Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2015

Μπορεί, μέσω της επιστήμης, να νικηθεί η τρομοκρατία;

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από τον 
Τα γραφεία του Charlie Hebdo μετά τη δολοφονική επίθεση των τζιχαντιστών. Η φωτογραφία πρωτοδημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα της εφημερίδας Le Monde. Τα γραφεία του Charlie Hebdo μετά τη δολοφονική επίθεση των τζιχαντιστών. Η φωτογραφία πρωτοδημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα της εφημερίδας Le Monde.

Τα σοκαριστικά γεγονότα στη Γαλλία παράγουν συζητήσεις για τις πιθανές λύσεις για την τρομοκρατία. Ως λύσεις προβάλλονται, για παράδειγμα, ο περιορισμός των μεταναστών, η επιβολή κανόνων στον τύπο, η καταπολέμηση του θρησκευτικού φανατισμού, η αντιμετώπιση της ανεργίας και της φτώχειας, η βελτίωση της ποιότητας της εκπαίδευσης, η αλλαγή στην επεκτατική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, η υπεράσπιση του δυτικού τρόπου ζωής, ο περιορισμός της ροής χρήματος στους τρομοκράτες. Η λύση όμως δεν μπορεί να βρεθεί δίχως προηγούμενο εντοπισμό του αιτίου του φαινομένου που μας απασχολεί. Αν μπορούσαμε να βρούμε το αίτιο της τρομοκρατίας, θα μπορούσαμε να τη χτυπήσουμε στη ρίζα της, με τη βοήθεια της επιστήμης. Η βασική αποστολή της επιστήμης είναι, άλλωστε, να αναδείξει τα αίτια των φαινομένων. Μπορούν η ψυχολογία, η κοινωνιολογία, οι πολιτικές επιστήμες να αποκαλύψουν τα αίτια της τρομοκρατίας  και να μας υποδείξουν λύσεις; Η αποστολή τους είναι εξαιρετικά δύσκολη.

Είναι πραγματικά αποκαρδιωτική η δυσκολία εύρεσης των αληθινών αιτίων, ακόμη και στα πιο απλά φαινόμενα. Η φυσική, που είναι μία αρκετά ανεπτυγμένη επιστήμη, συχνά δυσκολεύεται να κατανοήσει τον τρόπο που λειτουργούν τα φυσικά φαινόμενα. Δεν έχει καταφέρει ακόμη, για παράδειγμα, να εξερευνήσει και να κατανοήσει το γαλαξία μας, ο οποίος υπολογίζεται ότι έχει πάνω από 100 δισεκατομμύρια πλανήτες.  Σκεφτείτε όμως ότι και ο εγκέφαλός μας παρουσιάζει αντίστοιχη πολυπλοκότητα, καθώς αποτελείται από περίπου 100 δισεκατομμύρια νευρώνες. Το κάθε άτομο αλληλεπιδρά με εκατοντάδες άλλα άτομα στη διάρκεια της ζωής του, κατά την οποία πραγματοποιούνται αναρίθμητες εκπυρσοκροτήσεις στα δισεκατομμύρια των νευρώνων. Η ακριβής κατανόηση της συμπεριφοράς, πόσο μάλλον μίας τρομοκρατικής επίθεσης, αποτελεί αναμφίβολα ένα εξαιρετικά περίπλοκο έργο.

Παγώστε αν θέλετε στο νου σας τη δράση ενός τρομοκράτη, τη στιγμή που πατάει τη σκανδάλη ή ενεργοποιεί τον εκρηκτικό μηχανισμό. Μόνο στη δεδομένη χρονική στιγμή, η κοινωνική ψυχολογία θα μπορούσε να αναφερθεί σε πλήθος μεταβλητών που θα μπορούσαν δυνητικά να επηρεάσουν τη συμπεριφορά του: τις αξίες του, την αντίληψή του για την επιβράβευση στη μετά θάνατον ζωή, την αγάπη για την οικογένειά του, την απελπισία του, την ικανότητα του για ενσυναίσθηση, τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του, το μίσος που νιώθει για τους αλλόθρησκους,  την ελπίδα διαφυγής, την εθνική του ταυτότητα, το βιοτικό του επίπεδο, το μορφωτικό του επίπεδο, το επίπεδο της αδρεναλίνης, τη θερμοκρασία του δωματίου, το είδος του όπλου, την αντίδραση, την ελκυστικότητα ή την κοινωνική ταυτότητα των υποψήφιων θυμάτων, την πολιτική των ΗΠΑ, τη στάση της αστυνομίας, την αυστηρότητα των νόμων. 

Εδώ έγκειται το θεμελιώδες ερώτημα: τί από τα παραπάνω, αν αλλάζαμε, θα άλλαζε την απόφαση του δράστη να πατήσει τη σκανδάλη; Αυτό (ή αυτά) θα είναι και η αιτία. Με βάση το παραπάνω νοητικό πείραμα μπορούμε να καταλάβουμε τη δυσκολία της εύρεσης της πραγματικής αιτίας. Ο καθένας μπορεί να προτείνει κάτι διαφορετικό: για κάποιους η αιτία είναι η ταυτότητα του Άραβα, για κάποιους το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, για κάποιους η χαλαρή στάση της αστυνομίας, για κάποιους κάποιας μορφής παραφροσύνη, για κάποιους η πολιτική των ΗΠΑ. Από εκεί και πέρα ο καθένας μπορεί να διαμορφώσει προτάσεις για τον τρόπο που μπορούν να αλλάξουν τα παραπάνω, ώστε τελικά να αλλάξει και η απόφαση των υποψήφιων δραστών να προβούν σε τρομοκρατικές πράξεις.

Βεβαίως οι εξηγήσεις αυτές, αν παραμείνουν σε τέτοιο απλοϊκό επίπεδο, συχνά υποθέτουν, έστω και ασυνείδητα, ότι όλοι οι Άραβες ή όλοι οι παράφρονες είναι τρομοκράτες. Τέτοιες εξηγήσεις δεν στέκουν καν λογικά. Το κυριότερο ζήτημα όμως είναι ότι τέτοια νοητικά πειράματα, ακόμη κι αν καταλήγουν σε λογικοφανείς λύσεις, δεν είναι πραγματικά πειράματα. Από επιστημονικής άποψης, δεν προσφέρουν καμία εξήγηση. Η πραγματική αιτία μπορεί να ενυπάρχει σε κάποιες ή σε όλες αυτές τις μεταβλητές αλλά χρειάζεται συστηματική έρευνα για να αποκαλυφθεί. Στην παρουσίαση υποτιθέμενων λύσεων στην τρομοκρατία, ο δημόσιος λόγος βρίθει από λογικοφάνεια αλλά υστερεί σε επιστημονική τεκμηρίωση. Είναι κατά αυτό τον τρόπο ευάλωτος στην χειραγώγηση πολιτικών δυνάμεων που θέλουν να προάγουν τον πόλεμο, το θρησκευτικό φανατισμό, την αστυνομοκρατία ή απλούστατα την πολιτική τους ατζέντα.

Από την άλλη, οι επιστημονικές έρευνες γύρω από την τρομοκρατία δύσκολα μπορούν να  απομονώσουν θεμελιώδεις ψυχολογικές μεταβλητές που στοιχειοθετούν το πρόβλημα. Είναι δυστυχώς εξαιρετικά δύσκολη η συλλογή ψυχολογικών δεδομένων γύρω από το ζήτημα της τρομοκρατίας, παρά μόνο μετά την εκδήλωση μίας τρομοκρατικής επίθεσης – γεγονός που δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στην αντικειμενική μέτρηση των ψυχολογικών μεταβλητών και στην εξαγωγή συμπερασμάτων. Οι ψυχολογικές μετρήσεις που έχουμε κύρια στη διάθεσή μας αφορούν κυρίως την προσωπικότητα των δραστών που αποτελεί μικρό μέρος της συνολικής εξίσωσης. Ως επιστήμονες λοιπόν αναγκαζόμαστε να ανατρέχουμε σε συναφείς έννοιες, όπως στην ψυχολογία της βίας, της διομαδικής σύγκρουσης και της επιθετικότητας και παράλληλα να στηριζόμαστε σε ιστορικές, κοινωνιολογικές και πολιτικές αναλύσεις που υποδεικνύουν πιθανά αίτια αλλά δεν έχουν τον τρόπο να τις ελέγξουν. Προς το παρόν μένουμε σιωπηλοί, τόσο εξαιτίας του αίσχους των τρομοκρατικών πράξεων όσο και εξαιτίας της τρέχουσας αδυναμίας μας να εντοπίσουμε τα αίτια της τρομοκρατικής συμπεριφοράς.

Στα αίτια της συμπεριφοράς όμως βρίσκεται η λύση και προς αυτή την κατεύθυνση οφείλουμε να συνεχίσουμε να εργαζόμαστε. Μέχρι τότε, τα πολιτικά επικοινωνιακά παιχνίδια σκοπιμοτήτων που παίζονται καθημερινά στις τηλεοράσεις μας και οι απλοϊκές λύσεις που προσφέρουν πρέπει να απορρίπτονται δίχως δεύτερη σκέψη. Η επιστημονική επιφυλακτικότητα είναι σαφώς πιο ανθεκτική στην πολιτική χειραγώγηση από την άφθονη ημιμάθεια που προσφέρουν οι περιφερόμενοι «ειδικοί».

Αλέξιος Αρβανίτης

Διδάκτωρ κοινωνικής ψυχολογίας. Διδάσκει στο τμήμα ψυχολογίας του Οικονομικού Κολλεγίου Αθηνών (BCA), στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα κατάρτισης στις διαπραγματεύσεις του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και στο τμήμα ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά