Κυριακή, 01 Δεκεμβρίου 2013

Ο Αστερίξ ξανάρχεται

Κατηγορία Comics
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 38
Το εξώφυλλο της νέας περιπέτειας του Αστερίξ. Το εξώφυλλο της νέας περιπέτειας του Αστερίξ. Μαμούθ

Jean-Yves Ferri - Didier Conrad, Ο Αστερίξ στους Πίκτους, Μαμούθ, Αθήνα 2014, 48 σελ.

Το προοίμιο του νέου κύκλου στην ιστορία του Αστερίξ ξεκίνησε όταν ο Υντερζό εκχώρησε τα δικαιώματα του ήρωά του στον οίκο Hachette και, με τη σύμφωνη γνώμη της κόρης του Ρενέ Γκοσινύ, Ανν, έδωσε την έγκρισή του για την κυκλοφορία νέων άλμπουμ από μια καινούργια δημιουργική ομάδα. Για να επιλεγεί ο σεναριογράφος, η Hachette απευθύνθηκε, με άκρα μυστικότητα, σε σύγχρονους δημιουργούς, ζητώντας τους να υποβάλλουν προτάσεις. Την τριπλή έγκριση του εκδότη, του Υντερζό και της Ανν Γκοσινύ κέρδισε τελικά η ιδέα του Ζαν Υβ Φερρί για μια περιπέτεια στην αρχαία Σκωτία...  

Εγώ έχω γράψει για τον μύθο, εσείς, όμως, έχετε κάνει κάτι πολύ καλύτερο, δημιουργήσατε έναν μύθο, λέγεται πως είπε ο Αντρέ Μαλρώ στον Ρενέ Γκοσινύ, αναφερόμενος στον Αστερίξ, τον ήρωα που δημιούργησε ο μεγάλος γάλλος χιουμορίστας σε συνεργασία με τον σχεδιαστή Αλμπέρ Υντερζό. Στις 24 του περασμένου Οκτωβρίου, η μυθολογία του Αστερίξ πλουτίστηκε με το χρονικό ενός ακόμα άθλου, όταν κυκλοφόρησε ταυτόχρονα στη Γαλλία και σε πολλές άλλες, ευρωπαϊκές και μη, χώρες, ένα νέο άλμπουμ με τίτλο Astérix chez les Pictes[1]. Στο εξώφυλλο, το όνομα του μυθικού ήρωα πλαισιώνεται από τα μυθικά πλέον ονόματα των δύο δημιουργών του· μόνο κάτω από τον τίτλο, με πολύ μικρότερους χαρακτήρες, αναφέρονται ο Ζαν Υβ Φερρί και ο Ντιντιέ Κονράντ, ο σεναριογράφος και ο σχεδιαστής αντίστοιχα. Ένας νέος κύκλος στην ιστορία του ήρωα αρχίζει, καθώς ένα νέο δημιουργικό δίδυμο αναλαμβάνει, για πρώτη φορά, να αφηγηθεί έναν άθλο του και είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς αν ο «μύθος» βρίσκεται σε άξια χέρια.

 

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΒΗΜΑΤΑ

Ο προηγούμενος κύκλος στην ιστορία του Αστερίξ έκλεισε άδοξα, πριν από οκτώ χρόνια, όταν, το 2005, κυκλοφόρησε το άλμπουμ σε σχέδιο και σενάριο του Αλμπέρ Υντερζό, με τίτλο Le Ciel lui tombe sur la tête (Και ο ουρανός έπεσε στο κεφάλι τους). Παρά την εντυπωσιακή εμπορική επιτυχία του, κοινό και κριτική το υποδέχτηκαν με μια εκκωφαντική ομοβροντία επικρίσεων· στη συνέχεια, ο ηλικιωμένος σχεδιαστής αποφάσισε να αποσυρθεί, χωρίς να αναθέσει σε άλλους τη συνέχιση της σειράς που είχε ξεκινήσει στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Pilote, στις 29 Οκτωβρίου 1959. Η ιστορία του Αστερίξ άρχισε στα τέλη της δεκαετίας του 1950, όταν ο Ρενέ Γκοσινύ, ο Αλμπέρ Υντερζό και ο Ζαν Μισέλ Σαρλιέ δέχτηκαν την πρόταση του διαφημιστή Φρανσουά Κλωτώ να στήσουν ένα περιοδικό που θα απευθυνόταν σε αναγνώστες εφηβικής ηλικίας, με τη στήριξη του ραδιοφωνικού σταθμού Ράδιο Λουξεμβούργο. Το έντυπο αυτό φιλοδοξούσε να αποτελέσει μια εγχώρια απάντηση στα βελγικής προέλευσης Tintin και Spirou που κυριαρχούσαν τότε, με κύριο ανταγωνιστή το ελεγχόμενο από το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα Vaillant, στον χώρο των γαλλόφωνων νεανικών περιοδικών[2]. Τις δύο περιπετειώδεις σειρές, που θα έπρεπε να έχουν τυπικά γαλλικό χρώμα, μοιράστηκαν ο Σαρλιέ και ο Υντερζό. Η πρώτη ήταν μια σύγχρονη αεροπορική περιπέτεια με τίτλο Les Chevaliers du Ciel και ήρωες δυο γάλλους πιλότους, σε εικονογράφηση του Υντερζό και σενάριο του Σαρλιέ, ο οποίος ήθελε, απ’ ό,τι φαίνεται, να ανταγωνιστεί τον εαυτό του και την ήδη επιτυχημένη σειρά Buck Danny που δημοσιευόταν στο Spirou, εικονογραφημένη από τον φίλο του, Βικτόρ Υμπινόν· για το Pilote, ο Σαρλιέ και ο Υμπινόν υπέγραφαν τη δεύτερη περιπτειώδη σειρά, πειρατικής θεματολογίας, με τίτλο Le Démon des Caraïbes[3].

Ανάμεσα στους αεροπόρους και τους θαλασσόλυκους, ο Γκοσινύ και ο Υντερζό ανέλαβαν να προσθέσουν και μια κωμική νότα, συνδυάζοντας χιούμορ και ατμόσφαιρα εποχής, περίπου στο πνεύμα των περιπετειών με ήρωα τον Ινδιάνο Ούμπα Πα, της σειράς που είχαν δημιουργήσει την προηγούμενη χρονιά για το Spirou. Αναζητώντας μια πρωτότυπη και τυπικά γαλλική ιδέα, ο Γκοσινύ επέλεξε ως πλαίσιο τη Γαλατία της εποχής της ρωμαϊκής κατάκτησης. Ο κεντρικός ήρωας θα ήταν μια καρικατούρα του σύγχρονου Γάλλου, ένας τυπάκος γκρινιάρης και εριστικός, μικρόσωμος κι αδύναμος που θα την έφερνε στους ισχυρούς χάρη στην καπατσοσύνη του. Ο Υντερζό, αντίθετα, προτιμούσε ως πρωταγωνιστή έναν ήρωα με λεβέντικη κορμοστασιά, κοφτερό μυαλό και υπεράνθρωπη δύναμη, πιο κοντά στο στυλ ενός αμερικανού υπερήρωα, αλλά και σε ορισμένες φιγούρες που είχε σχεδιάσει παλιότερα σε κάποιες από τις πρώτες του δουλειές. Αφού έβαλαν και οι δυο μπόλικο νερό στο κρασί τους, ο Γκοσινύ συμφώνησε να δώσει τον κεντρικό ρόλο σε έναν ήρωα θετικό κι εύστροφο, με την προϋπόθεση ότι θα ήταν μικρόσωμος και θα βασιζόταν περισσότερο στο θάρρος του, παρά στους μυς του· την υπεράνθρωπη δύναμη θα του τη χάριζε, όταν το απαιτούσαν οι περιστάσεις, ένα μαγικό φίλτρο. Από την πλευρά του, ο Υντερζό δέχτηκε να μετατρέψει τον ρωμαλέο του ήρωα σε γραφικό αλλά συμπαθητικό συμπρωταγωνιστή με ηράκλεια δύναμη αλλά διόλου αθλητική σιλουέτα, ονόματι Οβελίξ. Το πρωταγωνιστικό αυτό δίδυμο, που έγινε τρίο με την προσθήκη του σκύλου Ιντεφίξ το 1963, κατέληξε να θυμίζει έντονα το εμβληματικό τρίδυμο –Μίκυ, Γκούφυ, Πλούτο– των κόμικς με τους ήρωες του Ουώλτ Ντίσνεϋ, όμως η πιο ενδιαφέρουσα ομοιότητα με την αμερικανική αυτή παράδοση είναι άλλη. Όπως οι ιστορίες του Φλόυντ Γκότφρεντσον με τον Μίκυ Μάους που διάβαζε μικρός ο Υντερζό στο Petit Parisien[4], αλλά και οι περιπέτειες του Λούκυ Λουκ που έγραφε ο Γκοσινύ για τον Βέλγο Μορρίς, οι ιστορίες του Αστερίξ βασίζονται περισσότερο στην παρωδία, παρά στην τοποθέτηση μιας κωμικής περιπέτειας σε ιστορικό φόντο, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το Astérix et Cléopâtre (Αστερίξ και Κλεοπάτρα) του 1963.

 

ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΑΣΤΕΡΙΞ

Μέσα σε λίγα χρόνια, ο μικρόσωμος ήρωας και η παρέα του θα κλέψουν την παράσταση και θα γίνουν οι πραγματικές βεντέτες του περιοδικού. Το τιράζ των άλμπουμ στα οποία δημοσιεύονταν οι ιστορίες μετά την ολοκλήρωσή τους στο περιοδικό θα περάσει από τα 10.000 αντίτυπα για τον Astérix le Gaulois (Αστερίξ, ο Γαλάτης) το 1961 στα 1.200.000 για τον Astérix et les Normands (Ο Αστερίξ και οι Νορμανδοί) το 1967. Τον Ιούλιο του 1965, το Pilote θα γίνει, σύμφωνα με το νέο του υπότιτλο, «το περιοδικό του Αστερίξ και του Οβελίξ»· τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς, το όνομα του Αστερίξ θα δοθεί στον πρώτο γαλλικό τεχνητό δορυφόρο. Τα λογοπαίγνια του Γκοσινύ περνούν στην καθημερινή γλώσσα και η εύστοχη σάτιρά του καταφέρνει να κερδίσει το ενδιαφέρον ενός ευρύτερου αναγνωστικού κοινού. Το μικρό χωριό με τους πεισματάρηδες κατοίκους που εξακολουθούν να αντιστέκονται στην ρωμαϊκή κατάκτηση γίνεται ο ομφαλός ενός ολόκληρου κόσμου τα όρια του οποίου ξεπέρασαν κατά πολύ τον ορίζοντα των νεανικών περιοδικών. Οι περιπέτειες του Αστερίξ τραβούν την προσοχή του Τύπου, εντός και εκτός Γαλλίας, από το Express και το Paris-Match ως τους New York Times. Το τίμημα αυτής της καταξίωσης ήταν ο προφανής συσχετισμός της «μυθολογίας» του ήρωα με την επίσημη ιδεολογία της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας του στρατηγού Ντε Γκωλ, ο οποίος άλλωστε είχε εκλεγεί πρόεδρος στις αρχές της χρονιάς που κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος του Pilote. Ο Γκοσινύ δεν αρνιόταν την καθαρά σατιρική διάσταση της δουλειάς του: στην περιπέτεια Le Tour de Gaule d’Astérix (Ο γύρος της Γαλατίας) του 1963, η Γαλατία του 1ου π.Χ. αιώνα ταυτίστηκε, με ρητό και συνειδητά ανιστόρητο τρόπο, με τη σύγχρονη Γαλλία· η ιστορία Le Bouclier Αrverne (Η ασπίδα της Αρβέρνης) του 1967 είναι δύσκολο να μη διαβαστεί ως μια εξαιρετικά εύστοχη, αν και διφορούμενη, σύνοψη της γκωλικής ανάγνωσης της ιστορίας του Β’  Παγκόσμιου Πολέμου. Όμως, η ταύτιση με την κυρίαρχη ιδεολογία της εποχής μάλλον δεν ήταν στις προθέσεις του, αφού, σύμφωνα με τις περισσότερες μαρτυρίες, ο Ρενέ Γκοσινύ συμπαθούσε περισσότερο τον σοσιαλιστή Πιερ Μεντές Φρανς. Από την άλλη, όπως εύστοχα παρατηρεί ο ιστορικός Πασκάλ Ορύ, η ουτοπία του μικρού γαλατικού χωριού παραπέμπει στη μεσοπολεμική Τρίτη Γαλλική Δημοκρατία και, παρά τις πολυάριθμες αναφορές στην κοινωνική πραγματικότητα της δεκαετίας του 1960, δεν αποτελεί εξιδανικευμένη εικόνα της Γαλλίας της δεύτερης δεκαπενταετίας των Trente Glorieuses[5].

Το καλό είναι πως ο Αστερίξ ξεπέρασε τα όρια των κόμικς για να γίνει αυτό που ο Μαλρώ αποκαλούσε «μύθο» και ο κοινωνιολογίζων τύπος ανέλυε εμβριθώς ως «φαινόμενο», τη στιγμή που το δίδυμο Γκοσινύ-Υντερζό βρισκόταν στην ακμή της δημιουργικότητάς του: από τη μια περιπέτεια στην άλλη, ο Γκοσινύ κατορθώνει να παντρεύει υποδειγματικά την πλοκή και τους διαλόγους του με το κομψό γελοιογραφικό σχεδιαστικό στυλ των σύνθετων αλλά πάντα ευανάγνωστων καρέ του Υντερζό. Το κακό είναι πως όλα αυτά συνέβησαν την παραμονή της ριζικής αμφισβήτησης του γκωλικού μύθου, τον Μάη του ’68. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, οι νεότεροι συνεργάτες του Pilote αμφισβητούν την αυθεντία του Γκοσινύ και αρχίζουν να λιποτακτούν, με περισσότερο ή λιγότερο επεισοδιακό τρόπο, για να εξερευνήσουν νέες κατευθύνσεις, στους αντίποδες του «συντηρητικού» καθωσπρεπισμού του αφεντικού και μέντορά τους.

Τον Ιούλιο του 1974, ο ίδιος ο Αστερίξ αποχωρεί από το Pilote και μετακομίζει στις σελίδες της έγκυρης Monde, για τη δημοσίευση της νέας του περιπέτειας με τίτλο Le Cade au de César (Το δώρο του Καίσαρα). Ένας νέος κύκλος αρχίζει και, στο εξής, οι καινούργιες του ιστορίες απευθύνονται σε ένα αναγνωστικό κοινό που περιμένει όχι τόσο μιαν ακόμα περιπέτεια του αγαπημένου του ήρωα, όσο την καινούργια δουλειά ενός εθνικού ευθυμογράφου, η φήμη του οποίου έχει ήδη αρχίσει να επισκιάζει την καθοριστικότατη συμβολή του στενού φίλου και συνεργάτη του.

Μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Γκοσινύ, το 1977, ο Υντερζό προσπάθησε να υπηρετήσει, όσο καλύτερα μπορούσε, τον «μύθο» που βρέθηκε στα χέρια του, επιχειρώντας ταυτόχρονα να τον ανανεώσει. Οι επιλογές του ήταν ίσως λιγότερο άστοχες από όσο ισχυρίζονται οι επικριτές του, οι οποίοι του καταλογίζουν, με επίπλαστη νοσταλγία για έναν πρόωρα χαμένο σύγχρονο Μολιέρο, την εμπορευματοποίηση ενός «εθνικού ήρωα». Η αποτυχία της τελευταίας δουλειάς του, παρά την ειλικρίνεια των προθέσεών του, δείχνει ίσως ότι η συνέχιση του «μύθου» θα οδηγούσε μοιραία σε αδιέξοδο.

 

ΑΛΛΑΓΗ ΦΡΟΥΡΑΣ

Το προοίμιο του νέου κύκλου στην ιστορία του Αστερίξ ξεκίνησε όταν ο Υντερζό εκχώρησε τα δικαιώματα του ήρωά του στον οίκο Hachette και, με τη σύμφωνη γνώμη της κόρης του Ρενέ Γκοσινύ, Ανν, έδωσε την έγκρισή του για την κυκλοφορία νέων άλμπουμ από μια καινούργια δημιουργική ομάδα. Για να επιλεγεί ο σεναριογράφος, η Hachette απευθύνθηκε, με άκρα μυστικότητα, σε σύγχρονους δημιουργούς, ζητώντας τους να υποβάλλουν προτάσεις. Την τριπλή έγκριση του εκδότη, του Υντερζό και της Ανν Γκοσινύ κέρδισε τελικά η ιδέα του Ζαν Υβ Φερρί για μια περιπέτεια στην αρχαία Σκωτία. Ο Φερρί είχε γίνει ευρύτερα γνωστός στα τέλη της δεκαετίας του 1990 με τις σειρές Fables Autonomes και Aimé Lacapelle για το Fluide Glacial, σε δικό του σχέδιο και σενάριο. Στην επόμενη δουλειά του, με τίτλο Le Retour à la terre, που ξεκίνησε το 2002, γράφει το σενάριο μιας μικρής αυτοβιογραφίας του σχεδιαστή Μανού Λαρσενέ, ο οποίος εγκαταλείπει το οικείο αστικό οικοσύστημα των προαστίων για να εγκατασταθεί στην ύπαιθρο. Το 2010, ξανάπιασε τα πενάκια του για να γράψει και να σχεδιάσει έναν τόμο με τίτλο De Gaulle à la plage, στον οποίο πρωταγωνιστεί ο στρατάρχης και πρόεδρος όπως θα τον ερμήνευε ίσως ένας Ζακ Τατί. Το σχεδιαστικό και αφηγηματικό του στυλ γίνονται ολοένα και πιο αφαιρετικά με το πέρασμα των χρόνων, όμως, εκ των υστέρων, θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει την ανάθεση του σεναρίου για τον καινούργιο Αστερίξ ως τη φυσιολογική κατάληξη της πορείας του. Οι κάτοικοι της «βαθιάς Γαλλίας» του ατρόμητου Αιμέ Λακαπέλ, ήρωα της –ανύπαρκτης– «Αγροτικής Αστυνομίας», και φιγούρες όπως ο γραφικός κοινοτάρχης ή ο δενδρόβιος γενειοφόρος newage αναχωρητής του Retour à la terre φαντάζουν γνήσιοι και σύγχρονοι απόγονοι των κατοίκων του γαλατικού χωριού των Γκοσινύ και Υντερζό.

Η εικονογράφηση ανατέθηκε αρχικά στον Φρεντερίκ Μεμπαρκί, έναν παλιό συνεργάτη του Υντερζό με πλούσια εμπειρία στον σχεδιασμό παράγωγων προϊόντων, ο οποίος όμως κατέθεσε τα όπλα όταν διαπιστώθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να σχεδιάσει μια εικονογραφημένη αφήγηση[6]. Για να επιλεγεί ο διάδοχός του, διοργανώθηκε, επίσης με άκρα μυστικότητα, άλλος ένας διαγωνισμός. Ανάμεσα στους σχεδιαστές που κλήθηκαν να εικονογραφήσουν δύο σελίδες από το στόρυμπορντ του Φερρί, ο Υντερζό διάλεξε, χωρίς δισταγμό, τον Ντιντιέ Κονράντ, ο οποίος είχε κάνει τα πρώτα του βήματα στο Spirou στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Σε συνεργασία με τον σεναριογράφο Γιανν, θα αναλάβει τα σκίτσα για το περιθώριο στο πάνω μέρος των σελίδων του περιοδικού, που ξανακυκλοφόρησαν σε άλμπουμ τον περασμένο Οκτώβριο. Το 1980, πάντα μαζί με τον Γιανν, υπογράφει την καλτ σειρά Les Innommables, στην οποία πρωταγωνιστούν τρεις απερίγραπτοι αντι-ήρωες, στους αντίποδες των συμβάσεων του νεανικού κόμικς της εποχής. Στα μέσα της επόμενης δεκαετίας, συνεργάστηκε με την Dreamworks για την παραγωγή του Δρόμου για το Ελντοράντο και έκτοτε ζει και εργάζεται στο Λος Άντζελες. Στο ελληνικό κοινό, είναι γνωστός κυρίως από τις δύο νεανικές περιπέτειες του Λούκυ Λουκ και την παρεμφερούς θεματολογίας σειρά Cotton Kid, που υπογράφει, μαζί με τον Γιανν, με το κοινό ψευδώνυμο Pearce. Ανάμεσα στις υπόλοιπες δουλειές του, αξίζει να αναφέρουμε την εξωτική περιπέτεια Raj και τη σειρά Marsu Kids, με ήρωες τα παιδιά του Μαρσουπιλαμί, σε σενάριο της συντρόφου του, Σοφί Κομμάνζ. Ο Κονράντ διακρίνεται για την ικανότητά του να υιοθετεί διαφορετικά γραφιστικά στυλ, όμως ο ίδιος αναγνώρισε ότι παιδεύτηκε αρκετά για να προσαρμοστεί στο φαινομενικά εύκολο αλλά εξαιρετικά πολύπλοκο ύφος του Υντερζό.

 

ΑΠΟ ΤΟ ΜΥΘΟ ΣΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ;

Στην καινούργια περιπέτεια στην αρχαία Σκωτία, οι αναγνώστες θα βρουν όλα τα συστατικά ενός παλιού καλού Αστερίξ, αν και κάπως στριμωγμένα· πάντως το αποτέλεσμα είναι συνολικά ευχάριστο και όλοι έχουν κάθε λόγο να περιμένουν το καλύτερο από τη συνέχεια. Παρ’ όλο που εργάστηκε χωρίς άμεση επαφή ούτε με τον Υντερζό ούτε με τον Φερρί, και υπό άκρως πιεστικές προθεσμίες, ο Κονράντ κατόρθωσε να υιοθετήσει, με πειστικό τρόπο, ένα σχεδιαστικό ύφος που δεν του ήταν και τόσο οικείο. Από την πλευρά του, ο Φερρί προσπάθησε να χωρέσει σε μια απλή κι ευθύγραμμη πλοκή τους αναμενόμενους κοινούς τόπους της σειράς, από την επίθεση των πειρατών ώς το τελικό τσιμπούσι. Δεν λείπουν φυσικά τα λογοπαίγνια –«ne me kilt e pas» είναι το σπαραξικάρδιο άσμα που τραγουδά κάποια στιγμή ένας σκωτσέζος βάρδος– ούτε οι αναφορές σε καλτ προσλαμβάνουσες παραστάσεις του γαλλικού κοινού – το σχόλιο του Πανοραμίξ για την άφιξη του κατεψυγμένου αρχαίου σκωτσέζου παραπέμπει σε μια ταινία του Λουί ντε Φυνές. Οι λάτρεις του Αστερίξ θα εκτιμήσουν κάποιες αναμνήσεις από παλιές κλασικές δουλειές του Γκοσινύ και του Υντερζό: ο σκωτσέζος ήρωας είναι εμπνευσμένος από τον πρωτότοκο αδελφό του Αστερίξ, τον Ούμπα Πα, ενώ, στη σκηνή της αναχώρησης των ηρώων, ο Φερρί επαναλαμβάνει ένα γκανγκ από τον Astérix aux Jeux Olympiques (Ο Αστερίξ στους Ολυμπιακούς Αγώνες) του 1968. Όσον αφορά τη σάτιρα, τα σχετικά εύκολα αστεία για την ξενοφοβία στο πρώτο μέρος της ιστορίας αποδείχτηκαν αρκετά εύστοχα: τα λόγια του αρχηγού του χωριού όταν παρέχει άσυλο στον άρτι αφιχθέντα ξένο έτυχε να είναι άκρως επίκαιρα όταν κυκλοφόρησε το νέο άλμπουμ, λίγες μόνο μέρες μετά την απέλαση της δεκαπεντάχρονης Λεονάρντα από το Κόσοβο και τον μάλλον αμήχανο –αν όχι κωμικοτραγικό– χειρισμό της υπόθεσης από τα ΜΜΕ και τις αρχές...

Αρκούν όλα αυτά για να ικανοποιήσουν όσους περιμένουν από το δίδυμο Φερρί και Κονράντ, που έχουν την ίδια ηλικία με τον Αστερίξ, να σταθούν στο ύψος των δημιουργών του μικρόσωμου «εθνικού ήρωα» και του «μύθου» του; Ίσως όχι. Όμως, πενήντα τέσσερα χρόνια μετά το ξεκίνημα της σειράς, μάλλον δεν έχει νόημα να τους ζητά κανείς κάτι τέτοιο. Ίσως θα είναι καλύτερα να αφήσουν το ένστικτό τους να τους οδηγήσει σε νέες κατευθύνσεις. Αποφεύγοντας τις νοσταλγικές κορώνες, σε μια από τις πολλές συνεντεύξεις του, ο Φερρί προτίμησε να μιλήσει για τον τρόπο με τον οποίο ο «μύθος» μπορεί να γίνει παραμύθι με την ετυμολογική έννοια που έχει η λέξη στα ελληνικά:

 

Βυθίστηκα ξανά στις εντυπώσεις μου ως αναγνώστης, όταν ήμουν παιδί. Προτίμησα να τροφοδοτήσω τον εαυτό μου με όσα είχα νιώσει εκείνη την εποχή και όχι με τη σημερινή μου εμπειρία ως δημιουργός, για να προσεγγίσω το σύμπαν του Αστερίξ και να το ξανακάνω δικό μου. Είμαι λάτρης του χιούμορ και ενδιαφέρομαι για τα μέσα που μου επιτρέπουν να το μεταφράσω σε σχέδιο. Σ’ αυτόν τον τομέα, πάντα εκτιμούσα το στυλ του Γκοσινύ, τον τρόπο με τον οποίο κρατάει τις αποστάσεις. Δεν βρέχεται ο ίδιος, δεν εξομολογείται, δεν περιγράφει τον εαυτό του. Είναι ένας τυπικός μαιτρ αυτού του καλοσυνάτου, παρηγορητικού κόμικς των παιδικών μου χρόνων, του οποίου προσπαθώ να συνεχίσω το πνεύμα. Οι κακοί, στο έργο του Φρανκέν, δεν ήταν χειρότεροι από τους ήρωες, αλλά τα θύματα των απρόοπτων της ζωής. Είναι ένας τρόπος να βλέπει κανείς τον κόσμο και την υπάρξη. Όμως πέρα από αυτήν την ευαισθησία, που χαρακτηρίζει τα νεανικά κόμικς μιας συγκεκριμένης περιοόδου και θέλω να συνεχίσω, η γραφή μου δεν είναι «συνειδητοποιημένη». Αυτή η πλευρά των κόμικς ως τέχνη της πλάκας, ταπεινή κι εφήμερη, αναποκρίνεται σε μια φυσική μου κλίση. [7]

 

Ίσως έχει έρθει ο καιρός να δει κανείς ένα παραμύθι εκεί που ο Μαλρώ έλεγε ότι βλέπει έναν μύθο. Αν είναι έτσι τα πράγματα, ο καινούργιος κύκλος στην ιστορία του Αστερίξ που άνοιξε με την περιπέτεια στην χώρα των Πικτών, άρχισε με καλούς οιωνούς.


 

[1] Η ελληνική έκδοση από την Μαμούθ Κόμικς αναμενόταν να κυκλοφορήσει τους πρώτους μήνες του 2014. Τελικά, κυκλοφόρησε στις αρχές Αυγούστου 2014.

[2] Αξίζει τον κόπο να το υπογραμμίσουμε για πολλοστή φορά, παρ’ όλο που πρόκειται για απλή σύμπτωση: τη δημιουργία ενός καθαρά γαλλικού περιοδικού ανέλαβαν ο Βέλγος Σαρλιέ και δύο γόνοι μεταναστών. Ο Αλμπέρ Υντερζό ήταν γόνος ιταλών μεταναστών χαμηλής κοινωνικής τάξης, ενώ ο Ρενέ Γκοσινύ, γιος ενός πολωνοεβραίου χημικού και της κόρης ενός ρωσοεβραίου τυπογράφου, μεγάλωσε στην Αργεντινή και στις ΗΠΑ. Για την ιστορία, θα πρέπει να προσθέσουμε ότι το τυπογραφείο του πατέρα της μητέρας του ειδικευόταν σε έντυπα στα ρωσικά και τα γίντις και διέθετε την πληρέστερη σειρά κυριλλικών χαρακτήρων στη γαλλική πρωτεύουσα. Στο τυπογραφείο αυτό, που είχε εν τω μεταξύ περάσει στην ιδιοκτησία του αδελφού της μητέρας του Γκοσινύ, τυπώθηκε η πρώτη έκδοση του Αρχιπελάγους Γκουλάγκ του Σολζενίτσιν.

[3] Οι γνωστοί πειρατές των περιπετειών του Αστερίξ είναι μια γελοιογραφική εκδοχή του κεντρικού καστ του Démon des Caraïbes, με τον κοκκινοτρίχη πλοίαρχο, τον σοφό γερο-θαλασσόλυκο με το ξύλινο ποδάρι και τον θηριώδη νέγρο ναύτη.

[4] «Η προσέγγισή μας στις ιστορίες με τον Μίκυ που δημοσιεύονταν σε συνέχειες στη δεκαετία του 1930 και του 1940 ώς το 1955, ήταν να αποδίδουμε με ειρωνικό τρόπο οτιδήποτε ήταν δημοφιλές εκείνη την εποχή στις ταινίες του Χόλυγουντ ή να καθρεφτίζουμε άλλες μορφές ψυχαγωγίας που ήταν της μόδας εκείνο τον καιρό», έγραφε ο Φλόυντ Γκότφρεντσον προλογίζοντας μια ανθολογία της δουλειάς του το 1978 (Walt Disney Best Comics. Mickey Mouse, Abbeville Press, 1978).

[5]Πασκάλ Ορύ, Goscinny (1926-1977). La liberté d’en rire, Perrin, σελ. 170. Πάντως η ανάγνωση αυτή αποτελεί ακόμα και σήμερα μια κλασική κοινοτοπία της αστεριξολογίας. Σε συνέντευξή του στο έκτακτο αφιέρωμα του Le Point, που κυκλοφόρησε τον περασμένο Οκτώβριο, ο γνωστός δημοσιογράφος Αλαίν Ντυαμέλ, συγγραφέας, μεταξύ άλλων, του Complexe d’Astérix (1985), δήλωσε απερίφραστα ότι ο Αστερίξ ενσαρκώνει αξίες της Δεξιάς.

[6] Ο Μεμπαρκί είναι η παράπλευρη απώλεια της επιστροφής του Αστερίξ: «είχαμε κάνει λάθος γι’ αυτό το παιδί που είχε είκοσι πέντε χρόνια με τον Αστερίξ στην πλάτη του», δήλωνε ο Υντερζό, τον περασμένο Αύγουστο, στη Monde· «ήξερε καλά να δουλεύει ένα μεμονωμένο σχέδιο, όχι όμως και μια ιστορία κόμικς». «Δυο χρόνια αργότερα, το θέμα είναι ακόμα τόσο ευαίσθητο», συμπλήρωνε ο δημοσιογράφος Φρεντερίκ Ποτέ· «τόσο ευαίσθητο που κανείς δεν θα μπορέσει να μας δώσει τη διεύθυνση του Φρεντερίκ Μεμπαρκί, ο οποίος έφυγε και πήγε να ζήσει στο εξωτερικό, “μακριά από τα πάντα”» (Φρεντερίκ Ποτέ, «Des auteurs choisis dans le plus grand secret», Le Monde, 12/8/2013).

[7]Συνέντευξη στον Στεφάν Μπωζάν, Ka-Boom 3, 11/2013.

Δημήτρης Δημακόπουλος

Φιλόλογος και μεταφραστής, θεωρητικός των κόμικς, επί πολλά χρόνια συγγραφέας των κειμένων στο περιοδικό ανθολογίας της Ντίσνεϋ, Κόμιξ.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά