Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2015

Μας χρωστάει η Γερμανία; (και αν ναι, τι;)

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από  Αθανάσιος Αναγνωστόπουλος Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες
Ο υπουργός Δικαιοσύνης, Νίκος Παρασκευόπουλος. Ο υπουργός Δικαιοσύνης, Νίκος Παρασκευόπουλος.

Με αφορμή την πρόσφατη ανακίνηση του ζητήματος των γερμανικών οφειλών προς την Ελλάδα από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, θα ήθελα να εκθέσω μερικές σκέψεις.

 

Οι πιθανές γερμανικές οφειλές προς την Ελλάδα (αλλά όχι μόνο προς την Ελλάδα, προσοχή!) εξ αιτιών αναγομένων στον Β΄ ΠΠ είναι δύο ειδών:

 

1. Πολεμικές αποζημιώσεις για εκτελέσεις, δηώσεις κ.λπ.

2. Κατοχικό δάνειο.

 

Δεν θα ήθελα να ασχοληθώ με το τεράστιο πολιτικό ζήτημα που τίθεται, όπου τα επιχειρήματα υπέρ και κατά είναι γνωστά και όπου δεν πρόκειται να πειστεί όποιος δεν θέλει. Περισσότερο θα ήθελα να περιοριστώ στο νομικό κομμάτι του ζητήματος, σκοπεύοντας ιδίως να αποσείσω την βεβαιότητα ότι το δίκαιο βρίσκεται απόλυτα με το μέρος της Ελλάδας (για την ακρίβεια, εκείνου του τμήματος των Ελλήνων που υποστηρίζει το αίτημα).

Ως προς το πρώτο θέμα, το ζήτημα των πολεμικών αποζημιώσεων είναι δύσκολο και περίπλοκο. Βασικά, συγκρούονται δύο απόψεις: χονδρικά, η παραδοσιακώτερη υπέρ της ασυλίας του αλλοδαπού κράτους για πράξεις που τελέστηκαν από τα όργανά του κατά την ενάσκηση δημόσιας εξουσίας. Η άποψη αυτή στο βάθος της απορρέει από την ισοτιμία των κρατών μεταξύ τους, ήτοι από την ίση κυριαρχία τους: γιαυτό κανένα κράτος δεν μπορεί να δικάσει κάποιο άλλο. Και η νεώτερη, πιο ρηξικέλευθη άποψη, που θέλει να εισαγάγει εξαίρεση στον κανόνα αυτό για τα ζητήματα των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε καιρό πολέμου.

Το ζήτημα όμως, καθόσον αφορά τις αξιώσεις ιδιωτών κατά του γερμανικού κράτους, είναι λυμένο. Η Ελλάδα άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της Ιταλίας ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης (επί πρωθυπουργίας ΓΑΠ και υπουργίας Δρούτσα), όπου ηττήθηκε, από κοινού με την Ιταλία, με την απόφαση 2/2012. Η απόφαση αυτή έκρινε ότι το γερμανικό Δημόσιο απολαύει ετεροδικίας και ότι, άρα, ημεδαπές αποφάσεις δεν επιτρέπεται να εκτελεστούν εις βάρος του. Κοινώς, ότι εξαρχής δεν είχαν δικαιοδοσία τα ελληνικά δικαστήρια και ποτέ δεν έπρεπε να είχαν εκδώσει καν απόφαση.

Την απόφαση αυτήν ακριβώς περιφρόνησε με χτεσινές δηλώσεις του ο Υπουργός Δικαιοσύνης Νίκος Παρασκευόπουλος, διακηρύσσοντας ότι είναι έτοιμος να χορηγήσει την άδεια που απαιτείται από το άρ. 923 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας για να αρχίσει η αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος του γερμανικού Δημοσίου. Κατ' ουσίαν, ο Υπουργός διεμήνυσε στην διεθνή κοινότητα ότι η Ελλάς δεσμεύεται από τις αποφάσεις της Χάγης μόνο όταν την συμφέρουν. Δεν νομίζω ότι αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο φέρεται διεθνώς ένα κράτος δικαίου, ασφαλώς βέβαια είναι ο τρόπος με τον οποίο θα περίμενα να συμπεριφερθεί η δικέφαλη κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛΛ.

Ο δρόμος που απομένει ανοιχτός βέβαια είναι εκείνος των ίδιων των γερμανικών δικαστηρίων. Όσοι θεωρούν ότι νομικώς το ζήτημα εκκρεμεί, δεν έχουν παρά να εναγάγουν το γερμανικό Δημόσιο στην δική του έδρα, εκεί όπου δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από την ετεροδικία. Ιδού η Ρόδος λοιπόν.

Σχετικά τώρα με το κατοχικό δάνειο, υπάρχουν δύο πιθανές εκδοχές να το προσεγγίσουμε: είτε πρόκειται για ένα σύνηθες διακρατικό δάνειο είτε, εκδοχή πολύ πιθανή, πρόκειται για έα αναγκαστικό δάνειο, που επιβλήθηκε διά της βίας στην Ελλάδα (γιαυτό άλλωστε ήταν και άτοκο!). Αν συντρέχει η δεύτερη περίπτωση, τότε το ζήτημα του δανείου μετατρέπεται στο γενικώτερο ζήτημα των αποζημιώσεων. Το ελληνικό δημόσιο ας το αναζητήση δικαστικώς.

Αν όμως ισχύει η πρώτη περίπτωση, εκείνη του συνήθους δανείου, το πράγμα είναι εξαιρετικά περίπλοκο. Καταρχάς, κάθε συμβατική αξίωση υπόκειται σε παραγραφή, 20ετή εν προκειμένω. Η παραγραφή αυτή εκκινεί από την τελευταία φορά που η Γερμανία αναγνώρισε την οφειλή, ήτοι από την καταβολή της τελευταίας δόσης, κάποια στιγμή το φθινόπωρο του 1944. Από τότε όμως έχουν παρέλθει 71 σχεδόν χρόνια. Εκείνος που ισχυρίζεται ότι το δάνειο δεν έχει παραγραφεί, βαρύνεται να αποδείξει το γεγονός που διέκοψε ή ανέστειλε την παραγραφή επί 71 χρόνια. Περιττό να πω ότι η απόδειξη αυτή είνα εξαιρετικά δύσκολη. Ενδεικτικά, η ρηματική διακοίνωση που επέδωσε η πρεσβεία μας το 1995, με την οποία καλούσαμε την Γερμανία σε διαπραγματεύσεις, ισοδυναμεί με εξώδικη όχληση. Η εξώδικη όχληση όμως είναι σχολικό παράδειγμα γεγονότος που δεν διακόπτει την παραγραφή.

Πέραν των στενά νομικών εκτιμήσεων όμως, αναπάντητα μένουν και άλλα ερωτήματα. Θα σταθώ εδώ σε δύο από αυτά: τον πληθωρισμό και τις υποτιμήσεις 70 ετών αφενός και τον υπολογισμό των εξόδων κατοχής αφετέρου.

Όποιος πήρε δάνειο στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ξέρει πολύ καλά ότι η δόση του, σχετικά βαρειά αρχικά, αποτελούσε, όταν το δάνειο πια έληγε, ένα πολύ μικρό μέρος του εισοδήματός του. Αυτό οφείλεται στον υψηλό πληθωρισμό της δεκαετίας του 1980, που έκανε μια δόση π.χ. 10.000 δρχ. το 1980 να παραμένει 10.000 το 1995, αλλά να έχει χάσει την εσωτερική της αξία. Αναλογιστείτε τώρα την σωρευτική επίδραση όχι 15 ή 20, αλλά 70 χρόνων πληθωρισμού στο κεφάλαιο του ποσού που υποτίθεται ότι μας χρωστά η Γερμανία (γιατί τόκοι βάσει της σύμβασης δεν οφείλονται).

Σαν να μην αρκούσε αυτό όμως, έχουμε και τις κατακλυσμιαίες υποτιμήσεις της δραχμής που μεσολάβησαν. Ακόμη και αν κάποιος δεν θέλει να λάβει υπόψιν του την αντικατάσταση της κατοχικής δραχμής με την νέα δραχμή το 1944, δεν μπορεί παρά να αφαιρέσει από το τυχόν χρέος τα 3 μηδενικά που διέγραψε ο Μαρκεζίνης το 1953. Διότι το δάνειο συνήφθη σε δραχμές και σε δραχμές ήταν αποπληρωτέο, χωρίς ρήτρα πληθωρισμού ή χρυσού. Κατά συνέπεια, είναι ακατανόητη η επιμονή υπολογισμού του δανείου σε αποπληθωρισμένες δραχμές ή ... χρυσές λίρες, σαν να μην πέρασε ούτε μια μέρα από το 1944.

Τελευταίο είναι το ζήτημα των εξόδων κατοχής. Το δάνειο συνήφθη δήθεν για την κάλυψη των εξόδων κατοχής και φαίνεται ότι πράγματι ένα μέρος του διοχετεύθηκε εκεί (σημειωτέον ότι βάσει του διεθνούς δικαίου τα έξοδα κατοχής βαρύνουν την κατεχόμενη χώρα. Δεν γνωρίζω αν η δικέφαλη κυβέρνηση νιώθει να δεσμεύεται από αυτήν την πρόβλεψη). Είναι όμως πρακτικά αδύνατον να υπολογιστεί 70 χρόνια μετά πόσα ήταν τα έξοδα αυτά, ώστε να αφαιρεθούν από το ελληνικό αίτημα.

Αν συνυπολογίσουμε τώρα ότι, ακόμη και το ίδιο το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους υπολογίζει το οφειλόμενο ποσό σε 11 δισ. ευρώ, σε ένα ποσό δηλαδή υποπολλαπλάσιο όσων η Γερμανία μάς έχει δανείσει τα τελευταία χρόνια, το θέμα τοποθετείται καλύτερα στις πραγματικές του διαστάσεις. 

 

Αθανάσιος Αναγνωστόπουλος. Δικηγόρος, διδάκτορας Ποινικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

2 σχολια

  • Το εφαρμοστέο δίκαιο που επέλεξαν τα μέρη. Αν δεν επέλεξαν, το προ του ΑΚ δίκαιο.

    Συνδεσμος σχολιου
    Αθ. Αναγνωστόπουλος Αθ. Αναγνωστόπουλος Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2015 15:42
  • Ενδιαφέρον το άρθρο σας. Μόνο μία απορία, που πηγάζει από ειλικρινή νομική περιέργεια: εάν πράγματι το κατοχικό δάνειο είναι σύνηθες διακρατικό δάνειο, ποιος κανόνας (ή σύνολο κανόνων) δικαίου προβλέπει την ύπαρξη παραγραφής, ορίζει τη διάρκειά της και προσδιορίζει ποιες πράξεις τη διακόπτουν και ποιες όχι;

    Συνδεσμος σχολιου
    ΝΑ ΝΑ Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2015 17:16

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά