Σάββατο, 01 Μαρτίου 2014

Τα απομνημονεύματα του Φιλίπ Ντρυγιέ

Κατηγορία Comics
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 41

Philippe Druillet, David Alliot, Delirium. Autoportrait, Editions des Arènes, Παρίσι 2014, 273 σελ.

Ο Φιλίπ Ντρυγιέ, ένας από τους πρωταγωνιστές της ανανέωσης των γαλλικών κόμικς στη δεκαετία του 1970, αφηγείται την ιστορία της ζωής του. Με αφετηρία τη διόλου ένδοξη δράση του πατέρα του στα χρόνια του B’ Παγκόσμιου Πολέμου, ο πληθωρικός δημιουργός προσθέτει ένα σημαντικό κεφάλαιο στην ιστορία της τέχνης του.

Άρχισα να γκαρίζω για πρώτη φορά στις 28 Ιουνίου 1944 στην Τουλούζη, νωρίς το πρωί. Εκείνη την ημέρα, ο πατέρας μου τρελάθηκε από τη χαρά του. Είναι κατανοητό. Λίγο πριν κλείσει τα πενήντα δύο, ανακάλυπτε τον δεύτερο γιο του. Κι η μητέρα μου, ήταν κι εκείνη ευτυχισμένη. Εκείνη που είχε παρατήσει τα πάντα για να ακολουθήσει τον άντρα της, έβλεπε σ’ αυτή τη γέννηση το σύμβολο αυτής της ένωσης που τόσο ποθούσε. Τη στιγμή που εγώ ξυπνούσα για να ’ρθω στη ζωή, κάποιος άλλος την εγκατέλειπε βιαίως κι αιφνιδίως. Στις 28 Ιουνίου 1944 στο Παρίσι, ο Φιλίπ Ανριό, ο υπουργός Προπαγάνδας του καθεστώτος του Βισύ, έπεφτε δολοφονημένος από μια ομάδα αντιστασιακών. Για πολλούς Γάλλους, ήταν απλώς απόδοση δικαιοσύνης. Για τους γονείς μου, η απώλεια αυτή ήταν ανεπανόρθωτη. Ο Φιλίπ Ανριό ήταν φίλος του πατέρα μου. [...] Ήταν σχεδόν αδέλφια· τους ένωνε μια εμετική ιδεολογία.

Δύσκολα θα μάντευε κανείς ότι αυτές είναι οι πρώτες γραμμές της αυτοβιογραφίας ενός δημιουργού κόμικς. Όμως, αυτό που έκανε τον Φιλίπ Ντρυγιέ να αφηγηθεί την ιστορία της ζωής του δεν είχε καμιά σχέση με την τέχνη του. Το μυστικό που μόλις είχε έρθει στην επιφάνεια αφορούσε τον πολυτάραχο βίο και τη διόλου ένδοξη πολιτεία του πατέρα του: μέχρι πρόσφατα ελάχιστοι γνώριζαν ότι ο Βικτόρ Ντρυγιέ είχε πολεμήσει ως εθελοντής στις τάξεις των δυνάμεων του Φράνκο, πως, στα χρόνια του πολέμου, είχε διαπρέψει στην καταδίωξη εβραίων, αριστερών, αλλά και ισπανών δημοκρατών που είχαν αναζητήσει καταφύγιο στην Γαλλία· τον Αύγουστο του 1944, μαζί με άλλους αμετανόητους δωσίλογους, είχε ακολουθήσει, με τη γυναίκα του και το γιο του, τον Πεταίν και την κυβέρνησή του στο Σιγκμαρίνγκεν – το περιστατικό αυτό αποτελεί το θέμα του καινούργιου μυθιστορήματος του Πιερ Ασουλίν που κυκλοφόρησε τον περασμένο Ιανουάριο, ταυτόχρονα με το αυτοβιογραφικό αφήγημα του Ντρυγιέ – και, μετά τη συνθηκολόγηση της ναζιστικής Γερμανίας, κατάφερε να διαφύγει στην Ισπανία, όπου συνέχισε να συνεργάζεται με το δικτατορικό καθεστώς. Την ιστορία αυτή έφερε στην επιφάνεια η καταλανή Μονσεράτ Μπέσες, όταν, για τις ανάγκες ενός ντοκυμανταίρ, ζήτησε από τον Φιλίπ Ντρυγιέ τη βοήθειά του για να συμβουλευτεί τον υπηρεσιακό φάκελο του πατέρα του στα αρχεία του γαλλικού κράτους. Λίγο αργότερα, ο συγγραφέας Νταβίντ Αλλιό ήρθε σε επαφή μαζί του για να του ζητήσει μια μαρτυρία και ντοκουμέντα για τους πρώτους μήνες της ζωής του στο Σιγκμαρίνγκεν και τη γνωριμία του πατέρα του με τον Λ.Φ. Σελίν: ο συγγραφέας του Ταξιδιού στην άκρη της νύχτας εκτελούσε χρέη γιατρού[1] και, στο πλαίσιο των καθηκόντων του, είχε φροντίσει το άρρωστο μωρό του Βικτόρ Ντρυγιέ. Πόσοι δημιουργοί κόμικς είχαν την τύχη να χρωστούν τη ζωή τους σε ένα τόσο μεγαλοφυές κάθαρμα;

Ο Νταβίντ Αλλιό κατάλαβε ότι όλα αυτά θα μπορούσαν να αποτελέσουν την αφετηρία για ένα πολύ διαφορετικό βιβλίο και επανήλθε δριμύτερος για να ζητήσει από τον μεγάλο δημιουργό να γράψει την ιστορία της ζωής του. Ο Ντρυγιέ δίστασε, όμως ένιωσε πως είχε φτάσει το πλήρωμα του χρόνου: «αναζητώ χίλια δυο προσχήματα για να μην το κάνω, όμως με έχει στριμώξει. Τελικά δέχομαι. Κοντεύω τα εβδομήντα, είναι η στιγμή να το κάνω. Βλεπόμαστε τακτικά με τον Νταβίντ. Κάνουμε τη δουλειά μαζί. Εγώ μιλάω, εκείνος γράφει».

Ο Φιλίπ Ντρυγιέ δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις στους φίλους των κόμικς. Είναι ένας από τους πιο σημαντικούς δημιουργούς της γενιάς του και το έργο του συνεχίζει να επηρεάζει τους νεότερους ομότεχνούς του. Η καριέρα του ξεκίνησε το 1966, όταν κυκλοφόρησε το πρώτο του άλμπουμ με τίτλο LesMystèresdel’Abîme από τον οίκο του Ερίκ Λοσφέλντ, του εκδότη του Positif, αλλά και του πρώτου λευκώματος με τις περιπέτειες της Μπαρμπαρέλα του Ζαν Κλωντ Φορέστ που θεωρείται το πρώτο «ενήλικο» ανάγνωσμα στην ιστορία του γαλλικού κόμικς. Ύστερα από ένα σύντομο πέρασμα από το ThéâtreduSoleil, επιστρέφει στο σχέδιο και ασχολείται κυρίως με την εικονογράφηση βιβλίων και περιοδικών επιστημονικής φαντασίας. Το 1969, ο φίλος του, Ζαν Ζιρώ, που πρόσφατα έχει υιοθετήσει το ψευδώνυμο Μοέμπιους, θα τον παρουσιάσει στον Ρενέ Γκοσσινύ, ο οποίος θα δεχτεί να φιλοξενήσει στις σελίδες του Pilote τις περιπέτειες του LoneSloane, του μοναχικού διαστημικού ήρωα του πρώτου του άλμπουμ. Το πληθωρικό στυλ του τινάζει στον αέρα το συνηθισμένο στήσιμο των καρέ και των σελίδων σε μια έκρηξη έντονων χρωμάτων και εντυπωσιάζει και τον διευθυντή και τους αναγνώστες. Το 1975, μαζί με τον Ζιρώ και τον Ζαν Πιερ Ντιοννέ, θα ιδρύσουν το MétalHurlant, ένα έντυπο που φιλοξένησε ό,τι πιο ρηξικέλευθο και δημιουργικό είχε να παρουσιάσει το γαλλικό κόμικς της εποχής. Την ίδια χρονιά, ο πρόωρος θάνατος της γυναίκας του σε ηλικία τριάντα χρονών από καρκίνο, θα μετατρέψει τη Νύχτα (LaNuit), μια ιστορία που είχε αρχίσει να γράφει και να σχεδιάζει εκείνη την περίοδο, σε συγκλονιστική κραυγή οργής κι απόγνωσης, ενώ, από το 1980 ώς το 1986, θα ολοκληρώσει μια φιλόδοξη διασκευή της Σαλαμπώ του Φλωμπέρ. Παράλληλα, θα αρχίσει να εξερευνά νέους ορίζοντες: από τις συνεργασίες του με προσωπικότητες όπως ο Ρολφ Λίμπερμαν για την Όπερα του Παρισιού, ο Ζαν Ζακ Αννώ για την αφίσα του Ονόματος του Ρόδου ή ο Ρομπέρ Ντουανώ για το λεύκωμα με τίτλο Parisdefous, ώς τη συμμετοχή του σε τηλεοπτικές παραγωγές, από τη στροφή του στη ζωγραφική, τους πειραματισμούς με την ψηφιακή εικόνα μέχρι το ντιζάιν, ο Ντρυγιέ συνέχισε να προσπαθεί να επεκτείνει πέρα από τα όρια της τυπωμένης σελίδας, μια προσωπική αισθητική που αποκρυσταλλώθηκε στα εικονογραφημένα του αφηγήματα.

ΠΟΡΕΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΡΗΞΕΙΣ

Εκτός από κάποια ασπρόμαυρα στολίδια στο χαρακτηριστικό γεωμετρικό του στυλ, το αυτοβιογραφικό του αφήγημα δεν έχει καμία εικονογράφηση. Δεν έχει ίσως και πολλά καινούργια πράγματα να μάθει στους πιο πληροφορημένους φίλους των κόμικς. Ο Ντρυγιέ επαναλαμβάνει ανέκδοτα που είναι λίγο πολύ γνωστά· μερικές φορές η μνήμη του τον προδίδει και οι ερασιτέχνες ιστορικοί της τέχνης του έσπευσαν να επισημάνουν κάποιες ανακρίβειες που ο εκδότης υποσχέθηκε να διορθώσει σε επόμενη έκδοση. Όμως όλα αυτά δεν έχουν και μεγάλη σημασία. Ο Νταβίντ Αλλιό καταγράφει τα λόγια του Ντρυγιέ και συνθέτει ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα που αφηγείται την προσωπική πορεία ενός καλλιτέχνη και το χρονικό της καθοριστικής προσφοράς του σε μια από τις πιο σημαντικές στιγμές της ιστορίας της τέχνης του.

Ο Φιλίπ Ντρυγιέ ανήκει σε μια γενιά και σε μια κοινωνική τάξη που διαμόρφωσε την ευαισθησία της όχι τόσο απορρίπτοντας τη λόγια παιδεία, όσο συνδυάζοντάς τη με προσλαμβάνουσες παραστάσεις από το χώρο της μαζικής κουλτούρας, από την επιστημονική φαντασία, τον κινηματογράφο και φυσικά τα κόμικς. Την εποχή που έκανε τα πρώτα του βήματα, τις παραμονές του Μάη του 1968, τα εικονογραφημένα αναγνώσματα «ήταν ανεκτά απλώς και μόνο ως ψυχαγωγία για ηλίθιους εφήβους». Το κακό είναι πως, με ελάχιστες εξαιρέσεις, ακόμα και οι κορυφαίοι δημιουργοί δεν είχαν κάνει και πολλά πράγματα για να ανασκευάσουν αυτή τη ρετσινιά. Ώς τότε, θεωρούσαν καθήκον τους να ανακυκλώσουν προκατασκευασμένα αφηγηματικά και γραφιστικά σχήματα, παρ’ όλο που ήταν φανερό πως έδιναν τον καλύτερο εαυτό τους όταν αντλούσαν έμπνευση από την παιδεία, την ευαισθησία ή και τα βιώματά τους. Ακόμα και οι πιο μικρές προσωπικές πινελιές έκαναν τη δουλειά τους να ξεχωρίζει: ο αναγνώστης δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τον προσωπικό χαρακτήρα μιας λεπτομέρειας· μπορούσε όμως να αντιληφθεί το βάθος που έδιναν κάτι τέτοιες πινελιές στις εικόνες, τους ήρωες και τις ιστορίες. Σχεδόν κανείς δεν είχε μπει στον κόπο να σκεφτεί πως τα κόμικς ήταν μια μορφή τέχνης που θα μπορούσε να κινηθεί περα από τα όρια που έθετε στον εαυτό της. Όμως για τον Ντρυγιέ και τη γενιά του, είχε έρθει η στιγμή για το επόμενο βήμα: «είμαι παιδί, και καταλαβαίνω ήδη πως τα κόμικς είναι το μέλλον μου», γράφει αναφερόμενος στα παιδικά του αναγνώσματα· «μια τέχνη εν τω γίγνεσθαι. Αρχίζω να ονειρεύομαι κόμικς που δεν υπήρχαν».

Το επόμενο βήμα είναι η ρήξη με το χτες, όμως μια ρήξη δεν είναι απαραίτητα επανάσταση· για τον Ντρυγιέ, είναι κυρίως η περιπλάνηση σε νέους κόσμους που υπάρχουν μόνο στη φαντασία του:

Ορισμένοι σχεδιαστές δεν καταλάβαιναν πάντοτε τη δουλειά μου. Πολλοί με ρωτούσαν γιατί σχεδίαζα κατ’ αυτόν τον τρόπο, για ποιο λόγο οι ιστορίες μου δεν ήταν ποτέ γραμμικές. Τους εξηγούσα. Για μένα, οι διπλές σελίδες είναι οθόνες κινηματογράφου, πίνακες ζωγραφικής. Τα κόμικς είναι μια εικαστική γραφή. Σπάω την αφήγηση, σπάω τη σελιδοποίηση, στέλνω τα καρέ στον αγύριστο, τινάζω στον αέρα τα περιθώρια, κάνω κομμάτια το φύλλο πάνω στο οποίο αφήνω να ξεχυθούν οι φανταστικοί μου κόσμοι. Στο σχεδιαστήριό μου, σχεδιάζω και χτίζω τους κόσμους μου. Είναι ο αρχιτέκτονας που έχω μέσα μου. Πριν να χτίσει κανείς, χρειάζεται μερικές φορές να γκρεμίσει. Και για να χτίσει κανείς, χρειάζεται να μπορεί να φανταστεί.

Ο νεαρός δημιουργός έχει στο πλευρό του τον Ρενέ Γκοσσινύ, ο οποίος έχει εντυπωσιαστεί από το ύφος του, απρόσμενα προσωπικό και ώριμο για έναν αυτοδίδακτο που κάνει τα πρώτα του βήματα. Από την πλευρά του, αντιμετωπίζει την αποδοχή του στο περιοδικό σαν μια ευκαιρία να βρει τον δικό του δρόμο στα βήματα των δημιουργών που τον είχαν γοητεύσει. Ανακαλώντας την αντίδρασή του όταν είδε για πρώτη φορά τη δουλειά του δημοσιευμένη στο Pilote, επαναλαμβάνει μια σκηνή που έχει αφηγηθεί και παλιότερα: «όταν παίρνω στα χέρια μου το τεύχος του Pilote, τα χάνω. Η πρώτη σελίδα του Θρόνου του μαύρου Θεού είναι τυπωμένη πίσω από την τελευταία σελίδα της περιπέτειας του Αστερίξ. Στο φως της λάμπας, οι δυο σελίδες γίνονται ένα. Είμαι ευτυχισμένος». Για τον εικοσιπεντάχρονο δημιουργό, αυτή η τυχαία εικαστική σύντηξη είναι ένας πρώτος θρίαμβος και, ταυτόχρονα, η αρχή μιας νέας σελίδας στην ιστορία της τέχνης του.

Το έντονο ταμπεραμέντο του θα επιταχύνει τα πράγματα, αφού οι αντιστάσεις στις καινοτομίες του τον ωθούν σε ακραίες κινήσεις· τουλάχιστον σε πρώτη φάση, η πρόκληση είναι ένας τρόπος να γίνει ένα ακόμα βήμα προς τα εμπρός:

Σε μια σελίδα του Délirius, σχεδιάζω τον Σλόαν και τον Γιαέρλ γυμνούς... Ο Γκοσσινύ βρίσκει ότι το παρακάνω και μου ζητά να τους αφαιρέσω. Ένας τύπος από τη Νταργκώ βρίσκει ότι οι μονόλιθοι που ζωγραφίζω στο βιβλίο έχουν υπερβολικά φαλλικό σχήμα και μου ζητά να τους ξανασχεδιάσω. Προσπαθώ να παζαρέψω, όμως ο λογοκριτής δεν σηκώνει αντίρρηση. Είναι έτοιμος να φτάσει στη σύγκρουση. Κάνω πως υποχωρώ: «Μάλιστα, κύριε, θα το διορθώσω αμέσως».  Όλος θυμό, πηγαίνω στη φωτοσύνθεση και, πάνω στα φιλμ που προορίζονταν για εκτύπωση, προσθέτω τα γεννητικά όργανα του Σλόαν και του Γιαέρλ, και στρογγυλεύω καθαρά τη φαλλική μορφή των μονολίθων. Το τεύχος βγαίνει στα περίπτερα. Κανείς δεν παίρνει είδηση το παραμικρό. Είναι πολύ σημαντικό για μένα να συγκρατήσουν οι ιστορικοί της Ένατης Τέχνης το εξής: την πρώτη ψωλή  στα γαλλικά κόμικς, τη δημοσίευσε ο Φιλίπ Ντρυγιέ.

Ο Ντρυγιέ αντιδρά τόσο έντονα επειδή αντιμετωπίζει τα κόμικς ως μέσο έκφρασης· και, παρ’ όλο που αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχει την πρόθεση να μιλήσει για τον εαυτό του – όπως, λόγου χάρη, ένας Ρόμπερτ Κραμπ ή νεότεροι δημιουργοί, όπως ο Νταβίντ Μπ. και η Μαρζάν Σατραπί στις αυτοβιογραφικές δουλειές τους –, εκείνο που έχει να εκφράσει είναι κάτι πολύ προσωπικό. Αναφερόμενος στον LoneSloane, μια φιγούρα που δημιούργησε σε στιγμές ανίας κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής θητείας του, ξεκαθαρίζει ότι δεν πρόβαλε τον εαυτό του στη μορφή του ήρωά του και προσθέτει:

Στο Θρόνο του μαύρου Θεού βρίσκει κανείς όλη μου τη ζωή. Την κατάρα, την καταδίωξη, την περιπλάνηση. Στο άλμπουμ αυτό, ο «περιπλανώμενος ιππότης» είναι τα νιάτα μου, που τα έζησα σε αχούρια και λαϊκές πολυκατοικίες. Κανένα σταθερό σημείο, πάντα νομάς. Έχανα τους φίλους μου κάθε δυο χρόνια. Ο Σλόαν είναι επίσης η διαρκής εξέλιξη, η επιτυχία, η αποτυχία, οι ταπεινώσεις που έχω υποστεί, η ρήξη, η αδυναμία να χτίσω κάτι ακόμα και στο πλαίσιο του γάμου.

Οι πρώτες επιτυχίες στο Pilote πυροδοτούν μια «δημιουργική φρενίτιδα»: «έχω κι άλλα ταξίδια στο κεφάλι μου, έχω χίλια πράγματα να πω. Αν δεν μιλήσω, πνίγομαι. Πεθαίνω.» Την εποχή που αρχίζει να σχεδιάζει τη Νύχτα, η γυναίκα του προσβάλλεται από καρκίνο και ο θάνατός της δίνει άλλη τροπή στην ιστορία:

Η Νύχτα, το δικό μου ρέκβιεμ, το δικό μου Ταζ Μαχάλ. Ουρλιάζω από πόνο. Έχω τρελαθεί. Πίνω έξι μπουκάλια κάθε μέρα. Καταστρέφω τον εαυτό μου. Είναι η δική μου εποχή στην κόλαση. Αγγίζω την βαθύτερη αλήθεια της ανθρώπινης ύπαρξης. Τελειώνω τη Νύχτα. Τη δική μου νύχτα.

Η ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΤΩΝ ΚΑΤΩΤΕΡΩΝ ΤΑΞΕΩΝ

Η εμμονή του Ντρυγιέ στην προσωπική του συμβολή στην αναγνώριση της τέχνης του, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως επανάληψη ενός κοινού τόπου μιας κάποιας φιλολογίας για τα κόμικς. Όμως στην περίπτωσή του, τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά. Η στράτευσή του στο Σοσιαλιστικό Κόμμα και η γνωριμία του με τον Τζακ Λανγκ και τον Φρανσουά Μιττεράν, τον βοήθησαν να προωθήσει αιτήματα του σιναφιού. Περισσότερο ξαφνιάζει το γεγονός ότι ο αριστερός και αντισυμβατικός δημιουργός δεν παραλείπει να αναφερθεί στην πρώτη δημοπρασία πρωτότυπων σχεδίων του στον οίκο Ντρουό, η οποία σηματοδοτεί την είσοδο των κόμικς στην αγορά έργων τέχνης, ή στην εκτίμησή του για τον Μπενζαμέν ντε Ροτσίλντ, ο οποίος του ανέθεσε να ξανασχεδιάσει το οικόσημο της οικογένειάς του. Όμως, για το γιο του δωσίλογου που μεγάλωσε ως παρίας στο αφιλόξενο κι στενόμυαλο περιβάλλον μιας αριστοκρατικής συνοικίας, στο θυρωρείο μιας πολυκατοικίας στο 16ο διαμέρισμα του Παρισιού, η κοινωνική άνοδος είναι μια ακόμα προσωπική νίκη· και κάθε προσωπική του νίκη είναι ένα βήμα για την καταξίωση της τέχνης του. Αυτές οι νίκες είναι πολύ σημαντικές, όχι τόσο επειδή κολακεύουν τον εγωισμό του, αλλά επειδή αντιπροσωπεύουν τον μοναδικό τρόπο να εκδικηθεί το παρελθόν για το προπατορικό αμάρτημα των γονιών του:

Θυμάμαι πως σε ένα γράμμα στον πατέρα μου, ο Σελίν ρωτούσε: «πώς πάει ο μικρός μας, ο Φιλίπ;» Είμαι σίγουρος ότι ο Σελίν θα ξαφνιαζόταν αν μάθαινε πως ο «μικρός Φιλίπ» που είχε κανακέψει στο Σιγκμαρίνγκεν έμελλε να γίνει σχεδιαστής κόμικς, φαν της επιστημονικής φαντασίας, με δερμάτινο παντελόνι και δαχτυλίδια.

Το έργο του Ντρυγιέ δεν αντιπροσωπεύει τόσο μια ρήξη με το παρελθόν της τέχνης του, όσο μια σύγκρουση με το πιο σκοτεινό κομμάτι του παρελθόντος που ήθελαν να γκρεμίσουν οι συνομήλικοί του στα οδοφράγματα του Μάη του 1968. Αν και δεν πήρε μέρος στα γεγονότα, είχε κι εκείνος ανοιχτούς λογαριασμούς με τη συντηρητική Γαλλία του χτες. Από την άποψη αυτή, τα απομνημονεύματά του, έτσι όπως τα κατέγραψε ο Νταβίντ Αλλιό, είναι, ανεξάρτητα από τις αρετές ή τις αδυναμίες τους, μια σημαντική προσθήκη στην ιστορία των κόμικς: είναι μια μαρτυρία που συνδέει την ατομική και καλιτεχνική περιπέτεια ενός δημιουργού με τις περιπέτειες της χώρας του και της γενιάς του. Η καταξίωση της μαζικής κουλτούρας είναι ένα τεράστιο και αμφιλεγόμενο ζήτημα, όμως, για τον Ντρυγιέ, η αναγνώριση της κουλτούρας των κατώτερων τάξεων, στην οποία ο ίδιος έπαιξε έναν πρωταγωνιστικό ρόλο, είναι μια προσωπική νίκη εναντίον της πιο σκοτεινής πλευράς του περασμένου αιώνα. Λίγο πριν κλείσει τα εβδομήντα, δέχτηκε να αφηγηθεί την ιστορία της ζωής του για να ξορκίσει μια φρίκη που δεν έζησε, επειδή εξακολουθεί να αρρωσταίνει όταν έρχεται αντιμέτωπος με την ανάμνησή της:

Είμαι στο Φονταινεμπλώ, στα Εθνικά Αρχεία. Χάρη στην επιμονή της , η Μονσεράτ έχει εντοπίσει το φάκελο του πατέρα μου. Όμως μόνο εγώ μπορώ να τον συμβουλευτώ. Μου ζήτησε να έρθω. Για το ντοκυμαντέρ της, για την ιστορία, για την αλήθεια. Οι κάμερες καταγράφουν τη μεγάλη στιγμή. Κάθομαι μόνος μου σε ένα τραπέζι, λίγο παράμερα από τους άλλους, και διαβάζω μια στοίβα έγγραφα. Είναι ο προσωπικός φάκελος του πατέρα μου: «Βικτόρ Ντρυγιέ, αστυνομικός υπάλληλος». Το σοκ είναι βίαιο. Αμέτρητα χαρτιά για τα χρόνια που πέρασε κυνηγώντας ισπανούς κομμουνιστές. Έγγραφα για το παρελθόν του στην Πολιτοφυλακή. Βουνά από αναφορές, σε μια γλώσσα ψυχρή και απρόσωπη. Βρίσκω ανάκατα γράμματα γεμάτα θαυμασμό για τον Στρατηγό [Πεταίν] και εκθέσεις για τις δραστηριότητές του: «εξετέλεσε καλώς την εργασία του», «οι εν λόγω πρωτοβουλίες απέβησαν άτυχες». Τι θέλει να πει ο υπαλληλάκος που δακτυλογραφεί την αναφορά του; Τι συμπέρασμα να βγάλω; Ότι ο πατέρας μου εκτέλεσε αρκετούς αντιστασιακούς; Ότι δεν συμπλήρωσε το ποσοστό του και δεν μάζεψε αρκετούς Εβραίους για εκτόπιση; Μαντεύει κανείς τι υπάρχει πίσω από τις λέξεις. Μετά από μισή ώρα, δεν αντέχω άλλο. Θέλω να κλάψω. Θέλω να ξεράσω.

\

[1] Ο Σελίν έχει αναφερθεί στα γεγονότα αυτά στο Από το ένα κάστρο το άλλο του 1957 (μετάφραση: Α. Αλεξάνδρου, Γνώση, 1984).

Δημήτρης Δημακόπουλος

Φιλόλογος και μεταφραστής, θεωρητικός των κόμικς, επί πολλά χρόνια συγγραφέας των κειμένων στο περιοδικό ανθολογίας της Ντίσνεϋ, Κόμιξ.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά