Κυριακή, 01 Φεβρουαρίου 2015

Περήφανη εξωτερική πολιτική

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από τον 
Ο υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Κοτζιάς. Ο υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Κοτζιάς.

Από την εποχή του Ανδρέα Παπανδρέου έως τη διακυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, όλοι βαφτίζουν περήφανη την εξωτερική πολιτική της χώρας. Τι μπορεί άραγε να σημαίνει ο προσδιορισμός της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας ως περήφανης; 

 

Είναι χαρακτηριστικό της κουλτούρας μας να προσθέτουμε διάφορους επιθετικούς προσδιορισμούς στις επιμέρους πολιτικές επιλογές των εκάστοτε κυβερνήσεων μας. Αυτό το ενδημικό χαρακτηριστικό μας τείνει να βγαίνει με ιδιαίτερη ένταση στην επιφάνεια κάθε φορά που έχουμε κυβερνητική αλλαγή στην Ελλάδα. Η τετριμμένη πλέον δήλωση για αλλαγή σελίδας της χώρας συχνά ακολουθείται από αναφορές σε πολιτικές επιλογές, οι οποίες είναι πάντα φορτωμένες με επιθετικούς προσδιορισμούς. Θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον αν οι επιθετικοί προσδιορισμοί των πολιτικών παρουσίαζαν μία ποικιλομορφία, προσπαθώντας να προσεγγίσουν το ιδεολογικό περιεχόμενο και τις στρατηγικές κινήσεις της εκάστοτε κυβερνήσεως. Η αλήθεια όμως είναι πως υπάρχουν ορισμένα χαρακτηριστικά που εμφανίζουν μία μοναδική περιοδικότητα. Από το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου μέχρι τη Νέα Δημοκρατία του Κώστα Καραμανλή, και από τη Νέα Δημοκρατία του Αντώνη Σαμαρά μέχρι τον ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα δίπλα στην εξωτερική πολιτική κολλάμε τον επιθετικό προσδιορισμό περήφανη. Θα μπορούσε κάποιος σε μία πρώτη ανάγνωση να μιλήσει για έλλειψη φαντασίας, δεν το νομίζω, άλλωστε σε διαφορετικές περιπτώσεις είμαστε ως λαός εξόχως ευφάνταστοι, ιδιαίτερα όταν θέλουμε να δικαιολογήσουμε- βαπτίσουμε μία διαφοροποίηση από προεκλογική δέσμευση.

Αφού συμφωνήσαμε πως δεν μας λείπει η φαντασία στο χαρακτηρισμό των πολιτικών τι συμβαίνει και υπάρχει αυτή η περιοδικότητα του χαρακτηρισμού περήφανη; Η απάντηση δεν είναι καθόλου δύσκολη. Παρά τις όποιες διαφοροποιήσεις σε τακτικούς χειρισμούς της εξωτερικής μας πολιτικής, το corpus της παραμένει σταθερό και αναλλοίωτο, ιδιαίτερα μετά τις αρχές της δεκαετίας του ’90 που κλειδώσαμε στα εθνικά μας θέματα και το «Μακεδονικό». Αν εξαιρέσει κανείς την περίοδο 1999- 2003 που υπήρξε μία σημαντική διαφοροποίηση στη στρατηγική μας αντίληψη και στην ιεράρχηση των στόχων και των μέσων άσκησης της εξωτερικής πολιτικής, η οποία όμως και πάλι δεν πέρασε ούτε στο σύνολο των πολιτών, ούτε και στο σύνολο των διαμορφωτών κοινής γνώμης, για αυτό και άλλωστε την ξεχάσαμε σχετικά σύντομα, ίσως και γιατί δεν την κατανοήσαμε σε βάθος, οι Έλληνες συνολικά (πολίτες, ΜΜΕ, πολιτικό σύστημα κτλ.) αντιλαμβάνονται την εξωτερική πολιτική με τους στενούς όρους των «εθνικών θεμάτων» (national matters). Αρνούμαστε να περάσουμε σε μία ολιστική λογική που χαρακτηρίζει την εξωτερική πολιτική των δυτικών χωρών και στην οποία κυριαρχεί η έννοια του εθνικού συμφέροντος (national interest), εντός της οποίας αναδιατάσσεται και η agenda, και τα μέσα και ο τρόπος άσκησης της εξωτερικής πολιτικής. Αντ’ αυτού, εμμένουμε σε μία απαρχαιωμένη κατάτμηση του εθνικού συμφέροντος σε πάγια εθνικά θέματα, ορίζοντας κόκκινες γραμμές και υπερασπιζόμενοι αυτές με το δικαίωμα της αρνησικυρίας, ακόμη και αν αυτό μπορεί να βρεθεί σε σύγκρουση με τη μεγάλη εικόνα, με το εθνικό μας συμφέρον. Ήταν ελάχιστες οι φορές που το διαπιστώσαμε και το ξεπεράσαμε αυτό το σύμπλεγμα της κατάτμησης του εθνικού συμφέροντος, με πιο χαρακτηριστική την περίπτωση της «στρατηγικής του Ελσίνκι».

Ένα «ανάδελφό» έθνος που βρίσκεται στο κέντρο της διεθνούς συνομωσίας που θέλει να μας εξοντώσει και να μας φτωχοποιήσει για να μας μετατρέψει σε «ψωροκώσταινα». Μέσα σε αυτή την πρόταση περιλαμβάνονται οι κύριες εκφάνσεις της πολιτικής μας κουλτούρας στο κομμάτι της αντίληψης μας για το πώς μας βλέπει ο κόσμος. Μία αφήγηση που συνάντησε στο μνημόνιο και στην προσπάθεια δημοσιονομικής σταθεροποίησης την αυτεκπλήρωσή της. Στην αφήγηση των αντιμνημονιακών δυνάμεων η σκληρή δημοσιονομική προσαρμογή συνδυάστηκε με την οπισθοχώρηση στα εθνικά μας θέματα, χάσαμε την εθνική μας υπερηφάνεια με άλλα λόγια, όχι όμως γιατί δεν μπορούσαμε να ρυθμίσουμε τα του οίκου μας, αλλά γιατί κάποιοι (ίσως οι Εβραίοι) θέλουν να μας φτωχοποιήσουν και να μας πουλήσουν. Όταν πιστεύεις σε μία τέτοια αφήγηση, και μεγάλο μέρος της νέας κυβέρνησης την πιστεύει ακράδαντα, είναι λογικό να προσδιορίζεις την εξωτερική σου πολιτική ως περήφανη.

Ποιο όμως είναι το περιεχόμενο αυτής της περηφάνιας; Πριν γράψω αυτό το άρθρο έκανα μία απλή περιήγηση στο google ψάχνοντας τους επιθετικούς προσδιορισμούς που χαρακτηρίζουν την εξωτερική πολιτική ενός κράτους. Στα αγγλικά δεν βρήκα καμία αναφορά στην εξωτερική πολιτική που να συνοδεύεται από το proud- περήφανη. Αντίθετα, στα ελληνικά βρήκα πολλές, άπειρες αναφορές στην εξωτερική πολιτική ως περήφανη. Το γιατί δεν υπάρχει αυτός ο επιθετικός προσδιορισμός στις άλλες χώρες νομίζω απαντήθηκε παραπάνω. Ας δούμε όμως ποιο είναι το περιεχόμενο που δίνουν κατά καιρούς οι πολιτικοί μας στο χαρακτηριστικό περήφανη της εξωτερικής πολιτικής. «να μην σκύβουμε τη μέση», «να κοιτάμε τους Ευρωπαίους στα μάτια», «να μην είμαστε γεσεριστές», «να κάνουμε άνοιγμα στη Ρωσία και στην Κίνα», «να χτυπάμε το χέρι στο τραπέζι», «να τα λέμε στους ευρωπαίους έξω από τα δόντια», «να έχουμε ψηλά το κεφάλι» και διάφορα άλλα τέτοια χαρακτηριστικά.

Πρέπει να είμαστε όλοι περήφανοι για μία τέτοια συμπεριφορά στην εξωτερική πολιτική; Καθένας δίνει τη δική του απάντηση, άλλωστε, η περηφάνια είναι συναίσθημα, οπότε έχει έντονο υποκειμενισμό η προσέγγιση της. Δεν μας κάνουν όλους περήφανους τα ίδια πράγματα και ευτυχώς. Εγώ, δεν είμαι περήφανος όταν καίγεται η αμερικανική ή η σημαία της Ε.Ε., κάποιοι άλλοι όμως Έλληνες είναι βαθιά υπερήφανοι. Το πώς μετρά και προσδιορίζει κάποιος τι τον κάνει υπερήφανο είναι κομμάτι της ατομικής μηχανικής και συλλογιστικής, αυτό που μας αφορά συλλογικά, είναι τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει η εξωτερική μας πολιτική. Χαρακτηριστικά με πολιτικό και στρατηγικό υπόβαθρό και όχι συναισθηματισμό και τακτικισμό. Συνεπής, συνεχής, σύγχρονη, ευέλικτη, διαφανής, ηθική, θεσμική, δημοκρατική, πολυμερής, συναινετική είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει η εξωτερική πολιτική μιας χώρας σήμερα. Όσο νωρίτερα το καταλάβουμε και το εφαρμόσουμε τόσο πιο γρήγορα θα είμαστε περήφανοι για τα αποτελέσματα της εξωτερικής μας πολιτικής.  

Τριαντάφυλλος Καρατράντος

Διεθνολόγος με ειδικότητα στα θέματα ασφάλειας και καθηγητής στη Σχολή Εθνικής Ασφάλειας. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο του Πριν το Μνημόνιο δεν έβλεπες.

1 σχολιο

  • Ο «νεο-Βενιζελισμός» (εκ του Ελευθερίου) στις πρώτες κινήσεις αλλά και σε μερικά βιογραφικά «μεγάλων» υπουργείων, είναι πολύ επίφοβος. Κακό σημάδι. Ο κίνδυνος είναι ο εξής: άν τυχόν αποφασίσουν να αποφύγουν τα μέτρα πραγματικής κοινωνικής δικαιοσύνης, να μπουν στον καταστροφικό πειρασμό να μοιράσουν ως αντίβαρο «εθνικοενωτικές» ναρκωτικές ιδεολογικές ουσίες διά το πόπολο: Οι «κακοί Γερμανοί», οι «κακοί Εβραίοι», οι «καλοί Ρώσοι» και τα λοιπά γνωστά εκ της «λαϊκής» Δεξιάς και του βαθέος ΠΑΣΟΚ... Μόνον οι «κακοί Αμερικάνοι» δεν είναι πια κακοί – επιτέλους μια κάποια πρόοδος, χάνουμε μια από τις εθνοκτόνες απομιμήσεις «σοσιαλισμών α λα ελληνικά»...

    «Έξω πάμε καλά». Μέσα;
    http://aftercrisisblog.blogspot.gr/2015/02/blog-post_26.html

    Συνδεσμος σχολιου
    aftercrisis aftercrisis Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2015 22:29

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά