Σάββατο, 01 Φεβρουαρίου 2014

Το τελευταίο τρένο του κόσμου

Κατηγορία Comics
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 40
Το εξώφυλλο του Ζαν Μαρκ Ροσέτ για το (A Suivre) 58, στο οποίο δημοσιεύτηκε η δεύτερη συνέχεια του Transperceneige. Το εξώφυλλο του Ζαν Μαρκ Ροσέτ για το (A Suivre) 58, στο οποίο δημοσιεύτηκε η δεύτερη συνέχεια του Transperceneige.

Αν ο σιδηρόδρομος είναι το πιο αντιπροσωπευτικό τεχνολογικό επίτευγμα της νεωτερικότητας, μια αεικίνητη αμαξοστοιχία που περιπλανιέται χωρίς προορισμό στη λευκή απεραντοσύνη μιας νέας εποχής των παγετώνων, είναι το ιδανικό σκηνικό για τη συντέλεια του σύγχρονου κόσμου: αυτή είναι η κεντρική ιδέα του Transperceneige, του εικονογραφημένου αφηγήματος του Ζακ Λομπ και του Ζαν Μαρκ Ροσέτ, που μετέφερε στον κινηματογράφο ο Μπονγκ Τζουν Χο το 2013, τριάντα χρόνια μετά την πρώτη του δημοσίευση στο ιστορικό περιοδικό (A Suivre).

Jacques Lob, Jean-Marc Rochette, Benjamin Legrand, Le Transperceneige. Intégrale, Casterman, Paris 2013, 252 σελ.

Snowpiercer. Αμερικανογαλλοκορεάτικη παραγωγή 2013, σε σκηνοθεσία του Joon-ho Bong. Με τους Chris Evans, Tilda Swinton, Jamie Bell, John Hurt. Διάρκεια: 126 λεπτά. Στην Ελλάδα έχει προγραμματισθεί να προβληθεί από τις 20 Φεβρουαρίου 2014. 

Παρ’ όλο που για το ευρύ κοινό οι κινηματογραφικές διασκευές εικονογραφημένων αφηγημάτων είναι συνώνυμες με τις εμφανίσεις αμερικανών υπερηρώων στη μεγάλη οθόνη, το 2013 τις εντυπώσεις κέρδισε το γαλλόφωνο κόμικς με τρεις παραγωγές βασισμένες σε δουλειές δημιουργών που ανήκουν σε τρεις διαφορετικές γενιές. Η ζωή της Αντέλ του Αμπντελατίφ Κεσίς, μια από τις πιο πολυσυζητημένες ταινίες της χρονιάς, που κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες, ήταν βασισμένη στο θαυμάσιο πρωτόλειο της εικοσιεννιάχρονης σήμερα Ζυλί Μαρό· το Quai d’Orsay του Μπερτράν Ταβερνιέ ήταν μια διασκευή του ομώνυμου δίπτυχου σε σενάριο του διπλωμάτη Αντονέν Μπωντρύ και σχέδιο του σαραντατετράχρονου Κριστόφ Μπλαιν, ενός από τους δημιουργούς που συνέβαλαν καθοριστικά στην ανανέωση του γαλλόφωνου κόμικς στη δεκαετία του 1990. Η τρίτη ταινία, που κινείται σε τελείως διαφορετικό κλίμα, είναι ο Snowpiercer του Μπονγκ Τζουν Χο, μια διεθνής υπερπαραγωγή που δανείζεται την κεντρική ιδέα ενός από τα πιο σημαντικά εικονογραφημένα αφηγήματα των αρχών της δεκαετίας του 1980. Ο κορεάτης σκηνοθέτης αντλεί έμπνευση από τον Transperceneige, ένα πολυσέλιδο αφήγημα σε σενάριο του Ζακ Λομπ και σχέδιο του Ζαν Μαρκ Ροσέτ, που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά σε συνέχειες στο περιοδικό (A Suivre) από τον Οκτώβριο του 1982 ώς τον Ιούλιο του 1983, σε μια από τις πιο δημιουργικές στιγμές στην ιστορία του γαλλικού κόμικς: μετά την πρόσφατη «ενηλικίωση» της τέχνης τους, νέοι και βετεράνοι δημιουργοί συνεχίζουν να πειραματίζονται με αμείωτο ενθουσιασμό, αλλά και με τη σιγουριά που τους προσφέρει η καταξίωση στη συνείδηση ενός πιο απαιτητικού κοινού. Ο Λομπ και ο Ροσέτ εντάσσουν μοτίβα εμπνευσμένα από την επιστημονική φαντασία σε ένα σκηνικό δανεισμένο από την πλούσια εικονογραφημένη φιλολογία σιδηροδρομικής θεματολογίας, για να αφηγηθούν την ιστορία των τελευταίων επιζώντων της ανθρωπότητας που επιβιβάστηκαν σε «ένα τρένο με χίλια και ένα βαγόνια», μια σύγχρονη κιβωτό η οποία περιπλανιέται στη «λευκή απεραντοσύνη ενός αιώνιου και παγερού χειμώνα», μεταφέροντας μια κοινωνία που ζει τις ύστατες στιγμές της.

ΧΑΡΤΙΝΑ ΤΡΕΝΑ

«Κανένας άλλος τεχνολογικός σχεδιασμός ή κοινωνικός θεσμός δεν αντιπροσωπεύει τη νεωτερικότητα όσο ο σιδηρόδρομος», έγραφε το 2010 ο Τόνι Τζαντ1. Κι ο Transperceneige αποτελεί μια από τις κορυφαίες στιγμές της συνάντησης των σιδηροδρόμων με μια από τις καινούργιες τέχνες που γέννησε η νεωτερικότητα του 19ου αιώνα. Μετά τη ζωγραφική, τη γελοιογραφία και τις εικονογραφημένες εκδόσεις λαϊκής ή νεανικής λογοτεχνίας, η Ένατη Τέχνη υποδέχτηκε τα τρένα από την αρχή της ιστορίας της, ως τμήμα της ρεαλιστικής απεικόνισης του σύγχρονου κόσμου: το τρένο ήταν το μεταφορικό μέσο που επέλεξε η οικογένεια Φενουγιάρ του γάλλου πρωτοπόρου Κριστόφ για να επισκεφθεί τη Διεθνή Έκθεση στο Παρίσι, το 1889. Από την άλλη, από την πρώτη κιόλας δεκαετία του 20ού αιώνα, αμαξοστοιχίες και ατμομηχανές εισβάλλουν στα ονειρικά τοπία του Μικρού Νέμο του αμερικανού Ουίνσορ Μακ Κέυ, σαν αναπόσπαστο τμήμα μιας σύγχρονης μυθολογίας, στη διαμόρφωση της οποίας η νέα τέχνη έμελλε να συμβάλει καθοριστικά τα επόμενα χρόνια.

Οι πρώτοι μεγάλοι ήρωες των κόμικς που θα αναδειχθούν στην εποχή του μεσοπολέμου δεν θα παραλείψουν να πάρουν το τρένο. Ο Μίκυ Μάους έκανε το ντεμπούτο του στη μεγάλη οθόνη στο τιμόνι ενός ατμόπλοιου και την πρώτη του εμφάνιση στα κόμικς στο πηδάλιο ενός αυτοσχέδιου αεροπλάνου, όμως, το καλοκαίρι του 1930, θα ταξιδέψει με τρένο ώς την Κοιλάδα του Θανάτου, σε μια από τις πιο απολαυστικές και θεαματικές σεκάνς της δεύτερης μεγάλης του εικονογραφημένης περιπέτειας, σε κείμενο και σχέδιο του Φλόυντ Γκότφρεντσον, που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στις ημερήσιες εφημερίδες στις εποχής. Ενάμισι χρόνο νωρίτερα, στις 10 Ιανουαρίου 1929, ο Τεντέν του Ερζέ είχε ξεκινήσει το ταξίδι του στα κόμικς σε ένα κουπέ του «Διεθνούς Εξπρές», με προορισμό τη Μόσχα μέσω Βερολίνου, στις σελίδες του Petit Vingtième, του παιδικού εικονογραφημένου συμπληρώματος της εφημερίδας Vingtième Siècle. Πριν καλά καλά τελειώσει ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Εντμόντ Καλβό δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στην πιο μαύρη σελίδα της ιστορίας των σιδηροδρόμων, τη μαζική μεταφορά των Εβραίων στα στρατόπεδα εξόντωσης των ναζί, στο αξεπέραστο La Bête est morte· πρόκειται για απλή σύμπτωση, όμως το ρόλο του από μηχανής θεού που τιμωρεί τον ναζί εγκληματία στο σύντομο αλλά συγκλονιστικό Master Race του Μπέρναρντ Κριγκστάιν, που δημοσιεύτηκε στο αμερικάνικο Impact το 1955, παίζει ένας συρμός του μετρό...

Μετά τη δεκαετία του 1950, τα χρόνια που ο Τόνυ Τζαντ τοποθετεί την αρχή της παρακμής των σιδηροδρόμων, χάρη στην ανάπτυξη του ιστορικού και περιπετειώδους κόμικς στην Ευρώπη, τα τρένα του χτες, του σήμερα και του αύριο αυξάνονται και πληθύνονται στα καρέ των εικονογραφημένων αφηγημάτων. Το έπος της κατασκευής των γραμμών του σιδηροδρόμου στις απέραντες πεδιάδες του Φαρ Ουέστ, αποδόθηκε ρεαλιστικά από τον Σαρλιέ και τον Ζιρώ στις περιπέτειες του Μπλούμπερυ αλλά και σε πιο κεφάτο ύφος από τον Γκοσινύ και τον Μορρίς στις σελίδες των περιπετειών του Λούκυ Λουκ· θωρακισμένα στρατιωτικά τρένα της εποχής του Α' Παγκοσμίου Πολέμου εμφανίζονται στο έργο του Ούγκο Πρατ ή του Ζακ Ταρντί· ο Πιερ Κριστέν επιλέγει ένα τρένο ως σκηνικό για τον πρόλογο και τον επίλογο ενός χρονικού της χρεοκοπίας της κομμουνιστικής ουτοπίας στο αριστουργηματικό Partie de chasse (Παρτίδα κυνηγιού), σε εικονογράφηση του Ένκι Μπιλάλ, αλλά και την εγκαταλελειμένη γραμμή της «μικρής ζώνης» του Παρισιού ως ντεκόρ για το μελαγχολικό δράμα μιας μοναχικής περιθωριακής ηρωίδας στην Voyageuse de la petite ceinture σε σχέδιο της Αννί Γκετζινγκέρ· σε πιο ονειρικό κλίμα, ο Ντίνο Μπουτζάτι σχεδιάζει τρένα με απόκοσμες σιλουέτες στο Poema a fumetti το 1969. Κι όταν ο καθηγητής Μόρτιμερ παγιδεύεται στο μακρινό μέλλον στη Διαβολική Παγίδα του Ε.Π. Ζακόμπς, βρίσκει το δρόμο του προς το μέρος όπου άλλοτε ήταν το Παρίσι, για την τελευταία πράξη της περιπέτειάς του, μπαίνοντας σε ένα εγκαταλελειμμένο τούννελ του μετρό: το πρώτο απομεινάρι από τον παλιό πολιτισμό που θα αντικρίσει είναι το κουφάρι ενός άλλοτε υπερσύγχρονου μονορέιλ.

Πολύ περισσότερο από τα πλοία, τα αεροπλάνα και τα αυτοκίνητα, ο κόσμος των τρένων, από τους σταθμούς ώς το εσωτερικό των βαγονιών, έχει προσφέρει στα κόμικς απεριόριστες δυνατότητες για γραφιστικά και αφηγηματικά παιχνίδια με πολύ ενδιαφέρουσες προεκτάσεις. Εκείνο που λείπει από την εικονογραφημένη φιλολογία των σιδηροδρόμων είναι οι μεγάλοι ήρωες: πλάι σε ναυτικούς όπως ο Ποπάυ και ο Κόρτο Μαλτέζε, σε αεροπόρους όπως ο Μπακ Ντάνυ, σε ραλίστες όπως ο Μισέλ Βαγιάν, δεν θα βρούμε κάποιον εξίσου εμβληματικό σταθμάρχη ή μηχανοδηγό. Ίσως επειδή στα κόμικς σιδηροδρομικής φαντασίας, οι πραγματικές βεντέτες είναι τα ίδια τα τρένα, όπως ο Transperceneige.

ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΥΘΕΝΑ

Η περιπέτεια του «τρένου με τα χίλια βαγόνια» ξεκίνησε όταν, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, ο βετεράνος Ζακ Λομπ ζήτησε από τον πολύ νεότερό του, αλλά ήδη καταξιωμένο Αλεξίς, να εικονογραφήσει μια πρώτη εκδοχή της ιστορίας2. Η κεντρική ιδέα εκτίθεται από τις πρώτες κιόλας σελίδες:

Ένας ατέλειωτος συρμός κινείται σε μια λευκή και παγωμένη απεραντοσύνη... είναι ο Transperceneige με τα χίλια και ένα βαγόνια, το πιο μεγάλο τρένο του κόσμου. Και το τελευταίο. [...] Είναι ο τελευταίος προμαχώνας ενός πολιτισμού που νικήθηκε από το κρύο... [...] Στους κόλπους του, έχει βρει καταφύγιο μια κοινωνία σύνθετη, με αυστηρούς ταξικούς διαχωρισμούς. [...] Πρώτα απ’ όλα, η αφρόκρεμα, στα μπροστινά βαγόνια. Η αφρόκρεμα είναι το ιερατείο και η αριστοκρατία στα βαγόνια της πρώτης θέσης. Εκείνοι έχουν την εξουσία... Μετά, στη δεύτερη θέση, είναι οι μεσαίες τάξεις και τέλος, τα βαγόνια της ουράς είναι ένα γκέτο με ρόδες, τίγκα στον κόσμο...

Η ιστορία προοριζόταν να δημοσιευθεί τον Φεβρουάριο του 1978 στο πρώτο τεύχος του (A Suivre): το περιοδικό των εκδόσεων Casterman, του οίκου του Τεντέν, φιλοδοξούσε να κερδίσει ένα ενήλικο και καλλιεργημένο κοινό με πολυσέλιδα αφηγήματα, μυθιστορηματικής υφής, που θα επέτρεπαν στους δημιουργούς τους να εξερευνήσουν νέους ορίζοντες3. Δυστυχώς, ο Αλεξίς πρόλαβε να σχεδιάσει μόνο δεκαέξι σελίδες, πριν από τον πρόωρο και αιφνίδιο θάνατό του, τον Σεπτέμβριο του 1977, σε ηλικία μόλις τριάντα χρονών. Ο Ζακ Λομπ συνέχισε να επεξεργάζεται την αρχική ιδέα του και, στις αρχές της επόμενης δεκαετίας, αφού απέρριψε αρκετές υποψηφιότητες4, επέλεξε τον Ζαν-Μαρκ Ροσέτ, έναν νέο σχεδιαστή που είχε τραβήξει την προσοχή του με τις πρώτες του δουλειές5. Η οριστική εκδοχή της ιστορίας δεν έχει τον ανάλαφρο τόνο των σελίδων που είχε εικονογραφήσει ο Αλεξίς· ίσως ο θάνατός του να ήταν ένας από τους λόγους που έκαναν τον Λομπ να δώσει στην αφήγησή του έναν πολύ πιο σκληρό και πικρό τόνο. Μόνο κάποιες έμμετρες αφηγηματικές λεζάντες στο πρώτο καρέ κάθε κεφαλαίου, που ηχούν σαν παράφωνο ρεφραίν από λαϊκό τραγουδάκι, διατηρούν κάτι από τη χιουμοριστική διάσταση της αρχικής ιδέας. Από την πλευρά του, ο Ζαν Μαρκ Ροσέτ έδωσε στο τρένο μια λιτή αλλά ογκώδη κι επιβλητική σιλουέτα: αποφεύγοντας τα γραφιστικά κλισέ της επιστημονικής φαντασίας, αναζήτησε έμπνευση στις σιλουέτες των θωρακισμένων στρατιωτικών τρένων και έδωσε στο μπροστινό μέρος της μηχανής μια μορφή που θυμίζει περικεφαλαία αρχαίου πολεμιστή. Ο Ροσέτ σχεδιάζει τα πρόσωπα της ιστορίας τις περισσότερες φορές σε γκρο πλαν και στριμώχνει τις σιλουέτες τους στα μαυρόασπρα καρέ του· παίζει επιδέξια με τις οπτικές γωνίες και την προοπτική του κλειστού χώρου, τονίζοντας την αντίθεση ανάμεσα στην ασφυκτική στενότητα του εσωτερικού του τρένου με το απέραντο λευκό τοπίο και το φαινομενικά άπειρο μήκος του συρμού. Η ατμόσφαιρα των σελίδων του θα επηρεάσει τον έμπειρο Λομπ, ο οποίος έγραφε την ιστορία καθώς προχωρούσε η εικονογράφησή της, αντλώντας έμπνευση από το σχέδιο για την κατεύθυνση που θα έδινε στο σενάριο.

ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΕΥΚΟ ΘΑΝΑΤΟ

Η ιστορία αρχίζει όταν στρατιώτης της φρουράς του τρένου υποδέχεται με βάναυσο τρόπο έναν ρακένδυτο τύπο, ονόματι Προλόφ, που κατάφερε να ξεφύγει από το γκέτο των τελευταίων βαγονιών. Με σύντροφο την ακτιβίστρια Αντελίν, μέλος μιας οργάνωσης που υπερασπίζεται τους παρίες της ουράς της αμαξοστοιχίας, ο δραπέτης προχωρά προς την κορυφή της κοινωνικής ιεραρχίας και φτάνει τελικά στη μηχανή· εκεί θα μάθει τα μυστικά του «αεικίνητου κινητήρα Φόρεστερ», ο οποίος αποτελεί την πηγή της ζωής για τους επιβάτες του τρένου.

Ο Transperceneige είναι το χρονικό μιας γραμμικής πορείας στον κλειστό και πεπερασμένο χώρο ενός οχήματος που κινείται χωρίς προορισμό στην έρημη απεραντοσύνη, μιας πορείας που θα φέρει τον ήρωα –και μαζί του τον αναγνώστη– αντιμέτωπο με τους εφιάλτες και τις αγωνίες μιας ολόκληρης εποχής. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες, η ταξική διαστρωμάτωση της κοινωνίας του τρένου εντάσσεται στο πλαίσιο ενός κλειστού δυστοπικού μικρόκοσμου που παραπέμπει διακριτικά στο γκουλάγκ και τα στρατόπεδα εξόντωσης, συνδυάζοντας την ανάμνηση των δύο ολοκληρωτισμών του 20ού αιώνα: η περιβολή των φρουρών θυμίζει αμυδρά τη στολή σοβιετικών στρατιωτών, ενώ το κούρεμα με την ψιλή για λόγους υγιεινής, στο δεύτερο κεφάλαιο, μοιάζει να παραπέμπει στην ανάμνηση της γενοκτονίας των Εβραίων. Προχωρώντας από το ένα βαγόνι στο άλλο, ο ήρωας εξερευνά μια κόλαση μέσα σε μια κόλαση κι ο αναγνώστης ανακαλύπτει την αγωνία για τον υπερπληθυσμό και την εξάντληση των φυσικών πόρων, μια χειραγωγούμενη θρησκεία που βασίζεται στην απελπισία και καλλιεργεί όχι την αλληλεγγύη αλλά το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, τη ματαιότητα της κοινωνικής ευαισθησίας της μεσαίας τάξης που δεν καταφέρνει να υπερασπιστεί έναν «τρίτο κόσμο» περιχαρακωμένο στο τέλος της αμαξοστοιχίας, τον κυνισμό της ελίτ η οποία θυσιάζει τους παρίες στο όνομα ενός κοινού καλού που ταυτίζεται με την επιβίωσή της, τα αδιέξοδα των διανοουμένων που θέλουν να πιστεύουν ότι μπορούν να περισώσουν την πνευματική κληρονομιά μιας καταδικασμένης ανθρωπότητας, το φάσμα μιας ολοκληρωτικής καταστροφής ως κατάληξη της επόμενης παγκόσμιας σύρραξης...

Όλα αυτά θα μπορούσαν να είναι μια απλή παράθεση κοινοτοπιών. Αλλά οι Λομπ και Ροσέτ δεν κάνουν το λάθος να το ρίξουν στην κοινωνιολογία. Ο Transperceneige είναι ένα αφήγημα που επιδέχεται πολλές και διαφορετικές αναγνώσεις, όμως αξίζει να επισημάνουμε ότι, στην αρχή της πορείας του, ο Προλόφ διηγείται την ιστορία ενός γέροντα που ζήτησε μια ώρα μοναξιά από τους συνεπιβάτες του μόνο και μόνο για να δώσει τέλος στη ζωή του· στις τελευταίες σελίδες, έχοντας προσπεράσει τα βαγόνια της ανώτερης τάξης, ο ήρωας θα βρεθεί κι εκείνος εντελώς μόνος του στην καρδιά της αεικίνητης μηχανής, μοναδικός πια θνητός σύντροφος μιας αθάνατης πηγής ζωής. Τόσο οι αναφορές στις αγωνίες και τις κοινωνικές παθολογίες της εποχής που γράφτηκε η ιστορία, όσο και τα μοτίβα που δανείστηκαν οι δημιουργοί από την επιστημονική φαντασία –η επιβίωση μετά από την ολοκληρωτική καταστροφή μέσα σε μια κιβωτό υψηλής τεχνολογίας–, αποτελούν απλώς την πρώτη ύλη για κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον και πολύ πιο σκοτεινό: ένα σύγχρονο μεταφυσικό παραμύθι με διόλου αίσιο τέλος.

Η ΤΑΙΝΙΑ

Ο Μπονγκ Τζουν Χο λατρεύει τα κόμικς και ανακάλυψε τον Transperceneige το 2005, σε μια πειρατική έκδοση στην Κορέα. Αντί να αφηγηθεί τη μοναχική πορεία ενός αινιγματικού ήρωα, κράτησε μόνο την κεντρική ιδέα ως πλαίσιο για την αφήγηση μιας εξέγερσης των κολασμένων στα πίσω βαγόνια ενός τρένου το οποίο κινείται σε έναν κόσμο ρημαγμένο, όχι πια από μια παγκόσμια σύρραξη, αλλά από μια οικολογική καταστροφή. Ο σκηνοθέτης αντιμετώπισε το έργο των Λομπ και Ροσέτ6 σαν αφετηρία για μια πρωτότυπη ταινία, χωρίς να προσπαθήσει να το ερμηνεύσει, μπολιάζοντας τον μύθο του αεικίνητου τρένου με τις δικές του ευαισθησίες και τις αγωνίες της δικής του εποχής. Σε συνέντευξη που παραχώρησε τον περασμένο Οκτώβριο στη Monde, ο σινεφίλ κινηματογραφιστής δεν παρέλειψε να αναφερθεί στην ανάμνηση του THX 1138 του Τζωρτζ Λούκας για το μοτίβο του εγκλεισμού και της εξέγερσης, αλλά και, στο πλαίσιο μιας καθαρά σιδηροδρομικής θεματολογίας, στον Αυτοκράτορα του Βορρά (Emperor of the North Pole) του Ρόμπερτ Ώλντριτς και στο Τρένο (The Train) του Τζων Φρανκενχάιμερ. Από την άλλη, παραδέχεται ότι η αναφορά στα τρένα παραμπέμπει, τουλάχιστον τους μεγαλύτερους σε ηλικία συμπατριώτες του, «σε κάτι πολύ αρνητικό: την ιαπωνική κατοχή. Είναι μια πολύ μεγάλη και σκοτεινή περίοδος της εθνικής μας ιστορίας. Οι Ιάπωνες έφτιαξαν τον σιδηρόδρομο στη χώρα μας για να μεταφέρουν εμπορεύματα. Στη συνείδηση των παλαιότερων, το τρένο είναι συνδεδεμένο με τη βαρβαρότητα των κατακτητών. Αργότερα, στα χρόνια του πολέμου της Κορέας, είδαν σκηνές αντάξιες της Κόλασης του Δάντη, όταν τα πλήθη ορμούσαν στα τρένα και συνωστίζονταν υπό το κράτος του πανικού».7

Μια πιστή διασκευή του Transperceneige θα ήταν μια ταινία πολύ διαφορετική, πιο χαμηλών τόνων, αλλά λιγότερο προσωπική. Πάντως, η προβολή του Snowpiercer είναι μια εξαιρετική αφορμή να (ξανα)διαβάσει κανείς το εικονογραφημένο αφήγημα των Λομπ και Ροσέτ. Είναι ένα εξαιρετικό ανάγνωσμα, που συνδυάζει τη γοητεία της αφήγησης σε συνέχειες των μεγάλων στριπ των παλιών αμερικανών δάσκαλων της Ένατης Τέχνης με τις υφολογικές και θεματικές καινοτομίες των πρωτοπόρων της δεκαετίας του 1970. Αν η Ζωή της Αντέλ ήταν μια ευκαιρία να ανακαλύψει κανείς τη δουλειά μιας νέας δημιουργού, η ανάγνωση του Transperceneige μπορεί να μας θυμίσει ποιες είναι οι καταβολές του σύγχρονου ευρωπαϊκού κόμικς.

1 Tony Judt, Η δόξα των σιδηροδρόμων, μετάφραση: Κωστούλα Σκλαβενίτη, επίμετρο: Σταύρος Ζουμπουλάκης, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2013 (πρώτη δημοσίευση: The New York Review of Books, 23/12/2010 και 12/1/2011).

2 Ο Ζακ Λομπ ξεκίνησε την καριέρα του ως σχεδιαστής, αλλά καταξιώθηκε κυρίως ως σεναρίστας: είναι άλλωστε ο μοναδικός σεναριογράφος που έχει τιμηθεί με το Μεγάλο Βραβείο του Φεστιβάλ της Ανγκουλέμ. Στο ελληνικό κοινό, είναι κυρίως γνωστός από τις περιπέτειες της Blanche Epiphanie, σε εικονογράφηση του Ζωρζ Πισάρ. Ο Ντομινίκ Βαλέ, γνωστός με το ψευδώνυμο Αλεξίς, ήταν ένας από τους πιο χαρισματικούς σχεδιαστές της γενιάς του και είχε διακριθεί για το δεξιοτεχνικό του στυλ που συνδύαζε ρεαλισμό και εξωφρενικό χιούμορ, θυμίζοντας σε πολλούς το ύφος του αμερικανού Τζακ Ντέιβις, ενός από τους στυλοβάτες του σατιρικού Mad. Ο τίτλος Transperceneige παραπέμπει ηχητικά στον Υπερσιβηρικό (Transsibérien) και σημαίνει, σε κατά λέξη απόδοση, ένα τρένο που «διαπερνά τα χιόνια».

3 Πολύ πριν καθιερωθεί ο όρος graphic novel, ο Casterman κυκλοφόρησε τις ιστορίες που δημοσιεύονταν σε συνέχειες στο περιοδικό του, σε μια συλλογή με τίτλο Les Romans (A Suivre).

4 Ανάμεσα στους υποψήφιους συνεχιστές, θα πρέπει να αναφέρουμε τον βέλγο Φρανσουά Σκόιτεν, γνωστό στο ελληνικό κοινό από τη σειρά Σκοτεινές Πόλεις. Το 1981, ο Σκόιτεν δημοσίευσε σε συνέχειες στο Métal Hurlant μια ιστορία παρεμφερούς έμπνευσης, με τίτλο Le Rail, ενώ, το 2012, έγραψε και σχεδίασε μια θαυμάσια ελεγειακή σιδηροδρομική περιπέτεια με τίτλο La Douce.

5 Ο Ζαν Μαρκ Ροσέτ έκανε τότε τα πρώτα του βήματα στην Ένατη Τέχνη και είχε κερδίσει τις εντυπώσεις χάρη στον Edmond le Cochon, μια πολύ ενδιαφέρουσα σειρά με ήρωα ένα ανθρωπόμορφο γουρούνι, σε σενάριο του Μαρτέν Βεϋρόν. To 1999, σχεδίασε δύο νέες ιστορίες εμπνευσμένες από τον Transperceneige σε σενάριο του Μπενζαμέν Λεγκράν. Το 2001, τιμήθηκε με το Βραβείο Χιούμορ στο Φεστιβάλ της Ανγκουλέμ για τη σειρά Napoléon et Bonaparte. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, στράφηκε στη ζωγραφική και δείγματα από το εικαστικό του έργο γνώρισε το ελληνικό κοινό το 2011, στην Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης στη Θεσσαλονίκη.

6 Ο Ροσέτ δεν συνεργάστηκε στην παραγωγή. Κάνει, όμως, μία σύντομη εμφάνιση μαζί με τον φίλο και συνεργάτη του Μπενζαμέν Λεγκράν και πραγματοποίησε τα σχέδια του ζωγράφου που καταγράφει το χρονικό της περιπέτειας στην ταινία. Ο σχεδιαστής δανείζει τα χέρια του στον ηθοποιό που υποδύεται τον ζωγράφο στις σκηνές που τον βλέπουμε να σχεδιάζει.

7 Le Monde, 29/10/2013.

Δημήτρης Δημακόπουλος

Φιλόλογος και μεταφραστής, θεωρητικός των κόμικς, επί πολλά χρόνια συγγραφέας των κειμένων στο περιοδικό ανθολογίας της Ντίσνεϋ, Κόμιξ.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Ένα κόμικς για τα Εξάρχεια Η δύναμη των πολλών

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά