Κυριακή, 17 Αυγούστου 2014

Δημόσιοι καιροί και ιδιωτικές ακαιρίες

Κατηγορία Διάλογος
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Διάλογος Τεύχος 46
Η Κική Δημουλά στο βιβλιοπωλείο Ναυτίλος, στο κέντρο της Αθήνας. Η Κική Δημουλά στο βιβλιοπωλείο Ναυτίλος, στο κέντρο της Αθήνας. Βασίλης Δ. Γκόνης

 

 

 

Η Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου παρεμβαίνει υπέρ της ποιήτριας Κικής Δημουλά. Μια απάντηση στον Ευριπίδη Γαραντούδη

 

 

 

Βρέχει. Σαν αμφισβήτηση.

 

_______

 

Υποκριτή, γραμμή δε διάβασες

 

Κική Δημουλά

 

 

 

 

Έγραψε πολλά και στρεβλά ο Ευριπίδης Γαραντούδης σε άρθρο του με τίτλο «Το επικοινωνιακό φαινόμενο Κική Δημουλά», που δημοσίευσε στο τεύχος της του Ιουνίου 2014 η Athens Review of Books. Πέντε πληθωρικά τετράστηλα, μείον οι φωτογραφίες – όλες επιλεγμένες εξεπιτούτου από την ίδια  «επικοινωνιακή» εκδήλωση της Τραπέζης Ελλάδος (τον Νοέμβριο του 2013) προς τιμήν της «επικοινωνιακής» ποιήτριας, με τον Κάρολο Παπούλια από τη μια και τον Γιώργο Προβόπουλο από την άλλη (οποία καταισχύνη!)

 

Ο αρθρογράφος κατελήφθη από επιστημονικό… κνησμό, ο οποίος τον ώθησε να εξετάσει –εν πάση αντικειμενικότητι, βεβαίως!– το σύστημα προώθησης, επιβολής, κατίσχυσης της Δημουλά («κατοχύρωσης της συμβολικής της εξουσίας», όπως λέει), υπαίτιοι και ταυτοχρόνως υποχείρια του οποίου είναι συλλήβδην οι αναγνώστες, οι θεσμικοί φορείς, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, οι βραβεύσεις, οι εκδότες, τα βιβλιοπωλεία, τα ΜΜΕ, η εποχή μας, το στραβό μας το κεφάλι, ο σκάρτος ψυχισμός μας.

Μια φενάκη έσπευσε να καταγγείλει ο Ε.Γ., καθώς διέγνωσε ότι «το επικοινωνιακό φαινόμενο Δημουλά» είναι συνέπεια «ντοπαρίσματος»:

 

Το πάσης φύσεως ντοπάρισμα είναι βασικό σύμπτωμα μια πολλαπλά φτωχής, στα υλικά αγαθά, στις ιδέες και στον πολιτισμό, κοινωνίας, που, υποκριτική, αυτάρεσκη ή και αλαζονική, πολλά χρόνια τώρα αρέσκεται να βλέπει τον εαυτό της στον παραμορφωτικό καθρέφτη της ως την ωραία μάγισσα του παραμυθιού της [συνήθως οι παραμορφωτικοί καθρέφτες δεν ωραιοποιούν, αλλά το προσπερνάμε].

Το επικοινωνιακό φαινόμενο Δημουλά είναι σύμπτωμα του ίδιου συνδρόμου. (σ. 54)

 

Επειδή είναι, δηλαδή, κομμάτι δύσκολο να αποφασιστεί ποιος υποκινεί τι και αν έκανε η Δημουλά τη φήμη της ή η φήμη τη Δημουλά, η πλάνη βαραίνει τη σημερινή κοινωνία μας στο σύνολό της. Διότι, ως γνωστόν, οι παλαιότερες αγνές και υγιείς κοινωνίες είχαν αλάνθαστα κριτήρια, αναγνώριζαν μόνον αυθεντικές αξίες, βέρους ποιητές, αθλητές και πολιτικούς, αληθινούς κλέφτες και αρματολούς. Ενώ η δική μας, η ειδωλολάτρισσα, εποίησεν εαυτή μόσχον, τη Δημουλά, την οποία προσκυνά ενδίδοντας σε συλλογική παράκρουση: οι νοικοκυρές συμπαρασύρουν τους ποιητές, οι ανεκπαίδευτοι του εκπαιδευτικούς, οι δημοσιογράφοι τους ακαδημαϊκούς, οι φανατικοί τους ψύχραιμους, οι αδαείς τους γνώστες, οι γνώστες τις νοικοκυρές – κυκλοτερώς. Και ιδού το αποτέλεσμα: η συγκεντρωτική έκδοση των επτά πρώτων συλλογών της Δημουλά (Ποιήματα, Ίκαρος, 1998) έχει κάνει οκτώ έως σήμερα ανατυπώσεις και πουλήσει 51.000 αντίτυπα (αν είναι ποτέ δυνατόν!).

Αυτή η φρενίτιδα είναι, σύμφωνα με τη διάγνωση του Ε.Γ., ανάλογη με την επικοινωνιακή φούσκα που εξύψωσε και εν συνεχεία κατακρήμνισε στα τάρταρα της ανυποληψίας τους πάλαι ποτέ τιμημένους αθλητές μας, τον Κεντέρη, τη Θάνου ή τους αρσιβαρίστες της εθνικής ομάδας (βλ. σ. 54). Τα σχόλια, νομίζω, περιττεύουν, να θυμίσω απλώς ότι οι εν λόγω αθλητές είχαν δικαίως εξυμνηθεί όταν πιστευόταν ότι είχαν κατορθώσει το ακατόρθωτο και δικαίως διαπομπευθεί όταν αποδείχθηκαν κίβδηλοι. Εκτός από προσβλητική, η σύγκριση είναι παντελώς βλακώδης: υπήρξε ποτέ κίβδηλη η Κική Δημουλά, διέπραξε μήπως καμιά απάτη που κάποτε θα ξεσκεπαστεί, κάποια λογοκλοπή, ας πούμε, όπως άλλοι;  

 

Δεδηλωμένος σκοπός του Ε.Γ. είναι, εφ’ όσον τα κύρια γνωρίσματα της ποιητικής της Δημουλά έχουν, λέει, παγιωθεί και εντοπιστεί από την κριτική, «να διερευνηθεί η σχέση που συνδέει αυτά τα γνωρίσματα με τους όρους πρόσληψης της ποίησής της» (σ. 50). Να ανιχνευθούν δηλαδή οι λόγοι της πρωτάκουστης επιτυχίας ενός έργου στο οποίο ο Ε.Γ. αποδίδει, καθώς αρχικά διατείνεται, «αναμφισβήτητη αξία» (σ. 50).

Άδηλος πλην απολύτως ανιχνεύσιμος σκοπός του περισπούδαστα πεδικλωμένου και κρυφοδαγκανιάρικου κειμένου του είναι, ως προκύπτει, να αναιρεθεί κλιμακωτά αυτή του η αρχική απόφανση, κυρίως διά της πλαγίας οδού: διά της αμφισβητήσεως και του ευτελισμού των όρων υποδοχής και αναγνώρισης της Δημουλά, εντός αλλά πλέον και εκτός των εθνικών συνόρων.  

Το μόνο με το οποίο θα συμφωνήσω μαζί του: η μεγάλη αυτή κυρία της ποίησης αποτελεί και φαινόμενο γενικώς και επικοινωνιακό φαινόμενο ειδικώς. Είναι φαινόμενο να εμφανιστεί ex nihilo μια τόσο ασύλληπτα καινοτόμος ποιητική ιδιοφυΐα. Φαινόμενο να γεννηθεί χωρίς μακρόχρονη κύηση, χωρίς προπαρασκευή (έστω κι αν ο Άθως Δημουλάς στάθηκε στην αρχή άξιος μέντορας), χωρίς πανεπιστημιακές περγαμηνές, χωρίς ποιητικές οφειλές και διακειμενισμούς. Φαινόμενο ν’ αναδυθεί εν μέσω απομιμήσεων μια τέτοια μοναδικότητα, εν μέσω μικρομεσαίων, ένα τέτοιο ύψος. Φαινόμενο να επιβληθεί χωρίς επαγγελματική, οικογενειακή ή συντεχνιακή στήριξη, χωρίς κλίκες και κλάκες. Φαινόμενο να καταξιωθεί  ταυτόχρονα από τους ομοτέχνους της και το ευρύ κοινό. Φαινόμενο εύρους και διάρκειας η δημοφιλία της Δημουλά, που κατάφερε να γίνει και να μείνει σταρ, κάνοντας σταρ την ποίηση, το κατ’ εξοχήν αντιμιντιακό προϊόν, χωρίς γραφεία δημοσίων σχέσεων και image makers.  

Ούτε το ουσιαστικό «φαινόμενο» ούτε το επίθετο «επικοινωνιακό» φέρουν εξ ορισμού αρνητικό πρόσημο, όπως κάνει πως πιστεύει ο Ε.Γ., απηχώντας μιαν αβασάνιστη κοινοτοπία. Στον προ πολλού απομαγευμένο και μπλαζέ κόσμο μας, το «φαινόμενο», με την έννοια αυτού που αιφνιδιάζει, που εκπλήσσει, είναι πράγμα εξαιρετικής σπανιότητας, όταν μάλιστα δεν εμπεριέχει σεξ ή μεγατόνους αιμοσφαιρίνης. Στη δε επικοινωνία, ήτοι στην επαφή και την πληροφορία, θεμελιώνεται ολόκληρη η σύγχρονη ύπαρξή μας, πράγμα που έχει και πλήθος θετικές συνέπειες (στο διαδίκτυο υπάρχουν 11.200 αναφορές στον Ε.Γ., 209.000 στη Δημουλά – όπερ έδει δείξαι).

Επικοινωνιακό φαινόμενο, όταν συζητάμε για ποίηση απαιτητική, δύσκολη, βαθιά αναστοχαστική, που δεν προσφέρεται καν για λαϊκό άσμα ή για σουξέ του συρμού; Σημαίνει φαινόμενο επιτυχίας! Και σημαίνει κονιορτοποίηση όλων των βολικών εφησυχασμών, που θέλουν τη μεγάλη ποίηση απρόσιτη, απώλητη, αδιάβαστη, και υμάς τους ποιητάς, στην αγέρωχη, υψιπέτιδα απομόνωση. [...]

 

Το πλήρες κείμενο της Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου δημοσιεύεται στο Βooks' Journal, τεύχος 46, Αύγουστος 2014, που κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία και στα περίπτερα.

 

 

Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου

Υποψήφια διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Γενεύης, όπου ειδικεύεται στη λογοτεχνία του 16ου αιώνα, έχει διατελέσει μέλος των Μονίμων Ελληνικών Αντιπροσωπειών στον ΟΟΣΑ στο Παρίσι και στον ΟΗΕ στη Γενεύη. Σήμερα, αφιερώνεται αποκλειστικά στη γραφή και τη μετάφραση – με πιο πρόσφατη μεταφραστική δουλειά της βιβλία του Σελίν.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά