Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

Περί γελοιογραφικού σκίτσου και Κώστα Μητρόπουλου

Κατηγορία Comics
Γράφτηκε από  Κωστής Α. Λιόντης Δημοσιεύθηκε στο Κριτικές Comics Ιστορία Τεύχος 58
Πρόσφατη γελοιογραφία του Κώστα Μητρόπουλου με διαχρονικό για τον ελληνισμό μήνυμα. Πρόσφατη γελοιογραφία του Κώστα Μητρόπουλου με διαχρονικό για τον ελληνισμό μήνυμα. Αρχείο Κώστα Μητρόπουλου

Κώστας Μητρόπουλος, 1960-2015.Τα καλύτερά μας χρόνια σε 285 γελοιογραφίες, Μεταίχμιο, Αθήνα 2015, 165 σελ.

 

Χωρίς καμία αμφιβολία πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ο Κ. Μητρόπουλος αποτελεί υπολογίσιμη αξία στο χώρο της νεοελληνικής γελοιογραφίας. Φανερή ή όχι, πάντως υπολογίσιμη. Επίσης, ενώ ώς σήμερα έχει εκδώσει από το 1959 τουλάχιστον είκοσι τέσσερα λευκώματα με δημοσιευμένα σκίτσα, κάποια μονοθεματικά, όπως Τα άγρια μωρά, αναδρομικού χαρακτήρα απάνθισμα (1960-2015) εκδίδει πρώτη φορά. Τα επεξηγηματικά του σημειώματα μαρτυρούν ότι θα μπορούσε να έχει «πλεονεκτική θέση επόπτη» της γελοιογραφίας του 20ού αιώνα, έως σήμερα – θέση την οποία δεν εκμεταλλεύεται...

  

Ξεφυλλίζοντας το εικονογραφικό μέρος του πρόσφατου λευκώματος του Κώστα Μητρόπουλου (στο εξής Κ. Μητρ.), 1960-2015.Τα καλύτερά μας χρόνια σε 285 γελοιογραφίες, καθώς αυτό κεντρίζει αρχικά τον αναγνώστη, αποκτά κανείς μία ολική εικόνα, δειγματοληπτική βέβαια, πεντέμιση δεκαετιών σκιτσογραφίας. Παρατεταγμένες οι γελοιογραφίες χρονολογικά, ανά έτος, σχηματίζουν μια διαδοχή επώνυμων και ανώνυμων «τύπων», οι οποίοι κουβαλούν απόηχους του κοινωνικο-πολιτικού βίου μετά το 1960. Οι «τύποι», οι πολιτικοί για παράδειγμα, ξεκινούν από τον προδικτατορικό Κωνσταντίνο Καραμανλή και φτάνουν μέχρι την επικράτεια των σημερινών. Εάν, μάλιστα, τοποθετηθούν δίπλα δίπλα σε φωτοτυπική μορφή, σχηματίζουν μία πλήρη και σπάνια στο είδος της  γελοιογραφική πινακοθήκη με υπογραφή Κ. Μητρ.

Εκτός από τους διάφορους «τύπους», εντοπίζονται, επίσης, και θεματικές κατηγορίες. Μια τέτοια αυτοτελή κατηγορία συγκροτούν τα σεξουαλικά σκίτσα (ή, προς αποφυγή παρεξήγησης από ορισμένους σοφολογιώτατους τής σήμερον, ας τα πούμε αθυρόστομους υπαινιγμούς). Σ' αυτό το είδος, ίσως μόνο ο ΚΥΡ, ως λίγο πιο τολμηρός, μπορεί να σταθεί πλάι του. Τα σκίτσα του πάντως, μέσα από τις ποικίλες συνδηλώσεις τους, καθίστανται ασυναγώνιστα και ο Κ. Μητρ. δεν επιδέχεται σύγκριση με κανέναν. Πέραν αυτού, αποτελεί και μία από τις σκιτσογραφικές οπτικές κατόπτευσης των γεγονότων που ουδέποτε εγκατέλειψε. Γι’ αυτό ακριβώς  τη συναντάμε ώς σήμερα, ανάμεσα στη σπεσιαλιτέ που σερβίρει κάθε Σάββατο στη μόνιμη σελίδα του «Η άλλη άποψη», στα Νέα.

Μια διεξοδική ταξινόμηση στο σύνολο των σκίτσων, ανά «τύπο» και θεματική κατηγορία, καταλήγει σε  πληκτικό φιλολογισμό. Όπως κι αν έχει, μία παρόμοια αναδιάταξη παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Αλλάζει το πρίσμα πρόσληψης και δίνει εντελώς διαφορετική διάσταση από την ακολουθούμενη χρονολογική.

Όσα ώς εδώ έχουμε σημειώσει σχετίζονται άμεσα με τα ιδιαίτερα σκιτσογραφικά χαρακτηριστικά του Κ. Μητρ. Εν συντομία, προσθέτουμε μερικά ακόμη. Αρχίζοντας απ' το σχέδιο. Ενώ, λοιπόν, στην πρώτη περίοδο της διαδρομής του υιοθετεί σε ορισμένα σημεία το γωνιώδες, στα ίδια αυτά σημεία επιφέρει τροποποιήσεις, δίνοντας τελικά κυματοειδή μορφή. Το διάγραμμα της μύτης, για παράδειγμα, ένα ανατομικό στοιχείο εμφανές σε κάθε φιγούρα, από οξύρρυγχο, σταδιακά απαλύνεται σε καμπυλόγραμμο.Παράλληλα, το σχέδιό του γίνεται πιολιτό και αμόλυντο από περιττά «γεμίσματα». Αυτό, μαζί με το λεκτικό μέρος, καθιστά τη γελοιογραφία του πιο εύληπτη απέναντι στο σχολιαζόμενο θέμα. Μόνο που το εύληπτο δεν καταλήγει αυτόματα μονόσημο. Συχνά, υποκρύπτει περισσότερα απ' όσα εύκολα φαντάζεται κανείς παραδομένος στην πρώτη εντύπωση. Συναφές εδώ είναι και το εξής: Η πρώτη ματιά σε οποιοδήποτε σκιτσογραφικό κάδρο  του Κ. Μητρ. προκαλεί στιγμιαίο ξάφνιασμα. Αιφνιδιάζει επειδή το δηλούμενο σπάνια συμπίπτει με το αναμενόμενο. Η διαβάθμιση του αιφνιδιασμού εξαρτάται, βέβαια, απ' τον παρατηρητή. Παρ’ όλα αυτά, η αιφνιδιαστική αυτή έκρηξη, η έννοια δηλαδή του αδόκητου, μπορεί να είναι δυσδιάκριτη, αλλά αποτελεί δομική αξία στο γελοιογραφικό σκίτσο. Αυτό καταχωρίζεται ανάμεσα στα αφανή χαρίσματα του Κ. Μητρ. Πάνω απ' όλα όμως, οι φιγούρες του, είτε μεμονωμένες είτε ομαδικές, σπαρταράνε από ζωή και κίνηση. Ενεργούν σαν εκείνος ο συντελεστής  του στατικού ή, σωστότερα, του άκαμπτου, να μην υπάρχει. Μέσα, λοιπόν, σε συνεχή διεγερσιμότητα απαθανατίζονται στα σκίτσα του φυσιογνωμίες, στάσεις, κινήσεις, ένα, τέλος πάντων, πλήθος χαρακτήρων που αντανακλούν συμβάντα πεντέμιση δεκαετιών. Και κάτι τελευταίο. Γενικώς στο χιούμορ του, το οποίο απέχει απ' τη «χοντρή πλάκα», υποφώσκουν λεπτή ειρωνεία και πνευματώδης σαρκασμός.Αιχμηρότητα ναι, με το παραπάνω, αλλά με όρια στον τρόπο του σατιρίζειν. Τίποτα, δηλαδή, το σαρκοβόρο.

Αυτά αδρομερώς, με αποκλειστικόσημείο αναφοράς το εικονογραφικό μέρος του λευκώματος. Συμψηφίζοντας τώρα και το προλογικό, δηλαδή τα κείμενα που το συνοδεύουν, οι όροι αλλάζουν. Αποκτούν  διαφορετική διάσταση, πιο ενδιαφέρουσα, ενώ ταυτόχρονα αλλάζει και ο τρόπος αντιμετώπισης της έκδοσης. Γίνεται πιο ορθόδοξος. Πριν, όμως, μπούμε στο ψαχνό αυτής της αντιμετώπισης, μια διευκρίνιση:  Επειδή έχει προηγηθεί εκτενής ανάλυση τριών σελίδων από τον Ηλία Κανέλλη («Κώστας Μητρόπουλος. Σκιτσάροντας την ελληνική Ιστορία», Τα Νέα - Βιβλιοδρόμιο, 6-7 Δεκ. 2014), αυτό εξ ανάγκης οδηγεί σε διαφορετική εστίαση από εκείνον.  Με επίκεντρο, λοιπόν, την πρώιμη περίοδο του Κ. Μητρ., θα κινηθούμε εκεί διεξοδικά, μέχρι και την ενθρόνισή του στο περιοδικό Ταχυδρόμος.Κατά υποκειμενική εκτίμηση, οποιοδήποτε ανασκάλεμα αυτής της περιόδου παρουσιάζειεξαιρετικό ενδιαφέρον, που κατά κύριο λόγο οφείλεται στις κρατούσες δυσμενείς συνθήκες.

 

Περιαυτολογικά

Σημειώσαμε ότι το λεύκωμα του Κ. Μητρ. προσλαμβάνει, τουλάχιστον άτυπα, αναδρομικό χαρακτήρα. Αυτός υπογραμμίζεται, όχι μόνο από την ανα έτος δειγματοληπτική ανθολόγηση σκίτσων, αλλά, στον ίδιο βαθμό, και από τα συνοδευτικά κείμενα. Δύο από αυτά καταλαμβάνουν θέση στο εισαγωγικό μέρος και ένα στο επιλογικό, με τίτλο: «Αποσπάσματα από κριτικές και σχόλια». Ανάμεσά τους, εκείνο που βαραίνει ιδιαίτερα, και στο οποίο θα επικεντρωθούμε, είναι το δεύτερο από τα εισαγωγικά, που φέρει τίτλο: «Προσωπικά περιαυτολογικά δεδομένα». Πρόκειται για αμιγώς αυτοβιογραφικό κείμενο, με εύστροφη αλλά επισφαλή ισορροπία. Ενώ ο ίδιος, με αυτοσαρκαστικούς τόνους, γλιστράει πανέξυπνα στη μετριοφροσύνη, αντιστρόφως, οι τόνοι στα αναφερόμενα πρόσωπα αποκλίνουν σταθερά προς τον πνευματώδη ευφημισμό. Παρ’ όλα αυτά, το σύνολο των πληροφοριών φιλτράρεται εύκολα.

Στο εν λόγω κείμενο αναφέρεται, διαδοχικά, στους εκάστοτε διευθυντές εντύπων. Κατονομάζει συνολικά έξι. Αφετηρία ο Γιώργος Γεωργαλάς, συνεκδότης στην εφ. Αθλητική Ηχώ και πέρας ο Σταύρος Ψυχάρης του Βήματος. Πουθενά, όμως, δεν υπάρχει χρονική σήμανση ανά διευθυντή και, το κυριότερο, απουσιάζει μαζί και η ηλικιακή είσοδος στη σκιτσογραφία.  Όλα, δηλαδή, κατά χοντρική προσέγγιση μέσα απ' τα συμφραζόμενα.

Ενδιαφέρουσες ανομοιότητες προκύπτουν, εάν υποβάλλουμε σε χρονολογική σύγκριση, το αυτοβιογραφικό κείμενο με το εικονογραφικό μέρος. Εκεί, ενώ το πρώτο επιμηκύνει τη σκιτσογραφική του παρουσία, το δεύτερο, αντιθέτως, την ακρωτηριάζει. Η προκύπτουσα  μεταξύ τους διαφορά είναι κάπου 15 πρόσθετα χρόνια στο πρώτο, το οποίο εικονογραφικά, εντός του λευκώματος, μένει άφαντο. Η αριθμητική διαφορά έχει, ταυτόχρονα, και ημερολογιακό αντίκρισμα.  Έτσι, από το 1960 –χρονική ένδειξη του εξωφύλλου ευθυγραμμισμένη με την έναρξη του εικονογραφικού μέρους– πάμε προς τα πίσω, θέτοντας ως σίγουρη αφετηρία το 1944.

Η αφαίρεση τώρα στις δύο χρονολογίες, μας δίνει ως τελικό αποτέλεσμα τον ανέλπιστο αριθμό 71 συναπτά έτη γελοιογραφικό σκίτσο. Το κοιτάζει ένας αριθμολάγνος, όπως εμείς, και σαστίζει. Κατά το κοινώς λεγόμενο, παθαίνει πλάκα. 

Πληκτικές ή όχι, αυτές οι λογιστικές προσθαφαιρέσεις, πάντως, σε 2-3 σελίδες του εικονογραφικού μέρους, μπορούσαν να προταχθούν κάποια σκίτσα της περιόδου πριν το 1960. Χάρη, λοιπόν,  σ' αυτές τις παραλείψεις μάς δίνεται λαβή για περαιτέρω ανασκάλεμα του σκιτσογραφικού πεδίου.

Βάζουμε εδώ τελεία και πάμε στο κυρίως ψαχνό, ξεκινώντας απ' τον νεαρό, κομμουνίζοντα τότε, Κ. Μητρ., του Ριζοσπάστη. Είναι το δεύτερο στη σειρά έντυπο συνεργασίας, με πρώτο την εφ. Αθλητική Ηχώ,  ενώ  ως τρίτο αναφερόμενο ακολουθεί Ο Ταχυδρόμος.

 

Λαμπερός κομμουνιστής

Παραθέτουμε το μεγαλύτερο απόσπασμα της αναφερόμενης  θητείας στον Ριζοσπάστη, μήπως με αποσπασματική χρήση καλλιεργηθεί  εντύπωση παραποίησης στα γραφόμενα:

 

Μπροστά ακριβώς ήταν η πολιτική γελοιογραφία και ο Κώστας Καραγιώργης. Ένας κομψός, με χολιγουντιανή κοψιά τύπος. Κεφάτος, ευφυής και λαμπερός κομμουνιστής από άλλο πλανήτη. Με αδιανόητη για τον καιρό του σκέψη. Ότι θα τον σκοτώνανε δεν νομίζω ότι αμφέβαλλε ούτε ο ίδιος.

 Ήτανε διευθυντής στον Ριζοσπάστη και στον Ρίζο της Δευτέρας με γραφείο Σταδίου και Χρήστου Λαδά. Του πήγα σχέδια από τις Δεκεμβριανές μάχες της Αθήνας. Τα κοίταξε κουνώντας το κεφάλι.

- Φίλε, αυτά περάσανε, μου είπε. Πάμε γι' άλλα! Πάρε ένα τάληρο από τον Σόλωνα –μιλάμε για τον γλαφυρό Γρηγοριάδη με το σκύλο, που τότε έκανε τον ταμία–, πήγαινε στο Σύνταγμα, και πάρε το Ici Paris απ' τα περίπτερα. Έχει δυο σελίδες σκίτσα. Αντίγραψε τη γραμμή όποιου σκιτσογράφου σου πάει, και φέρε μου γελοιογραφίες.

Φοβερό, ε; Δεν μ' έστειλε να πάρω ούτε την Πράβδα ούτε το Κροκοντίλ, το σοβιετικό σατιρικό περιοδικό!

Πήγα, το πήρα, αντέγραψα τον Χαβίβ και άρχισε να μου δημοσιεύει γελοιογραφίες. Μεμιάς βρέθηκα ανάμεσα στη διασημότερη παρέα της εποχής.

Ο Φωκίων Δημητριάδης, ο Αρχέλαος, ο Παύλος Παυλίδης, ο Βαγγέλης Τερζόπουλος, ο Βλασόπουλος, ο Πολενάκης σχεδίαζαν και γέμιζαν δυο σελίδες σκίτσα, κάθε Δευτέρα ελεύθερα, ακαθοδήγητα, και γινόταν χαμός. Σε κυκλοφορία και εντυπώσεις.

Πρωτοφανή πράγματα για τον Αριστερό Τύπο. Δεν ξανάγινε ποτέ κάτι τέτοιο! [...]

 

Το ποιος ήταν ο Ριζοσπάστης στα ζόρικα εκείνα χρόνια και ο αφανής σήμερα Ρίζος της Δευτέρας,  υπό την καθοδήγηση του Κ. Καραγιώργη, αντανακλάται στην αυτοβιογραφική αναφορά. Περισσότερα σχόλια περιττεύουν ή, διόλου απίθανο, στις πεφωτισμένες μέρες μας και να ξενίσουν ως υμνολογία. Μετά, κάτι τέτοιο είναι κι αλλουνού παπά ευαγγέλιο. Καλύτερα ας το παρακάμψουμε. Μόνο περί σκιτσογραφίας ορισμένες διαφωτιστικές διευκρινίσεις προς σαφέστερη εικόνα των δύο εντύπων. 

Ο Ριζοσπάστης, καθημερινό φύλλο, εάν δεν είναι η πρώτη, βρίσκεται  πάντως ανάμεσα στις πρώτες εφημερίδες που δημοσιεύει σε πρωτοσέλιδο γελοιογραφίες απ' τα χρόνια του Μεσοπολέμου. Ο Ρίζος της Δευτέρας, εβδομαδιαία έκδοση (22 Οκτωβρίου 1946 - 22 Δεκεμβρίου 1947), ξεκίνησε με τέσσερις σελίδες, όπως το αδελφό φύλλο, που στη συνέχεια έγιναν 6 και, κάποια στιγμή, μέχρι τη βίαιη αναστολή της έκδοσης, 8. Εκτός από μεμονωμένες γελοιογραφίες, στις άλλες σελίδες, αφιέρωνε εξ αρχής, και ολόκληρη την τελευταία σελίδα, με κεφαλαιογράμματη βινιέτα: «Σατιρική σελίδα της εβδομάδας». Εκεί δημοσιεύονταν κατά μέσο όρο γύρω στα 15 γελοιογραφικά σκίτσα, συμπεριλαμβανομένων ως μονάδα και εκείνων σε μορφή κόμικς. Αυτοτελώς τα κόμικς, στο δεξιό κάθετο της σελίδας, έφταναν κάθε φορά τα 10-11 καρέ. Ως σκιτσογραφικό σύνολο ήταν καθαρά πολιτικού περιεχομένου, ΕΑΜογενούς ματιάς, χωρίς, ωστόσο, μέσα στις ζοφερές για την Αριστερά ταπεινώσεις, να ξεπέφτει στο «χοντρό γούστο».

 Σ' αυτό το βραχύ αλλά πληθωρικό πεδίο της γελοιογραφικής σάτιρας βρέθηκε –όχι τυχαία, αφού κατά προγενέστερη μαρτυρία του ήταν ΕΠΟΝίτης– ο Κ. Μητρ. Εκεί, «ανάμεσα στη διασημότερη παρέα της εποχής», κατά τη φράση του, καλλιεργεί το πολιτικό σκίτσο. Η «παρέα» δικαιολογεί τους ενθουσιώδεις τόνους, αλλά ο τρόπος που ονομαστικά καταγράφονται τα μέλη της θέτει ορισμένα ερωτηματικά.

Πριν μπούμε στο ερωτηματολόγιο, να προσθέσουμε στην αναφερόμενη λίστα και τον απόντα Νίκο Καστανάκη. Κατά πάσα πιθανότητα, είναι ο μόνος της «παρέας» που δημοσίευε ενυπόγραφα. Αυτό, καθόλου ανερμήνευτο, καθώς με δεμένο το γαΐδαρό του, δημοσιεύει στον Ριζοσπάστη από το 1924. Βρίσκεται, άλλωστε,  ανάμεσα στους πρώτους που εστάλη για μακρύ παραθερισμό στη Μακρόνησο.

Τώρα για τους υπόλοιπους.

Μεγάλος αριθμός γελοιογράφων, απροσδιόριστος βέβαια, χρησιμοποιεί ψευδώνυμο ή συγκοπτόμενο το επώνυμο. Το γιατί, είναι άλλη ιστορία. Ο Αρχέλαος (Αντώναρος), για παράδειγμα, κάνει χρήση του βαπτιστικού και έτσι έμεινε γνωστός και δελτιογραφημένος στα  σκόρπια μητρώα της γελοιογραφίας. Εάν σωστά γνωρίζουμε, στον τότε Ριζοσπάστη υιοθέτησε, μάλλον διά τον φόβον των Ιουδαίων,  το  παραπλανητικό  ψευδώνυμο «ΤΟΤ». Πίσω, όμως, από το μονόγραμμα «Ν», ή το αρκτικόλεξο «Τ.Α.Φ.», ποιος κρύβεται; Το «Πίπης» πάλι; Μήπως πρώιμος υπαινιγμός στον «Πίπη Πάπια», που καθιέρωσε λίγο μετά σε κόμικς ο Σταμάτης Πολενάκης; Επίσης, ο αναφερόμενος ως «Ζήτα», ποίος άραγε υπονοείται; Ή, ακόμη, το «Γρεκός», είναι ψευδώνυμη ή επώνυμη υπογραφή; Όλα άγνωστα, ενώ για τον Κ. Μητρ. αρκούσε μόνο επιστράτευση της μνήμης και ξεμπερδεύαμε. Η λύση ήταν απλή: μια παρένθεση έπειτα από κάθε αναφερόμενο όνομα με το αντίστοιχο ψευδώνυμο και χωρίς καθόλου άλλες εξηγήσεις, θα έλυνε οριστικά το γριφώδες  της ψευδωνυμίας.

Είναι κρίμα, γιατί εύκολα θα μπορούσε να τραβηχτεί η μάσκα της ψευδωνυμίας, σε όσους τουλάχιστον ταυτίζονται με εκείνους που ονομαστικά μνημονεύει. Τώρα δεν μένει παρά μόνο ο μαντικός τρόπος. Όσο για τα ανυπόγραφα σκίτσα, που λόγω αμείλικτων συνθηκών υπερέχουν σε συντριπτικό βαθμό, αυτά έχουν ήδη παραδοθεί στον άγνωστο Θεό της σκιτσογραφίας. Εκεί, μόνο κατ' υπόθεση και εφ’ όσον γνωρίζει κανείς, πράγμα σπάνιο, το σκιτσογραφικό ύφος, του Φωκίωνα Δημητριάδη, για παράδειγμα, μπορεί να γίνει αναγνώριση, με σχετική επιφύλαξη πάντα.

Χωρίς άλλα σχόλια, πάμε στη δεκαετία του 1960, όπου, συγκριτικά προς εκείνη του 1940, μετριάζονται κατά πολύ οι θολές πτυχές της σκιτσογραφίας. Πλοηγός μας βέβαια, ο οποίος παρακάμπτει εν σιωπή την εν,διάμεση δεκαετία, παραμένει ο Κ. Μητρ.

 

Προσγειωμένος εστέτ

Το κείμενο αναφοράς στο εβδομαδιαίο περιοδικό Ταχυδρόμος ταυτίζεται με την εικονογραφική αφετηρία του λευκώματος και την εναρκτήρια φάση του Κ. Μητρ. στα έντυπα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη. Η αναφορά, σύντομη αλλά αποκαλυπτική, όπως λίγο-πολύ και οι υπόλοιπες, επικεντρώνεται στο διευθυντικό πρόσωπο του περιοδικού. Πρόκειται για τον γνωστό μετά καθηγητή νεοελληνικής φιλολογίας Γ.Π. Σαββίδη. «Ο Σαββίδης –γράφει κλείνοντας ο Κ. Μητρ.– ήταν ευτύχημα για την ελληνική Γελοιογραφία. Αν δεν υπήρχε αυτός, οι μισοί έλληνες γελοιογράφοι δεν θα είχαν δοκιμαστεί καν».

Πριν εκφέρουμε γνώμη γύρω από την εγκωμιαστική ομολογία, προηγείται κάτι άλλο. Στο ενδιάμεσο του κειμένου φωλιάζει μια πρόκληση σαν εκείνη του Ριζοσπάστη. Αναφέρει εκεί, δειγματοληπτικά, ως «πρώτους και καλύτερους τον Μποστ. και τον ΚΥΡ». Καμία διαφωνία ως προς αυτό. Ίσα ίσα, το αντίθετο. Οι υπόλοιποι όμως, οι χαρακτηριζόμενοι με την αποφθεγματική φράση ως «Εθνική Ελλάδος των γελοιογράφων», ποιοι ακριβώς ήταν; Μόνο εκείνοι ατελώς του Ριζοσπάστη; Το ύφος και η ισορροπία του κειμένου φέρονται ως πιθανοί ένοχοι και αιτιολογούν την παράλειψη. Θα μπορούσε, ωστόσο, με κάποιο αφηγηματικό τέχνασμα να γίνει ονομαστική νύξη, γιατί, σύμφωνα με τον ποδοσφαιρικό υπαινιγμό, οι συνεργαζόμενοι σκιτσογράφοι ξεπερνούσαν τη δεκάδα.

Αναμφίβολα Ο Ταχυδρόμος διαδραμάτισε σημαντικό και υπολογίσιμο ρόλο στην πορεία του γελοιογραφικού σκίτσου. Πρέπει, όμως, να ληφθεί υπ’ όψη το γενικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ταξινομείται, διαφορετικά η διατύπωση περί «σημαντικού και υπολογίσιμου ρόλου» μοιάζει αυθαίρετη. Αυτό το πλαίσιο, σε σχέση με το σκίτσο πάντα, είναι περιληπτικά το εξής:  

Η εκδοτική άνθηση των περιοδικών ποικίλης ύλης, στα οποία συνεργάζονται αρκετοί σκιτσογράφοι –κατ' αντιστοιχία, περισσότεροι από εκείνους στις εφημερίδες– έχει ήδη αρχίσει απ' το Μεσοπόλεμο. Στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, αυτά τα περιοδικά, με κυριότερα  το Ρομάντσο και το Θησαυρό, πουλούσαν πάνω από 300 χιλιάδες τεύχη το καθένα κάθε εβδομάδα. Στις πλούσιες σε σκιτσογραφία σελίδες τους, βρίσκουμε, δίπλα στους παλαιούς, και πολλούς νέους (τότε) σκιτσογράφους, που επιδίδονται στην κοινωνικού περιεχομένου γελοιογραφία.

Στη γόνιμη αυτή φάση του περιοδικού Τύπου, εμφανίζεται, το 1954, Ο Ταχυδρόμος. Κάνει όντως σοβαρό  άνοιγμα προς τους νέους γελοιογράφους. Ή, σε μια ομάδα, που, κατά την ακριβή διατύπωση του Κ. Μητρ., «δοκίμαζε τα πρώτα της βήματα». Συγκεντρωτικά, αυτή η ομάδα θα δώσει νέα τροπή στη γελοιογραφία. Αυτό, καθόλου τυχαία, ή ανεξάρτητα από την εκδοτική γραμμή του Ταχυδρόμου. Η ύλη του, πιο εκλεκτική από τα άλλα περιοδικά της εποχής, στοχεύει σε υψηλότερης και, κυρίως, σε αστικής καλλιέργειας αναγνώστες. Στον ίδιο προσανατολισμό, και οι συνεργαζόμενοι σκιτσογράφοι ξεπερνούν το λαϊκό πνεύμα που διακρίνει τα υπόλοιπα περιοδικά.

Μπορούμε τώρα, χάρη στην έγκυρη αναφορά του Κ. Μητρ., χωρίς κανένα δισταγμό να συνάγουμε ότι αυτό οφείλεται στις κατευθυντήριες γραμμές του «προσγειωμένου εστέτ», όπως τον χαρακτηρίζει, Γ. Π. Σαββίδη.

Οπωσδήποτε, η διαπίστωση παραμένει έγκυρη. Αφορά, όμως, αποκλειστικά τον σημαίνοντα παρασκηνιακό ρόλο του συγκεκριμένου διευθυντικού προσώπου. Τα επιμέρους της ομάδας, που έδωσε από κοινού νέα τροπή στη γελοιογραφία, εξακολουθούν να βρίσκονται σε εκκρεμότητα. Εκτός των Κ. Μητρ., Μποστ. και ΚΥΡ, τα υπόλοιπα ονόματα, μαζί με κάποιο σκιτσογραφικό δείγμα, μένουν σε αινιγματική σκιά. Όμοια περίπου τύχη με εκείνα του Ριζοσπάστη.

 

Το λανθάνον βασίλειο

Επειδή το σατιρικό σκίτσο ταυτίζει την τύχη του με τον εφήμερο χαρακτήρα της  έντυπης δημοσιογραφίας, σε σύντομο διάστημα βυθίζεται και 'κείνο στην αφάνεια. Έτσι επιβιώνουν, στο βαθμό που επιβιώνουν, μόνο ονόματα γελοιογράφων. Είναι, εξ άλλου, δύσκολο να γνωρίζουμε τα χιλιάδες σκίτσα που μπορεί να φιλοτέχνησε ένας επαγγελματίας γελοιογράφος. Πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για συγκεντρωτικό σύνολο επαγγελματιών. Παρ’ όλα αυτά, στην εποχή μας, το θνησιγενές στοιχείο εύκολα ανατρέπεται. Παρούσα σήμερα ηψηφιακή τεχνολογία,εισβάλλει στο λανθάνον βασίλειο της γελοιογραφίας και της χαρίζει μακροβιότητα. Επειδή αυτό εν Ελλάδι στέκει μόνο ως φαντασίωση, ή, σωστότερα, ως ουτοπία, αυτόματα διαγράφεται και προσγειωνόμαστε στην υπάρχουσα  πραγματικότητα. Ποια περίπου είναι αυτή μπορούμε να τη δούμε πρόχειρα  στην περίπτωση του Κ. Μητρ.

Ας υποθέσουμε ότι ένα από τα σημερινά «Άγρια μωρά» είναι γκραφιτάς. Όχι όμως τυχαίος. Παράλληλα με τη μόνιμη ροπή στο επιτοίχιο γκράφιτι, κουβαλάει και σχετικές με αυτή την επίδοση καλλιτεχνικές ανησυχίες. Μιλάμε, δηλαδή, για κάπως «ψαγμένο άτομο», που αναζητά σκιτσογραφικά πρότυπα. Σ' αυτή την αναζήτηση, κάποια στιγμή τού «κάθεται» ο Κ. Μητρ. Βρίσκει απέναντί του δραστική απήχηση, τόσο που του «βγαίνει» και κάποια ανιχνευτική διάθεση. Έτσι, το πρώτο που κάνει, συμβουλεύεται την Πάπυρος - Λαρούς - Μπριτάννικα. Φτωχά πράγματα και ατελή, παρ’ ότι το λήμμα υπογράφεται από ιστορικό της Τέχνης. Ανικανοποίητος, καταφεύγει μετά στην τετράτομη Εγκυκλοπαίδεια του ελληνικού Τύπου. Ενώ, λοιπόν, εντοπίζει εκεί κάτι περί Αρχέλαου, περί Κ. Μητρ. τίποτα. Τζίφος. Κοιτάει μήπως κάτι στο λήμμα Ταχυδρόμος, πάλι τζίφος. Πέρα από ονομαστική αναφορά, τα υπόλοιπα, ανακατωμένος ο ερχόμενος. Για να δούμε, σκέφτεται, μήπως πουθενά αλλού τίποτα καλύτερο. Το βάζει πείσμα και δεν πέφτει έξω.  Πιο διαφωτιστικό όλων, μάλιστα με βιβλιογραφική ενημέρωση, βρίσκει εκείνο το λήμμα στο τετράτομο Λεξικό Ελλήνων Καλλιτεχνών της Μέλισσας. Κι οπωσδήποτε το πρόσφατο δημοσίευματου Ηλία Κανέλλη.

Διόλου απίθανο, ψάχνοντας, να εντοπίσει και κάποια άλλα. Αμφίβολο, όμως, αν βελτιώνουν πληροφοριακά την εικόνα που σχημάτισε με τα προηγούμενα. Ακόμη και με απανωτές βουτιές στο χάος του Διαδικτύου, όλα αθροισμένα, το πολύ πολύ να εξογκώνουν λεκτικά το ίδιο μείγμα πληροφοριών. 

Τελικά, με δώθε-κείθε σκόρπια θραύσματα, κάποια γενική εικόνα του «ψιλοκάθεται». Μόνο που αυτή υστερεί κατά πολύ απέναντι σε σκιτσογραφικά μεγέθη, όχι μόνο του Κ. Μητρ., αλλά και πολλών άλλων, που θεωρούνται σημαίνοντα μέλη της νεοελληνικής γελοιογραφίας.

Ούτε, λοιπόν, για το πρόσφατο, ούτε, βέβαια, για το μακρινό παρελθόν υπάρχει πουθενά σε χαρτώα ή, πολύ περισσότερο σήμερα,  σε ηλεκτρονική μορφή κάποια διαρκής συστηματοποίηση του γελοιογραφικού σκίτσου. Με μόνη εξαίρεση τη μεθοδική πολιορκία του θέματος, όπως κατατίθεται στη δίτομη Ιστορία της Ελληνικής Γελοιογραφίας του Δημήτρη Σαπρανίδη, άλλη «επίσημου» χαρακτήρα ιστοριογραφική μελέτη δεν υπάρχει. Για ειδική επί του θέματος βιβλιογραφία, ούτε λόγος. Αυτή τίθεται μονίμως  στο περιθώριο, σαν να εκτρέφεται σε αλαφροΐσκιωτη σφαίρα ονειροπαρμένων. Εκτρεφόμενη ή όχι απόονειροπαρμένους, μια βιβλιογραφία καθορίζει το εύρος του ερευνητικού ορίζοντα σε όποιον τομέα αυτή εποπτεύει.

Για να γίνει σαφής η απουσία της και το κατά πόσο αυτή επηρεάζει τον ορίζοντα του γελοιογραφικού σκίτσου, ας πάρουμε, ενδεικτικά, ένα δομικής αξίας παράδειγμα. Χωρίς καμία βιβλιογραφική βάση, εκτός όλων των άλλων, οι πολύτιμες για το ιστορικό τους φορτίο πρωτογενείς μαρτυρίες, σαν αυτή του Κ. Μητρ., μένουν ξεμοναχιασμένες ή, με άλλα λόγια, εγωκεντρικά περιχαρακωμένες στον εαυτό τους. Πώς, όμως, να καλλιεργηθούν δεσμοί μεταξύ του, όταν το κοινό σημείο στέγασης, η βιβλιογραφία, κατατάσσεται πανηγυρικά στις βασικές ελλείψεις; Εξ ανάγκης τώρα, όλα ανεξαιρέτως όσα σχετίζονται με τη γελοιογραφία λιμνάζουν εδώ κι εκεί ασυνάθροιστα. Με αυτές τις προϋποθέσεις, ακόμη και το πιο απλό, η κατάρτιση, ας πούμε, ολοκληρωμένου καταλόγου ατομικών εκθέσεων και συμμετοχής σε ομαδικές οποιουδήποτε σκιτσογράφου διαστέλλεται στα όρια του αδύνατου.

Πρέπει, τελικά, κάποιος βιβλιογραφικός κώδικας, έστω και στοιχειώδης, να λογαριάζεται ανάμεσα στα απαιτούμενα.  Προς στιγμήν πάντως και όσο τα σχετικά με το γελοιογραφικό σκίτσο κείμενα παραμένουν αβιβλιογράφητα, κάθε απόπειρα σοβαρής μελέτης θα προσκρούει στην απογοητευτική  απουσία βιβλιογραφικών δεδομένων. 

Όσον αφορά ειδικά τις πρωτογενείς μαρτυρίες, αυτές, εκτός από σκόρπιες σε αδόκητα σημεία, είναι απελπιστικά περιορισμένες και επιπλέον –εάν λάβουμε ως μέτρο σύγκρισης αυτήν του Κ. Μητρ.– ισχνής έκτασης.  

 

 

Θέση επόπτη

Η παρέκβαση στο ασυστηματοποίητο της γελοιογραφίας δεν έγινε από κάποιο είδος εμμονής με την παρελθοντολογία, παρά μόνο για να υπογραμμιστεί επαρκώς η αφανής χρησιμότητα της βιβλιογραφίας. Υπενθυμίζουμε ότι έναυσμα κάθε σχολιασμού παραμένει το αυτοβιογραφικό κείμενο του Κ. Μητρ. Και εφ’ όσον δέσμιοι στα όσα γράφει εκείνος, πάμε τώρα σε άλλου τύπου ανακάτωμα.

Από τον Θέμο Άνιννο, εάν τον δεχθούμε ως αφετηριακή μορφή της καλλιτεχνικής γελοιογραφίας, μεσολαβούν –διαμοιρασμένες μέσα στον 20ό αιώνα– τρεις πυκνές συναθροίσεις νέων ταλέντων στη σκιτσογραφία. Πρώτη στο Μεσοπόλεμο, ενισχυμένη με κωνσταντινουπολίτες πρόσφυγες. Δεύτερη, πιο πολυμελής,  με αφετηρία τα πρώτα μετακατοχικά χρόνια. Και τρίτη, πολυμελέστερη όλων, μετά την πτώση της Δικτατορίας. Παρενθετικά, αλλά όχι άσχετα, να σημειώσουμε, ότι τον υποβοηθητικό ρόλο που έπαιξαν  τα περιοδικά ποικίλης ύλης στη σκιτσογραφία, αρχικά στο Μεσοπόλεμο και εν συνεχεία, στα μεταπολεμικά χρόνια, τον ίδιο, αλλά πρωτεύοντα, έπαιξε στα μεταδικτατορικά χρόνια το πολιτικό περιοδικό Αντί. Χωρίς διάθεση μεγαλοποίησης, έφερε, θα λέγαμε, μια καινούργια χιουμοριστική ατμόσφαιρα, η οποία, λίγο-πολύ, επικρατεί ώς σήμερα.

Το παράδοξο, φαινομενικά τουλάχιστον, είναι το πότε αναδύονται αυτές οι τρεις πολυμελείς ομάδες. Κάνουν τα πρώτα βήματα εντός, ή ακριβώς μετά από ανώμαλες συνθήκες. Η πρώτη μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η δεύτερη μέσα στη μετακατοχική οξύτητα του Εμφυλίου και των μετεμφυλιακών χρόνων, ενώ η τρίτη εκδηλώνεται μαζικά μετά την πτώση του απριλιανού καθεστώτος. Πρώτη, δηλαδή, και τρίτη ομάδα εκδηλώνεται σε φάση επούλωσης πληγών, και δεύτερη σε φάση αιμορραγούσας πληγής. Καθόλου παράδοξη σύμπτωση, καθώς σε πλήθος παραλλαγές η σάτιρα λειτουργεί πάντα ως ανακουφιστικό αντίδοτο ακόμη και κάτω από αντίξοες συνθήκες.

Η γενικότερη αυτή σχηματική θεώρηση δεν είναι, βέβαια, ανεξάρτητη από τον Κ. Μητρ. Που, όμως και κυρίως, πώς συσχετίζεται σε ατομικό επίπεδο, επειδή δεν μοιάζει και τόσο αυτονόητο, ας το κάνουμε πιο σαφές:

Εκείνος αποκαλύπτει το ταλέντο του στη μεσαία ομάδα και νεαρός συμπορεύεται, για παράδειγμα, με τον Φωκίωνα Δημητριάδη προερχόμενο από την πρώτη ομάδα, ενώ ώριμος συμπορεύεται, πάλι για παράδειγμα, με τον Δημήτρη Χαντζόπουλο, προερχόμενο από την τρίτη. Στέκει, δηλαδή, στο ενδιάμεσο, και καθώς συναναστρέφεται ανελλιπώς με τον κόσμο της γελοιογραφίας βρίσκεται στην πλέον πλεονεκτική θέση επόπτη ολόκληρου του 20ού αιώνα ώς σήμερα. Από αυτή τη θέση, πέραν της πολύχρονης εμπειρίας, καλλιεργεί προσωπικές γνωριμίες, οικειότητες, συζητήσεις για ποικίλα συμβάντα επί της γελοιογραφίας, πιθανές διαφωνίες και πλήθος άλλα επαγγελματικά. Αυτό ακριβώς τον καθιστάλεπτομερειακό γνώστη, μάλιστα εκ των έσω, του σκιτσογραφικού πεδίου. 

Επ' αυτού, αφελώς μπορεί να αναρωτηθεί κάποιος: κι επειδή γνώστης, έχει αυτό καμιά αξία; Αμ, έχει και παραέχει. Πρόσωπα και συμβάντα της γελοιογραφίας που κάποτε ήταν γνωστά, σήμερα κάθε άλλο παρά γνωστά είναι. Ποιος, για παράδειγμα, θυμάται, ότι ο Μποστ. σύρθηκε κάποτε κατηγορούμενος και «ηθωώθη για τις γελοιογραφίες του», επειδή «δεν ήσαν υβριστικαί για την θρησκεία»; Θέτοντας, μάλιστα, στη θέση του, εκείνους τους άμοιρους του Charlie Hebdo, αυτόματα προκύπτουν και ομοιότητες με το σήμερα. Στον μεν ένα υπεβλήθη μήνυση «επί εξυβρίσει», στους δε άλλους, αντί μήνυσης, τρεις «μοναχικοί λύκοι» έστειλαν τους «υβριστές» άναυλα στον άγιο Πέτρο. Συνεπώς, ένα συμβάν στο παρελθόν δεν υστερεί σε «σπουδή» ενός παρεμφερούς στο παρόν, αρκεί εκείνο του παρελθόντος να μη  βρίσκεται καταχωνιασμένο σε βαθιά σκοτάδια.

Αφού μέσα από παρεκβάσεις ξοφλήσαμε με τη συνύφανση ομαδικού και ατομικού, ας δούμε, μέσω παρέκβασης πάλι, πού  συγκλίνουν αυτά τα δύο σχετικά με τον Κ. Μητρ. Η απάντηση είναι μονολεκτική και υποδηλώνεται σ' εκείνο το: «πλεονεκτική θέση επόπτη». Την κρατάμε, όμως, για επιμύθιο. 

 

Σκιτσόφιλος χιουμορίστας

Ο κόσμος του Κ. Μητρ. είναι από νεαράς ηλικίας ο κόσμος της γελοιογραφίας. Φαίνεται από πιτσιρικάς, όπως αναπνέει, έτσι κι αδιάκοπα σκιτσάρει. Κάτι, δηλαδή, σαν έκτη αίσθηση. Ταυτόχρονα, όμως, και με ανεπτυγμένο ένστικτο λαγωνικού στον εντοπισμό «αμαρτημάτων» του δημόσιου βίου. Είτε έμφυτα είτε επίκτητα, με τα δύο αυτά χαρίσματα σχολιάζει, με σκιτσογραφικό τρόπο, όλο γενικώς το φάσμα  των κωμικών αντιθέσεων, από την απλή παρεκτροπή, ώς το άλλο άκρο, τη δημόσια ύβρη. Αυτό τον καθιστά ανάμεσα στους πιο καίριους κοινωνικοπολιτικούς σχολιαστές. Τα δε σκίτσα του, μαζί με τις συνδηλώσεις τους, εκπέμπουν ποίηση, την παρεξηγημένη ποίηση της φαιδρότητας.   

Πέραν αυτών, ο Κ. Μητρ., εάν δεν κάνουμε λάθος, είναι, επιπλέον, ο τελευταίος εν ενεργεία γελοιογράφος της γενιάς του. Με όλα γενικώς όσα ώς εδώ αναφέρθηκαν, αποτελεί σημαντική ψηφίδα στην ιστορία της νεοελληνικής γελοιογραφίας, μάλιστα της καλλιτεχνικής, που αρχίζει με τον Θέμο Άννινο και τον σατιρικό Ασμοδαίο του. Ηλικιακά λογαριάζεται προπάππος του, απ' τον οποίον παίρνει μακρινή πάσα. Παίρνει, ωστόσο και πιο κοντινές πάσες. Ας δούμε μία σχετική.

Διακριτό στοιχείο ταυτότητας στη φιγούρα του ανώνυμου Έλληνα διατηρεί μόνιμα τη στολή του φουστανελά (ή, τουλάχιστον, το σκούφο) και μέσω αυτής «σχολιάζει» ποικιλοτρόπως τα όσα δυσάρεστα πλήττουν την αγαθοπιστία της νεοελληνικής κοινωνίας. Υπό ευρεία έννοια, περισσότερο συμβολική,  υπομένει τα πάντα, σαν σε  ρόλο παθητικής άμυνας απέναντι σε δόλιες επιθέσεις από διάφορους  επιτήδειους «τύπους», που διαπράττουν σε βάρος του ποικίλες απάτες. Πώς την εμπνεύστηκε και πότε φιξαρισμένη την εισάγει ως φιγούρα, μένει άγνωστο. Μοιάζει πάντως να παίρνει καλή πάσα από μια παραπλήσια, εκείνη όμως αρειμάνια, που καλλιεργεί σταθερά στο Μεσοπόλεμο ο Σταμ Σταμ. Σε παραλλαγή τη συναντάμε ενδιάμεσα και σε άλλους σκιτσογράφους, όχι όμως στην ίδια συχνότητα  και με τον σπαρταριστό χαρακτήρα των Σταμ Σταμ και Κ. Μητρ.

Δεν είναι, λοιπόν, τα πράγματα μεμονωμένα και ασυσχέτιστα μεταξύ τους. Ακόμη και στη λεπτή πτυχή της σκιτσογραφικής έκφρασης σχηματίζεται αλληλουχία και εντοπίζονται συγγένειες. Αλλά, σύμφωνα με μια προηγούμενη διαπίστωση, χωρίς συγκεντρωτική ταξινόμηση δημοσιευμάτων και με ισχνές αυτοβιογραφικές μαρτυρίες, οποιαδήποτε θεματική διερεύνηση στο γελοιογραφικό σκίτσο προσκρούει σε αξεπέραστες δυσκολίες. Παρ’ όλα αυτά, το πρώτο εύκολα συντάσσεται, αρκεί  να υπάρξει διάθεση και κάποιο πρόγραμμα. Το δεύτερο όμως, οι αυτοβιογραφικές μαρτυρίες, είναι των αδυνάτων αδύνατον να συνταχθεί. Στις εμπειρίες δεν υπάρχει  κανενός είδους  υποκατάστατο, ούτε πρόκειται να υπάρξει ποτέ. Είναι αποκλειστικό προνόμιο εκείνου που τις κομίζει και κατά βούληση του ιδίου μένουν ή όχι αμετάδοτες. Απ' αυτό ακριβώς προκύπτει τώρα πιο καθαρά η χρωστούμενη απάντηση σ'  εκείνο το «πλεονεκτική θέση επόπτη»:

Αυτοβιογραφία κ. Μητρόπουλε. Αυτοβιογράφος, όχι μόνο σκιτσόφιλος χιουμορίστας, μπας και δουν λίγο φως οι αθέατες όψεις της γελοιογραφίας.

 

ΥΓ. Αυτά, με τον πρέποντα σεβασμό κ. Μητρόπουλε – και οπουδήποτε από αβλεψία παρεισέφρησε προκλητικός τόνος, δεν έγινε εμπρόθετα. Μπορεί κάπως αυθόρμητα, αλλά με καλή διάθεση. Και ως συμπλήρωμα στην όλη φλυαρία, σας ευχόμαστε –τι άλλο!– ακατάπαυστο χιουμοριστικό κέφι για σαρκασμό και ανατρεπτική ειρωνεία στα όσα θεόστραβα συμβαίνουν σ' αυτόν τον εκ γενετής ταλαίπωρο τόπο. Βάλτε όμως ως πρόσθετο στο σκιτσογραφικό «πάθος» και αυτοβιογραφική κατάθεση. Ή, έστω, σε ενιαίο τόμο, τα ασυνάθροιστα εδώ κι εκεί αυτοβιογραφικά σημειώματα.

 

 

 

 

 

Κωστής Α. Λιόντης. Δημοσιογράφος. Έχει συνεργαστεί µε την Αυγή, το Αντί, με τις «Επτά Ηµέρες» της Καθηµερινής και με άλλα γνωστά ή καθόλου γνωστά έντυπα.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά