Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2014

Δημόσιοι καιροί και ιδιωτικές ακαιρίες

Κατηγορία Διάλογος
Γράφτηκε από  Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου Δημοσιεύθηκε στο Διάλογος Τεύχος 46
Η Κική Δημουλά. Η Κική Δημουλά. Ιδιωτικό αρχείο

 

 

 

Βρέχει. Σαν αμφισβήτηση.

                                                                                                _______

                                                                                   

Υποκριτή, γραμμή δε διάβασες

                                                                                                           

Κική Δημουλά

Έγραψε πολλά και στρεβλά ο Ευριπίδης Γαραντούδης σε άρθρο του με τίτλο «Το επικοινωνιακό φαινόμενο Κική Δημουλά», που δημοσίευσε στο τεύχος της του Ιουνίου 2014 η Athens Review of Books.[1] Πέντε πληθωρικά τετράστηλα, μείον οι φωτογραφίες – όλες επιλεγμένες εξεπιτούτου από την ίδια  «επικοινωνιακή» εκδήλωση της Τραπέζης Ελλάδος (τον Νοέμβριο του 2013) προς τιμήν της «επικοινωνιακής» ποιήτριας, με τον Κάρολο Παπούλια από τη μια και τον Γιώργο Προβόπουλο από την άλλη (οποία καταισχύνη!)

Ο αρθρογράφος κατελήφθη από επιστημονικό… κνησμό, ο οποίος τον ώθησε να εξετάσει –εν πάση αντικειμενικότητι, βεβαίως!– το σύστημα προώθησης, επιβολής, κατίσχυσης της Δημουλά («κατοχύρωσης της συμβολικής της εξουσίας», όπως λέει), υπαίτιοι και ταυτοχρόνως υποχείρια του οποίου είναι συλλήβδην οι αναγνώστες, οι θεσμικοί φορείς, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, οι βραβεύσεις, οι εκδότες, τα βιβλιοπωλεία, τα ΜΜΕ, η εποχή μας, το στραβό μας το κεφάλι, ο σκάρτος ψυχισμός μας.

Μια φενάκη έσπευσε να καταγγείλει ο Ε.Γ., καθώς διέγνωσε ότι «το επικοινωνιακό φαινόμενο Δημουλά» είναι συνέπεια «ντοπαρίσματος»:

 

Το πάσης φύσεως ντοπάρισμα είναι βασικό σύμπτωμα μια πολλαπλά φτωχής, στα υλικά αγαθά, στις ιδέες και στον πολιτισμό, κοινωνίας, που, υποκριτική, αυτάρεσκη ή και αλαζονική, πολλά χρόνια τώρα αρέσκεται να βλέπει τον εαυτό της στον παραμορφωτικό καθρέφτη της ως την ωραία μάγισσα του παραμυθιού της [συνήθως οι παραμορφωτικοί καθρέφτες δεν ωραιοποιούν, αλλά το προσπερνάμε].

Το επικοινωνιακό φαινόμενο Δημουλά είναι σύμπτωμα του ίδιου συνδρόμου. (σ. 54)

 

Επειδή είναι, δηλαδή, κομμάτι δύσκολο να αποφασιστεί ποιος υποκινεί τι και αν έκανε η Δημουλά τη φήμη της ή η φήμη τη Δημουλά, η πλάνη βαραίνει τη σημερινή κοινωνία μας στο σύνολό της. Διότι, ως γνωστόν, οι παλαιότερες αγνές και υγιείς κοινωνίες είχαν αλάνθαστα κριτήρια, αναγνώριζαν μόνον αυθεντικές αξίες, βέρους ποιητές, αθλητές και πολιτικούς, αληθινούς κλέφτες και αρματολούς. Ενώ η δική μας, η ειδωλολάτρισσα, εποίησεν εαυτή μόσχον, τη Δημουλά, την οποία προσκυνά ενδίδοντας σε συλλογική παράκρουση: οι νοικοκυρές συμπαρασύρουν τους ποιητές, οι ανεκπαίδευτοι του εκπαιδευτικούς, οι δημοσιογράφοι τους ακαδημαϊκούς, οι φανατικοί τους ψύχραιμους, οι αδαείς τους γνώστες, οι γνώστες τις νοικοκυρές – κυκλοτερώς. Και ιδού το αποτέλεσμα: η συγκεντρωτική έκδοση των επτά πρώτων συλλογών της Δημουλά (Ποιήματα, Ίκαρος, 1998) έχει κάνει οκτώ έως σήμερα ανατυπώσεις και πουλήσει 51.000 αντίτυπα (αν είναι ποτέ δυνατόν!).

Αυτή η φρενίτιδα είναι, σύμφωνα με τη διάγνωση του Ε.Γ., ανάλογη με την επικοινωνιακή φούσκα που εξύψωσε και εν συνεχεία κατακρήμνισε στα τάρταρα της ανυποληψίας τους πάλαι ποτέ τιμημένους αθλητές μας, τον Κεντέρη, τη Θάνου ή τους αρσιβαρίστες της εθνικής ομάδας (βλ. σ. 54). Τα σχόλια, νομίζω, περιττεύουν, να θυμίσω απλώς ότι οι εν λόγω αθλητές είχαν δικαίως εξυμνηθεί όταν πιστευόταν ότι είχαν κατορθώσει το ακατόρθωτο και δικαίως διαπομπευθεί όταν αποδείχθηκαν κίβδηλοι. Εκτός από προσβλητική, η σύγκριση είναι παντελώς βλακώδης: υπήρξε ποτέ κίβδηλη η Κική Δημουλά, διέπραξε μήπως καμιά απάτη που κάποτε θα ξεσκεπαστεί, κάποια λογοκλοπή, ας πούμε, όπως άλλοι;  

Δεδηλωμένος σκοπός του Ε.Γ. είναι, εφ’ όσον τα κύρια γνωρίσματα της ποιητικής της Δημουλά έχουν, λέει, παγιωθεί και εντοπιστεί από την κριτική, «να διερευνηθεί η σχέση που συνδέει αυτά τα γνωρίσματα με τους όρους πρόσληψης της ποίησής της» (σ. 50). Να ανιχνευθούν δηλαδή οι λόγοι της πρωτάκουστης επιτυχίας ενός έργου στο οποίο ο Ε.Γ. αποδίδει, καθώς αρχικά διατείνεται, «αναμφισβήτητη αξία» (σ. 50).

Άδηλος πλην απολύτως ανιχνεύσιμος σκοπός του περισπούδαστα πεδικλωμένου και κρυφοδαγκανιάρικου κειμένου του είναι, ως προκύπτει, να αναιρεθεί κλιμακωτά αυτή του η αρχική απόφανση, κυρίως διά της πλαγίας οδού: διά της αμφισβητήσεως και του ευτελισμού των όρων υποδοχής και αναγνώρισης της Δημουλά, εντός αλλά πλέον και εκτός των εθνικών συνόρων.  

Το μόνο με το οποίο θα συμφωνήσω μαζί του: η μεγάλη αυτή κυρία της ποίησης αποτελεί και φαινόμενο γενικώς και επικοινωνιακό φαινόμενο ειδικώς. Είναι φαινόμενο να εμφανιστεί exnihiloμια τόσο ασύλληπτα καινοτόμος ποιητική ιδιοφυΐα. Φαινόμενο να γεννηθεί χωρίς μακρόχρονη κύηση, χωρίς προπαρασκευή (έστω κι αν ο Άθως Δημουλάς στάθηκε στην αρχή άξιος μέντορας), χωρίς πανεπιστημιακές περγαμηνές, χωρίς ποιητικές οφειλές και διακειμενισμούς. Φαινόμενο ν’ αναδυθεί εν μέσω απομιμήσεων μια τέτοια μοναδικότητα, εν μέσω μικρομεσαίων, ένα τέτοιο ύψος. Φαινόμενο να επιβληθεί χωρίς επαγγελματική, οικογενειακή ή συντεχνιακή στήριξη, χωρίς κλίκες και κλάκες. Φαινόμενο να καταξιωθεί  ταυτόχρονα από τους ομοτέχνους της και το ευρύ κοινό. Φαινόμενο εύρους και διάρκειας η δημοφιλία της Δημουλά, που κατάφερε να γίνει και να μείνει σταρ, κάνοντας σταρ την ποίηση, το κατ’ εξοχήν αντιμιντιακό προϊόν, χωρίς γραφεία δημοσίων σχέσεων και imagemakers.  

Ούτε το ουσιαστικό «φαινόμενο» ούτε το επίθετο «επικοινωνιακό» φέρουν εξ ορισμού αρνητικό πρόσημο, όπως κάνει πως πιστεύει ο Ε.Γ., απηχώντας μιαν αβασάνιστη κοινοτοπία. Στον προ πολλού απομαγευμένο και μπλαζέ κόσμο μας, το «φαινόμενο», με την έννοια αυτού που αιφνιδιάζει, που εκπλήσσει, είναι πράγμα εξαιρετικής σπανιότητας, όταν μάλιστα δεν εμπεριέχει σεξ ή μεγατόνους αιμοσφαιρίνης. Στη δε επικοινωνία, ήτοι στην επαφή και την πληροφορία, θεμελιώνεται ολόκληρη η σύγχρονη ύπαρξή μας, πράγμα που έχει και πλήθος θετικές συνέπειες (στο διαδίκτυο υπάρχουν 11.200 αναφορές στον Ε.Γ., 209.000 στη Δημουλά – όπερ έδει δείξαι).

Επικοινωνιακό φαινόμενο, όταν συζητάμε για ποίηση απαιτητική, δύσκολη, βαθιά αναστοχαστική, που δεν προσφέρεται καν για λαϊκό άσμα ή για σουξέ του συρμού; Σημαίνει φαινόμενο επιτυχίας! Και σημαίνει κονιορτοποίηση όλων των βολικών εφησυχασμών, που θέλουν τη μεγάλη ποίηση απρόσιτη, απώλητη, αδιάβαστη, και υμάς τους ποιητάς, στην αγέρωχη, υψιπέτιδα απομόνωση. (Ο Ε.Γ. αποκαλεί αυτή την αυτοχαϊδευτική θεωρία «λογοτεχνικό αριστοκρατισμό», αλλά μολονότι παριστάνει πως την απορρίπτει, παραχωρεί αβιάστως στον βασικό εκπρόσωπό της και εμμανή αντιδημουλιστή, τον Ν. Λάζαρη, περίοπτη θέση στο άρθρο του).

Θα προσπαθήσω να παρακολουθήσω την κατωφερή διαδρομή του Ε.Γ. από υποβάθμιση σε απαξίωση, όπως την ιχνηλατώ επί και μεταξύ των γραμμών. Δεν θα σταθώ πολύ στα όσα περίεργα λέει, υπαινίσσεται ή δανείζεται από άλλους σχετικά με τη δημόσια παρουσία της Δημουλά, πρώτον και κύριον, διότι είναι εκτός θέματος: το θέμα που (υποτίθεται ότι) απασχολεί τον Ε.Γ. δεν είναι αν η δημόσια συμπεριφορά της ποιήτριας αντιστοιχεί στο έργο της, αλλά αν το έργο της αντιστοιχεί στη δημόσια εικόνα του. Δεύτερον, διότι το  κοινωνικο-ιδεολογικό πρόσωπο ενός δημιουργού ελάχιστη σχέση διατηρεί με την ποιότητα της δουλειάς του (έχει προ πολλού εξαντληθεί αυτό το ζήτημα). Τρίτον, διότι ο χαρακτηρισμός «εθνική ποιήτρια» δεν είναι στενός κορσές για να μη χωράει παρά μόνον ό,τι έχει υποβληθεί στην αυστηρή δίαιτα της κάθε συγκυριακής πολιτικής ορθότητας. Τέταρτον, διότι οι κατ’ ανάγκην βιαστικές προφορικές απαντήσεις της ποιήτριας σε ερωτήσεις επί παντός του επιστητού (ερωτήσεις συχνά εκ του πονηρού εκπορευόμενες) είναι ολωσδιόλου ασύμμετρες προς την πολύχρονη γραπτή ποιητική της κατάθεση, προϊόν βαθύτατης ενδοσκόπησης και άοκνης επισκόπησης των ανθρωπίνων.[2] Πέμπτον, διότι, για τα όσα διστάζει να πει ανοιχτά, ο Ε.Γ. κρύβεται ψοφοδεώς πίσω από το προαναφερθέν χολερικό κείμενο του Ν. Λάζαρη, που δεν αξίζει καν τον κόπο πληκτρολόγησης σχολίου. Τέλος, διότι, όσον αφορά τη γελοιωδέστατη ιστορία των δήθεν «ρατσιστικών» φράσεων της Δημουλά στην Κυψέλη τον περσινό Μάιο, τα λεγόμενά του είναι τόσο λαβυρινθώδη, που ούτε Μινώταυρος δεν θα ’βρισκε την άκρη. Ενδίδω στον πειρασμό να παραθέσω αυτό το κομμάτι ανθολογίας:

 

Οι φράσεις αυτές είχαν ως αποτέλεσμα να ξεσπάσει σε εφημερίδες και στο διαδίκτυο ένας χαρτοπόλεμος για το αν και κατά πόσο η Δημουλά εξέφρασε ρατσιστικές απόψεις – γιατί βεβαίως η «εθνική ποιήτρια» δεν επιτρέπεται να έχει ρατσιστική διάθεση έναντι των ξένων [δεν καταλαβαίνουμε αν μιλάει ο Ε.Γ. εδώ ή η voxpopuli]. Το γεγονός ότι, στο πεδίο αυτής της ανεξέλεγκτης διαμάχης κάποιοι της απέδωσαν ρατσιστική διάθεση, εξώθησε την ίδια να ανταπαντήσει με δημόσια δήλωση ότι βεβαίως δεν είναι ρατσίστρια (όπως, π.χ., το 99% των Ελλήνων πολιτικών ανδρών θα διέψευδαν, διαρρηγνύοντας τα ιμάτιά τους, τη δημόσια πληροφορία ότι κάποιοι από αυτούς είναι ομοφυλόφιλοι – ενώ στο εσωτερικό του σιναφιού τους είναι πασίγνωστο ότι κάποιοι είναι ομοφυλόφιλοι). Προσωπικά είμαι πεπεισμένος ότι η Δημουλά δεν έχει ρατσιστικές αντιλήψεις για τους ξένους στη γειτονιά της, αλλά –και εδώ είναι το πρόβλημα– όταν εκτίθεσαι σε ένα περιβάλλον όπου περιτριγυρίζουν πολλοί ελέφαντες, τω σώματι και τω πνεύματι, από ένα σημείο και πέρα είναι πολύ δύσκολο να πείσεις ότι κι εσύ δεν είσαι ελέφαντας. (σ. 53)

 

Δεν ξέρω τι καταλαβαίνετε εσείς, εγώ, πάντως, τι να σας πω, έχασα τον μίτο – μάλλον θα μιλάει για gayελέφαντες με ρατσιστικές ροπές.

Ας σοβαρευτούμε: η Δημουλά δεν θα μπορούσε να έχει προφέρει ούτε μια λέξη ξενοφοβική, πολλώ μάλλον ρατσιστική – ο βαθύς ανθρωπισμός της, η πηγαία γενναιοδωρία της, ο ανηλεής αυτοσαρκασμός της θα της απαγόρευαν ασυζητητί κάτι τέτοιο. Το γνωρίζουμε όλοι, όπως γνωρίζουμε περίφημα τα ποταπά κίνητρα αυτών των επιθέσεων. Ως αναμενόταν, βέβαια, τα πυρά αποδείχθηκαν αυτεπίστροφα, καθότι φάνηκε αμέσως πόσο βάρβαρο ωμοφαγικό ρατσισμό έκρυβαν αυτές οι ψευδο-ανθρωπιστικές «ανησυχίες».

Επανέρχομαι στο κυρίως θέμα των όρων πρόσληψης του έργου της Δημουλά. Συνοπτικά, η άποψη του Ε.Γ. έχει ως εξής: αν η ποίησή της καθιερώθηκε, είναι εξαιτίας ενός είδους κοινού (κυρίως γυναικείου), ενός είδους αναγνωστικής προσδοκίας (της μειωμένης) και ενός είδους συλλογικής ψυχοσύνθεσης (της σύγχρονης και παραισθητικής) – δεν τη χαρακτηρίζει, άρα, καθολικότητα. Καθιερώθηκε σήμερα, αλλά δεν θα είχε καθιερωθεί χθες  – δεν τη χαρακτηρίζει, άρα, ούτε διαχρονικότητα. Δεν αξίζει περισσότερο από άλλων (του Τ. Πατρίκιου, του Ν. Βαλαωρίτη, της Κ. Αγγελάκη-Ρουκ, του Β. Λεοντάρη, του Μ. Μέσκου, του Κ. Χαραλαμπίδη, του Ντ. Χριστιανόπουλου). Δεν αξίζει όσο άλλων (του Σεφέρη ή του Ελύτη). Δεν αξίζει πλέον (ήδη μετά την Εφηβεία της Λήθης του 1994). Δεν αξίζει τις τόσες θεσμικές τιμές. Δεν αξίζει τον τόσο θόρυβο, που δεν είναι παρά επικοινωνιακή φούσκα, σύμπτωμα του τεταραγμένου παρόντος μας και του διαταραγμένου ψυχισμού μας.

Ο αναγνώστης που, ανάμεσα στις ρητορικές προφυλάξεις, τις επιφυλάξεις και αναφυλαξίες του Ε.Γ., θα εντοπίσει τη διακηρυχθείσα «αναμφισβήτητη αξία» της Δημουλά, παρακαλείται να σηκώσει το χέρι.

Πιο αναλυτικά: ο αρθρογράφος αγωνιά (σχήμα λιτότητας) να αποδείξει ότι το έργο της Κικής Δημουλά δεν δικαιολογεί την αίγλη του. Αναζητά λοιπόν τόσο εξωλογοτεχνικές όσο και ενδολογοτεχνικές προϋποθέσεις που να εξηγούν αυτή την αίγλη (το «προϋποθέσεις» είναι ήδη περιοριστικό). Δεν είναι καινούργια η ιδέα του, γιατί με τις εν λόγω προϋποθέσεις είχε ασχοληθεί και σε παλαιότερο άρθρο του (του 2005)[3]  à propos της Χλόης θερμοκηπίου, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου αναπαράγεται σχεδόν αυτολεξεί στις δύο πρώτες ενότητες του παρόντος κειμένου του (σχεδόν αυτολεξεί, λέω, διότι το ήδη ξινό εκείνο κείμενο έχει γίνει εδώ κατά τι ξινότερο).  

Η πιο εξόφθαλμη εξωλογοτεχνική προϋπόθεση έγκειται, θεωρεί ο Ε.Γ.:

 

[…] στη βιωματική και ψυχοσυναισθηματική εγγύτητα ή και συγγένεια που καλλιεργήθηκε ανάμεσα στο έργο της Δημουλά και στο κοινό της – κοινό, υποθέτω, κατά βάση γυναικείο –,[4] εγγύτητα ή συγγένεια στερεωμένη στη βάση  των συνθηκών οικογενειακής ζωής, του συναισθηματικού κόσμου και του ψυχισμού του γυναικείου φύλου. (σ. 50)

 

Δεν μπορώ να μη διαγνώσω με τη σειρά μου σε τούτη την εσκεμμένα συσκοτισμένη διατύπωση έναν υφέρποντα σεξισμό. Ο οποίος επιδεινούται με την ακόλουθη αναδίπλωση:

 

Υπογραμμίζω, πάντως, ότι αυτή η εγγύτητα ή συγγένεια όχι μόνο δεν υποβαθμίζει την αξία της ποίησης της Δημουλά, αλλά μάλλον την επαυξάνει, με την έννοια ότι τα ποιήματά της, όσα τουλάχιστον από αυτά είναι πολύ καλά, μεταδίδουν συγκίνηση και στους άνδρες αναγνώστες τους, στον βαθμό που και αυτοί διαθέτουν ένα υπόβαθρο εμπειριών συνδεδεμένων με τον οικογενειακό ιστό. (σ. 50)

 

Αν καταλαβαίνω καλά, υπάρχει ποίηση που απευθύνεται στις γυναίκες (προφανώς η «γυναικεία») και ποίηση που απευθύνεται σε όλους, μια ποίηση οικουμενικής εμβέλειας, που κανείς δεν θα διανοείτο να της αποδώσει έμφυλη ταυτότητα χαρακτηρίζοντάς την «ανδρική» (προφανώς αυτή που γράφεται από άνδρες). Η πρώτη μπορεί να συγκινήσει και τους άνδρες, στον βαθμό που μέσα τους πάλλεται μια ευαίσθητη οικογενειακή χορδή (άλλοι θα έλεγαν: στον βαθμό που είναι άνθρωποι). Με τη διαφορά ότι οι άνδρες, εν αντιθέσει προς τις γυναίκες, ξέρουν να επιλέγουν μόνο τα πολύ καλά ποιήματα. Θα παρατηρήσω ότι ο Ε.Γ. ακροπατάει σε πολύ, πολύ γλιστερό έδαφος και θα τον συμβούλευα να προσέχει, γιατί χάσκει γκρεμός.

Ακολουθούν οι ενδολογοτεχνικές προϋποθέσεις για την επικράτηση της Δημουλά, η εξής μία:

 

[…] η προϊούσα αλλαγή του κοσμοειδώλου, έτσι όπως αυτή αποτυπώνεται στο πέρασμα από την ποίηση της μεταπολεμικής εποχής σε εκείνη της μεταπολίτευσης [η αλλαγή του κοσμοειδώλου είναι εξίσου εξωλογοτεχνική προϋπόθεση, αλλά ας το αντιπαρέλθω κι αυτό].  Εκ πρώτης όψεως η γενική αναγνώριση της ποίησης της Δημουλά φαίνεται παράδοξη, αν σκεφτούμε ότι το έργο της δεν ανταποκρίνεται στοιχειωδώς σε όλα εκείνα τα γνωρίσματα που σε παλαιότερες εποχές προδιέγραφαν την ποιητική αξία. Βεβαίως το μοντέλο του εθνικού ποιητή ήταν ούτως ή άλλως εξαντλημένο και κανείς δεν θα περίμενε η ποίηση της Δημουλά (και η καθιέρωσή της) να στηριχθούν σ’ αυτό [αφού δεν υπάρχουν πια εθνικοί ποιητές, πώς μπορεί να εννοηθεί «εθνική ποιήτρια»;] Ωστόσο στην ποίησή της δεν υπάρχει κάποια «μεγάλη» αφήγηση ιδεολογικού ή αισθητικού περιεχομένου, δεν απηχείται οποιαδήποτε συλλογική ταυτότητα και δεν αποκαλύπτεται ή σχολιάζεται  κάποια όψη της κοινωνικής πραγματικότητας, δεν υποθάλπεται κάποια μεταφυσική πίστη, δεν διαχέεται καν αισιόδοξη ή εποικοδομητική στάση ζωής. Συνοπτικά, από την ποίηση της Δημουλά λείπουν οι όποιοι ιδεολογικοί, αισθητικοί ή ψυχολογικοί όροι που συνέβαλλαν στην πριμοδότηση ή και καθιέρωση ποιητικών κειμένων σε παλαιότερες εποχές.  (σ. 50)

 

Τα καταιγιστικά «δεν» του γαραντούδειου αποφατικού ορισμού μάς λένε ότι στις παλιές καλές εποχές των ρωμαλέων συλλογικών οραμάτων (αποκλειστικά αριστερών, να υποθέσω) η ποίηση της Δημουλά, όπου κυριαρχεί, σημειωτέον, «η εσωτερίκευση και εξατομίκευση της ψυχοσυναισθηματικής οδύνης» (σ. 51), δεν θα άξιζε μία. Αν πριμοδοτείται τώρα, είναι γιατί ο κόσμος άλλαξε, αλλάξαν οι καιροί, γίναμε όλοι ομφαλοσκόποι, στριμωχνόμαστε στη μικρή περιοχή του ιδιωτικού βίου και αφηνόμαστε στην «κυριαρχική αίσθηση της φθοράς, του θανάτου, αλλά και του ανώφελου της ζωής» (σ. 50), που αποπνέει η μαύρη και άραχνη δημούλεια κοσμοθεώρηση.  Αν δεν υπήρχε η Δημουλά, ο σημερινός αναγνώστης θα διάβαζε, συμπεραίνουμε, μόνο τους παρακμιακούς, θανατολάγνους προδρόμους της, τον Καβάφη και τον Καρυωτάκη (για τη σατιρική ή την αυτοσαρκαστική ματιά της Δημουλά, για το απίστευτο χιούμορ της, ούτε λέξη). Έτι χείρον: εν απολύτω συγχύσει «ανάμεσα στην πραγματικότητα και κάθε είδους αναπαραστάσεις της», ο σημερινός αναγνώστης ναρκισσεύεται μπροστά στο έργο της Δημουλά, που «λειτουργεί, στα καλύτερα ποιήματά της, ως θαυμαστό κάτοπτρο του σύγχρονου ανερμάτιστου ατομικού ψυχισμού» (σ. 51). Ήθελα να ’ξερα ως τι λειτουργεί στα λιγότερο καλά.

Μπαμ ηκούσθη στον αέρα και πάρ’ τον κάτω τον ψυχισμό μας, όχι μόνο τον  ανεπεξέργαστο και ευάλωτο του αγοραίου αναγνώστη, αλλά και τον εκλεπτυσμένο της πνευματικής μας ελίτ, που παραληρεί διακηρύσσοντας ότι η Δημουλά είναι η ασυγκρίτως κορυφαία ελληνική ποιητική φωνή των καιρών μας. Ο Ε.Γ. δεν αναφέρει παρά ελάχιστα «επώνυμα» θύματα της γενικευμένης αυτής φρεναπάτης: τον Μ. Μαρκίδη και τον Ν. Δήμου παλαιότερα (των οποίων τα εγκώμια υποβαθμίζονται πάντως σε «ευγενικές χειρονομίες φίλων»!), τον Κ.  Γ. Παπαγεωργίου και τον Δ. Νικορέτζο εσχάτως (των οποίων, όμως, οι μονογραφίες δεν είναι, λέει, βέβαιο ότι εξισορροπούν τις παλαιότερες αρνητικές κρίσεις!). Σε υποσημείωση, ο Ε.Γ. απαριθμεί κατά χρονολογική σειρά άρθρα που γράφτηκαν «γύρω από το ερώτημα αν η μεγάλη αναγνωστική απήχηση της [Δημουλά] εκτός του ειδικού κοινού λειτουργεί ως ένδειξη της προϊούσας απαξίας αυτής της ποίησης» (!)  και μάλιστα στη συνέχεια της δικής του βιβλιοκρισίας για τη Χλόη θερμοκηπίου,  χωρίς να διευκρινίζει αν παίρνουν θέση υπέρ ή κατά της ποιήτριας και του έργου της. Μεταξύ  αυτών, κείμενα είτε των γνωστών και μη εξαιρετέων κατηγόρων της (του προαναφερθέντος Ν. Λάζαρη, του Κ. Βούλγαρη, της Μ. Τοπάλη, του Α. Μπελεζίνη) είτε ολίγων ακραιφνών θιασωτών της Δημουλά (της Ε. Χοντολίδου, του Κ. Γεωργουσόπουλου, της Ι. Καρυστιάνη, του Σ. Τσιχλιά).[5]

Παραπειστική εικόνα. Θα μπορούσαν να ονομαστούν δεκάδες, εκατοντάδες συνήγοροι και μάρτυρες υπεράσπισης, που ανήκουν στην αφρόκρεμα του πνευματικο-καλλιτεχνικού μας χώρου. Πού είναι οι  primiinterparesΘ. Βαλτινός, Σπ. Ευαγγελάτος, Π. Μπουκάλας,  Χρ. Χωμενίδης, Π. Μάρκαρης, Γ. Κακουλίδης, Ό. Μπακομάρου, Α. Παπαδάκη, Μ. Γκανάς, Ν. Βαγενάς, Κ. Κουτσουρέλης, Τ. Χατζητάτσης, Σ. Νικολαΐδου, Ό. Σελλά, Β. Αμανατίδης, Π. Τέτσης, Α. Φωστιέρης, Σ. Σόρογκας, Κ. Χαραλαμπίδης. Θ. Θ. Νιάρχος, Γ. Κοντός, Χρ. Λιοντάκης. Θ. Γκόνης, Γ. Βαρβέρης, Ντ. Σιώτης, Γ. Μπλάνας. Τ. Καραγεωργίου, Μ. Δούκα, Ν. Δαββέτας, Μ. Κέντρου-Αγαθοπούλου, Μ. Κυρτζάκη, Γ. Ευσταθιάδης, Γρ. Ιωαννίδης, Γ. Κορδομενίδης, Δ. Δασκαλόπουλος, Τ. Πατρίκιος, Μ. Μέσκος, Α. Παπαλεξάνδρου, Γ. Τριανταφυλλίδου, Στ. Ζαφειρίου, Μ. Κουγιουμτζή, Θ. Μικρούτσικος, Δ. Χουλιαράκης, Γ. Παπακώστας, Κ. Χατζηαντωνίου,  Η. & Σ. Αποστολίδης, Μ. Παπαδήμα,  Γ. Μπασκόζος, Σ. Τριανταφύλλου, Γ. Γιατρομανωλάκης;  Όλοι οι παραπάνω έχουν εσχάτως ανεπιφύλακτα αναγνωρίσει, υπερασπιστεί,  εξυμνήσει τη Δημουλά.[6] (Ξεχνώ πολλούς και δεν αναφέρω καν τους αξιόλογους ξένους μεταφραστές και θαυμαστές της).

Μπορεί να μη συνεπάγεται τελεσίδικη ετυμηγορία αυτός ο κατάλογος έγκριτων υπογραφών (ο χρόνος είναι ο αληθινός κριτής, και τον έχουμε δει να εφεσιβάλει), αλλά σημαίνει ήδη πολλά. Το ότι η φωνή των Σοφιστών συντονίζεται με τη φωνή του Δήμου σημαίνει ακόμη περισσότερα. Πόσοι ποιητές ή ποιήτριες στην εποχή μας ή και παλαιότερα, στον τόπο μας ή αλλού, απολαύουν πάνδημης εύνοιας κατά τη διάρκεια του βίου τους; Είναι τουλάχιστον απλοϊκό να περιορίσουμε αυτή την αναγνώριση στην «επικοινωνία», γιατί –εν αντιθέσει προς το απορρυπαντικό– η ποίηση δεν αρέσει επειδή διαφημίζεται, αλλά διαφημίζεται επειδή αρέσει.

Υπάρχουν φυσικά κάποιοι επικριτές της Δημουλά, όχι όλοι ανάξιοι λόγου – αλίμονο αν δεν υπήρχαν, κάθε υπολογίσιμος δημιουργός αμφισβητείται, και η ένταση της αμφισβήτησης δίνει το μέτρο της σημασίας του στο χώρο. Όπως είπε τελευταία ο Κ. Κουτσουρέλης: «Ακούγεται σαν παραδοξολόγημα, όμως μόνο οι σημαντικοί συγγραφείς είναι καν δυνατόν να αμφισβητηθούν – οι λοιποί δεν αξίζουν τον κόπο».[7] Αντιστοίχως, μόνον οι ασήμαντοι και… ακίνδυνοι χαίρουν αποκλειστικά θετικών κριτικών (που είναι συνήθως συντεχνιακές αλληλο-εκδουλεύσεις). Αμφισβήτηση δεν σημαίνει, βέβαια, έκκριση χολής, αλλά ο καθείς εκκρίνει ό,τι έχει διαθέσιμο.

Δεν αρέσει στον Ε.Γ. (και στους ευαρίθμους της παρέας του) το έργο της Δημουλά, και είναι αναφαίρετο δικαίωμά του. Αυτό οφείλει ευθαρσώς να δηλώσει και αυτό εντίμως να εξηγήσει και να τεκμηριώσει, αντί να κρύβει την κριτική ένδεια πίσω από προσχηματικές κοινωνιολογίζουσες αναλύσεις περί επικοινωνιακών φαινομένων.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι η επικοινωνία απάδει γενικώς προς το ποιητικό κύρος, αλλά το ότι αφορά την Κική Δημουλά. Διότι δεν μοιάζει να απεύχεται ο Γαραντούδης ανάλογη προβολή για ποιητές της αρεσκείας του (ή, γιατί όχι, και για τον εαυτό του): δεν θα τον ενοχλούσε, ας πούμε, να ανθολογούνται στο βιβλίο της Γ΄ Ενιαίου Λυκείου (και) άλλοι ποιητές της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς· ούτε να συμπεριλαμβάνονται στη σειρά «Έλληνες ποιητές» της Καθημερινής (και) άλλοι ζώντες ομότεχνοι της Δημουλά· ούτε να ήταν παρών ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών στην τελετή αναγόρευσης σε επίτιμο διδάκτορα του ποιητή Κ. Χαραλαμπίδη· ούτε να είχαν συρρεύσει  πλήθη στην εν λόγω τελετή, όπου μίλησε ο Ε.Γ. αυτοπροσώπως. Αλλά, εικάζω ότι δεν θα πείραζε και να μη γίνουν όλα αυτά, αν ήταν να απαλλαγούμε –ξέρετε δα– απ’ την κατσίκα του γείτονα.

Πρόσχημα λοιπόν το «επικοινωνιακό φαινόμενο Δημουλά», το «φαινόμενο Δημουλά» είναι το πρόβλημα, η αναγνώριση του ποιητικού μεγέθους της ποιήτριας εκτός Ελλάδος είναι το μείζον πρόβλημα, ο δε κίνδυνος να στεφθεί με νέα βαρβάτη διεθνή βράβευση, μ’ ένα Νόμπελ, για παράδειγμα, είναι το φλέγον πρόβλημα, αυτό που μας σταυρώνει – απελθέτω!

Αποφεύγει να επεκταθεί ο Ε.Γ. (λες και είναι αμελητέας σημασίας) στη διεθνή αναγνώριση της Δημουλά και παρακάμπτει το ότι έχει ήδη τιμηθεί με το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας (το 2009). Παραγνωρίζει το ότι η ποιήτρια είναι μεταφρασμένη σε πλήθος γλώσσες – αναφέρει επί τροχάδην μόνο τον τόμο «ποιημάτων της στις ΗΠΑ σε αγγλική μετάφραση», αποσιωπώντας το ότι πρόκειται για φιλόδοξη έκδοση ανθολογίας σε σειρά του διόλου ευκαταφρόνητου YaleUniversityPress, η οποία φιλοξενεί τους μεγαλύτερους λογοτέχνες παγκοσμίως. Ξεχνά ότι οι συλλογές της Το λίγο του κόσμου και Χαίρε Ποτέ κοσμούν την ένδοξη σειρά Poésie του Gallimard (2010), πλάι στο έργο δεκατεσσάρων άλλων κορυφαίων ποιητριών της παγκόσμιας γραμματείας, και ότι η Δημουλά είναι η μόνη εξ αυτών που συμπεριλήφθηκε εν ζωή. Ξεχνά επίσης (αχ, αυτές οι επιλεκτικές αμνησίες!)  ότι την ίδια χρονιά ο Gallimard εξέδωσε ανθολογία ποιημάτων των εν λόγω δεκαπέντε ποιητριών, η οποία ξεκινά με τη Σαπφώ και καταλήγει στη Δημουλά – χειρονομία τεράστιας συμβολικής σημασίας και περίτρανη απόδειξη ότι η ελληνίδα ποιήτρια συγκαταλέγεται σήμερα, από τους Γάλλους οπωσδήποτε, στις μέγιστες ποιήτριες πασών εποχών και χωρών. Η Κική Δημουλά αναγνωρίζεται διεθνώς, καθότι η διεθνής αξία δεν σπιλώνεται εύκολα από την ντόπια μισαλλοδοξία. Είναι, όμως, αξιοθρήνητη κατάντια να εξάγουμε εμείς φθόνο αντί για υπερηφάνεια.

Όσο για το Νόμπελ, ο Ε.Γ. διαβεβαιώνει:

 

Δεν πιστεύω ότι θα δυσαρεστούσε πολλούς συμπατριώτες μας μια τέτοια βράβευση, αλλά η ιδέα και μόνο της βράβευσης θέτει το ζήτημα της σύγκρισης με τους ήδη τιμημένους με το Νόμπελ Έλληνες ποιητές, τον Γιώργο Σεφέρη και τον Οδυσσέα Ελύτη. (σ. 53)

 

Όπα, τόση αποστροφή  για την «ιδέα και μόνο»; Μήπως ο Σεφέρης και ο Ελύτης είναι το παγκόσμιο πατρόν στα μέτρα του οποίου κάθε νομπελίστας πρέπει είναι κομμένος και ραμμένος στον αιώνα τον άπαντα;

Κραδαίνοντας τη μεζούρα, ο Ε.Γ. συνεχίζει:

 

Και η σκοπιά της σύγκρισης δεν μπορεί να είναι άλλη από εκείνη του ευρύτερου πνευματικού εκτοπίσματος που καταλαμβάνει ένα συγγραφικό έργο, θεωρημένο στο σύνολό του. Κατά την κρίση μου, η Δημουλά έχει γράψει ορισμένα ποιήματα που θα παραμείνουν ενεργά στη συλλογική αναγνωστική μνήμη των περισσοτέρων συστηματικών αναγνωστών της ποίησης, όταν μετά από πολλά χρόνια θα ανακαλούμε το λογοτεχνικό παρελθόν μας. Αλλάτο ευρύτερο πνευματικό εκτόπισμά της είναι αδύνατο να συγκριθεί με εκείνο του Σεφέρη και του Ελύτη, από την άποψη της ευρύτατης παιδείας τους, της γενικότερης πνευματικής καλλιέργειάς τους και των αποτυπωμάτων που αυτοί άφησαν σε ένα σύνθετο στις διάφορες όψεις του συγγραφικό έργο. Ας συγκρίνουμε, π.χ., τους τρεις τόμους των σεφερικών «Δοκιμών»και τους δύο βασικούς τόμους των δοκιμίων του Ελύτη, όσα έχουν περιληφθεί στα βιβλία του «Ανοιχτά χαρτιά» και «Εν λευκώ», με το ισχνό δοκιμιακό έργο της Δημουλά. Η σύγκριση ουσιαστικά είναι αδύνατη, γιατί στα κείμενα της Δημουλά δεν υπάρχει ούτε αντίστοιχη γνώση, ούτε ανάλογος στοχασμός. Τα αυτοτελώς εκδεδομένα δοκιμιακά-κριτικά γραπτά της είναι «Ο φιλοπαίγμων μύθος» (2003), το «Εκτός σχεδίου» (2004) και το «Έρανος σκέψεων» (2009), στη μεγάλη πλειονότητά τους κείμενα περιστασιακά.

 

Το Εκτός σχεδίου δεν είναι δοκιμιακό-κριτικό γραπτό, είναι επιλογή χρονογραφημάτων που η Δημουλά έγραφε για το περιοδικό Ο Κύκλος της Τραπέζης της Ελλάδος όταν εργαζόταν εκεί, αλλά  το παραμερίζω, όπως παραμερίζω το ακιδωτό γαραντούδειο ύφος, για να αποστάξω την ουσία: δεν είναι ποιήτρια-διανοούμενη η Δημουλά, έχει ισχνό δοκιμιακό έργο και, ελλείψει αυτού, μηδείς εισίτω στη σουηδική Ακαδημία! Για την ίδια αναπηρία, θα αποκλείονταν άλλωστε ο Ρεμπώ, η Ντίκινσον, ο Κάφκα, ο Καβάφης (ίνα μη είπω ο Όμηρος και ο Σαίξπηρ και κατηγορηθώ για αναχρονισμό) – πώς τους ξέφυγε και το απένειμαν φέτος στην ΄Αλις Μονρό είναι απορίας άξιον. Αφήστε που όχι μόνον δεν έχει επαρκές δοκιμιακό έργο η ποιήτρια, αλλά και το ανεπαρκές που έχει υστερεί σε γνώση και στοχασμό – με άλλα λόγια, η Δημουλά είναι περίπου αγεωμέτρητη και, φευ, οφείλουμε εμείς οι αμερόληπτοι να δείξουμε στους ξένους ότι η βασίλισσά μας είναι γυμνή (ή ημίγυμνη) και ότι έχουν άδικο να θαυμάζουν τη φορεσιά της.

Εγώ πάλι γιατί πιστεύω ότι μία φράση του Φιλοπαίγμονα μύθου βαραίνει περισσότερο από εκατοντάδες βαθυνούστατα δοκίμια ποιητών και μη; Και δεν είμαι η μόνη.

Επείγον, κατεπείγον να αποτραπεί τέτοια τιμή, που μπορεί να μη δυσαρεστούσε πολλούς, αλλά λίγους, όσο να ’ναι, θα τους φαρμάκωνε. Γι’ αυτό σπεύδει ο Ε.Γ. να ανασύρει το περί προϋποθέσεων πονηματίδιο τού 2005. και γι’ αυτό το αναδιατυπώνει επί τα χείρω, συρρικνώνοντας, φέρ’ ειπείν, το «σχεδόν ομόθυμη, γενική, ακόμη και θεσμική αναγνώριση» της ποίησης της Δημουλά σε «γενική αναγνώριση». Επουσιώδης η αλλαγή, μήπως τυχαία; Και όμως, ήταν σαφώς πιο ακριβής η παλαιότερή σας διατύπωση, κύριε Γαραντούδη.

Το βασανιστικό άγχος μιας επικείμενης διεθνούς βράβευσης της Δημουλά δεν είναι ο μόνος λόγος που ο Ε.Γ. ξαναθυμάται το επικοινωνιακό πρόσχημα. Ο δεύτερος είναι, υποψιάζομαι, γιατί η επίφαση του αποπροσωποποιημένου κοινωνιολογισμού τού επιτρέπει να μη θίξει συγκεκριμένους θιασώτες της Δημουλά με επιρροή και δύναμη στον χώρο (κάτι που θα ήταν αποκοτιά σ’ αυτό το χωριό με τα λίγα σπίτια). Ένας μόνο κατηγορείται ευθέως για «απαράδεκτη ακρισία»: ο Νίκος Δήμου. Όχι μόνο για ακρισία, αλλά και για «αμερικανιά», επειδή, σε συνέντευξη της Δημουλά στη NationalHeraldTribune και στους NewYorkTimes, παρατίθεται δήλωσή του ότι η Δημουλά είναι «thebestGreekwomanpoetsinceSappho», μια δήλωση που απευθυνόταν, νομίζει ο Ε.Γ., «στο αμερικανικό κοινό, στο οποίο η έννοια ελληνική ποίηση γραμμένη από γυναίκες μόνο το όνομα Σαπφώ μπορεί να ανακαλέσει» (σ. 53). Να πληροφορήσω τον Ε.Γ. ότι τη δήλωσή του ο Δήμου την είχε απευθύνει στο ελληνικό κοινό ήδη στο τέλος της δεκαετίας του 1970· και την έχει επαναλάβει έκτοτε κάμποσες φορές εις επήκοον όλων (λυπάμαι, ένας νεοελληνιστής κριτικός και δη «θεσμικός», όπως αυτο-αποκαλείται, οφείλει να είναι ενήμερος). Δεν θα τιμήσω καν με σχόλιο τις απαράδεκτες και απαράδεκτα αφελείς παρατηρήσεις του ότι η σύγκριση της Δημουλά με τη Σαπφώ είναι «αβάσιμη ιστορικά, επειδή συγκρίνει δύο έργα που ανήκουν σε εποχές με απόσταση χιλιετιών και τα οποία εντάσσονται σε εντελώς διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα» (ήμαρτον, ήμαρτον!) ή ότι «η ποιήτρια, διά της σιωπής της, συναινεί» (αντί να διαμαρτυρηθεί εντόνως: «μα τι είναι αυτά που λέτε, κύριε Δήμου, ντροπή σας, ανακαλέστε αμέσως!»)

Ο τρίτος λόγος για τον οποίο ο Ε.Γ. νεκρανασταίνει το επικοινωνιολογικό επιχείρημα είναι ότι τον απαλλάσσει από τον μπελά να διαβάσει τη Δημουλά. Αντιλαμβάνομαι τη δυσκολία: αν τη διαβάσει (πράγμα που δεν αποκλείεται να μην έχει κάνει από τη Χλόη θερμοκηπίου του 2005), μπορεί και να την καταλάβει. Αν την καταλάβει μπορεί να την εκτιμήσει, ποιος ξέρει, να τη θαυμάσει κιόλας. Αν τη θαυμάσει, κινδυνεύουν να κλονιστούν οι ακλόνητες βεβαιότητές του. Όλεθρος!

Αυτός είναι ο λόγος που ο Ε.Γ. καταφεύγει σε γενικολογίες:

 

Αν πάντως θεωρηθεί στο σύνολό της, η ποίηση της Δημουλά διένυσε μια περίοδο υψηλής κορύφωσης· αυτή την περίοδο συγκροτούν τα τρία βιβλία της «Το τελευταίο σώμα μου» (1981), «Χαίρε Ποτέ» (1988) και «Η εφηβεία της Λήθης» (1994), με το μεσαίο βιβλίο να συνιστά την κορυφή του τριγώνου. Τα βιβλία που ακολούθησαν είναι φανερό ότι τα χαρακτηρίζουν η επανάληψη των θεμάτων, η στασιμότητα των ποιητικών τρόπων και, συνεπώς, η αισθητή κάμψη της ποιότητας.  (σ. 51)

 

Ουδόλως φανερό αυτό το «φανερό», αλλά ματαίως περιμένουμε να μας φανερωθεί.

Γι’ αυτό επίσης κρίνει την πρόσφατη συγκλονιστική συλλογή της Δημόσιος καιρός (Ίκαρος, 2014) «εν συντομία». Για την ακρίβεια, της αφιερώνει μία και μόνη παράγραφο (σ. 51), όπου ψέγει την ποιήτρια, πρώτον, για «ποιητική μανιέρα» με «θέματα και τρόπο[υς] προ πολλού δοκιμασμένα και εξαντλημένα». Δεύτερον, για εσωστρέφεια που υποδύεται την κοινωνική εγρήγορση, διότι εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, τα ποιήματα της συλλογής διαψεύδουν τον τίτλο της και την προσδοκία της αναφοράς στον δημόσιο χώρο: «ο ακριβέστερος τίτλος του [βιβλίου] θα ήταν Ιδιωτικός τόπος» (με το «τόπος», μάλλον υπονοείται «κοινός τόπος»). Τρίτον, για εγκεφαλικότητα, αφού σχεδόν όλα τα ποιήματα της συλλογής «είναι πλήρως έλλογα, αναπτύσσουν, με άλλα λόγια, μια ιδέα, σε σχέση με την οποία η έκφραση λειτουργεί εκτελεστικά». Τέταρτον, για απουσία έμπνευσης:

 

Εκείνο που απουσιάζει εντελώς από τα ποιήματα του «Δημόσιου καιρού» είναι οι στιγμές της άφεσης στο εκφραστικά τυχαίο, σε εκείνες τις αναπάντεχες ποιητικές φράσεις και στις ποιητικές εικόνες τους που γεννιούνται από τη δυναμική της ίδιας της ποιητικής γλώσσας στην αναμέτρησή της με την έκφραση· με δύο λέξεις [δύο λέξεις, τωόντι], από το βιβλίο αυτό λείπουν οι στιγμές της έμπνευσης. (σ. 51) 

 

Ας το συζητήσουμε. Τι σημαίνει, κατ’ αρχάς, «ποιητική μανιέρα»; Δεν είναι άραγε η απαρομοίαστη φωνή, αυτή που κάνει έναν ποιητή αναγνωρίσιμο μεταξύ χιλίων, αυτή που δεν μπορεί κανείς να μιμηθεί; Δεν αγοράζεται η ποιητική μανιέρα, τουτέστιν το προσωπικό ύφος, από το περίπτερο σαν τσίχλα, είναι δύσκολη κατάκτηση, που απαιτεί μακρόχρονη, επίπονη προσπάθεια. Μήπως όλοι οι λογοτέχνες δεν υπακούουν στις ίδιες πάντα εμμονές, δεν τελειοποιούν την ίδια πάντα φόρμα, δεν γράφουν ακούραστα το ίδιο πάντα βιβλίο, το ίδιο ποίημα;  «Λέω και ξαναλέω τα δικά μου / Λέω μόνο τα λίγα που γνωρίζω / Την έγνοια μου, την ξεγνοιασιά, το μπέρδεμά μου / Είναι αρκετά, αυτά εγώ ορίζω», έγραφε ο γάλλος ποιητής ClaudeRoy.[8] Αυτό που διακρίνει τους αληθινούς ποιητές είναι ότι διαθέτουν, ακριβώς, ποιητική μανιέρα, ενώ οι υπόλοιποι αντιγράφουν την ποιητική μανιέρα άλλων.

Έπειτα, είναι ο Δημόσιος καιρός της Δημουλά «ιδιωτικός τόπος»; Φυσικά είναι: η λυρική ποίηση συνιστά την κατ’ εξοχήν μορφή της υποκειμενικής έκφρασης, που γίνεται, όμως, αναπόφευκτα δημόσια, αφ’ ης στιγμής δεν γράφεται για προσωπική εκτόνωση, αλλά απευθύνεται σε κοινό. Αρκεί ν’ αγγίξει το ποίημα έναν και μόνο αναγνώστη, να τον συγκινήσει, να τον προβληματίσει, να τον μεταρσιώσει, και έχει εκπληρώσει τον κοινωφελή δημόσιο ρόλο του. Δεν χρειάζεται να μιλά για πληθωρισμό, ανεργία ή ανισότητα ο ποιητής ούτε να επιδεικνύει τεκμήρια ιδεολογικής ή κοινωνικής στράτευσης – είναι φύσει και θέσει στρατευμένος στα ανθρώπινα.

Απ’ την άλλη, υπάρχει άραγε «δημόσιος» καιρός, δηλαδή μετεωρολογικός ή χρονολογικός καιρός κοινός για όλους; Μήπως ο καιρός δεν είναι εν τέλει παρά συνονθύλευμα μεμονωμένων ιδιωτικών καιρών, αφού δεν διαθέτουμε κοινή αντίληψη του χρόνου, των εποχών, της στιγμής, αφού ο καθένας μας αλλιώς κοιτάει τον ουρανό, αλλιώς ζει τις κακοκαιρίες ή τις ευ-καιρίες; Αν ισχύει κάτι τέτοιο, ίσως τότε εναπόκειται στην ποίηση να συνενώσει όλους αυτούς τους κατακερματισμένους ιδιωτικούς καιρούς, εντάσσοντάς τους σε μια οικουμενική μετεωρολογία και σε μια συλλογική, από κοινού βιωμένη χρονικότητα. Η ποίηση, με άλλα λόγια, ξέρει να μεταλλάσσει το ιδιωτικό σε δημόσιο και το περιστασιακό σε διαχρονικό, μεταλλάσσοντας ταυτόχρονα ένα φαινομενικό παραδοξολόγημα όπως το «δημόσιος καιρός» σε καίρια υπαρξιακή διερώτηση: «Λες να πουλήθηκε και ο ύστατος / καλός μας δημόσιος καιρός / στον βαρύ χειμώνα; / Αν και είναι Αύγουστος ακόμα / στα μισά του σχεδόν.» Ποια πρόσκαιρη πολιτική κινητοποίηση, ποια τρέχουσα κοινωνική δράση θα έδινε πληρέστερη και διαρκέστερη απάντηση απ’ ό,τι αυτό το ίδιο το ερώτημα;

Όσο για τον έλλογο χαρακτήρα των ποιημάτων του Δημόσιου καιρού και την πρωτοκαθεδρία της ιδέας έναντι της εκφραστικής αυθορμησίας, ο Ε. Γ. τα έχει, θαρρώ, εξορύξει από βιβλίο του Πιερ Μπουρντιέ, ο οποίος, απηχώντας το αισθητικό πρόταγμα του Μπωντλαίρ, λέει:

 

[…] η εργασία της γραφής δεν είναι απλή εκτέλεση ενός σχεδίου, καθαρή μορφοποίηση μιας προϋπάρχουσας ιδέας, όπως πιστεύει το κλασικό δόγμα (και όπως διδάσκεται ακόμα στην Ακαδημία της ζωγραφικής), αλλά αληθινή έρευνα, παρόμοια ως προς την τάξη της μ’ αυτήν που διενεργούν οι μυητικές θρησκείες, και προορισμένη κατά κάποιον τρόπο να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες για την ανάκληση και την ανάδυση της ιδέας, που δεν είναι τίποτα άλλο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, από το πραγματικό.[9]

 

Να συμπεράνουμε λοιπόν ότι, κατά τον Μπουρντιέ, ο Μπωντλαίρ θα μεμφόταν ακόμη σήμερα τη Δημουλά για αβασάνιστη εφαρμογή προκάτ ιδεών, μήπως και για στείρο ακαδημαϊσμό; Μα ο Μπωντλαίρ έβαλε εναντίον των γλυκανάλατων ρομαντικών, των ρεαλιστών ηθικολόγων, των φορμαλιστών παρνασσικών της εποχής του. Η ποίηση της Δημουλά δεν είναι τίποτε από όλα αυτά –ούτε ρομαντική  ή συναισθηματική ούτε ρεαλιστική ή νατουραλιστική ούτε μεγαλόστομα ηρωική ούτε φορμαλιστική (ούτε άλλωστε μοντέρνα ή μεταμοντέρνα)–, συγκροτεί δική της κατηγορία και ανοίγεται στην αχρονία ή καλύτερα στην παγχρονία.

Επιπλέον, και αν ακόμη η ιδέα της προπορευόταν της μορφοποίησής της, αυτό δεν θα καθιστούσε την ποίησή της λιγότερο «ποιητική», επειδή το είπε ο Μπουρντιέ ή και ο Μπωντλαίρ, εκατόν πενήντα τόσα χρόνια πριν. Πόσω μάλλον που οι λέξεις και οι οξύμωρες συνάψεις τους παρασύρουν την όποια ιδέα της σε μύριους ιριδίζοντες στροβιλισμούς και μεταμορφώσεις που, είμαι σίγουρη, αιφνιδιάζουν και την ίδια την ποιήτρια.

Μη γελιόμαστε: το αίσθημα αναγνώρισης, συνταύτισης και καθαρτήριας ελευθέρωσης που γεννούν όχι μόνον οι μεμονωμένοι γνωμικοί στίχοι αλλά και τα πλήθος εντελή ποιήματα της Δημουλά (ο «κατορθωμένος λόγος» της, θα έλεγε ο Σικελιανός), δεν θα υπήρχε χωρίς τον συγκλονισμό που προκαλεί στον αναγνώστη της η αποκάλυψη, ακριβώς, μιας άλλης, άγνωστης όψης του πραγματικού.

Η διαλεκτική σχέση της ποιήτριας με τις λέξεις είναι πολύ πιο σύνθετη απ’ όσο νομίζει ο Ε.Γ. Εγγράφεται στον πάγιο μεταφυσικό προβληματισμό της ή μάλλον συνιστά αυτή καθαυτή τη μεταφυσική της νοηματοδοτούσας δυσπιστίας που διατρέχει το έργο της. Οι λεκτικές εκλάμψεις της Δημουλά είναι διάττουσες αμφισβητήσεις του αναμφισβήτητα ακατανόητου ή, αντίστροφα, αστραπιαίες επαληθεύσεις ενός νοήματος που μόνο από το α-νόητο της ύπαρξης μπορεί να εκπορευθεί: «Δεν τις πιστεύω τις λέξεις / αλλά ό,τι μου δίνουν το γράφω / με προσθέτει ν’ αληθεύω // δε με ταπεινώνει διόλου να βοηθιέμαι / νόημα ν’ αποκτώ / από κάτι που δεν πιστεύω» («Η χρησιμότητα της δυσπιστίας», Τα Εύρετρα).

Δεν θέλει μόνο πίστη αυτό, θέλει έμπνευση. Και οι στιγμές έμπνευσης –να με συμπαθάει ο Ε.Γ.– στίζουν τον Δημόσιο καιρό σαν πεφταστέρια σε αυγουστιάτικο ουρανό.  Η νέα συλλογή της Δημουλά δεν χρήζει λοιπόν καμιάς υποστήριξης, καμιάς προβολής, καμιάς «επικοινωνίας». Θα αυτο-προωθηθεί απρόσκοπτα, όπως όλες οι προηγούμενες, στο νου και την καρδιά των αναγνωστών της. Για να κλείσω, ένα μικρό δείγμα αυγινού οίστρου και εσπερινής εντελέχειας της σπάνιας αυτής ποιητικής κατάθεσής της:

                  

Όταν βρέχει

                        δεν παίρνω ομπρέλα.

                        Το θεωρώ δειλία να προφυλάσσομαι

                        από το ξεκάθαρο.

                        Όταν δε βρέχει

                        όσο κι αν ευτυχεί ο ουρανός

                        όσο κι αν τον πιστεύω

                        ανοίγω την ομπρέλα μου

                        δεν είναι ξεκάθαρη

                        καιρική συνθήκη η ευτυχία.

«Προφυλάξεις», Δημόσιος καιρός

Ο Δημόσιος καιρός δεν χρήζει ούτε ομπρέλας. Τα ποιήματά του είναι η καλύτερη προφύλαξη από υετούς ξεκάθαρης μοχθηρίας.

 


[1] «Το επικοινωνιακό φαινόμενο Κική Δημουλά», TheAthensReviewofBooks,  Ιούνιος 2014, σσ. 50-54.

[2] Βλ. το άρθρο μου «”Έχω πολλές φορές πετάξει στο βάρος μου δεμένη”» στην ηλεκτρονική έκδοση της AthensVoice (2/6/2013).

[3] «Το τέλος των ποιητικών μύθων. Η ποίηση της Δημουλά λειτουργεί ως θαυμαστό κάτοπτρο του σύγχρονου, ανερμάτιστου ατομικού ψυχισμού. Κική Δημουλά, Χλόη θερμοκηπίου, Ίκαρος, Αθήνα, 2005», Τα Νέα, 30-31 Ιουλίου 2005, Βιβλιοδρόμιο, σσ. 8-9.

[4] Εδώ και στη συνέχεια, η υπογράμμιση δική μου.

[5] Υποσ. 6, σ. 54.

[6] Οι αναγραφέντες έχουν συμμετάσχει σε πρόσφατα αφιερώματα των περιοδικών Εντευκτήριο (4/6/2002 και 10/12/2008) και η λέξη (10/12/2007), που ο Ε.Γ. αναφέρει σε υποσημείωση, ή έχουν εγκωμιάσει επίσης πρόσφατα το έργο της Δημουλά στον Τύπο και σε τιμητικές εκδηλώσεις.

[7] Ανέκδοτη ομιλία με τίτλο «Σε πείσμα των μικρόψυχων καιρών», που εκφωνήθηκε σε εκδήλωση της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων προς τιμήν της Κικής Δημουλά στη Στοά του βιβλίου (18/6/2014).

[8] Claude Roy, «Je dis toujours la même chose», Poésies, Gallimard, 1970. (Η μετάφραση δική μου).

[9] PierreBourdieu, Οι κανόνες της τέχνης. Γένεση και δομή του λογοτεχνικού πεδίου, μτφρ. Έ. Γιαννοπούλου, πρόλογος Ν. Παναγιωτόπουλος, Πατάκη, Αθήνα, 2006, σσ. 181-2. Θέλοντας να νομιμοποιήσει τη δική του επιστημονικοφανή ερμηνεία του «επικοινωνιακού φαινομένου Δημουλά», ο Ε.Γ. δανείζεται για την κατακλείδα του συντετμημένη και αποκομμένη από τα συμφραζόμενά της  μια πρόταση από τη σ. 31 του βιβλίου του Μπουρντιέ, στο οποίο ο κοινωνιολόγος επιχειρεί μια επιστημονική θεώρηση των ιστορικο-κοινωνικών οριζουσών του λογοτεχνικού πεδίου:  «”Στην πραγματικότητα, η κατανόηση της κοινωνικής γένεσης του λογοτεχνικού πεδίου […] σημαίνει απλούστατα να κοιτάζεις τα πράγματα κατάματα και να τα βλέπεις όπως είναι”» (σ. 54). Καμιά αντίρρηση, ποιος δεν θα συμφωνούσε με κάτι τόσο τετριμμένα προφανές;

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά