφόρησε ο πρώτος τόμος του Τάφου του Αλέξανδρου, η αρχαιολογική περιπέτεια στο στυλ των ταινιών με τον Ιντιάνα Τζόουνς ήταν μάλλον παρωχημένη: είχε περάσει πάνω από ένα τέταρτο του αιώνα από την πρώτη προβολή των Κυνηγών της Χαμένης Κιβωτού και μια δεκαετία από την κυκλοφορία του πρώτου παιχνιδιού με την Λάρα Κροφτ. Από την άλλη, ο προβληματισμός για την πολύπλευρη ιδεολογική – και όχι μόνο – φόρτιση των αρχαιολογικών ανακαλύψεων έχει περάσει από τα πανεπιστημιακά συγγράμματα στον δημόσιο διάλογο και τις στήλες των εφημερίδων ή των περιοδικών ευρείας κυκλοφορίας. Αυτούς ακριβώς τους προβληματισμούς αξιοποιεί, με δεξιοτεχνικό τρόπο, η σεναριογράφος, τοποθετώντας τους στο επίκεντρο μιας πραγματικά συναρπαστικής περιπέτειας, από την οποία δεν λείπουν ούτε μια αισθηματική πλοκή, ούτε μια κάποια δόση χιούμορ: ο αναγνώστης παρακολουθεί τον ανταγωνισμό μεταξύ αποικιοκρατών – ο κακός δεν θα μπορούσε παρά να είναι ένας αδίστακτος Άγγλος καθηγητής – με φόντο την συγκρότηση ενός αιγυπτιακού εθνικισμού. Τα στερεότυπα του χτες έχουν αντικατασταθεί από τις κοινοτοπίες μιας σύγχρονης ιστορικής βουλγκάτας: όμως, παρά τις αναπόφευκτες σχηματοποιήσεις, αυτή η βουλγκάτα είναι ένα καλό εμβόλιο για τις παθολογίες που επισημαίνει ο Ηλίας Κανέλλης.

Αν είναι αναγκαίο να χειριστεί κανείς κοινοτοπίες και στερεότυπα, ως στέλεχος υπουργείου ή ως δημιουργός κόμικς, είναι προτιμότερο να διαλέξει κανείς κοινοτοπίες και στερεότυπα που έχουν ευρετικό δυναμικό, όπως στην περίπτωση του Σπασμένου Αυτιού, ή, όπως στην περίπτωση του Τάφου του Αλέξανδρου, να παραπέμπουν σε μια ιστοριογραφία που προκαλεί το ενδιαφέρον χωρίς να καλλιεργεί ανεδαφικές και αντιεπιστημονικές ιδεοληψίες. Αν όχι για άλλο λόγο, επειδή η αρχαιολογική μυθοπλασία – και η ίδια η αρχαιολογία – μπορεί να συναρπάζει χωρίς να φανατίζει.

 

Βιβλιογραφικές παραπομπές:

Hergé, Les Cigares du Pharaon, Casterman, 2010 (1η δημοσίευση: 1932-1934, 1η έκδοση: 1934).

Hergé, L’Oreille cassée, Casterman, 2010 (1η δημοσίευση: 1935-1937, 1η έκδοση: 1937).

Isabelle Dethan, Julien Maffre, Le Tombeau d’Alexandre, Delcourt, 2008, 2010, 2012.

Βάλτερ Μπένγιαμιν,Το έργο τέχνης στην εποχή της τεχνολογικής του αναπαραγωγιμότητας, μετάφραση: Φώτης Τερζάκης, Επέκεινα, 2013 και Για το έργο τέχνης, μετάφραση: Αντώνης Οικονόμου, Πλέθρον, 2013.

Δημήτρης Δημακόπουλος

Φιλόλογος και μεταφραστής, θεωρητικός των κόμικς, επί πολλά χρόνια συγγραφέας των κειμένων στο περιοδικό ανθολογίας της Ντίσνεϋ, Κόμιξ.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά