Σάββατο, 03 Οκτωβρίου 2015

Η δύναμη των πολλών

Κατηγορία Comics
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Κριτικές Κόμικς Λογοτεχνία Ιστορία Τεύχος 58
Η Αθήνα την εποχή του Κλεισθένη, όπως τη φαντάστηκε ο Αλέκος Παπαδάτος. Η Αθήνα την εποχή του Κλεισθένη, όπως τη φαντάστηκε ο Αλέκος Παπαδάτος. Αλέκος Παπαδάτος / Ίκαρος

Αλέκος Παπαδάτος – Αβραάμ Κάουα – Annie di Donna, Δημοκρατία, Ίκαρος, Αθήνα 2015, 247 σελ. (το βιβλίο κυκλοφορεί από τις 2 Οκτωβρίου και στα ελληνικά)

Όπως και στο Logicomix, το παγκόσμιο μπεστ σέλερ που είχε σχεδιάσει ο Αλέκος Παπαδάτος, και στη Δημοκρατία, το καινούργιο εικονογραφημένο μυθιστόρημα που ολοκλήρωσε ο Παπαδάτος σε σνεργασία με τον σεναριογράφο Αβραάμ Κάουα, έχουμε να κάνουμε με μια ιστορία ιδεών. Ο Δοξιάδης είχε στηρίξει την αφήγησή του στον Μπέρτραντ Ράσσελ, ο Κάουα επιλέγει ως αφηγητή της δικής του ιστορίας έναν νεαρό, τον Λέανδρο, που ενηλικιώνεται παράλληλα με τα ιστορικά γεγονότα: από την τυραννοκτονία μέχρι την άνοδο του Κλεισθένη, τις πρώτες δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις του, το πνεύμα της χειραφέτησης που υπηρετούσαν και την υπεράσπιση του πνεύματος αυτού στη μάχη του Μαραθώνα (490 π.Χ.). Αναδημοσίευση από το Books' Journal 58, Σεπτέμβριος 2015.

Η αρχαία πόλις έκανε την εμφάνισή της γύρω στον 8ο αιώνα π.Χ.: ήταν μια νέα μορφή πολιτικής οργάνωσης μιας επικράτειας, η οποία διαδόθηκε ταχύτατα σε όλη τη λεκάνη της Μεσογείου, από τον Εύξεινο Πόντο ώς τις ακτές της Ανδαλουσίας. Στις αρχές του 5ου αιώνα ο ελληνικός κόσμος είναι ένα ψηφιδωτό από κοινότητες ανεξάρτητες μεταξύ τους, οι οποίες όμως είχαν ως συνεκτικό ιστό τη γλώσσα και τη λατρεία. Μία από αυτές ήταν και η πόλη της Αθήνας, η οποία, εκείνη την εποχή, δίνει την εικόνα μιας κοινότητας που διέρχεται φάση βαθιάς μετάλλαξης. Όταν γεννιέται ο Περικλής, το 494/3 π.Χ., η πόλη είναι ελεύθερη: δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που αποτίναξε τον ζυγό των τυράννων, οι οποίοι κρατούσαν τα ηνία της εξουσίας επί μισό αιώνα. Η αλλαγή αυτή ήταν ιδιαίτερα σημαντική: με την πτώση της τυραννίδας το 510 π.Χ., οι μορφές προσωπικής κυριαρχίας απαξιώθηκαν για πολύ καιρό· επρόκειτο για έναν παράγοντα που ο Περικλής ήταν υποχρεωμένος να τον υπολογίζει σε όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του. Αυτή η ανατροπή εκφράστηκε στο επίπεδο των θεσμών το 508/7 π.Χ.: μια σειρά μεταρρυθμίσεων, στις οποίες πρωτοστάτησε ο Κλεισθένης, μετέβαλαν βαθιά την πολιτική οργάνωση της πόλης, θέτοντας τις βάσεις για το δημοκρατικό πολίτευμα που άκμασε κατά τη διάρκεια του 5ου αιώνα.[1]

Ο Περικλής είχε καταγωγή, από την πλευρά της μητέρας του, από την οικογένεια των Αλκμεωνιδών. Από την ίδια οικογένεια καταγόταν και ο Κλεισθένης, το πρόσωπο που «πρωτοστάτησε σε μια βαθιά μεταρρύθμιση της πολιτικής οργάνωσης της Αθήνας, θέτοντας τις βάσεις για το μελλοντικό δημοκρατικό πολίτευμα».[2]

Ο Κλεισθένης βρέθηκε στο προσκήνιο με το τέλος της τυραννίας του Πεισίστρατου (που κράτησε τα ηνία της πόλης, με διαλείμματα, από το 561 έως το θάνατό του, το 527 π.Χ.) και των επιγόνων του, του Ίππαρχου (που δολοφονήθηκε από τον Αρμόδιο και τον Αριστογείτονα) και του Ιππία, ο οποίος και έμεινε στην εξουσία έως το 510 π.Χ. Η πολιτική εξουσία του Πεισίστρατου, μολονότι τυραννία, δεν ήταν ιδιαίτερα αυταρχική. Αν και ο Σόλων, το νομοθετικό πλαίσιο του οποίου καθόριζε τις σχέσεις των κατοίκων, αντιτάχθηκε στην εξουσία του ώς το θάνατό του, ο τύραννος σηρίχθηκε σε εκείνο το πλαίσιο. Επίσης, δεν άλλαξε τις διοικητικές δομές της πόλης, του αρκούσε να τις ελέγξει. Ο Πεισίστρατος, που προστάτευσε και ενίσχυσε τα γράμματα και τις τέχνες, υπήρξε μεταρρυθμιστής, έστρεψε τον πληθυσμό από τους πολέμους στην καλλιέργεια της γης και στο εμπόριο ενώ συνέβαλε στη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων. Πολλές από τις επιλογές του χρεώνονται σε μια πολιτική υστεροβουλία – είναι μάλιστα δεδομένο ότι η φιλολαϊκή πολιτική του έχει σχέση με την εμβάθυνση των πολιτικών διαφορών που είχε με οικογένειες αριστοκρατών, μεταξύ των οποίων η οικογένεια των Ακμεωνιδών.

Η ανάρρηση στα πράγματα του Αλκμεωνίδη Κλεισθένη συνδυάστηκε με τη φθορά της τυραννίδας, το τελευταίο διάστημα της διακυβέρνησης του Ιππία – όταν αποδείχθηκε αναξιόπιστος να διαχειριστεί μια οικονομική κρίση, αναγκαζόμενος να επιβάλει επαχθείς φόρους. Σημαντικό ρόλο έπαιξε το γεγονός ότι ο Ιππίας θεωρήθηκε μηδίζων, συμπαθών δηλαδή των Περσών, που επιβουλεύονταν την Ελλάδα, γεγονός που έστρεψε εναντίον του και τους Σπαρτιάτες. Ρόλο στην ενίσχυση της ισχύος του Κλεισθένη πρέπει να έπαιξε και η δύναμη της θρησκείας. Σύμφωνα με τον VincentAzoulay[3], ο οποίος επικαλείται τον Ηρόδοτο, ο εύπορος Κλεισθένης χρηματοδότησε «την ανοικοδόμηση του ναού του Απόλλωνα στους Δελφούς, όταν καταστράφηκε από πυρκαγιά το 548 π.Χ. Σύμφωνα όμως με τις κακές γλώσσες, κατηγορήθηκε ότι χρησιμοποίησε την περιουσία της οικογένειάς του για να δωροδοκήσει την Πυθία και να εξασφαλίσει χρησμούς πάντα ευνοϊκούς για τη γενιά του».

Εν πάση περιπτώσει, σε αυτό το πλαίσιο ανέρχεται, το 508/7 π.Χ., στην εξουσία ο Κλεισθένης, με πρόθεση να μεταρρυθμίσει το πολίτευμα της πόλης, προς δημοκρατική κατεύθυνση. Η σημαντικότερη από τις μεταρρυθμίσεις του ήταν στην κατεύθυνση αναδιάταξης της δομής της πόλης, έτσι ώστε να τονώσει το ενδιαφέρον για τα κοινά των κατώτερων κοινωνικών τάξεων.

Προς την κατεύθυνση αυτή συνέλαβε ένα σημαντικό, όπως αποδείχθηκε, μεταρρυθμιστικό σχέδιο. Χώρισε την Αττική σε τρεις βασικούς δήμους (το άστυ,τα παράλια και τη μεσογαία). Στη συνέχεια, κάθε δήμος χωρίστηκε σε δέκα τμήματα (10 τριττύες). Στη συνέχεια, με ένα τμήμα από το άστυ, ένα από τη μεσογαία και ένα από τα παράλια, συγκρότησε  μια νέα φυλή – έτσι έκανε και για τα δέκα τμήματα που είχε δημιουργήσει. Έτσι φτιάχτηκαν δέκα νέες φυλές.[4] Με τον τρόπο αυτό, οι πλούσιοι ευγενείς έπαψαν να αποτελούν μόνοι τους μια ισχυρή τάξη, αναμειγνυόμενοι με τους υπόλοιπους πολίτες. Η επιλογή του αυτή ήταν ένα ισχυρό κτύπημα στο πελατειακό κράτος της εποχής, αφού οι πολιτικοί δεν θα μπορούσαν πλέον να ευνοούν όσους είχαν χρήματα και κοινωνική ισχύ, καθ’ όσον έπρεπε να λογοδοτούν και στα υπόλοιπα τμήματα κάθε φυλής. Ο Κλεισθένης έδωσε όλη την εξουσία στην Εκκλησία του Δήμου. Από αυτήν εκλέγονταν και οι δέκα στρατηγοί που διοικούσαν όχι μόνο το στρατό αλλά και το ίδιο το κράτος.

Επιπλέον, η Βουλή των 400, όργανο που είχε θεσπίσει ο Σόλων, αντικαταστήθηκε από νέα Βουλή με 500 βουλευτές, οι οποίοι εκλέγονταν κάθε χρόνο με κλήρο, 50 από κάθε φυλή. Έτσι όλοι οι πολίτες είχαν πιθανότητα να γίνουν κάποτε βουλευτές. Έργο της Βουλής ήταν να προετοιμάζει τα θέματα που θα συζητούσε η Εκκλησία του Δήμου.[5]

Έτσι γεννήθηκε στην Αθήνα η δημοκρατία, το πολίτευμα που πλέον δίνει σε όλους τους πολίτες το δικαίωμα αλλά και τους υπαγορεύει το καθήκον να συμμετέχουν στη διακυβέρνηση του κράτους. Με τον τρόπο αυτό έπαψαν η συγγένεια και η καταγωγή να παίζουν ρόλο στην πολιτική ζωή της Αθήνας. Το μέτρο αυτό, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ήταν ουσιαστικό, αφού έτσι «δόθηκε η πολιτεία στον λαό». Το νέο πολίτευμα στηριζόταν στη δύναμη των πολλών.[6]

Τα παραπάνω είναι, σε γενικές γραμμές, το ιστορικό φόντο του νέου εικονογραφημένου αφηγήματος (graphicnovel) του Αλέκου Παπαδάτου, σε σενάριο του Αβραάμ Κάουα και με χρωματισμό από την Αννί ντι Ντοννά, που κυκλοφορεί σχεδόν ταυτόχρονα στην παγκόσμια και στην ελληνική αγορά.

 

2.

OΑλέκος Παπαδάτος προσγειώθηκε στα κόμικς από τα κινούμενα σχέδια –όπως άλλωστε και ο «καλός σχεδιαστής των παπιών» του Ντίσνεϋ, Καρλ Μπαρκς– και ευτύχησε η πρώτη κιόλας δουλειά του, το Logicomix, που κυκλοφόρησε το 2008 σε σενάριο του Απόστολου Δοξιάδη, με τη σεναριακή συμβολή του καθηγητή Χρίστου Χ. Παπαδημητρίου και τη συνεργασία στο χρωματισμό των καρέ της Αννί ντι Ντοννά, να γίνει παγκόσμιο μπεστ σέλερ.

Το Logicomixεπιχείρησε να χωρέσει την περιπέτεια της λογικής σε μια αφήγηση, με «ξεναγό» τον Μπέρτραντ Ράσσελ. Βόλευε το γεγονός ότι η ζωή του Ράσσελ ήταν μια περιπέτεια ιδεών: όπως η αδυναμία της σκέψης του να τιθασεύσει τα φαινόμενα και τους κανόνες σε μια, ενιαία και πλήρη ερμηνευτική μέθοδο, έτσι και η ζωή του τον οδήγησε σε πιο ευέλικτες και ταυτόχρονα περισσότερο περίπλοκες προσεγγίσεις. Αυτή η διαδικασία έδωσε τη δυνατότητα στους σεναριογράφους να εμπλουτίσουν με τις απαραίτητες αφηγηματικές αυθαιρεσίες, πλάθοντας επεισόδια της ζωής του Ράσσελ, την προσπάθεια τεκμηρίωσης των μαθηματικών στη λογική. Αυτό το αρκετά δύσκολο στην αφηγηματική προσαρμογή του εγχείρημα πέτυχε. Και στην επιτυχία του συνέβαλε εξ ίσου με το σενάριο και η σχεδιαστική γραμμή του κόμικς, την οποία υπέγραφε ο Αλέκος Παπαδάτος.

Για τη σχεδιαστική αυτή γραμμή σημείωνα, λίγο μετά την κυκλοφορία στα ελληνικά του βιβλίου:

 

Αν και είναι το πρώτο του κόμικς, [ο Αλέκος Παπαδάτος] αποδεικνύεται ένας από τους πιο επιδέξιους εικονογράφους, ο ρεαλισμός των σχεδίων του οποίου, οι στυλιστικές επιλογές και η κομψή πνευματικότητα που αποπνέουν παραπέμπουν στην τεχνοτροπία της βελγικής σχολής των κόμικς – της σχολής που, μεταξύ των άλλων, διαμόρφωσε ο δημιουργός του Τεντέν, ο Ερζέ. Η καθαρή γραμμή, το σκληρό ντεκουπάζ αλλά και η λιτότητα και η ακρίβεια στην εκμαίευση σασπένς από τον κόσμο της επιστήμης, των Μαθηματικών και της Φιλοσοφίας, κάνουν το συγκεκριμένο βιβλίο μοναδικό.[7]

 

Μεγάλο μέρος της επιτυχίας του Logicomix, επίσης, οφείλεται στη συστηματική αναπαράσταση της εποχής. Βεβαίως, σε αυτό ο Αλέκος Παπαδάτος δεν πρέπει να δυσκολεύτηκε ιδιαίτερα, αφού εκτός από τις γραπτές περιγραφές υπάρχουν φωτογραφικές και κινηματογραφημένες μαρτυρίες που μπορούν να τεκμηριώσουν τη ζωή, από την αρχή του 20ού αιώνα.

Η γραμμή αυτή, στη νέα σχεδιαστική δουλειά του Παπαδάτου, τη Δημοκρατία, έπρεπε να προσαρμοστεί. Οι λόγοι ήταν δύο. Αφ’ ενός, η εποχή έπρεπε να ανασυντεθεί από την αρχή, με βάση τις πηγές αλλά και αρκετή αυθαιρεσία, αφού εκτός από τα κτίρια, το διάκοσμο των πόλεων, τα ενδύματα των προσώπων, έπρεπε να αναπαρασταθούν και οι κοινωνικές ή οι καθημερινές συμπεριφορές τους. Αφ’ ετέρου, τα πρόσωπα, γνωστά και άγνωστα, έπρεπε να επινοηθούν από την αρχή – προφανώς, έπειτα από σπουδή σε πρόσωπα σχετικώς γνωστά, δάνεια από το θέαμα ή από την πολιτική, αρκετά διάσημα έτσι ώστε να μπορούν να απομονωθούν φωτογραφικά σε διάφορες στιγμές της ζωής τους και με διάφορες εκφράσεις, που θα χρησιμεύσουν ως μοντέλα στη συνέχεια, προκειμένου να δανείσουν τη μορφή και τις εκφράσεις τους στους ήρωες του κόμικς.

Το αποτέλεσμα, η αίσθηση, και παραπέμπει στο Logicomix, αλλά και διαφέρει. Ο Αλέκος Παπαδάτος συνεχίζει να σχεδιάζει με την πειθαρχία, το ρεαλισμό, την κομψότητα και την καθαρή γραμμή της βελγικής σχολής. Ωστόσο, εδώ οφείλει και να επινοήσει πρόσωπα, σκηνές και στιγμιότυπα. Και οι επινοήσεις του είτε παραπέμπουν σε ζωγραφικά τεκμήρια της αρχαιότητας (η εποχή του Κλεισθένη, την οποία περιγράφει, άλλωστε, ήταν συνυφασμένη με την άνθηση της αγγειοπλαστικής) είτε πολύ λιγότερο σε αναχρονισμούς, δανεικούς από τις συμπεριφορές και τις συνήθειες της εποχής μας. Σπανίως παραπέμπει στον κινηματογράφο ή σε άλλα κόμικς, άλλωστε πολύ συχνά στα κόμικς τα ιστορικά φόντα έχουν μια χονδρική αληθοφάνεια, και οι παραπομπές στην εποχή στηρίζονται κυρίως στις λαϊκές αναπαραστάσεις τους, κυρίως του κινηματογράφου, παρά στην προσπάθεια κατανόησης των ειδικών χαρακτηριστικών της εποχής. Ειδικά στη Δημοκρατία, έχω την αίσθηση ότι η μοναδική αναφορά σε κόμικς, χωνευμένη ωστόσο και επαναποδοσμένη, ιδίως στις τελευταίες σκηνές του έργου, γίνεται στις σκηνές μάχης, όπου πιθανόν να αναγνωρίζει κανείς αναλογίες με το κόμικς 300 του Φρανκ Μίλλερ. Προφανώς, όμως, ούτε με τις ίδιες συνδηλώσεις ούτε με τις ίδιες στοχεύσεις.

 

3.

Το Logicomix στηρίχθηκε στην ειδική δεξιότητα που έχει ο Απόστολος Δοξιάδης στην (ας την πούμε) μαθηματική μυθοπλασία. Η Δημοκρατία στηρίζεται στην κατανόηση του ιστορικού πλαισίου του 6ου π.Χ. αιώνα και η επαναπόδοσή του, από τον σεναριογράφο Αβραάμ Κάουα, σε εκλαϊκευμένη εκδοχή, με την αφαιρετική συνθετότητα ενός ιστορικού μυθιστορήματος. Ο Κάουα, ωστόσο, παίρνει αποστάσεις από τις συνήθεις πρακτικές των συγγραφέων ιστορικών μυθιστορημάτων: επειδή στόχος του δεν είναι η εξιστόρηση επεισοδίων της ζωής των ιστορικών προσώπων, αλλά κυρίως η εποχή, οι δοξασίες και οι κοινωνικές δομές που οδήγησαν στην εξέλιξη του πολιτεύματος στην πόλη-κράτος των Αθηνών. Όπως και στο Logicomix, δηλαδή, και εδώ έχουμε να κάνουμε με μια ιστορία ιδεών. Ο Δοξιάδης είχε στηρίξει την αφήγησή του στον Μπέρτραντ Ράσσελ, ο Κάουα επιλέγει ως αφηγητή της δικής του ιστορίας έναν νεαρό, τον Λέανδρο, που ενηλικιώνεται παράλληλα με τα ιστορικά γεγονότα: από την τυραννοκτονία μέχρι τη μάχη του Μαραθώνα (490 π.Χ.). Γράφει στο επεξηγηματικό της μεθόδου του παράρτημα:

 

Το θέμα με τη Δημοκρατία είναι πως δεν είναι απλά ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Ένας από τους λόγους που μας έκαναν να μη διαλέξουμε ένα γνωστό ιστορικό πρόσωπο για πρωταγωνιστή ήταν το ότι δεν θέλαμε να ερμηνεύσουμε τα γεγονότα με έναν τρόπο απόλυτο, σε στυλ «έτσι είχανε τα πράγματα». Εαν λέγαμε την ιστορία των πρωτεργατών της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, θα σας είχαμε απλά επιβάλει μια «επίσημη» εκδοχή της ιστορίας αυτής. Αντί γι’ αυτό, θελήσαμε να πούμε την ιστορία ανθρώπων σαν εμάς, ανθρώπων που διαχρονικά έρχονται αντιμέτωποι με τα κύματα που σηκώνουν τα κατακλυσμιαία ιστορικά γεγονότα – και παλεύουν να τα κατανοήσουν. Γι’ αυτό διαλέξαμε έναν κοινό θνητό, έναν νέο πάνω στον οποίο προβάλαμε διαχρονικά ανθρώπινα συναισθήματα για το δημοκρατικό ιδεώδες. Γιατί η ιστορία της δημοκρατίας [...] είναι ένας αγώνας συνεχής και καθημερινός.[8]

 

Ο Λέανδρος είναι γιος ενός εύπορου Αθηναίου, του Πρόμαχου. Μεγαλώνει με τη φροντίδα μιας ηλικιωμένης τροφού, της Νεφέρτ, και με τη συντροφιά ενός νεαρού γιου σκλάβων, του Γαβρίωνα. Το καλοκαίρι του 527 π.Χ. είναι, γι’ αυτόν, ένα καλοκαίρι μύησης στη ζωή. Επισκέπτεται τους Δελφούς, μυείται στον έρωτα, ταξιδεύει με πλοίο, ενώ κάνει σαφή την κλίση του στη τέχνη της αγγειοπλαστικής. Η τυραννοκτονία, ωστόσο, του Ίππαρχου, στη διάρκεια της μεγάλης θυσίας των Παναθηναίων, προς τιμήν της θεάς προστάτιδος των Αθηνών, συνοδεύεται από ένα κύμα τυφλής βίας εκ μέρους των Σκυθών μισθοφόρων που λειτουργούσαν ως υπηρεσίες αστυνόμευσης και ασφάλειας – θύμα του οποίου είναι και ο πατέρας του. Ο Λέανδρος, ξαφνικά, βρίσκεται μόνος, απροστάτευτος, σε διωγμό – και πρέπει να μάθει να επιβιώνει. Τα επόμενα χρόνια θα τον συναντήσουμε επιδέξιο και ιδιαίτερο ζωγράφο αγγείων και πολιτικοποιημένο οπαδό του Αλκμεωνίδου Κλεισθένη, τον οποίο θα παρακολουθήσει (και όταν του δίνεται η ευκαιρία, θα ακολουθήσει) ως οπαδός του δημοκρατικού οράματός του. Στο μεταξύ, θα ερωτευθεί, θα γίνει γνωστός για την τέχνη του, η επιτυχία του θα γεννήσει έχθρες κι αντιζηλίες, θα μείνει μόνος, σε μια πορεία προς τη διαρκή συνειδητοποίηση. Ώριμος πολίτης, πλέον, με δημοκρατική συγκρότηση που εκκινεί από την υψηλή αίσθηση της κοινωνικής δικαιοσύνης, θα βρεθεί στο πλευρό των πολιτών που υπερασπίστηκαν τον μεταρρυθμιστή Κλεισθένη απέναντι στον Ισαγόρα και τον σύμμαχό του, τον βασιλιά της Σπάρτης Κλεομένη και τις δυνάμεις του.[9] Θα τραυματισθεί, αλλά θα έχει συμβάλει στην καθιέρωση του πολιτεύματος που δίνει το λόγο και τη δύναμη στους πολίτες.

Ο Αβραάμ Κάουα αποδεικνύεται επιδέξιος αφηγητής, καταφέρνοντας, σε συνεργασία με τον Αλέκο Παπαδάτο που ανασύρει το ένα εύρημα μετά το άλλο, να εξελίξει τον κεντρικό χαρακτήρα του, πάντα σε σχέση με την εξέλιξη των ιστορικών γεγονότων. Τεράστιο αφηγηματικό επίτευγμα για τα ελληνικά δεδομένα. Αν και, είναι αλήθεια, η Δημοκρατία ήταν ένα εγχείρημα που εξ αρχής στόχευε τη διεθνή αγορά.

 

4.

Αλλά και για τα δεδομένα των κόμικς της παγκόσμιας αγοράς, η Δημοκρατία είναι ένα σπάνιο εγχείρημα. Για πολλούς λόγους, αλλά κυρίως για έναν: επειδή οι δημιουργοί της κοπίασαν για να αποφύγουν τη μυθοποιητική προσέγγιση της ιστορικής περιόδου που αφηγούνται, για να αποφύγουν τα ετοιματζίδικα στερεότυπα του συρμού, που συχνά υποβαθμίζουν τέτοιου τύπου πλοκές σε στρογγυλεμένες αφηγήσεις.

Απ’ όσο γνωρίζω, δεν υπάρχει ανάλογο κόμικς με τέτοια συμπύκνωση, τόσο αποσαφηνισμένα τα ιστορικά γεγονότα, τόση συστηματική δουλειά στην ανάπλαση και στη σύλληψη της εποχής που κινείται η αφήγηση. Η Δημοκρατία δεν είναι, κατά συνέπεια, απλώς μια υπερπαραγωγή των κόμικς. Είναι ένα γεμάτο αγωνία κατ’ αρχήν ιστορικό μυθιστόρημα, με άρτιους στις αντιφάσεις τους και στην εξέλιξή τους χαρακτήρες, οι οποίοι συμπλέουν με τις μεγάλες πολιτικές εξελίξεις και τα πρόσωπα που τα οδήγησαν.

Αλλά όχι μόνο. Διότι η Δημοκρατία δεν είναι ένα κόμικς ανάπλασης ενός ηρωικού παρελθόντος (όπως τα περισσότερα ιστορικά ή ψευδοϊστορικά εικονογραφημένα αφηγήματα που έχουν έως σήμερα κυκλοφορήσει) ούτε μια ψευδοϊστορική προβολή στο σήμερα της πεποίθησης ότι οι από την Ανατολή φονταμενταλισμοί και ο φανατισμός που εκλύουν έχουν ιστορικό προηγούμενο ανάσχεσης στην αρχαία ελληνική ιστορία (όπως, με τεράστιες ευκολίες και πολλή εντυπωσιοθηρία ισχυρίστηκε στο 300 ο Φρανκ Μίλλερ). Είναι, πρωτίστως, ένα αφήγημα που εκβάλλει στο σήμερα, στις σημερινές συζητήσεις για τη δημοκρατία, για την αξία της αντιπροσωπευτικότητας, για την αντίδραση στο λαϊκισμό. Για μια συναρπαστική εποχή, που γέννησε την ελπίδα της κοινωνικής χειραφέτησης και δημιούργησε τους θεσμούς που, μέσα από την ιστορία, θα τη διεκδικούσαν και συνεχώς θα τείνουν να την κερδίζουν.

Στη Δημοκρατία των Κάουα-Παπαδάτου, η εποχή εκείνη εκβάλλει ως διαχρονία στο σήμερα σε μια πολύ τολμηρή σεκάνς που εκφράζεται σε μονοχρωμία, στην αρχή του κεφαλαίου «Κρασί και αίμα» (σ. 172-175). Ο σεναριογράφος επινοεί ένα όνειρο, μια προβολή στο μέλλον του τραυματισμένου στη μάχη εναντίον του σφετεριστή Ισαγόρα και των αυταρχικών μηχανισμών του. Στο όνειρο αυτό, συναντιούνται, συζητούν και χορεύουν ο Διόνυσος, ο Απόλλων και η Αθηνά: το διονυσιακό και το απολλώνιο πνεύμα συνομιλούν με τη σοφία και τη χειραφέτηση που εκφράζει η Αθηνά, η προστάτις θεά των Αθηνών. Μεταξύ άλλων, γίνεται η εξής συνομιλία:

 

ΑΠΟΛΛΩΝ: [...] Αυτή η ιδέα των Αθηναίων να δώσουμε εξουσία στο λαό είναι έργο του φωτός, όχι του σκότους.

ΑΘΗΝΑ: Λάθος κάνετε. Αυτό που γίνεται είναι έργο ανθρώπων, και τα καλά και τα άσχημα. Είναι η ψυχρή σου λογική, Απόλλωνα, μαζί με τη φρενίτιδα του Διονύσου. [...] Αυτός που κάθεται με τον Λέανδρο στη φωτιά.

ΑΠΟΛΛΩΝ: Ο ποιητής.

ΑΘΗΝΑ: Θα γράψει ένα έργο, κι εκεί θα βάλει εμένα να δίνω στους Αθηναίους δικαιοσύνη, ανοχή και σοφία. Όμως, τώρα είναι η ώρα, αδέρφια μου. Τώρα εφαρμόζει η πόλη τούτες τις αξίες της, τώρα αλλάζει τον κόσμο.

ΑΠΟΛΛΩΝ: Μα όχι χωρίς να χυθεί αίμα.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ: Και κρασί.

ΑΘΗΝΑ: Όχι. Πάντα με κρασί και με αίμα. Έτσι είναι οι θνητοί.

 

5.

Το εικονογραφημένο ιστορικό μυθιστόρημα του Αβραάμ Κάουα και του Αλέκου Παπαδάτου κλείνει με τη στράτευση των Αθηναίων εναντίον των εισβολέων Περσών του Δαρείου. Οι δημοκρατικοί πολίτες γίνονται σιδερόφραχτοι πολεμιστές για να αντιμετωπίσουν την πολεμική μηχανή των Περσών, μιας δύναμης που εκφράζει την τυφλή υποταγή, τον αυταρχισμό, την επιστροφή στις παλιές ιδέες της υποταγής και της ερήμην των πολιτών δεσποτείας.

Τη δύναμη που αντλείται από τις ιδέες της ζωής και της δικαιοσύνης, από τη Δημοκρατία, την περιγράφει ο εσωτερικός μονόλογος του Λέανδρου, την ώρα της προετοιμασίας για τη μάχη:

 

Βάζουμε τα κράνη μας, κι από συνηθισμένοι άνθρωποι γινόμαστε άνδρες από μπρούντζο. Κι αυτό συλλογικότητα είναι, ποιητή. Είναι τρομακτικό να ανήκεις κάπου. Τον φόβο μας τον κρύβουμε. [...] Τρέχουμε τώρα τρομαγμένοι, πριν μας προλάβουν οι τοξότες τους. Ορμάμε μες στο χάραμα με τον τρόμο μας κραυγή κι όπλο μαζί, και θυμάμαι τα λόγια ενός θεού σε ένα όνειρο. “Αυτή η ιδέα των Αθηναίων είναι έργο του φωτός”. Τρέχουμε, κι η μέρα ξημερώνει πάνω από τον Μαραθώνα. Τρέχουμε προς το φως, κι είναι τόσο κοντά, τόσο μακριά. Και αν τρέχουμε προς κάποια ιδέα δεν ξέρω ούτε τ’ όνομά της.

 

 


[1] Vincent Azoulay, Περικλής, μετάφραση: Δημήτρης Δημακόπουλος, Πόλις, Αθήνα 2015, σ. 15.

[2] Ό.π., σ. 37.

[3] Ό.π., σ. 43.

[4] Η μεταρρύθμιση αυτή του Κλεισθένη απεικονίζεται ευρηματικά στη σχετική σκηνή της εικονογραφημένης ιστορίας, με τον ήρωα της Δημοκρατίας, τον Λέανδρο, να σχεδιάζει στο χώμα το σχήμα της νέας διαίρεσης των Αθηνών. Όπως αποκαλύπτουν οι δημιουργοί τού κόμικς στη σελίδα με τις ευχαριστίες τους, το εύρημα αυτό συνεισέφερε ο σεναριογράφος του Logicomix, Απόστολος Δοξιάδης.

[5] Τα περισσότερα στοιχεία έχουν αντληθεί από το σχετικό λήμμα του Παγκόσμιου Βιογραφικού Λεξικού, τέταρτος τόμος, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1987.

[6] Ο Αβραάμ Κάουα συνοψίζει σε μια σεκάνς τη δημοκρατική καινοτομία του Κλεισθένη, σε έναν εσωτερικό μονόλογο του Λέναδρου, κεντρικού ήρωα της Δημοκρατίας: «Οι δέκα νέες φυλές του Κλεισθένη αναζωογόνησαν και δυνάμωσαν τους πολίτες, Όταν υπέβαλε το σχέδιό του στην Εκκλησία του Δήμου, έξι χιλιάδες χέρια υψώθηκαν για να το ψηφίσουν. Ήμουν εκεί. Ο Γαβρίωνας, ως γιος σκλάβων, δεν ήταν. Ήμασταν η πόλη, μα κάποια πράγματα δεν άλλαξαν ποτέ. Όπως και να ‘χε, ο Κλεισθένης εξασφάλισε τα νώτα του με δεξιοτεχνία. Τις μεταρρυθμίσεις τις ενέκρινε...» (σ. 191)

[7] «Ο Κόρτο Μαλτέζε πάει Χάρβαρντ», εφημ. Τα Νέα, Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2008.

[8] Δημοκρατία, σ. 208.

[9] Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ο αθηναίος αριστοκράτης Ισαγόρας, όταν ανετράπη ο τύραννος Ιππίας, διεκδίκησε την εξουσία απέναντι στον Κλεισθένη. Το 508 π.Χ. εκλέχθηκε «Άρχων Επώνυμος» αλλά ο Κλεισθένης αντιτάχθηκε σ´αυτόν με την υποστήριξη της πλειοψηφίας των Αθηναίων. Ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Κλεομένης τον βοήθησε να διώξει τον Κλεισθένη από την πόλη. Οι υποστηρικτές του Κλεισθένη, όμως, αντιστάθηκαν στον Ισαγόρα και τον Κλεομένη. Τους καταδίωξαν και τους παγίδεψαν στην Ακρόπολη για δύο ημέρες. Την τρίτη ημέρα συνθηκολόγησαν επιτρέποντας στον Ισαγόρα και τον Κλεομένη να διαφύγουν, αλλά καταδικάζοντας 300 οπαδούς των τελευταίων. Ο Κλεισθένης επέστρεψε στην πόλη και έγινε Άρχων.

Ηλίας Κανέλλης

Δημοσιογράφος και κριτικός κινηματογράφου. Πρόσφατα βιβλία του, Εθνοχουλιγκανισμός (2005), Σταύρος Τσιώλης (2006). Ετοιμάζεται το βιβλίο του, Κι αυτοί ήταν η Ελλάδα.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά